18.12.16

Viva Mexico!




Είχε τετράγωνους ώμους, ύψος γύρω στο ένα μέτρο και εβδομήντα εκατοστά, κάποια παραπανίσια κιλά. Τα κατάλευκα μαλλιά του είχαν αραιώσει αρκετά στο πάνω μέρος του κεφαλιού του. Διατηρούσε ένα παχύ μουστάκι, κατάλευκο και αυτό, που σκέπαζε το πάνω μέρος του στόματος του. Η καφετί επιδερμίδα του δημιουργούσε μια όμορφη αντίθεση με τις λευκές του τρίχες. Ήταν εβδομήντα έξι ετών, περνούσε όμως για εξηντάρης. 

Hello, Im Ruben, nice to meet you” είπε στον υπάλληλο του αρχαιολογικού χώρου προτείνοντας παράλληλα το χέρι του προς εκείνον. 

Δεν είχε κάποια εμφανή αναπηρία, περπατούσε ωστόσο με μεγάλη δυσκολία και ήταν μάλιστα ολομόναχος, χωρίς κάποιον συνοδό. «Γηρατειά; Κάποια εγχείρηση στα πόδια; Το σώμα μας προδίδει όσο περνούν τα χρόνια...» σκεφτόταν ο εργαζόμενος της Ακρόπολης καθώς ξεκίνησαν να καλύψουν την απόσταση των τριακοσίων πενήντα μέτρων μέχρι τον ανελκυστήρα. 

“So, let me ask you, do you like Mexican music?” Μιλούσε αγγλικά με έντονη Μεξικάνικη προφορά. Ζούσε στο Μεξικό, στην Πόλη του Μεξικού για την ακρίβεια, πόλη με σχεδόν διπλάσιο πληθυσμό ολόκληρης της Ελλάδας.

“To be honest, sir, I don’t know much about it…”

Ο Ruben δεν έχασε την ευκαιρία. Ήθελε να του μάθει κάποια βασικά πράγματα για τη Μεξικάνικη μουσική, βάλθηκε λοιπόν να τραγουδά. Είχε καταπληκτική φωνή, ή τουλάχιστον, έτσι του φάνηκε εκείνη τη στιγμή. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δυναμώνει, κόντευε έντεκα, και το τραγούδι του Ruben ακούστηκε στερεοφωνικό στ’ αυτιά του συνοδού του. Ήταν πιθανό ο Ruben να είχε διδαχτεί μουσική καθώς ήξερε πως να χειριστεί τις φωνητικές του χορδές. Ήταν δεδομένο πάντως πως ο Ruben λάτρευε τη μουσική. Ο υπάλληλος της Ακρόπολης τον φαντάστηκε νέο σε ηλικία να τραγουδάει σε κάποια παραλία του Μεξικού αγκαλιά με μια κιθάρα. Η εικόνα που σχηματίστηκε στο μυαλό του ήταν μια εικόνα φολκλόρ, δε χωρούσε αμφιβολία γι’ αυτό. Το φολκλόρ πάντως ήταν μέρος της καθημερινότητας του για όσο καιρό εργαζόταν στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης. 

“So you say you like to read history… let me ask you then, have you read anything by Toynbee?”

Im afraid not, sir”.

Δεν τον είχε ακουστά, ξέχασε μάλιστα πολύ σύντομα το όνομα του συγγραφέα που είχε αναφέρει ο Ruben αφού κιόλας εκείνος δεν επεκτάθηκε περισσότερο στο θέμα. Λίγες μέρες αργότερα, ο εποχικός εργαζόμενος της Ακρόπολης είχε διαβάσει ήδη κάμποσες σελίδες ενός βιβλίου που αφηγούνταν με σύντομο αλλά περιεκτικό τρόπο την ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας έως ότου συνειδητοποιήσει ότι διάβαζε ένα βιβλίο του Toynbee, του ιστορικού δηλαδή που του είχε προτείνει ανεπιφύλακτα ο Μεξικάνος φίλος του. Λάτρευε τις περίεργες συμπτώσεις, ήταν μάλιστα σίγουρος πως και ο Ruben δεν ήταν τελείως αδιάφορος σ’ αυτές. 

“Crisis will be over one day, my friend... And things will eventually get better, but this won’t happen anytime soon, your generation won’t be part of it, it will be the next generation, that of your children that will see better days…In Mexico, as you might know it already, we’ re having huge problems with violence. Of course, very often, it is poverty that gives birth to violence…”

Συμφώνησε σιωπηλά με το Μεξικάνο. Η κουβέντα συνεχίστηκε με τον Ruben να μη χάνει ευκαιρία να τον εντυπωσιάσει με τις γνώσεις του στην αρχαία Ελληνική ιστορία. Ήταν ενήμερος της διαίρεσης της προϊστορίας στις τρεις εποχές, την εποχή του λίθου, την εποχή του χαλκού και την εποχή του σιδήρου· δήλωσε τον θαυμασμό του για την κλασική εποχή του Περικλή (την οποία άλλωστε είχε έρθει να θαυμάσει ιδίοις όμμασι)· πολλά ονόματα αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων του ήταν οικεία, όπως οικείο του ήταν και το έργο τους, σε κάποιο φυσιολογικό βαθμό τουλάχιστον, καθότι ο συμπαθής Μεξικάνος δεν ήταν φιλόλογος, ούτε αρχαιολόγος, είχε εργαστεί ως πολιτικός μηχανικός πριν βγει στη σύνταξη. Τα χόμπι του βέβαια, ήταν προφανές άλλωστε, άγγιζαν τη μαγική σφαίρα των Arts & Humanities, η οποία, από βασικό εργαλείο ερμηνείας του κόσμου μας κατέληξε στον κάλαθο των αχρήστων, αντικείμενο μιας περασμένης εποχής το οποίο δηλώνει πλέον περισσότερα- κυρίως αρνητικά - για εκείνον που επιμένει να κοιτάζει προς αυτήν παρά για τον κόσμο μας. 

Ο Ruben είχε ιδρώσει πολύ, κατέβαλλε ιδιαίτερη προσπάθεια να περπατήσει ακόμα κι αν βάδιζαν με πολύ μικρά βήματα ενώ που και που σταματούσαν κιόλας για λίγα δευτερόλεπτα ώστε να πάρει μια ανάσα. Ήταν τέλη του Αυγούστου, η θερμοκρασία εκείνο το πρωί άγγιζε τους 33°C. Περπατούσε πλέον στηριζόμενος με το αριστερό του χέρι πάνω στο δεξί ώμο του συνοδού του.

“Life is funny sometimes, my friend. When I was young, I didn’t have enough money to travel and now, that I can afford to travel, well, let’s say that I’m definitely out of shape…” είπε μισογελώντας

Την επόμενη φράση πάντως την είπε απολύτως σοβαρά: 

“Life is not easy, my friend, on the contrary; life is quite hard, but it is beautiful at the same time…”

Life is beautiful” απάντησε ο υπάλληλος της Ακρόπολης, κάπως πιο μαζεμένος.

Ήταν ο πρώτος, και ο τελευταίος, επισκέπτης με τον οποίο αντάλλαξε email







No comments:

Post a Comment