18.12.16

One Last Time




Τον κρατούσε από το χέρι μια κυρία που δεν θα μπορούσε να μην είναι η μητέρα του. Μερικές φορές άλλωστε, η σχέση μεταξύ μάνας και γιού ακτινοβολεί σαν άστρο στη μέση ενός θεοσκότεινου ουρανού που ατενίζεις από κάποια παραλία της Ανάφης: δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας σε κανέναν όσον αφορά τη μοναδικότητα της.

Η κυρία ήταν γύρω στα εξήντα, ο γιος της μάλλον κοντά στα σαράντα αν και με μια πρώτη πρόχειρη ματιά έμοιαζε γηραιότερος, σχεδόν συνομήλικος της. Ο γιος δεν λεδειχνε να αισθάνεται άνετα. Για την ακρίβεια, έδειχνε σαν να φοβόταν κάτι. Τα μαλλιά του ήταν αραιά και εύθραστα· η τρίχα των μαλλιών του ήταν υπερβολικά λεπτή και αδύναμη, σαν να ήταν έτοιμη να αποχωριστεί το τριχωτό της κεφαλής του με το πρώτο σιγανό αεράκι. Περπατούσε σκυφτός, το κεφάλι του φαινόταν να ξεπηδά ανάμεσα από τους δύο του ώμους καθώς ο λαιμός του ήταν ούτως ή άλλως ιδιαίτερα κοντός. Τα χείλη του ήταν πρησμένα, μελανιασμένα. 

Πολεμούσε βλέπετε με τον καρκίνο, λέξη συνώνυμη της θνητότητας στην εποχή μας. 

Η μητέρα του είχε επισκεφθεί τον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης λίγες ώρες πριν. Είχε ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του ανελκυστήρα από τους προϊσταμένους του χώρου, εξηγώντας τους παράλληλα την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο γιος της. Ήθελε να ανέβει τον Ιερό Βράχο μαζί με το γιο της μία τελευταία φορά. Αφού ενημερώθηκε σχετικά με την ακολουθούμενη διαδικασία, αποφάσισε να επιστρέψει μαζί του το ίδιο απόγευμα, αφού είχε πέσει πια ο ήλιος. 


*
Περπατούσαν στον Περίπατο με αργό βήμα, η μητέρα, ο ασθενής γιος, και ο εποχικός εργαζόμενος της Ακρόπολης. Η μητέρα του κρατούσε αγκαζέ τον γιο της. Εκείνος, απαντούσε ψιθυριστά στις παροτρύνσεις της. Όταν, έπειτα από λίγα λεπτά, έφθασαν πια μπροστά από τα σκαλιά που οδηγούν στον ανελκυστήρα, η μητέρα του πρότεινε σε όλους να κάνουν ένα μικρό διάλλειμα.

«Πάμε να φύγουμε... πάμε να φύγουμε...» μονολογούσε ο γιος καθιστός στο παγκάκι. Η μητέρα του ζήτησε άδεια να ανάψει τσιγάρο. Κατ’ εξαίρεσην, της δόθηκε η άδεια. Μετά την πρώτη ρουφηξιά, ξεκίνησε την προσπάθεια να τον πείσει. 

«Λοιπόν, είσαι έτοιμος να ανέβουμε;»

«Δεν ανεβαίνω! Πάμε να φύγουμε!»

«Μην φοβάσαι, εδώ ο κύριος ανεβαίνει με τον ανελκυστήρα κάθε μέρα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε τον υπάλληλο κοιτώντας παράλληλα, με συγκαταβατικό βλέμμα, προς τη μεριά του. 

«Ανεβοκατεβαίνω αρκετές φορές κάθε μέρα είναι η αλήθεια». Προσπάθησε να μην ακουστεί πολύ ενθαρρυντικός. Είχε αγχωθεί λιγάκι, φοβόταν μήπως ο γιος είχε κάποια άσχημη αντίδραση εντός του ανελκυστήρα. Είχε βάλει λίγο αέρα κιόλας εκείνο το απόγευμα. «Σκέψου να τον πιάσει κρίση πανικού...» σκέφτηκε ανήσυχος.

«Είδες; Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς...» του είπε η μάνα γυρώντας προς το μέρος του. Δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται, ή ίσως δεν ήθελε να αντιληφθεί, τη διστακτικότητα του συνομιλητή της. 

«Πάμε να φύγουμε!!» απάντησε εκείνος, πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά.

Η μάνα ήταν όμως κι αυτή αποφασισμένη. Με τα πολλά, κατάφερε να τον πείσει. Ο γιος ανέβηκε τα σκαλιά και μπήκε στον ανελκυστήρα με το κεφάλι σκυμμένο, όπως και πριν. Δεν έβγαλε άχνα. 


*
Αφού τους αποχαιρέτησε, επέστρεψε στο πόστο του σκεπτικός. Ένας ακόμη επισκέπτης της Ακρόπολης είχε αναληφθεί εκατόν πενήντα έξι μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας ώστε να αντικρύσει από απόσταση αναπνοής το ναό του Παρθενώνα. Ο συγκεκριμένος επισκέπτης ωστόσο, αρνούνταν πεισματικά μέχρι τελευταίας στιγμής να αναληφθεί στον Ιερό Βράχο. 

Ίσως να φοβόταν πως έτσι θα έφθανε ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο, ίσως να μην ήθελε να αναληφθεί στους ουρανούς από τόσο νωρίς.







No comments:

Post a Comment