18.12.16

Η Κοιλιά του Αρχιτέκτονα




Ο ήλιος τσουρούφλιζε το δέρμα σου εκείνο το πρωινό. Ο υπάλληλος της Ακρόπολης είχε μόλις ανεβάσει με τον ανελκυστήρα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων με κινητικά προβλήματα όταν αποφάσισε να επισκεφθεί τις τουαλέτες που βρίσκονται δίπλα από το παλιό μουσείο της Ακρόπολης, και όπισθεν του Παρθενώνα, μουσείο το οποίο περιμένει καρτερικά την αξιοποίηση του από το Ελληνικό δημόσιο. Σύμφωνα πάντως με τις προβλέψεις των αρχαιολόγων θα πρέπει να περιμένει πολύ ακόμα.

Λίγα μέτρα πριν φτάσει στον προορισμό του, συνέβη κάτι που τον έκανε να επιβραδύνει το βήμα του. Κάπου κοντά στις τουαλέτες είχε στηθεί καυγάς. Οι φωνές ερχόντουσαν από τα δεξιά του, στο σημείο όπου οι επισκέπτες δροσίζονται από μια βρύση που βρίσκεται στον Ιερό Βράχο. Δύο μαρμάρινα στασίδια κάποιας προχωρημένης ηλικίας, αλλά όχι αρχαίας, προσφέρονται για ένα απαραίτητο διάλειμμα από τον καυτό ήλιο ενώ δύο κυπαρίσσια απλώνουν την σκιά τους συνεισφέροντας σ’ αυτήν τη μικρή όαση, τη μοναδική όαση για την ακρίβεια, στην κατά τα άλλα ιδιαίτερα σκληροτράχηλη «άκρη της πόλης». 

Οι φωνές συνεχίζονταν με ενισχυμένα ντεσιμπέλ οπότε αποφάσισε να αναβάλλει την επίσκεψη στην τουαλέτα και να περπατήσει προς τα εκεί. Δευτερόλεπτα αργότερα, αντίκρυσε μια συνάδελφο του να εξετάζει εξονυχιστικά το ένα από τα δύο στασίδια πάνω στο οποίο αναπαύονταν προσωρινά ταλαιπωρημένοι προσκυνητές του σπουδαιότερου παγκοσμίως ναού της δημοκρατίας. Ακριβώς δίπλα της, καθόντουσαν δύο Γάλλοι επισκέπτες, μια κυρία γύρω στα σαράντα πέντε και ένας κύριος μια ανάσα πριν τα εξήντα. Η εργαζόμενη αρχαιοφύλακας είχε πιστέψει πως οι δύο Γάλλοι κατεργάρηδες είχαν άθελα τους καταστρέψει την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας της για την προστασία της οποίας άλλωστε πληρωνόταν με αρκούντως ικανοποιητικό μισθό. 

Πράγματι, είχε υπάρξει κίνδυνος ατυχήματος. Ο Γάλλος ήταν οπλισμένος με χαρτί και μελάνη. Είχε γκριζάρει, φορούσε κομψά, ακριβά, γυαλιά μυωπίας, το παντελόνι του ήταν κοτλέ κεραμιδί χρώματος ενώ το γαλάζιο πουκάμισο του είχε κουμπωμένα όλα τα κουμπιά εκτός από το τελευταίο. Ήταν αρχιτέκτονας, όπως ανέφερε δύο φορές κατά τη διάρκεια του καυγά. Κατά συνέπεια, όπως δήλωσε εξαρχής, ζωγράφιζε τον Παρθενώνα για λόγους που συνδέονταν με την επαγγελματική του ενασχόληση με την αρχιτεκτονική. 

Είχε όντως παραβιάσει τους κανόνες λειτουργίας του αρχαιολογικού χώρου. Σε περίπτωση που η μελάνη αποφάσιζε να δραπετεύσει από την Α4 κόλλα του με σκοπό να επισκεφθεί το λευκό μάρμαρο θα προκαλούσε ζημιά. Είχε προλάβει να σκιτσάρει το θαύμα του Δυτικού πολιτισμού που έστεκε μπροστά στα - έκθαμβα όντως - μάτια του έως ότου η υπάλληλος παρενέβη, όντας απολύτως πεπεισμένη προς στιγμήν, μόνο που αυτή η στιγμή δεν έλεγε να τελειώσει, πως η βρωμιά που είχε μαζευτεί σε μια σχισμή που διακρινόταν πάνω στο μάρμαρο ήταν μελάνη που είχε χυθεί από τα απρόσεκτα χέρια του βέβηλου Γάλλου. 

