29.4.09

Μια καλημέρα είναι αυτή, πεσ’ την κι ας πέσει χάμω ( ή μήπως καλύτερα να το βουλώσεις;)...


 



 Είναι γεγονός πως έχω σταματήσει να ‘καλημερίζω’ αδιακρίτως. Υπήρξε μια μεταβολή μέσα μου, το παλιό σχέδιο της ‘επίθεσης ευγενείας’ σε βαριεστημένους υπάλληλους (ιδιωτικούς, δημόσιους, part-time, εποχιακούς και λοιπούς ανασφάλιστους) πήρε αναβολή (ίσως και να οδεύει προς την οριστική ματαίωση του).
 Η αλήθεια είναι πως στην Ολλανδία, κάνω τα στραβά μάτια∙ η περίπτωση να μου απαγορευτεί η είσοδος στο όποιο supermarket ή φαγάδικο απαφασίσω να αγνοήσω τον χαιρετισμό-καλωσόρισμα του εκάστοτε υπαλλήλου-μαγαζάτορα, φαντάζει στα μάτια μου ένα σενάριο, ουχί και επιστημονικής φαντασίας θα έλεγα.
 Στην Αθήνα, τα πράγματα είναι διαφορετικά: μυριάδες φορές η ‘Καλημέρα!’ μου, ή η ‘Καλησπέρα!’ μου ή, τέλος, το ακόμα πιο chic ‘Καλό βράδυ!’ έχουν μείνει να αιωρούνται μετέωρα στον (βρώμικο) αέρα, σαν τα ερωτήματα για την απόπειρα δολοφονίας του αστυνομικού τις προάλλες, ένα πράμα.
 Η συνειδητή απόφαση να απαγορεύσω στον εαυτό μου να μεταχειρίζεται τρόπους καλής συμπεριφοράς στις τυπικές συνδυαλλαγές  της καθημερινότητας δύναται να εξηγηθεί με πολλούς τρόπους:
1.    Η ‘ρομαντική’, ανθρωπιστική διάθεση εκ μέρους μου να χτίσω γέφυρες επικοινωνίας με ανθρώπους με τους οποίους δεν έχω να μοιραστώ κάτι κοινό αλλά και οι οποίοι δεν θα μου ‘χρησιμεύσουν’ ποτέ και πουθενά στη ζωή μου (το πιο πιθανό είναι να μην τους ξαναδώ) απέτυχε οικτρά. Η ‘ήττα-σφαλιάρα’ με προσγείωσε ανώμαλα στην πραγματικότητα∙ μια πραγματικότητα γκρίζα, με τον Αττικό ήλιο (sic), και την ευεξία ψυχής που αυτός προσφέρει να αποτελεί μονάχα ένα ‘παραμύθιασμα’ που τονίζει ακόμα πιο έντονα τη απουσία ζωντάνιας και συναισθηματικής δεκτικότητας των Αθηναίων.
2.    Γέρασα και παραξένεψα.
3.    Δεν πιστεύω πλέον στην έννοια του ‘καλού.’
4.    Η εμμονή μου να μεταφράζω τις ανθρώπινες σχέσεις σ’ ένα δίπολο εξουσίας με οδήγησε σε μια ορθή απόφαση: αρνούμενος την εξουσία που μου αναλογεί σε μία σχέση υπάλληλου-πελάτη, αρνούμενος να εισέλθω σ’ ένα παιχνίδι εξουσίας στο οποίο θα είμαι ο νικητής (θα φύγω ευτυχισμένος με μία ζεστή τυρόπιτα στο χέρι ενόσω αυτός θα μείνει μπροστά από έναν καυτό φούρνο κατηγορώντας τη ‘τύχη’ του) επιχειρώ να αποδομήσω τις κατεστημένες ψυχοφθόρες (μη) σχέσεις μεταξύ ίσων ανθρώπινων όντων.
Φυσικά, υπάρχουν και εξαιρέσεις: η έμφυτη ευγένεια που με διέπει σαν άνθρωπο (δεν περιαυτολογώ καθότι πολύ απλά δεν το θεωρώ ουσιαστικό πλεονέκτημα ή προσόν, ειδικά τούτη την περίοδο, μια περίοδο που με ενέπνευσε να συγγράψω αυτό το κείμενο-καταπέλτη κατά των ‘καλών τρόπων’) με οδηγεί ανεπαίσθητα πολλές φορές σε γλυκαλάνατες (ή αναζωογονητικές, όπως το πάρει κανείς) σύντομες, μα όχι και κοφτές,  κεφάτες χαιρετούρες με διάφορους συνανθρώπους μου. Αυτό συμβαίνει συνήθως στον φούρνο της γειτονιάς μου, σε ψιλικά στα πέριξ των Εξαρχείων, σε μικρομάγαζα στην Δάφνη, σε παλαιο-βιβλιοπωλεία στο Μοναστηράκι. Οπότε καταλήγουμε σε μια πέμπτη περίπτωση-εξήγηση της αρνησικυρίας της ‘Καλημέρας’:
5.    Αποδέκτες της άρνησης μου κατά κύριο λόγο είναι οι υπάλληλοι-βαριεστημένοι-διαικπεραιωτές σε μαγαζιά αλυσίδες, είτε fast-food, είτε βιβλιοπωλεία-lounge café, είτε καταστήματα ρούχων-παράγουμε ρέπλικες ανθρώπων με μόνο € 6.99 είτε τέλος, supermarket με τους υπαλλήλους στο ταμείο να αποτελούν την κορωνίδα της μισθωτής-εργασίας σκλαβιάς που σε αφήνει λειψό.

 Μια άλλη σκέψη που με απασχολεί επίσης, είναι η συχνότητα της ‘Καλημέρας’ έναντι της ‘Καληνύχτας’. Παρατηρώντας την συντριπτική αριθμητική ήττα του ‘Καληνύχτα’ η οποία εκτός των άλλων συνήθως απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε άτομα φιλικά προς εμάς, και όχι σε άγνωστους περιπτεράδες που μας τροφοδότησαν με λίγο ακόμη καπνό ώστε να πάνε κάτω οι... σκέψεις, φθάνουμε σ’ ένα ακόμα αυθαίρετο συμπέρασμα: η ευχή να έχουμε μια καλήν ημέρα, είναι μια φενάκη.

 Έχοντας γνωρίσει τις συντριβές και τις ματαιώσεις μιας ακόμα ρουτινιάρικης ημέρας της καθημερινότητας, πολύ απλά αρνείσαι να επαναλάβεις το ίδιο λάθος, λίγο πριν πας για ύπνο. Οι φίλοι σου, ή η παρέα που σε συνόδεψε σε μία ακόμη ανελέητη κατάποση αλκοόλ, ίσως και να αξίζουν αυτή τη Καληνύχτα. Οι άλλοι, μάλλον πως όχι.







1 comment:

  1. Αδερφέ, σε πιάνω. Έφτασα στο σημείο, καπάκι μετά την πρώτη (και αναπάντητη) καλημέρα, να τους λέω "Καλημέρα, γαμώ το Χριστό σας"!
    Λοιπόν, στις μισές περιπτώσεις έλαβα μια μισή κλμρα σαν απάντηση!
    Μπουνιές ακόμα δεν έχω παίξει.

    ReplyDelete