17.3.18

Φαρούκ





Ήταν μέσα του Δεκέμβρη, βράδυ Δευτέρας, το θερμόμετρο έδειχνε τέσσερις βαθμούς Κελσίου πάνω από το μηδέν, όταν ένας ταλαίπωρος (και κάπως ευέξαπτος εκείνη τη βραδιά) Κούρδος από το Χαλέπι της Συρίας στριφογύριζε ανήσυχος έξω από το ιατρείο. 

«Περίμενε – περίμενε, tomorrowtomorrow, waitwait!» μονολογούσε κακόκεφος. Ρουφούσε με λαχτάρα τον καπνό από το τσιγάρο του. 

Ο Φαρούκ ήταν μετρίου αναστήματος, σχετικά αδύνατος. Είχε μεγάλο μέτωπο το οποίο γέμιζε χοντρές ρυτίδες κάθε φορά που χαμογελούσε ή νευρίαζε, μικρά καστανά μάτια και σουβλερή μύτη. Προτιμούσε την αξυρισιά λίγων ημερών. Εκείνο το βράδυ φορούσε, όπως πάντοτε άλλωστε, ένα μπλε τζόκευ μαζί με ένα πολύ ξεβαμμένο τζην μπουφάν και ένα ελαφρώς ξεβαμμένο τζην παντελόνι. Ο Κούρδος έφερνε στο νου εργάτη στο διάλλειμα του για μπύρα, στο παρελθόν άλλωστε είχε απασχοληθεί κυρίως σε χειρωνακτικές εργασίες. Κυκλοφορούσε συχνά με μια ιατρική γνωμάτευση στο χέρι (η οποία πιστοποιούσε πως είχε πέσει θύμα ξυλοδαρμού στο καμπ) προσπαθώντας απελπισμένα να τραβήξει την προσοχή οποιουδήποτε. Έχοντας φτάσει μαζί με τη μάνα του στο νησί στα μέσα Απριλίου του 2016, και έπειτα από οκτώ μήνες στο νησί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κανείς πια δεν του έδινε σημασία. Η κοινωνική λειτουργός που είχε αναλάβει την υπόθεση του μάλιστα, τον απέφευγε για κάποιο διάστημα διότι η εισήγηση που είχε γράψει για εκείνον, έγγραφο το οποίο πιστοποιούσε από μεριάς της κοινωνικής υπηρεσίας του καμπ πως ο Κούρδος είχε στοχοποιηθεί λόγω της εθνικότητας του, είχε χαθεί.

Ο Φαρίντ έπρεπε να περιμένει.

Κάποια στιγμή, θα προσπαθήσει να τραβήξει την προσοχή ενός νοσηλευτή ο οποίος έκανε διάλλειμα για τσιγάρο. Ο Φαρίντ δεν μιλούσε γρι αγγλικά γι’ αυτό και έφερε την ιατρική γνωμάτευση μπροστά στο πρόσωπο του συγκαταβατικού νοσηλευτή, μονολογώντας ταυτόχρονα στα Αραβικά. Ενδιάμεσα, θα ρίξει ένα μπινελίκι στην Τουρκία. Ο Φαρίντ, όπως πολλοί άλλοι Κούρδοι της Συρίας και του Ιράκ που είχαν καταφέρει να φτάσουν στο νησί, είχαν πολύ άσχημες εμπειρίες από το σύντομο πέρασμα τους από την Τουρκία. Ένας νεαρός Σύρος θα τον ακούσει, κάθεται σε ένα κοντινό παγκάκι. Θα του ρίξει ένα δολοφονικό βλέμμα. «Θα τα πούμε εμείς» είναι το μήνυμα που θα του στείλει χωρίς να ανοίξει το στόμα του. Η λέξη «Τουρκία» άλλωστε στο καμπ νοηματοδοτούνταν με ποικίλους τρόπους, ανάλογα με τα βιώματα, αλλά κυρίως τα συμφέροντα, του καθενός.

Ο Φαρίντ κάθε φορά που κυκλοφορούσε με το χαρτί στο χέρι ζητούσε βοήθεια. Και έτσι πέρασε ο χειμώνας για εκείνον. 



***
Ο οδηγός του φορτηγού πάρκαρε το φορτηγό μπροστά στην ανηφόρα που οδηγούσε στα «χώματα». Ανάμεσα στο πλήθος ανθρώπων που είχαν μαζευτεί γύρω από το παρκαρισμένο φορτηγό βρισκόταν και ο Φαρούκ. Ο Κούρδος είχε περάσει πλέον τους δέκα μήνες παραμονής στο καμπ. 
Συνολικά τέσσερα καινούργια isobox baths θα τοποθετούνταν στα «χώματα», τουαλέτες και ντουζιέρες για μερικές εκατοντάδες προσφύγων οι οποίοι δεν χωρούσαν στα καραβάν και τους θαλάμους. Εν τω μεταξύ, οι πιο πολλές μικρές καλοκαιρινές σκηνές είχαν πλέον απομακρυνθεί. Είχαν αντικατασταθεί από life shelters, κατασκευές από ελαφριά υλικά (μονωμένα με πολυουρεθάνη) χωρητικότητας 4-6 ατόμων. Δυστυχώς για τους κατοίκους του καμπ, τα shelter είχαν τοποθετηθεί πρόχειρα από τους υπαλλήλους της Πρώτης Υποταγής με αποτέλεσμα να πλημμυρίζουν με κάθε βροχή. Επιπλέον, αν και στα shelters υπήρχε η δυνατότητα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, η Πρώτη Υποταγή είχε επιλέξει να μην παρέχει ρεύμα στους κατοίκους του καμπ που φιλοξενούνταν σε αυτά. Τέλος, κάθε shelter φιλοξενούσε υπεράριθμο αριθμό προσφύγων, περίπου 8-10 άτομα κατά μέσο όρο.

