2.11.16

Fu Manchu



Έγειρε το κεφάλι του ανάμεσα από δύο κάγκελα του σιδερένιου φράχτη που βρίσκεται στην έξοδο του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης. Χαμογέλασε και είπε με καθαρή φωνή: “ it would be better not to talk through this fence as if we were in prison, don’t you think?” 
 
Στεκόταν μπροστά από την έξοδο του χώρου αλλά ήθελε να εισέλθει καθώς η έξοδος της Ακρόπολης είναι ταυτόχρονα και είσοδος για τα ΑΜΕΑ. Απευθυνόταν στον εποχικό υπάλληλο της Ακρόπολης δουλειά του οποίου, μεταξύ άλλων καθηκόντων, ήταν να συνοδεύει τους επισκέπτες με ειδικές ανάγκες, κινητικά προβλήματα και σοβαρά προβλήματα υγείας, κατά προτίμηση μαζί με τους συνοδούς τους, ως τον ανελκυστήρα. Έπειτα θα επιχειρούσαν μαζί το ταξίδι προς τον Παρθενώνα, μερικές δεκάδες μέτρα ψηλά προς τον ουρανό, από το σημείο που τοποθετήθηκε, πίσω στο μακρινό 2004, ο εργοταξιακός ανελκυστήρας στα νότια του αρχαιολογικού χώρου. 
 
Εργοταξιακός ανελκυστήρας θα πει ασανσέρ με θέα αλλά και ασανσέρ εκτεθειμένο στα κέφια των αέρηδων της Αττικής. 
 
Είχε ύψος γύρω στο 1,65, οι ώμοι του ήταν εντελώς τετραγωνισμένοι, αλλά ήταν το Fu Manchu μουσάκι του εκείνο που ξεχώριζε πάνω του. Τα λιγοστά, κομματάκι σγουρά, μαλλιά που του είχαν απομείνει, ανέμιζαν στο πίσω μέρος του ολοστρόγγυλου, και κάπως μεγαλούτσικου, κεφαλιού του. Ο σβέρκος του ήταν τεράστιος, σαν να ανήκε σε παλαιστή Ελληνορωμαϊκής πάλης. 
 
“My mother is eighty seven years old and it’s too hard for her to walk, not to mention climb up the hill… they told me that there is an elevator here…” 
 
“Unfortunately, sir, today it is out of order due to strong winds. I’m very sorry”. 
 
Απάντησε με βαριά καρδιά. Ήταν πολύ δυσάρεστο για εκείνον να σκέφτεται ότι κάποιος επισκέπτης που είχε φτάσει στην Αθήνα από την άλλη άκρη του κόσμου ίσως να μην κατάφερνε να επισκεφθεί τον Παρθενώνα λόγω καιρικών συνθηκών. Ένας συνάδελφος του παρακολουθούσε σιωπηλός, ίσως λιγάκι αδιάφορος, ακριβώς δίπλα. 
 
Έβγαλε από το πορτοφόλι του μία κάρτα που αποδείκνυε πως είχε το χρίσμα του ιερωμένου της Καθολικής εκκλησίας. Άρχισε να μιλά με γρήγορο ρυθμό. Είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στο Περού αλλά η ζωή τον είχε οδηγήσει στο Huston του Texas όπου ζούσε μόνιμα εδώ και πολλά χρόνια. 
 
“So guys, which one of you is Hercules?” αναφώνησε ξαφνικά, γελώντας δυνατά ταυτόχρονα. 
 
Ο υπάλληλος έγνεψε με το βλέμμα του προς τον μεγαλόσωμο συνάδελφο του ο οποίος τώρα κατέβαλλε φιλότιμες προσπάθειες να παρακολουθήσει την συζήτηση μιας και τα αγγλικά του ήταν σχετικά φτωχά. Είχε κοντά στο 1,90 ύψος, οι πλάτες του θύμιζαν αθλητή του πόλο, η κοιλιά του πάντως θύμιζε πρωταθλητή στην τηλεθέαση του Champions League. 
 
