4.3.18

Δυο Φορές Πρόσφυγας





Η πρώτη μέρα του Απριλίου ήταν μια ιδιαίτερα ζεστή μέρα. Η άνοιξη είχε καταφθάσει επιβλητική σχετικά νωρίς στο νησί, σαν να ‘θελε να απαλύνει τον πόνο όλων όσων είχαν ξεχειμωνιάσει στο καμπ. Για τους κατοίκους του καμπ άλλωστε, κάθε σταγόνα νερού που έπεφτε από τον ουρανό τους μήνες του χειμώνα έμοιαζε με αλάτι που πέφτει πάνω σε ανοιχτή πληγή. 

Έκατσαν στο τσιμεντένιο πεζούλι μπροστά από το κλειστό φυλάκιο στη νότια είσοδο του καμπ ώστε να προστατευτούν από τον ήλιο. Ο πατέρας κάθησε στη μία άκρη, δίπλα του κάθησε η γυναίκα του και έπειτα τα δύο τους κορίτσια, δεκατεσσάρων και δεκαοκτώ χρονών αντίστοιχα. Η μεγαλύτερη κόρη κάθισε δίπλα από τη μητέρα της, ο δίδυμος αδερφός της είχε κατέβει για ψώνια στο χωριό. Η μητέρα, μια μεσήλικη κυρία με ζαρωμένο πρόσωπο και περιποιημένα βαμμένα καστανόξανθα μαλλιά μπούκλες και η μεγαλύτερη κόρη, ένα ψηλόλιγνο κορίτσι γύρω στο 1,80 με χλωμό πρόσωπο και μύτη πουλιού, φορούσαν και οι δυο τους έντονο κόκκινο κραγιόν. 

Ήταν Παλαιστίνιοι από τη Συρία, δυο φορές πρόσφυγες δηλαδή. 

Ο πατέρας, ένας μεγαλόσωμος άντρας γύρω στα πενήντα πέντε με αραιά γκρίζα μαλλιά και φαρδιές πλάτες, είχε καταφέρει ήδη μία φορά να ξεγελάσει τη μοίρα του πρόσφυγα. Είχε εγκαταλείψει σε νεαρή ηλικία τον καταυλισμό του Γιαρμούκ στη Δαμασκό (που φιλοξενούσε κάποτε περισσότερους από 100.000 Παλαιστίνιους, πρόσφυγες πριν εξελιχθεί σε προάστιο της πρωτεύουσας της Συρίας) ώστε να ξεκινήσει μια νέα ζωή.  

«Έφυγα από τον καταυλισμό και πήγα στο Χαλέπι όπου άνοιξα ένα μικρό μαγαζί. Τότε, το Χαλέπι ήταν ένα μέρος στο οποίο μπορούσες να φτιάξεις τη ζωή σου, να βγάλεις χρήματα. Το μαγαζί μου αρχικά ήταν μια σταλιά, στο τέλος έφτιαξα ένα κατάστημα 200 τ.μ., έπιπλα για το σπίτι πουλούσα. Τώρα δεν έχει μείνει τίποτα πλέον, ούτε από το μαγαζί μου, ούτε από το Χαλέπι...» Μιλούσε στον συγκαταβατικό συμβασιούχο του Δήμου με λύπη για τη ζωή που είχε χάσει για πάντα. 

«Κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου μιλούσε στους Ευρωπαίους και τους έλεγε εκείνος τι πρέπει να κάνουν...» θα πει ο Παλαιστίνιος, εξιδανικεύοντας μια εποχή και έναν πολιτικό ο οποίος βέβαια ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος ηγέτης που συνάντησε τον Γιασέρ Αραφάτ. (Τη δεκαετία του ‘80 το Ισραήλ είχε συνάψει φιλικές διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία εξωθώντας ουσιαστικά την Ελλάδα σε πιο στενές σχέσεις με τις γειτονικές Αραβικές χώρες. Η Ελλάδα, εκείνη την περίοδο, διαδραμάτιζε μεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών, και κατείχε πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ της Ευρώπης και των Παλαιστίνιων.) 

Ο Παλαιστίνιος άντρας θα μιλήσει στον Έλληνα που τον άκουγε με ενδιαφέρον για τον Γιάσερ Αραφάτ. «Μια εποχή έκλεισε για τους Παλαιστίνιους με το θάνατο του» ανέφερε σκεπτικός. «Δεν έχει σημασία αν τον σκότωσαν, ή πως πέθανε, σημασία έχει ότι δεν ζει πλέον». Το πρόσωπο του είχε πλέον σκοτεινιάσει.  

Σε εκείνο το σημείο της συζήτησης, οι κυρίες της παρέας θα ανασκουμπωθούν ελαφρώς. Δόθηκε δηλαδή το σήμα για αποχώρηση. Όσο περνούσε η ώρα άλλωστε, είχαν εμφανώς δυσανασχετήσει με το αντικείμενο της συζήτησης. Η κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου και ο θάνατος του Αραφάτ σίγουρα δεν ήταν θέματα στα οποία επιθυμούσαν να εντρυφήσουν εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό. Μητέρα και κόρες ήταν έτοιμες για Σαββατιάτικη βόλτα στο χωριό. Ο αρχηγός της οικογένειας δεν σκόπευε να τους χαλάσει το χατήρι. Θα σηκωθεί από τη θέση του αργά αργά και θα αποχαιρετήσει τον ακροατή του: 

«Ποιος ξέρει τι θα γίνει στο μέλλον, my friend, ίσως να πάω στις Η.Π.Α. μετά την Ελλάδα, να γίνω τρίτη φορά πρόσφυγας, γιατί όχι;» θα πει γελώντας δυνατά.










No comments:

Post a Comment