18.12.16

Της Αναλήψεως




Κυκλοφορούσε η φήμη από το πρωί: «θα έρθει ο Γλέζος, γυρίζουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του». Η φήμη αποδείχτηκε αληθής. Ένα Γερμανικό τηλεοπτικό κανάλι όντως ετοίμαζε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Μανώλη Γλέζου. Μερικές λήψεις στα πέριξ της Ακρόπολης κρίθηκαν απαραίτητες για ευνόητους λόγους. Ήταν άλλωστε το μακρινό 1941 όταν ο δεκαεννιάχρονος τότε Μανώλης Γλέζος, μαζί με το φίλο του Λάκη Σάντα, αποκαθήλωσαν τη σημαία των ναζί που κυμάτιζε στον Ιερό Βράχο.

Εβδομήντα τέσσερα χρόνια μετά, ο Γλέζος θα επέστρεφε στον τόπο όπου δόξασε το πνεύμα της αντίστασης στον κατακτητή ώστε να διηγηθεί, για μία ακόμη φορά, την ιστορία εκείνης της βραδιάς.

Γύρω στις 10:30 έκανε την εμφάνιση του ένα πολυτελές βανάκι. Μετέφερε το συνεργείο και τους ανθρώπους της παραγωγής, Γερμανικής την εθνικότητα. Το βανάκι ήταν πολυτελές, made in Germany εννοείται. Η ομάδα της παραγωγής εμφανίστηκε ακριβοθώρητη, κομματάκι σνομπ, ο εξοπλισμός τους ήταν φυσικά τελευταίας τεχνολογίας. Ένας Έλληνας ανά μεταξύ τους κανόνιζε τις λεπτομέρειες της άφιξης του Γλέζου ο οποίος αναμενόταν κατά τις 11:00.

Όντως, είκοσι λεπτά αργότερα, ένα δεύτερο αυτοκίνητο, μικρό αυτή τη φορά, έκανε την εμφάνιση του στην έξοδο του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης. Του δόθηκε η άδεια να προχωρήσει στα ενδότερα. Ο οδηγός του αυτοκινήτου πάρκαρε ακριβώς κάτω από τον ανελκυστήρα της Ακρόπολης. Ήταν γύρω στα σαράντα και συνόδευε τον Μανώλη Γλέζο στην επίσκεψη του.Υπήρχε μια ιδιαίτερη οικειότητα μεταξύ τους, περνούσαν άλλωστε πολλές ώρες μαζί κάθε μέρα. Ήταν κάτι περισσότερο από οδηγός· ήταν το δεξί του χέρι. 

Αμέσως ξεκίνησαν οι προετοιμασίες για το γύρισμα. Μπροστά από τα σκαλιά που οδηγούν στον ανελκυστήρα, ο Έλληνας της ομάδας της παραγωγής μαζί με τον Γερμανό σκηνοθέτη του ντοκυμαντέρ ξεκίνησαν να κουβεντιάζουν με τον Γλέζο κάποιες λεπτομέρειες αναφορικά με το γύρισμα. Ο Έλληνας πολιτικός όμως, είχε απολύτως ξεκαθαρισμένο μέσα του πως ακριβώς επιθυμούσε να εξελιχθούν τα πράγματα. 

Δήλωσε πως δεν προτίθεται να μιλήσει μπροστά στην κάμερα για όσο θα βρισκόταν στον Ιερό Βράχο. Θα παρέμενε σιωπηλός, η συνέντευξη θα μπορούσε να γίνει οπουδήποτε αλλού, πάντως σίγουρα όχι δίπλα στον Παρθενώνα: «μπροστά από τον Παρθενώνα δε θα πω τίποτα απολύτως» όπως ξεκάθαρα το έθεσε στους δύο συνομιλητές του.

Θα τους έδειχνε τη διαδρομή που ακολούθησε εκείνο το βράδυ του ’41 όταν μαζί με τον Λάκη Σάντα κατόρθωσαν να τρυπώσουν κάτω από τη μύτη των Γερμανών στρατιωτών που περιφρουρούσαν το χώρο και να θάψουν τη ναζιστική σημαία στα έγκατα του Ιερού Βράχου. Η σημαία δε βρέθηκε ποτέ· σαν να αποφάσισε ο Ιερός Βράχος να την κάνει μια χαψιά ώστε να να σβηστούν για πάντα τα ίχνη μιας ατιμωτικής πράξης. 

Ο Γλέζος ήταν κάθετος· η αμηχανία των ανθρώπων της παραγωγής δε στάθηκε ικανός παράγοντας ώστε να μεταπειστεί. Μάλλον δεν επρόκειτο περί πείσματος. Ο γηραιός Μανώλης Γλέζος γνώριζε καλά, μέσα από τη μακρότατη σταδιοδρομία του στην πολιτική, τους κανόνες του παιχνιδιού. 

