VΙ
Οι έλληνες πρόσφυγες σταδιακά
ενσωματώθηκαν στην κοινωνία, οι σκηνές απομακρύνθηκαν από το πάρκο όπου, το
1938, θεμελιώθηκε το γυμναστήριο του Πανελλήνιου Συλλόγου, στην Κατοχή ήταν
απροσπέλαστο, μεταπολεμικά εισήλθε στην εποχή του άρτου και θεάματος,
οι Αθηναίοι ξεδιψούσαν
στο θερινό αναψυκτήριο Άλσος, ψυχαγωγούνταν
στο Λαϊκό Θέατρο, και ένα ακόμη υπαίθριο,
ξενυχτούσαν στο κοσμικό κέντρο Green Park με επιθεώρηση, εγκαινιάστηκε
στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1950,
στα 1970ς, οι νεολαίοι παίζουν
μπάλα στην πλατεία, τα ζευγάρια προχωράνε βιαστικά, στρίβουν από την γωνία, ραντεβουδάκι
στα κρυφά, τα πλέον τολμηρά ανταλλάσσουνε υγρά, όσο για τα νεότερα παιδιά,
έχουν πάντοτε το νου στα παγωτά,
το 1985, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιχειρώντας
να αναστρέψει τον εμπορικό χαρακτήρα του πάρκου κλείνει τα θέατρα, η λειτουργία
του Green Park περιορίζεται, τις νύχτες γίνεται
ψωνιστήρι (αναζήτηση gay εφήμερου ερωτικού συντρόφου σε δημόσιους χώρους), το
cruising κατέληγε σε ξενοδοχείο ή σεξ πίσω από τις φυλλωσιές, η πλειοψηφία των
επαφών ήταν αποκλειστικά ερωτικού χαρακτήρα και δεν συμπεριελάμβαναν οικονομική
δραστηριότητα, όπως ήταν ο κανόνας στα μεγάλα πάρκα της Ευρώπης, έπειτα έφθασε
το AIDS,
στα 1990s
οργανώνονται εκθέσεις βιβλίου και ανθοκομικής, στα 2000s εορταστικά παζάρια με φθηνά καταναλωτικά προϊόντα made in China, βράδια το πάρκο παρέμενε
κλειστό, προηγουμένως, άποροι οικονομικοί μετανάστες (από τις χώρες του πρώην
Σιδηρού Παραπετάσματος) παρείχαν σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής
αμοιβής,
την ίδια περίοδο, η
Κ.Δ.Ο.Α. (Καμμένα Δίκτυα Όμορφη Άγνοια), μια ομάδα ακτιβιστών από τα Εξάρχεια αφιερωμένη στην κοινωνική αλληλεγγύη των γιορτών
της αυτονομίας στον
δημόσιο χώρο, ξεκίνησε να διοργανώνει το μουσικό φεστιβάλ Ανεξάρτητη Ανταρσία, διεξαγόταν κάθε χρόνο τον Ιούνιο, έληγε ανά
διετία με εκατέρωθεν ρίψεις μολότωφ και χημικών μεταξύ νεολαίων και των Μονάδων
Αποκατάστασης Τάξης, την Δύναμη Ελέγχου Ταχείας Αντίδρασης των ομάδων δίκυκλης
αστυνόμευσης, παρευρέθηκα στο φεστιβάλ το 2005, για την φάση, η Μάρα είχε πάει για
το το desert rock των
Alpha Waves, χτύπησε
έναν γκόμενο (έκαναν ευκαιριακό σεξ στις 03:30 ανάμεσα σε μια ακακία και έναν λιγούστρο
θάμνο), χτύπησα το πόδι μία ώρα αργότερα στην προσπάθεια να ξεφύγω από τα δακρυγόνα
που μετέφερε ο ζεστός αέρας, κατά την διάρκεια των επεισοδίων κάηκε η πρόσοψη
μιας τράπεζας, μια Mercedes ιδιοκτησίας
του γειτονικού Αυστριακού Αρχαιολογικού
Ινστιτούτου Αθηνών, ένα Citroen DS του
1970, μια Alfa Romeo, το περιεχόμενο τριών
κάδων αποριμμάτων,
πληγωμένο, κορεσμένο, ταλαιπωρημένο, το πάρκο έπαψε
να υποδέχεται επισκέπτες για πρώτη φορά έπειτα από την δεκαετία του 1940, η ανάπλαση
του (2007-2011) κόστισε
9.663.990 ευρώ, χρηματοδοτήθηκε από το τρίτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και
εθνικούς πόρους, φυτεύτηκαν 1.200 δέντρα, ανθόφυτα και θάμνοι, 2.500
τριανταφυλλιές, προστέθηκαν εννέα στρέμματα χλοοτάπητα, χωμάτινες διαδρομές
αντικατέστησαν τις ασφάλτινες, εγκαταστάθηκαν 8.800 τετραγωνικά μέτρα μαρμάρου σε
μεγάλες τετράγωνες πλάκες, αναβαθμίστηκαν οι υποδομές, έως ότου δηλαδή ο
εργολάβος κήρυξε πτώχευση, το έργο έμεινε ανεκτέλεστο κατά το 1/3, τα συντριβάνια έπαψαν να μας δροσίζουν, πολλά φυτά μαράθηκαν λόγω της έλλειψης προγραμματισμού
για την συντήρηση τους,
η επισκεψιμότητα του πάρκου, ούτως ή άλλως, έβαινε σταθερά μειούμενη κατά τις πρώτες δύο
δεκαετίες του 21ου αιώνα, πόσο μάλλον την ολιγόμηνη περίοδο που φιλοξενούσε τις
υφασμάτινες σκηνές εκατοντάδων Σύριων και Αφγανών, όπως το 1922, το πάρκο είχε