«Φύγε από εκεί ρε μαλάκα!» θα φωνάξει οργισμένος ένας Αλβανός εργάτης των Φιλισταίων. Ο Φαρούκ είχε βάλει το σώμα του ανάμεσα από τις δύο μεγάλες ρόδες του παρκαρισμένου φορτηγού, ζητώντας ταυτόχρονα από τον οδηγό να βάλει μπροστά τη μηχανή. Δύο εργάτες θα τον πιάσουν αγκαζέ και θα τον απομακρύνουν μακριά από το φορτηγό. Ο Φαρούκ δεν θα προβάλλει καμία αντίσταση. Αντιθέτως, χαμογελάει αμήχανα. Λίγες μέρες προηγουμένως ο απελπισμένος Κούρδος, ο οποίος όσο χρονικό διάστημα βρισκόταν στο καμπ είχε δει εκατοντάδες πρόσφυγες  να αποχωρούν (είτε νόμιμα, είτε παράνομα) για την Αθήνα, είχε ρίξει το σώμα του στο έδαφος μπροστά από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο.

Ο Φαρούκ βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Το μούσι του είχε μακρύνει, η απλυσιά του έβγαζε πλέον μάτι. Ίσως να είχε να πλυθεί περισσότερο από δύο μήνες. Είχε σταματήσει να φοράει το χαρακτηριστικό του μπλε τζόκευ, τα ρούχα του ήταν πάντα σκονισμένα. Πρόσφατα μάλιστα είχε αυτοτραυματιστεί χαράσσοντας το αριστερό του μπράτσο με ένα ξυραφάκι. Με άλλα λόγια, ο Κούρδος ήταν ένα κινούμενο ράκος. Η μάνα του, μια μαυροντυμένη εύσωμη πενηντάρα γυναίκα, είχε χάσει προ πολλού την εμπιστοσύνη της στον γιο της. Έβλεπε με μικρή συγκατάβαση την αξιολύπητη εικόνα που πρόβαλλε στους γύρω του ο Φαρούκ. Χρειαζόταν άλλωστε απεγνωσμένα τη βοήθεια του. 

Ο Φαρούκ, με ένα μείγμα απελπισίας και μαύρου χιούμορ, κάθε φορά που συναντούσε κάποιον εργαζόμενο στο καμπ με τον οποίο ένοιωθε κάπως άνετα, στην «κλασική» ερώτηση “how are you” είχε έτοιμη την απάντηση: 

«περίμενε - περίμενε, wait – wait, stana – stana». 

Συνόδευε πάντοτε την απάντηση του με μια κίνηση· κουνούσε τα χέρια του πάνω κάτω με τις ανοιχτές παλάμες του να δείχνουν προς το έδαφος, σαν να ‘ταν προπονητής ποδοσφαίρου που ζητούσε από τους ποδοσφαιριστές τους να χαμηλώσουν τον ρυθμό του αγώνα. 

Δύο ώρες έπειτα από τη στιγμή που έριξε το κορμί του ανάμεσα από τις ρόδες του φορτηγού, ο Φαρίντ κατέβαινε φουριόζος την τσιμεντένια κατηφόρα του καμπ που οδηγούσε προς το χωριό. Στην πλάτη του κουβαλούσε μια παραγεμισμένη μαύρη τσάντα. 

Athina, me go Athina!” φώναξε σε μια χούφτα Ελλήνων συμβασιούχων του Δήμου. Ένα ζευγάρι Ιρακινών θα γελάσει μπροστά στα μούτρα του. «Αφού δεν έχεις χαρτιά ρε!» Ο Φαρούκ όντως δεν είχε τα χαρτιά του έτοιμα, το πλοίο της γραμμής όμως είχε δέσει στο λιμάνι και αναχωρούσε σε δύο ώρες. Αφού έφτασε ως τη μεταλλική καγκελόπορτα της δεύτερης εισόδου του καμπ, ο Φαρούκ θα κάνει μεταβολή. Γνώριζε πολύ καλά άλλωστε το ξύλο που τον περίμενε σε περίπτωση που τον έκαναν τσακωτό οι μπάτσοι να προσπαθεί να επιβιβαστεί παράνομα στο πλοίο. Ο Φαρούκ θα επιστρέψει στο καραβάν στη πόρτα του οποίου στεκόταν όρθια η μάνα του. Μάνα και γιος θα μιλήοσυν για λίγο, απελπισία και παραίτηση εναλλάσσονται στο πρόσωπο τους με καταιγιστικό ρυθμό. Είκοσι λεπτά αργότερα, ο Φαρούκ θα επιχειρήσει μία ακόμη επίσκεψη στο Level 1 όπου βρίσκεται η υπηρεσία της Πρώτης Υποταγής. Θα πάρει κυριολεκτικά από πίσω έναν υπάλληλο ο οποίος του κάνει επανειλημμένα νοήμα να του αδειάσει τη γωνιά.

