8.11.16

Leaving Caracas


Καταγόταν από τη Βενεζουέλα. Πρέπει να ‘ταν γύρω στα τριάντα, ένα μαύρο τζόκεϋ κάλυπτε κάπως το πρόσωπο του. Συνόδευε την περίπου συνομήλικη γυναίκα του ενώ έσπρωχνε και το καροτσάκι του μωρού. Ήταν και οι τρεις τους απολύτως υγιείς. Κατά συνέπεια, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα έπρεπε να επισκεφθούν την Ακρόπολη κουβαλώντας το μωρό με μάρσιπο, όπως προβλέπει άλλωστε ο κανονισμός του χώρου. 
 
Ωστόσο, πριν από την άφιξη τους είχε προηγηθεί τηλεφώνημα από κάποιον υπάλληλο της πρεσβείας της Βενεζουέλας. Αποφασίστηκε λοιπόν να γίνει μια εξαίρεση. Θα ανέβαιναν με τον ανελκυστήρα αντί για τις σκάλες, θα έπαιρναν μαζί τους και το καροτσάκι του μωρού.
 
Ζούσαν στο Calgary, στην Alberta του Καναδά, πόλη που είχε ζήσει κάποτε το δικό της oil boom και η οποία παραμένει έως σήμερα σημαντικό οικονομικό κέντρο της χώρας. Είχαν εγκαταλείψει τη Βενεζουέλα πριν από περίπου δέκα χρόνια. 
 
Όχι, δεν σκόπευαν να επιστρέψουν. 
 
“Do you know what the population of Athens is?” 
 
“Something more than four million, I guess”. 
 
“Wow, that’s a lot of people!” 
 
“Yea, I guess… so how are things in your country of origin nowadays?” 
 
“It sucks, it’s even worse than before actually…” 
 
Ο εργαζόμενος της Ακρόπολης προσπάθησε να είναι διακριτικός στην ερώτηση του. Στην Βενεζουέλα, το χάσμα μεταξύ των δύο αντιπαρατιθέμενων πλευρών της πολιτικής αρένας είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο το φαντάζεται ένας, ανυποψίαστος για τη σύγχρονη ιστορία της Λατινικής Αμερικής, Ευρωπαίος. Αυτά που χωρίζουν τους ευκατάστατους λευκούς Βενεζουελανούς από τους πληθυσμούς των παραγκουπόλεων είναι ορμητικός χείμαρρος, άγριος ποταμός που καμιά φορά εκβάλλει στα χωράφια της δημοκρατίας τα οποία συχνά καταλήγουν απολυταρχικός βούρκος. 
 
Από την ευθεία απάντηση του Βενεζουελανού κατάλαβε αμέσως πως μιλούσε σε έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είχε υπάρξει Chavista ποτέ στη ζωή του Κατά συνέπεια, απέφυγε να επεκταθεί στην συζήτηση ώστε να αποφύγει τυχόν παραξηγήσεις.Υπήρξε κάποτε απύθμενο μίσος για τον εκλιπόντα πρόεδρο της Βενεζουέλας από μέρος του πληθυσμού της χώρας, του ευπορότερου για την ακρίβεια. Τις σκέψεις αυτές διέκοψε μια ερώτηση του Βενεζουελανού. 
 
“Is Athens a safe place? I mean, do you have high crime rates here?” 
 
“No, I wouldn’t say that Athens is a dangerous place to live, on the contrary…” 
 
Δεν είχε καμία διάθεση να αθωώσει τον τόπο στον οποίο είχε γεννηθεί και ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Απλά έκρινε κομματάκι υπερβολική την άποψη πως η Αθήνα αντιμετώπιζε μεγάλο πρόβλημα εγκληματικότητας τα τελευταία χρόνια. Γνώριζε πάντως την ευαισθησία πολλών Λατινοαμερικάνων σχετικά με το θέμα. Πόλεις σαν το Καράκας την Μπογκοτά ή και το Ρίο ντε Τζανέιρο δεν έχουν καταφέρει ακόμα άλλωστε να περιορίσουν αποτελεσματικά τα ασύλληπτα, για οποιαδήποτε Ευρωπαϊκή πόλη, ποσοστά εγκληματικότητας. 
 
“So, you lived in Caracas before you moved in Canada?” τον ρώτησε, δήθεν αδιάφορα. Γνώριζε πως αναφερόταν στην παγκόσμια πρωτεύουσα του εγκλήματος σύμφωνα με πολλές στατιστικές. 
 
“No, not me, my wife lived in Caracas!”
 
“You also lived in Caracas for a while when you were studying there!” συμπλήρωσε η σύζυγος του καθώς ανέβαινε πλέον τα σκαλοπάτια. 
 
Η υποψία του είχε επιβεβαιωθεί περίτρανα: το Καράκας, η πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, της χώρας καταγωγής τους, ήταν ανάθεμα. Οι Βενεζουελανοί είχαν ρίξει μαύρη πέτρα πίσω τους.
 
Έπειτα, μπροστά από τον ανελκυστήρα, η σύζυγος θυμήθηκε ότι κάπου στον Αμερικάνικο νότο βρίσκεται ένας δεύτερος Παρθενώνας. 
 
“Yea, there is one in Tennessee but the authentic one, the one you’re just about to visit is so much better, I guarantee” της απάντησε ο εποχικός υπάλληλος της Ακρόπολης, χαμογελώντας ευγενικά ταυτόχρονα. 
 
Η σύζυγος υπερασπίστηκε σθεναρά τη φήμη του Παρθενώνα made in Tennessee, “well, it’s nice that they built another one, no?”, ο σύζυγος ενδιαφερόταν να μάθει για καλά εστιατόρια στο κέντρο “not for tourists, a place you would like to eat there my friend”, το μωρό κοιμόταν του καλού καιρού. 
 
 
 
 

No comments:

Post a Comment