γίνει προσωρινός καταυλισμός προσφύγων (και άστεγων τοξικοεξαρτημένων), υπήρξε
τόπος αναψυχής, ήταν πλέον αποφυγής, όπως επίσης μία εκ των τεσσάρων οδών που
περικλείουν το Πεδίον του Άρεως,
απέναντι από την διατηρητέα Πολυκατοικία Σπαθάρη (1924), με τον συνδυασμό από στοιχεία του
εκλεκτικισμού και της art deco, και τo Βανκούβερ Απαρτμάν (1930), το τριώροφο
γωνιακό κτίριο με αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία που τονίζονται από τα
μπαλκόνια με τα κάγκελα νεοκλασικού σχεδίου και ανάγλυφα φουρούσια που πέρασαν
στην δικαιοδοσία του κράτους και ακολούθως εγκαταλειφθεί, το κτίριο με τα πορτοπαράθυρα
χτισμένα με γκρίζους τσιμεντόλιθους το χρησιμοποιούσαν πλέον νεκροζώντανοι περιθωριακοί,
στο ευρύχωρο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο της
Μαυρομματαίων, (αργά) την νύχτα ψώνιζαν (φθηνά) ναρκωτικά οι Αθηναίοι,
I said, "man give me what I need,"
he said, "there's death and misery,"
"my sweet oblivion," είχα βρεθεί εκεί, ώστε
να μην σκέφτομαι άρα υπάρχω άρα ανησυχώ, τυχαίνει να συμπίπτουν κάποια χρονική στιγμή,
στην Ελλάδα της κρίσης, έκλειναν όλων των ειδών οι μικρές επιχειρήσεις, άνοιγαν
κουρεία, φαρμακεία, όπου, σύμφωνα με το νόμο, έναντι χρηματικής αμοιβής, παρέχεται
η ασφαλής επιλογή στην άσκηση του πανανθρώπινου δικαιώματος στην λήθη:
"Lethe, the river of oblivion rolls her watery labyrinth whereof who
drinks, forthwith his former state and being forgets, forgets both joy and grief,
pleasure and pain,"[1]
βουτιά σε κρύα ποταμίσια νερά, δεν το γνωρίζεις προκαταβολικά,
αν οδηγούν στην πύλη προς τον Κάτω Κόσμο, του μύθου των αρχαίων Ελλήνων, ή αν εκβάλλουν
στην κάθαρση του Dante Alighieri, θα έφθανε κάποτε για το εγκαταλελειμμένο Green Park,
εκείνη την βραδιά, στην είσοδο του, κάθονταν σε πλαστική
λευκή καρέκλα ένας Αφγανός, τα μικρά, βαθουλωτά, λοξά, κατάμαυρα μάτια ανήκαν
στις στέπες της Κεντρικής Ασίας, δεν έμοιαζε Παστούν, ίσως Ουζμπέκος, δεν
θύμιζε σιίτη μουσουλμάνο Χαζάρα, μάλλον Τατζίκος, το ένα δέκατο του πληθυσμού,
η μειονότητα διώκονταν, όπως όλες, από τους Ταλιμπάν, το βιολογικό του τέλος
δεν έδειχνε πολύ μακριά, εξέπεμπε θάνατο, επικείμενο ή μη, είχε βασανίσει και
βασανιστεί, κόντεψε να σκοτωθεί, για το υπόλοιπο της ζωής του θα έδειχνε πως του
έχει απομείνει λιγοστή πνοή, κι ας μην είχε κλείσει τα σαράντα, το δέρμα του
προσώπου του είχε κίτρινη χροιά, ικτερική, η περίκκριση χολερυθρίνης από το
συκώτι του υποδήλωνε κίρρωση, ηπατίτιδα, ή ακόμα και καρκίνο, πάντως
αδιάγνωστα, αντάξιες του William Dafoe σε ρόλο villain οι αυλακιές, παρομοίως πλατύ το κούτελο, όταν χαμογέλασε δεν
έφερε στο νου την εικόνα του Αμερικάνου ηθοποιού, ήταν πέρα για πέρα creepy, δεν έδειχνε καθόλου να κρυώνει, φορούσε μάλλινο
καρό πουκάμισο, χωρίς μπουφάν, και τζην παντελόνι, τα πόδια του μετά βίας έφθαναν
στο έδαφος όπου,
μισό αιώνα προηγουμένως, στα 1960s, ο κήπος ήταν στρωμένος με χαλίκι, όνειρα, και φιλοδοξίες,
στο στρογγυλό κτίριο με τα παράθυρα με θέα στο πάρκο και το μέλλον, η αστική
τάξη της Αθήνας διασκέδαζε με variété, έλληνες και ξένους
τραγουδιστές, κορίτσια ρώσικων μπαλέτων, τα αστεία, τις κρυάδες του conférancier, νάνους που χόρευαν με foxtrot και mambo ανάμεσα στα τραπέζια,
στα 2010s είχα παρευρεθεί σε diy συναυλίες, τις διοργάνωναν καταληψίες καλλιτέχνες εντός,
εκτός, και επί τα αυτά, των ερειπίων του μαγαζιού,
τέλος, στα 2020s, το Green Park ανακαινίστηκε, έγινε all day
προορισμός για γαστρονομικές απολαύσεις,
δεκαπέντε λεπτά απόσταση με τα πόδια από το διαμέρισμα
της Μάρας, θα το επισκεπτόμουν είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα για το αποτυχημένο
τρίτο ραντεβού, όπου θα ένοιωθα πανευτυχής έπειτα από τρεις εβδομάδες.
