23.1.18

Lust for life





Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν ο Θοδωρής, ο τριαντάχρονος συμβασιούχος του Δήμου, κατέβαινε μόνος του, με το γνώριμο χαλαρό βηματισμό του, την κατηφόρα του καμπ. Ο Θοδωρής ήταν 1.95 στο ύψος, σχετικά εύσωμος, τα μάγουλα του ήταν μονίμως κόκκινα. Δεν ήταν η παροιμοιώδης συστολή του που τον έκανε συμπαθή στους κατοίκους του καμπ (όλοι τον ήξεραν ως «Theo»), νοιαζόταν κιόλας γι’ αυτούς. Ο Theo είχε κάνει αρκετούς φίλους μεταξύ των κατοίκων του καμπ, φιλίες όμως που γέννησαν εχθρούς. Ο νεαρός από τη Ζάκυνθο άλλωστε είχε μία σειρά από ατυχείς νυχτερινές συναντήσεις με αστυνομικούς της Ομάδας Πρόκλησης και Καταστολής Εγκληματικότητας στο χωριό. Τον είχαν σταματήσει, δήθεν για έλεγχο, μα στην ουσία για εκφοβισμό, στη μέση του δρόμου ουκ ολίγες φορές· φορούσαν full face, είχαν το δάχτυλο στην σκανδάλη, έριχναν το φως του φακού στη μούρη του.

Ο Θοδωρής είχε φτάσει στο ύψος του Level 4 όταν ξεπρόβαλλε μπροστά του ένας γνωστός του, ήταν ένας εκ των πέντε Λιβανέζων του καμπ. Ο Λιβανέζος ήταν κεφάτος και είχε μεγάλη όρεξη για πάρλα. Ήταν στην τρίχα, όσο μπορούσε να είναι κανείς στην τρίχα σε ένα μέρος σαν το καμπ. Είχε ζελεδιάσει τα πυκνά μαύρα μαλλιά του τα οποία φούσκωναν προς τα πάνω. Φορούσε ένα κολλητό τζην, λευκό κοντομάνικο και δερμάτινο μπουφάν το οποίο ήταν ξεκούμπωτο· είχε περάσει το τζην του μέσα από μπεζ ορειβατικά μποτάκια του. Τέλος, είχε χτυπήσει τατουάζ τη λέξη “love” στα αριστερά του λαιμού του. Τα αγγλικά του ήταν μέτρια, δεν στάθηκαν ωστόσο εμπόδιο μπροστά στην όρεξη του για κουβεντούλα. Ξεκίνησε με παράπονα λέγοντας πως έπειτα από πέντε μήνες στο καμπ είχε πια ξεμείνει τελείως από λεφτά. Είχε ξοδέψει όλα του τα λεφτά, εξακόσια δολάρια δηλαδή, σε φαγητό, καφέδες, τσιγάρα και μπάφους. Η αφραγκία ήταν μια συνθήκη την οποία ούτε γνώριζε, ούτε και σκόπευε ποτέ να συνηθίσει. Ο Λιβανέζος άλλωστε είχε κάποτε προσβληθεί ελαφρά όταν τον ρώτησε ο Theo αν ήταν Παλαιστίνιος από το Λίβανο ή σκέτος Λιβανέζος. 

«Οι παππούδες μου ήταν όντως από την Παλαιστίνη, εγώ όμως είμαι από το Λίβανο» είπε κοφτά, σαν να ‘θελε να αποποιηθεί μεμιάς από πάνω του τον πόνο και τη μιζέρια της προσφυγιάς των Παλαιστίνιων του Λιβάνου, οι οποίοι ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. 

«Το νησί είναι μια χαρά, my friend, και οι ντόπιοι είναι καλοί άνθρωποι, το πιστεύω αυτό, η αστυνομία όμως... δεν μπορώ να πω το ίδιο γι’ αυτούς. Συνεχώς, όταν με βλέπουν έξω, μου φωνάζουν να γυρίσω στο καμπ, μια φορά με χτύπησαν κιόλας με τίζερ. Είναι κακή η αστυνομία στην Ελλάδα, δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνουν αυτό. Εδώ, στο καμπ, είναι πολύ δύσκολα, τα ξέρεις και εσύ, τα βλέπεις... Οι Ιρακινοί, εντάξει, λίγοι απ’ αυτούς είναι κακοί, οι Σύροι, εντάξει, λίγοι παραπάνω κακοί βρίσκονται ανάμεσα τους...» 

«Και οι Αλγερινοί; Τι λες γι’ αυτούς» θα τον ρωτήσει χαμογελώντας ο Theo, μπορούσε πολύ εύκολα άλλωστε να μαντέψει την απάντηση του.

«Οι Αλγερινοί! Αυτοί είναι όλοι σκατά! Σκατά! Δεν ξέρω, my friend, τι τρέχει μ’ αυτούς, ειλικρινά... Όχι, δε θέλω να πάω στην Αθήνα, δεν είναι καλά εκεί μαθαίνω, στη Θεσσαλονίκη θα πάω, είναι πολύ όμορφη πόλη... Από εκεί θα φθάσω στη Σερβία, έχω ένα φίλο εκεί, μένει σε καμπ, θα πάω να τον βρω και μετά βλέπουμε...

Ο αδερφός μου είναι αστυνομικός και ο πατέρας μου στρατιωτικός. Έχουν και οι δύο τους από ένα καλάσνικοφ στο σπίτι. Ο αδερφός μου, my friend, αν τύχει και μαλώσει με κάποιον δεν παίζει μπουνιές, βγάζει αμέσως όπλο και σημαδεύει εκείνον ο οποίος τον νευρίασε, έτσι λύνει τις διαφορές του ο αδερφός μου στο Λίβανο. Γι’ αυτό έφυγα από τη χώρα μου, δεν έχει δουλειά εκεί, έχει μόνο βία και όπλα, πολλά όπλα...»

Ο νεαρός Λιβανέζος είχε πάρει φόρα όταν ένας φίλος του, και συγκάτοικος του, Λιβανέζος και αυτός, προστέθηκε στην παρέα. Τα μάτια του ήταν κατακκόκινα από τους μπάφους, ήταν σε καλή διάθεση. Ξεκίνησε να χλευάζει το φίλο του αποκαλύπτοντας στον Theo πως οι ολοκαίνουργιες μπότες του φίλου του δεν ήταν Timberland αλλά made in china. «Εδώ στο νησί τις αγόρασε από ένα μαγαζί με Κινέζους» είπε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Αμέσως μετά έβγαλε από την τσέπη του μερικές εκατοντάδες ευρώ. “Father, father” θα πεταχτεί ο ελαφρά προσβεβλημένος φίλος του δείχνοντας προς τα χαρτονομίσματα. Θα γελάσουν και οι δυο. Μαζί θα τα έτρωγαν τα χρήματα άλλωστε.

«Στον Λίβανο γαμούσαμε κάθε μέρα, στην Ελλάδα τίποτα, my friend, δεν μπορούμε να βρούμε γυναίκες εδώ, εκεί κάθε μέρα γαμούσαμε» θα πουν με μια φωνή οι δύο Λιβανέζοι στον Theo ο οποίος είχε πια σκάσει στα γέλια.


Οι δύο Λιβανέζοι θα συλλαμβάνονταν με πλαστά διαβατήρια τρεις εβδομάδες αργότερα. Σκόπευαν να ταξιδέψουν αεροπορικώς για τη Γερμανία.









No comments:

Post a Comment