“If he is Hercules, then you must be Bacchus!” συμπλήρωσε ο παπάς εξακολουθώντας να γελάει μόνος του. 
 
Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε, με παρέα αυτή τη φορά, μπροστά από την έξοδο της Ακρόπολης. Συνοδευόταν από τη μητέρα του, μια ευτραφή κυρία που έδειχνε γύρω στα εβδομήντα πέντε, και μία ακόμα κυρία ονόματι Σοφία, περίπου συνομήλικη. Οι δύο γυναίκες ήταν ντυμένες κομψά, με τις παραδοσιακές φορεσιές lliklla να κλέβουν την παράσταση, ακόμα και αν τα ριχτάρια που κάλυπταν τους ώμους τους δεν ήταν ιδιαιτέρως φανταχτερά και πολύχρωμα, όπως φαίνονται τουλάχιστον στις φωτογραφίες των επαγγελματιών φωτορεπόρτερ του πρακτορείου Magnum. 
 
Οι δύο γυναίκες ισορροπούσαν μεταξύ Περουβιανής παράδοσης και Αμερικάνικου πραγματισμού, σκέφτηκε. Κάτι ανάλογο πίστευε και για τον ιερωμένο της παρέας, ο οποίος άλλωστε κατάφερε να επισκεφθεί την Ακρόπολη εντελώς δωρεάν. 
 
Είχε αγοράσει από τα εκδοτήρια δύο εισιτήρια ελευθέρας εισόδου για εκείνον και τη μητέρα του (όπως το δικαιούταν δηλαδή σε περίπτωση που θα έκανε χρήση του ανελκυστήρα) ακόμα κι αν γνώριζε πως θα συνόδευε την Σοφία και όχι τη μητέρα του. Ήταν όντως αδύνατο για εκείνη να επιχειρήσει πεζή το ταξίδι της ανάβασης του λόφου της Ακρόπολης καθώς κάθε της βήμα γινόταν με εξαιρετική δυσκολία. Είχε αποφασίσει να περιμένει λοιπόν την παρέα της στο εσωτερικό του μικρού κήπου του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης που βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα από την είσοδο και την έξοδο του χώρου. 
 
Έκανε τα στραβά μάτια στα τερτίπια του Τεξανού ιερωμένου ο οποίος μαζί με τη Σοφία θα ανέβαινε σιγά σιγά τις σκάλες που οδηγούν στα Προπύλαια. 
 
Όσο για τη μητέρα του, έκατσε σε ένα παγκάκι μπροστά από μια νεαρή μουσμουλιά που συνήθως τραβούσε την προσοχή Κινέζων επισκεπτών, κάτι λογικό άλλωστε καθότι τα μούσμουλα μας ήρθαν από την Κίνα, οι οποίοι μάλιστα της αφαιρούσαν και τα φρούτα από τα κλαδιά, όταν αυτά τουλάχιστον ήταν έτοιμα, ή σχεδόν έτοιμα, προς βρώση. 
 
Ο παπάς είχε ζητήσει από τον υπάλληλο να έχει στο νου του τη μητέρα του όσο εκείνος θα θαύμαζε τα απομεινάρια των αρχαίων Ελλήνων. 
 
“Todo bien señora?”
 
“Si, todo bien”.
 
Γύρω στα σαράντα λεπτά αργότερα, οι τρεις τους βρίσκονται ξανά μαζί στην κατηφόρα μπροστά από την έξοδο του αρχαιολογικού χώρου. Η μητέρα εκφράζει την επιθυμία να βγάλει μια φωτογραφία μαζί με εκείνον που την πρόσεχε όσο ήταν μόνη της, η Σοφία προθυμοποιείται κι αυτή να συμμετέχει στο κάδρο. Ο παπάς, αναμφισβήτητα εξαίρετος διπλωμάτης, τραβάει τη φωτογραφία και έπειτα προτείνει το χέρι του προς τη μεριά του εποχικού υπάλληλου.
 
Τον αποχαιρετά: 
 
“Goodbye, king of the garden!” 
 
 
 
 
 

No comments:

Post a Comment