«Αφήστε τον να μιλάει μόνος του παιδιά, αυτός δεν είναι στα καλά του» θα πει γελώντας στους συναδέλφους του.


***

Λίγες μέρες πριν κλείσει ακριβώς ένα χρόνο στο νησί, ο Φαρούκ θα αρνηθεί την πρόταση της UNHPR για τη μεταφορά του σε καμπ στη Θεσσαλονίκη. Έπειτα από τόσο μεγάλη αναμονή, ο Κούρδος ήταν αποφασισμένος να θέσει τους δικούς του όρους. 

Salonik no, me go Athina” διεμήνυσε σε όλους τους τόνους ο Φαρούκ. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να περιμένει. Κι άλλο.

Την πρώτη εβδομάδα του Απρίλη πλέον, ο γνώριμος, βασανιστικά αργός, ρυθμός της καθημερινότητας στο καμπ, αντικατοπτριζόταν ιδανικά στο πρόσωπο του Φαρούκ. Μην έχοντας τι άλλο να κάνει, ο Φαρούκ συνέχισε να προσπαθεί να διασκεδάσει τον πόνο του. Ένα μεσημέρι λοιπόν, επιστρέφοντας στο καραβάν, είδε με την άκρη του ματιού τον Πειραιώτη και τον Ρόμποκοπ, δύο συμβασιούχους του Δήμου τους οποίους γνώριζε λιγάκι. Αντάλλασσαν δηλαδή το κλασικό στο καμπ “how are you” (έκφραση που πολύ πιο συχνά χρωματιζόταν από αδιαφορία παρά από φιλικότητα) μαζί με σκόρπιες κουβέντες στα Ελληνικά εκείνοι, στα Αραβικά ο Φαρούκ. Χρησιμοποιούσαν πολύ κιόλας τη γλώσσα του σώματος για ευνόητους λόγους. Εκείνη τη φορά, ο Φαρούκ συνδύασε τα πάντα: Αγγλικά, Αραβικά, Ελληνικά και, φυσικά, τη γλώσσα του σώματος. Τους πλησίασε, σήκωσε τα χέρια του ψηλά, ενώνοντας ταυτόχρονα τρία από τα δάχτυλα του σε κάθε χέρι, και ξεκίνησε να τραγουδάει ρίχνοντας παράλληλα και κάτι σαν ζεμπεκιά: 

«wait wait, stana stana, περιίμενε περιίμενε... wait wait stana stana περιίμενε περιίμενε...»

Ο Πειραιώτης και ο Ρόμποκοπ κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και έσκασαν στα γέλια, μαζί με τον Φαρούκ. Τον αποχαιρέτησαν με ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη.  

Ο Κούρδος, ήταν αλήθεια πως δεν είχε τύχει ιδιαίτερης βοήθειας από το σύνολο των εργαζομένων στο καμπ. Η κακομοιριά που εξέπεμπε ο Φαρούκ, από ένα σημείο και έπειτα, δεν ευαισθητοποιούσε πλέον κανέναν. Ο Φαρούκ είχε μετατραπεί σε σύμβολο γι’ αυτό και κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του κανείς δεν ήταν ήταν σε θέση να ακούσει ούτε μία λέξη η οποία έβγαινε από το στόμα του. Αν δεν υπήρχε ο Φαρούκ, τότε η Πρώτη Υποταγή θα έπρεπε να τον είχε εφεύρει. Αν η αδιακήρυχτη πολιτική της αποτροπής των «μεταναστευτικών ροών» γινόταν ποτέ αφίσα, τότε σίγουρα θα απεικόνιζε το πρόσωπο του Φαρούκ.

Έξω από το καμπ, ο Κούρδος είχε σταθεί ελάχιστα πιο τυχερός. Τον τελευταίο του μήνα στο νησί, η γνωριμία του με δυο επαγγελματίες ψαράδες, τον Γιάννη και τον Θοδωρή, του εξασφάλίζε που και που μια σακούλα ψάρια, ως αντάλλαγμα για το ξέμπλεγμα των διχτυών και άλλα χαμαλίκια. 


Ο Φαρούκ, έπειτα από δεκατρείς μήνες στο νησί, θα μεταφερόταν μαζί με τη μάνα του σε ένα καμπ στην Αθήνα.



 The project «Περίμενε, περίμενε» is a work of fiction. It is both “based on” and “inspired by” true events.







No comments:

Post a Comment