14.1.18

Μπασάμ






Ο μικρός Μπασάμ ήταν ένα δεκάχρονο παιδάκι από τη Συρία το οποίο, με την εξαίρεση λίγων μηνών, δεν είχε πάει καθόλου στο σχολείο. 

«Πόσο χρονών είσαι;» είχε ρωτήσει ένα βράδυ ο Μπασάμ κάποιον νοσηλευτή.

«Είκοσι πέντε (είχε κρύψει δέκα χρόνια). Εσύ;» 

«Εγώ είμαι πέντε». Ο Μπασάμ είχε σπεύσει να αλλάξει την ηλικία του (είχε πει προηγουμένως στον νοσηλευτή πως ήταν δέκα χρονών), ισοφαρίζοντας ένα ψέμα με ακόμα ένα. Ο Σύρος ήταν ένα ξύπνιο πιτσιρίκι.

Ο Μπασάμ ήταν το μοναδικό παιδί, απ’ όσα στριφογύριζαν έξω από το ιατρείο, το οποίο είχε το ελεύθερο να εισέρχεται στο καραβάν της Necrin. Περνούσε την ώρα του παίζοντας παιχνίδια στο κινητό ενός κοινωνικού λειτουργού και προσπαθώντας να επικοινωνήσει με τους γύρω του, πότε τραβολογώντας τους από την μπλούζα και πότε επαναλαμβάνοντας τις ελάχιστες λέξεις και φράσεις που γνώριζε στα Αγγλικά και τα Ελληνικά. Όπως ήταν φυσικό, τα υπόλοιπα παιδάκια είχαν σκάσει από τη ζήλια τους. Ειδικά η οκτάχρονη Νασίρα από το Ιράκ δεν έχανε ευκαιρία να του βάλει τις φωνές ή να τον τραβήξει από το μανίκι ώστε να βγει έξω να παίξει μαζί τους. 

Ο Μπασάμ βρισκόταν στο καμπ μαζί με την οικογένεια του ήδη πέντε μήνες αλλά εκείνο ήταν το τελευταίο του βράδυ στο νησί. Ή, έτσι τουλάχιστον ισχυριζόταν. Όπως και να ‘χει, η Νασίρα είχε έναν επιπλέον λόγο να ζηλεύει.

Ο Μπασάμ είχε ξεκινήσει να μετράει αντίστροφα τις ώρες του στο καμπ, στην πραγματικότητα όμως, πολλές φορές τα πιτσιρίκια πίστευαν πως αναχωρούν για την Αθήνα αρκετά νωρίτερα από τη στιγμή που θα επιβιβάζονταν μαζί με την οικογένεια τους στο πλοίο της γραμμής. Στο τέλος, το επόμενο πρωινό ξυπνούσαν ξανά στην ίδια σκηνή και περνούσαν ξανά τη μέρα τους παίζοντας έξω από το ιατρείο, παντελώς ελεύθερα από την επίβλεψη των ενηλίκων. Μεσολαβούσε ένα χρονικό διάστημα άλλωστε από την ανακοίνωση της άρσης του γεωγραφικού προσδιορισμού για μια οικογένεια έως ότου να κλειδώσει η ακριβής ημερομηνία μετάβασης τους στην Αθήνα μία μέρα αργότερα, μία εβδομάδα αργότερα, ένα μήνα αργότερα. 

Τις φωνές της Νασίρα είχε ακολουθήσει ένα μικρός καυγάς όταν ένα συνομίληκο του Μπασάμ πιτσιρίκι, επίσης από τη Συρία, τον άρπαξε από το λαιμό. Ένα κεφαλοκλείδωμα και λίγο σούρσιμο στο έδαφος αργότερα, ο μικρός Μπασάμ θα βάλει τα κλάματα. Θα σκάσει στα γέλια μόλις δέκα λεπτά αργότερα όταν θα στηθεί μπροστά από την οθόνη του λάπτοπ για τον Mr. Bean. (Η Boat Refugee Damnation, μια Ολλανδική οργάνωση η οποία παρείχε κυρίως ιατρικές υπηρεσίες στους κατοίκους του καμπ, οργάνωνε επίσης ψυχαγωγικές δραστηριότητες για τα πιτσιρίκια στο χώρο έξω από το ιατρείο – οτιδήποτε από κυνηγητό, χορό, παιχνίδι με μια μπάλα, μαθήματα χειροτεχνίας και καρτούν σε λάπτοπ πάνω σε ένα παγκάκι.)

Όταν βαρέθηκε τον Mr. Bean, σχετικά γρήγορα είναι η αλήθεια, ο υπερκινητικός Μπασάμ, ξεκίνησε να χοροπηδάει φωνάζοντας ξανά και ξανά «go Athina, go Athina». Κάποια στιγμή, τα μάτια του θα βουρκώσουν. Ο μικρός Μπασάμ, προσπαθούσε να βρει τρόπο να πει το δικό του αντίο στους κοινωνικούς λειτουργούς που τον υπεραγαπούσαν. Ξαφνικά, ο Μπασάμ θα σκαρφάλωνε στο μεταλλικό φράχτη και από εκεί θα περνούσε στην οροφή ενός καραβάν. Ο μικρός Σύρος ξεκίνησε να χορεύει. Σαν να μην ήταν ήδη επικίνδυνος ο χορός του στην οροφή ενός καραβάν, τρία μέτρα από το τσιμεντένιο έδαφος, ο Μπασάμ θα έκλεινε τα μάτια του δένοντας ένα κομμάτι λευκό πανί γύρω από το κεφάλι του. Συνέχισε να χορεύει πλησιάζοντας σκόπιμα προς την άκρη της οροφής του καραβάν – τα χέρια του ήταν στραμμένα προς τον ουρανό με τις παλάμες ανοιχτές, τα πόδια του κρατούσαν τον ρυθμό. 

Ο χορός του Μπασάμ αναπαραστούσε ιδανικά, με έναν ασύλληπτα υπερβατικό τρόπο, την αβεβαιότητα και το χάος της ζωής του πρόσφυγα. 


Μία εβδομάδα αργότερα, ο Μπασάμ, μαζί με την οικογένεια του, θα εγκατέλειπε το νησί.




The project «Περίμενε, περίμενε» is a work of fiction. It is both “based on” and “inspired by” true events.



No comments:

Post a Comment