11.1.18

In God we trust






Σάββατο μεσημέρι ο ρυθμός της ζωής στο καμπ έπεφτε αισθητά. Πολύ λιγότερος κόσμος επισκεπτόταν το ιατρείο το οποίο λειτουργούσε με λιγότερο προσωπικό. Λιγότεροι κάτοικοι του καμπ έφερναν βόλτες, κανείς δεν έπαιζε ποδόσφαιρο στην είσοδο του καμπ. Η ησυχία εκείνου του ηλιόλουστου Σαββατιάτικου μεσημεριού στα τέλη του Νοέμβρη διαταράχτηκε για λίγο όταν μια ομάδα Ιρακινών θα ανηφόριζε τρέχοντας την ανηφόρα κουβαλώντας μέσα σε μια κουβέρτα, σαν σακί από πατάτες, μια έγκυο γυναίκα. Η Σύρια είχε λιποθυμήσει έξω από τις τουαλέτες. Επικράτησε μια σύντομη αναστάτωση αλλά γρήγορα τα πράγματα πήραν καλή τροπή όταν οι νοσηλευτές ανακοίνωσαν σε όσους είχαν μαζευτεί έξω από το ιατρείο, καμιά δεκαπενταριά άτομα, πως η έγκυος γυναίκα ήταν καλά στην υγεία της.


***

«Γαμώτο, πρέπει να πάω να βρω τις νέες αφίξεις στα “χώματα”... Ρε λες να την κοπάνησαν από το νησί και να ψάχνω τζάμπα;» μονολογούσε μια κοινωνική λειτουργός. Ήταν περίπου 14:00 το μεσημέρι όταν ξεκίνησε, κομματάκι απρόθυμα, να αναζητήσει δύο ασυνόδευτους ανήλικους. Έπειτα από την καταγραφή τους από την Αστυνομία την πρώτη μέρα της άφιξης τους στο καμπ, ακριβώς πριν από μία εβδομάδα, τα ίχνη τους αγνοούνταν. 

Περπατώντας ανάμεσα από σκηνές (μικρές και μεγάλες, καλοκαιρινές και χειμωνιάτικες), αυτοσχέδιες καβάτζες, σκουπίδια, λόφους από χώματα, κουβέρτες κρεμασμένες σε δέντρα που λειτουργούσαν ως τοίχοι σε αόρατες οικοδομές, αυτοσχέδια μαγειριά, ρωτώντας δεξιά και αριστερά απρόθυμους να βοηθήσουν κατοίκους του καμπ (ίσως γιατί ο νους τους πήγαινε στο κακό), η κοπέλα κατάφερε να εντοπίσει τους δύο ασυνόδευτους ανήλικους από την Αλγερία, τον Μουνίρ και τον Αμπντούλ Ραχμάν. Την ακολούθησαν πρόθυμα ώστε να έρθουν για πρώτη φορά σε επαφή με την κοινωνική και την ιατρική υπηρεσία του καμπ. 

Ήταν και οι δύο, κατά δήλωση τους, δεκαεπτά και μισό. Ήταν φυσικά ευνόητο πως θα δήλωναν κάτω των 18 ετών αφού γνώριζαν εκ των προτέρων πως κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αύξαναν δραματικά τις πιθανότητες τους να μεταφερθούν στην Αθήνα μια ώρα αρχύτερα. Το Ελληνικό κράτος πάσχιζε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί με την υπερφόρτωση των νησιών μεταφέροντας τον «ευάλωτο πληθυσμό» στην ενδοχώρα: ασυνόδευτους ανήλικους, άτομα με αναπηρίες ή σοβαρά προβλήματα υγείας, έγκυες γυναίκες, ηλικιωμένους, άτομα με πνευματικές διαταραχές, μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, θύματα βασανιστηρίων/trafficking/σεξουαλικής βίας. 