Από μια στιγμή και έπειτα έγινε φανερό σε όλους, με εξαίρεση την εκτός εαυτού υπαλλήλου, πως δεν είχε προξενηθεί ζημιά στο μάρμαρο. Μάλιστα, έχυσαν λίγο νερό πάνω στο επίμαχο σημείο όμως καμία μελάνη δε διασκορπίστηκε απλούστατα γιατί δεν είχε χυθεί ποτέ πάνω στο μάρμαρο. Τα αίματα είχαν ανάψει όμως για τα καλά και οι δυσάρεστες κουβέντες συνεχίζονταν να ανταποδίδονται μεταξύ των ατάραχων Γάλλων και της ευέξαπτης υπαλλήλου. Για του λόγου το αληθές, η σύντροφος του αρχιτέκτονα δεν το είχε κουνήσει από τη θέση της ούτε στο ελάχιστο. Καθόταν στο έδαφος, είχε γείρει μάλιστα την πλάτη της στον κορμό του κυπαρισσιού και από εκείνο το σημείο ερχόταν σε λεκτική αντιπαράθεση με την εντελώς ξαναμμένη αρχαιοφύλακα. Η Γαλλίδα ήταν ψηλή, γοητευτική, με ατελείωτα πόδια (διπλωμένα το ένα πάνω στο άλλο όλη αυτή την ώρα) και κοντά καστανόξανθα μαλλιά. Φορούσε τζηνάκι και στενό πουκάμισο μπεζ χρώματος· αναρωτήθηκε πολλές φορές δημοσίως αν είχαν να κάνουν με μία τρελή. Είχε καταπληκτικά πράσινα μάτια, λίγες ρυτίδες γύρω τους προσέδιδαν επιπλέον γοητεία στη χάρμα οφθαλμών μεσήλικη Γαλλίδα. 

Αναζήτησαν συμπαράσταση στο δίκαιο, όπως πίστευαν, αγώνα τους εναντίον της υπαλλήλου που όχι μόνο ήταν αγενής και άξεστη, σύμφωνα πάντα με την πολλάκις διατυπωμένη γνώμη τους, αλλά δε σκάμπαζε κιόλας και πολλά από πολιτισμό. Έστρεψαν αρκετές φορές το βλέμμα τους προς τον γνώριμο μας εποχικό εργαζόμενο τους αρχαιολογικού χώρου ο οποίος διαδραμάτιζε ρόλο διαμεσολαβητή του Ο.Η.Ε., ως ένα σημείο και μεταφραστή, έως ότου η οργισμένη υπάλληλος αποφάσισε να επιστρέψει στο πόστο της. Αμέσως μετά το ίδιο έπραξε και ο διαμεσολαβητής.

Οι Γάλλοι παρέμειναν, μάλλον για λόγους τιμής, στον τόπο του παραλίγο εγκλήματος. Αποχώρησαν λίγο αργότερα αφότου πρώτα κατευθύνθηκαν προς τη μεριά του διαμεσολαβητή όπου και συνομίλησαν μαζί του.

“So, tell me now! Is this woman totally crazy?”

“Well, it’s true that she is a bit hot-tempered, but it is also true that it’s not allowed to paint with ink next to the Parthenon”.

Η απάντηση του δεν τους ικανοποίησε απόλυτα. Οι Γάλλοι αρνήθηκαν επίμονα και σθεναρά πως είχαν παραβιάσει τους κανόνες. Προβάλλοντας την ιδιότητα του ως αρχιτέκτονα, στην προσπάθεια του να νομιμοποιήσει την όντως επικίνδυνη - αν και ρομαντικής φύσεως ταυτόχρονα - ενέργεια του να αποθανατίσει με  μελάνη τον Παρθενώνα το μεγαλείο του οποίου, κακά τα ψέμματα, πίστευε πως κατανοούσε πολύ περισσότερο από την υπάλληλο που του έβαλε τις φωνές (ξεχώρισε φυσικά με χαρακτηριστική άνεση το «μαλάκας»), ο γοητευτικός Γάλλος μάλλον διεκδικούσε την αρχαία πολιτιστική κληρονομιά κατ’ αποκλειστικότητα. 

Στο τέλος πάντως, οι τρεις τους έπιασαν λίγο την κουβέντα για άσχετα θέματα και αποχαιρετήθηκαν με το χαμόγελο στο στόμα. Η μπόρα είχε πια περάσει και δεν ήταν στον χαρακτήρα τους να σκοτίζονται και πολύ με τέτοια περιστατικά, πόσο μάλλον σε περίοδο διακοπών. 






No comments:

Post a Comment