18.1.18

Sheeeeeeit!





Στις 08:45 επικρατούσε ακόμη ησυχία στο καμπ. Λιγοστοί άνθρωποι περπατούσαν στα πέριξ όταν ξαφνικά ένας ορμητικός χείμαρρος από καφεκίτρινα νερά ξεπήδησε από ένα φρεάτιο, λίγα μέτρα μακριά από την κεντρική είσοδο του καμπ. Επί δέκα περίπου λεπτά, ο βόθρος άδειαζε τα σώψυχα του καμπ σε κοινή θέα. Περαστικοί με το πρωινό τους ανά χείρας (κρουασάν και χυμός νέκταρ πορτοκάλι όπως πάντοτε), αντίκρυζαν το ταξίδι των σκατών πότε με αγανάκτηση, και πότε με μια αίσθηση παραίτησης. 

«Είναι με Ω12!» θα μονολογήσει φωναχτά ένας αστυνομικός. Ήταν γύρω στα πενήντα, είχε γκριζάρει. Κοιτούσε το θέαμα για λίγα λεπτά της ώρας από απόσταση ασφαλείας. Ο συμβασιούχος του Δήμου που είχε κληθεί να παραλάβει την κούτα με το πρωινό για εκείνον και τους δεκάδες συναδέλφους του (το ίδιο πρωινό με εκείνο των κατοίκων του καμπ, ευγενική χορηγία του Ελληνικού Στρατού, οι μερίδες φαγητού που έφθαναν στο καμπ ήταν σταθερά υπεράριθμες), κοντοστάθηκε για μια στιγμή δίπλα στον αστυνόμο. Τον κοίταξε και χωρίς να βγάλει λέξη αναρωτήθηκε γιατί δεν έκανε κάτι. Ο αστυνομικός ανασκουμπώθηκε ελαφρά. Ανοιγόκλεισε ανεπαίσθητα το στόμα του. Έπειτα, το κεφάλι του κουνήθηκε ελαφρά, ακολούθησαν οι ώμοι του. Εν τέλει, κανένας ήχος δεν βγήκε από το στόμα του, αυτό όμως δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην επικοινωνία τους. Με τη γλώσσα του σώματος, ο αστυνομικός ήταν απολύτως σαφής και κατανοητός όταν σχημάτιζε τη πλέον δημοφιλέστερη έκφραση στην ιστορία της ύπαρξης και λειτουργίας του Ελληνικού Δημοσίου:

«και ‘γω τι να κάνω τώρα ρε φίλε; Δεν είναι δική μου δουλειά αυτή».

Τα σκατά, κάποια στιγμή, σταμάτησαν να ξεχειλίζουν από το κορεσμένο σύστημα της αποχέτευσης του καμπ. Εν τω μεταξύ, ήταν τα σκατά (κυρίως αυτά) τα οποία κατάφεραν να χτίσουν μια (εντελώς παράδοξη και πρωτότυπη είναι η αλήθεια) γέφυρα επικοινωνίας με το χωριό που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το καμπ. Βλέπετε, το χωριό, ακόμα και αν αποτελούσε τουριστικό προϊόν τη θερινή περίοδο, αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα το οποίο χρόνιζε επικίνδυνα (αν και κανείς δεν μιλούσε δημόσια γι’ αυτό το θέμα). Το σύστημα βιολογικού καθαρισμού που είχε εγκατασταθεί πριν από κάποια χρόνια στο χωριό είχε σταματήσει από καιρό να λειτουργεί. Κατά συνέπεια, όλα τα λύματα απορρίπτονταν στο λιμάνι. Σαν να μην έφτανε αυτό, ένας σπασμένος σωλήνας είχε ως συνέπεια σε κάποιο σημείο τα λύματα να βγαίνουν κιόλας στην επιφάνεια. Ευτυχώς για όλους, τα σκατά ανακατεύονταν με ένα ρυάκι που κατέβαινε από το βουνό οπότε η κατάσταση γινόταν υποφερτή. 

Τα σκατά που ξεχείλισαν για λίγα λεπτά της ώρας εκείνο το πρωινό αποτέλεσαν, όπως ήταν επόμενο, το θέμα της ημέρας για πολλούς Έλληνες εργαζόμενους. Μεταξύ άλλων, η σκέψη των σκατών επέτεινε το σύνδρομο της μικροβιοφοβίας τριών μεσήλικων γυναικών, διοικητικών υπαλλήλων της Πρώτης Υποταγής και του Δήμου του νησιού.

«Εγώ δεν ακουμπάω ποτέ το πόμολο της πόρτας, το πιάνω με χαρτοπετσέτα, αφού το πιάνουν και αυτοί».

«Θέλει μάσκα κανονικά εδώ πέρα κορίτσια, τι να λέμε τώρα... Θα κολλήσουμε τίποτα καμιά ώρα, εδώ που ήρθαμε!»

«Τι τραβάμε ρε για πεντακόσια ευρώ, αα παρατήστε με τώρα...» θα κλείσει τη συζήτηση, για εκείνο το μεσημέρι τουλάχιστον, η εργαζόμενη στο Δήμο του νησιού, και πιο χαμηλόμισθη από τις τρεις γυναίκες.




 The project «Περίμενε, περίμενε» is a work of fiction. It is both “based on” and “inspired by” true events.


No comments:

Post a Comment