Όπως ήταν αναμενόμενο, σ’ αυτό το σύστημα διαχείρισης δημιουργήθηκαν δύο τρύπες. Πρώτον, το σύνολο των νέων αντρών που έδειχναν κάτω των είκοσι πέντε ετών δήλωναν ανήλικοι. Δεύτερον, πολλοί πρόσφυγες (και μεγάλο ποσοστό των μεμονωμένων αντρών) προσπαθούσαν να πείσουν τις Αρχές, και τους ψυχολόγους του καμπ ειδικότερα, πως υπέφεραν από πνευματικές διαταραχές, καθώς έτσι θα αύξαναν κατακόρυφα τις πιθανότητες καταγραφής τους ως «ευάλωτου». Σύντομα, το χαρτί του ψυχολόγου που θα πιστοποιούσε την «τρέλα» τους μετατράπηκε στο αντικείμενο του πόθου των κατοίκων του καμπ.

Ο Μουνίρ και ο Αμπντούλ Ραχμάν, παιδιά που είχαν μεγαλώσει στις φτωχογειτονιές του Αλγερίου, είχαν ταξιδέψει με αεροπλάνο από την πρωτεύουσα της Αλγερίας στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα έφτασαν με λεωφορείο στη Σμύρνη. Από εκεί πέρασαν στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου πάνω σε μια φουσκωτή βάρκα. Είχαν φθάσει στο νησί με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής στην Ευρώπη, όπως πολλοί ακόμα συνομήλικοι τους, κυρίως από την Αλγερία, αλλά και το Μαρόκο και την Τυνησία. Προορίζονταν να απασχοληθούν στη σκιώδη οικονομία της Γερμανίας (ή ακόμα και της Ελλάδας ή κάποιας άλλης Ευρωπαϊκής χώρας).

Όταν τελείωσε με τις ιατρικές του εξετάσεις, ο ο Αμπντούλ Ραχμάν άραξε σε ένα παγκάκι περιμένοντας τον Μουνίρ, με τον οποίο είχαν γνωριστεί στο ταξίδι προς την Ελλάδα. Φορούσε φαρδιά ρούχα, βερμούδα και κοντομάνικο, το τζόκευ του ήταν φορεμένο ανάποδα. Είχε ισχυριστεί πως είχε εγκαταλείψει τη χώρα του γιατί είχε προβλήματα στο σπίτι. «Μια φορά μάλιστα ο πατέρας μου έκανε μια απότομη κίνηση και μου τράβηξε από το λαιμό την αλυσίδα που φορούσα» είπε στην κοινωνική λειτουργό η οποία ωστόσο δεν αντιλήφθηκε τον υπαινικτικά ειρωνικό τόνο στη φωνή του Αλγερινού. Ο Αμπντούλ Ραχμάν άλλωστε είχε περάσει δυσκολότερες στιγμές στη ζωή του από το περιστατικό που είχε περιγράψει στην συνομιλήτρια του, στιγμές τις οποίες προφανώς πως δεν ήθελε να μοιραστεί εκείνη τη στιγμή. «Μπορώ να καπνίσω;» θα ρωτήσει έναν κοινωνικό λειτουργό που του κρατάει παρέα με τον τρόπο που απευθύνεται ο κρατούμενος στον δεσμοφύλακα του. Θα ανάψει το τσιγάρο. Έπειτα, θα μιλήσει με τα χειρότερα λόγια για την Τουρκική αστυνομία («ρίχνει πολύ ξύλο») ενώ θα κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας στην προοπτική της Γαλλίας ως τελικό του προορισμό. Όση ώρα μιλάει, αποφεύγει να κοιτάξει στα μάτια τον συνομιλητή του, κοιτάει συνέχεια μπροστά.

In God we trust” θα πει υψώνοντας το βλέμμα και δείχνοντας με τα χέρια του προς τον ουρανό.


Ο Αμπντούλ Ραχμάν έφυγε παράνομα από το νησί, έπειτα από τρεις εβδομάδες, με προορισμό εκείνον τον οποίο θα αποφάσιζε ο διακινητής του. Ο Μουνίρ, έπειτα από επτά μήνες στο καμπ, επέστρεψε στην Αλγερία.





No comments:

Post a Comment