Ανέβηκαν όλοι πάνω κι όταν πια ήταν όλα έτοιμα, ο Γλέζος πάτησε γκάζι. Ξεκίνησε να περπατά με γοργό βήμα, αναπαραστώντας τη διαδρομή που είχε κάνει μαζί με τον Σάντα εκείνο το βράδυ. Ο καμεραμάν μαζί με το υπόλοιπο συνεργείο ξεχύθηκε πίσω του. Ο Γλέζος πήδησε το σκοινί της περισχοίνησης και βρέθηκε εντός του ναού του Ερέχθειου απ’ όπου είχαν αναδυθεί στην επιφάνεια οι δύο νεαροί αντιστασιακοί το μακρινό 1941, λίγα μέτρα μακριά από το στόχο τους, τη ναζιστική σημαία. 

Το όλο νταβαντούρι του γυρίσματος διήρκησε περίπου πέντε λεπτά με τον Γλέζο να μην πατάει φρένο ούτε για μια στιγμή. Στο τέλος, όλα έληξαν στην σιωπή. 

Έπειτα από το σπριντ που ξάφνιασε ευχάριστα όλους τους παρισταμένους, ο ενενηντατριάχρονος πολιτικός έπρεπε να πάρει μια ανάσα. Ενόσω το κινηματογραφικό συνεργείο μάζευε τον εξοπλισμό, εκείνος αποφάσισε να κατέβει κάτω χρησιμοποιώντας φυσικά τον ανελκυστήρα. 

Είχε για παρέα του τον εποχικό εργαζόμενο της Ακρόπολης σε μία από τις τελευταίες του μέρες στη δουλειά, λίγο πριν τη γνώριμη επίσκεψη στον Ο.Α.Ε.Δ. της γειτονιάς δηλαδή. Ο τελευταίος είχε παρακολουθήσει διακριτικά το γηραιό πολιτικό στο σιωπηλό, μιας και δεν άνοιξε στιγμή το στόμα του, κρεσέντο του στα πέριξ του Παρθενώνα.

Βγαίνοντας από τον ανελκυστήρα, θα καθίσει δίπλα του σε ένα από τα έξι πλατιά τσιμεντένια σκαλοπάτια που οδηγούν στη σπηλιά της Έρσης (η οποία ήταν κάποτε μια μυκηναϊκή κρήνη), το σημείο όπου ο Γλέζος και ο Σάντας τρύπωσαν πριν από εβδομήντα τέσσερα χρόνια βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους.  Είχαν αναρριχηθεί μέσα από το σπήλαιο έως ότου να αναδυθούν μέσα από το ναό του Ερέχθειου λίγα μέτρα μακριά από το σημείο που έστεκε το σύμβολο του εχθρού. Λίγα λεπτά αργότερα, κι αφότου είχαν καταφέρει το σκοπό τους, η σημαία των ναζί θα κατέληγε στα έγκατα της σπηλιάς, ή αλλιώς, στα σκουπίδια της ιστορίας.

«Ο μόνος λόγος που το έκανα αυτό σήμερα ήταν γιατί θέλω οι Γερμανοί πολίτες να μάθουν περισσότερα για το τι συνέβη στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Έχω δώσει τόσες συνεντεύξεις στη ζωή μου, δεν είναι πως ήθελα να πω κάτι περισσότερο, απλά ήθελα όσο πιο πολλοί Γερμανοί να μάθουν το κακό που συνέβη στη χώρα μας στην Κατοχή, ειδικά στις μέρες μας με όλα αυτά που γίνονται... όχι, δεν είμαι πια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παραιτήθηκα πέρυσι, ποτέ στη ζωή μου δεν με ενδιέφεραν οι θέσεις αγόρι μου... Στάσου, θέλω να σου δώσω κάτι...»

Σε εκείνο το σημείο είπε στο βοηθό του να φέρει από το αυτοκίνητο μερικά αντίτυπα του τελευταίου του βιβλίου, μιας συλλογικής έκδοσης με τίτλο “Η Μαύρη Βίβλος της Κατοχής”.Λίγα λεπτά αργότερα θα αρχίσει να υπογράφει τα βιβλία, «για εσένα και τους συναδέλφους σου που χειρίζεστε αυτή τη μηχανή» είπε με κουρασμένη φωνή στον εποχικό εργαζόμενο της Ακρόπολης. 

Όταν πια θα κατέβει κάτω και το συνεργείο, ο Γλέζος, έχοντας κερδίσει ανάσες όσο εκείνοι έλειπαν, θα βαδίσει προς το ιερό της Έρσης. Εκείνοι, θα τον ακολουθήσουν. Τηρώντας την υπόσχεση του θα ξεκινήσει να μιλάει μπροστά στην κάμερα για εκείνη τη βραδιά της 30ής Μαΐου 1941.






No comments:

Post a Comment