Well, you’ve written my favorite Twitter that anybody’s ever written.

The Salinger one. On the day he died, you posted: “Yeah!! Thank God he’s finally dead. I’ve been waiting for this day for-fucking-ever. Party tonight!!!”
Some people didn’t get it.

I thought it was the greatest thing I’d read in a long time.
Good. That’s good. That’s what I was hoping for.

Did you get grief from friends over that?
[laughs] I did. But it was how I felt. I can’t help it. I felt that way. I was dreading the onslaught of the sentimentalizing of Salinger—who hated all of us, by the way. Cranky old bastard. It was a much more complicated tweet than it might appear. There was much more thought behind it than what you might think.

Bret Easton Ellis interviewed by Jesse Pearson for Vice

The thought: Salinger is a better writer than me. I know that, they know that, everyone knows that. But Salinger was a bastard, they say. And he was the type of bastard that I definitely hate the most in this life; the type that doesn’t really cares if you think he is a bastard, the type that doesn’t care at all. And me, poor me, I had to go to all these parties just … just to prove to everyone that writers are not crazy geniuses that live in isolation but normal, mainstream, enjoyable (common, idiotic, vulgar) people like Me. Not to mention that writers are usually born in prestigious schools (laboratories of homogeneity) and not because of any banal existential agonies that can be cured through writing (they think! the creepy old fashioned geeks). No, these are mythological notions of a world that we destroyed with joy, Me and my colleagues in that high class school for future successful employees of the entertainment industry.

 Dear Bret,
I understand one thing reading your thought; you hate the one that “hates all of us.” I understand another thing; you do not understand anything at all. You had your share of fun and fame Bret and that is something good for you (as for the rest of humanity is not something of great importance). But frankly dear, you don’t understand.
You called him “cranky old bastard.” Well, first of all, he wasn’t always old. The same man created the youngest (youth: freedom, faith, sensitivity, melancholy, courage) literary character of all, our dearest Holden Caulfield. You also informed us that he “hated all of us.” I have to admit that this sounds a little bit strange in my ears, Bret. As far as I remember you didn’t exactly like the people you were hanging out with; you know who I mean, the ones you turned into your characters later on. Remember the amoral (immoral) universe of your literary worlds where all your former socializing comrades were depicted as American psychos and Glamoramaniacs?
Let me tell you something Bret, one thing is for sure, we do not fall for the tortured artist stereotyped bullshit. But we love creativity, eternity, we love life. And Holden is the epitome of life as it can be imagined when you stare at the world with two big investigative eyes, when you stare at the sun being completely naked.
As for the sentimentalizing of Salinger’s death, well, here we agree, but you know, that is what ignorant people usually do. That is also what media do when they want to sell their merchandise, you know that, you are a media figure after all. So let’s be honest Bret, it wasn’t the sentimentalization of his death that annoyed you.
I strongly think that what used to annoy you Bret was his own existence, the fact that you had to live in the same planet with him. That was your own existential agony that unfortunately didn’t lead you to writing but instead to ... Twitter farting (farting: the barking of an impotent man).
So that was it Bret, and just for you to know, "there was not much more thought behind it (my letter to you) than what you might think," everything was very clear.

 The Eggman


Whose decision?

Φοβού τους Έλληνες του εξωτερικού (Αγγλοτσολιάδες*), όταν επιστρέφουν στην πατρίδα.  
                           Σαρκοβόρα βαμπίρ, θα σε κατασπαράξουν στο λεπτό.
[Indifference (bloodsucking Αγγλοτσολιάδες) vs Astonishment (Greeks counting stars aficionados)]

video: The Addiction (1995), by Abel Ferrara.


our ugly

The more I listen to this video, ehhhm… watch this song, the more I think that a more appropriate title for the song would be "True Romance." Empty words? Not really. These are simply words designed to reveal the truth for those who still wonder why Stella wanted desperately to be kissed after Miltos plunged his knife into her heart. They too lived their True Romance. 



enter sadman

“I'm melancholic. The virtue of the sad man” (written in a bar, up on the ceiling).


Please Don’t Give

 Κάτι που έκανα ένα φεγγάρι στη Barcelona, κάτι η ανεμελιά του χθες, κάτι οι χαριτωμένες φάτσες, κάτι το ‘να κάτι το άλλο, μ’ άρεσε το κομματάκι κάποτε (χθες).
 Όχι πια. Η υποκρισία της προσφοράς* τους, κάπως μου γυρνάει τα άντερα. Είναι μονάχα αυτός που καταλαβαίνει την αγάπη ο οποίος την προσφέρει άλλωστε, λίγο απο ‘δώ, λίγο απο ‘κεί, και φυσικά κάνοντας και διαλείμματα. Πώς αλλιώς?
 Αλλιώς: φοράς ένα χαμόγελο και εκστομίζεις empty words.

*“Love is a thing that we don’t understand but we‘re gonna give it to you.”


Η Ξένη


«Αγαπώ την εταιρία μου!»

Ακούστηκε στο χωλ, αναμένοντας να με ακροαστεί ο γιατρός. Δράστης, νέα γυναίκα, τακούνι ψηλό, μαλλιά Klinex, όμορφα μακριά πόδια.

«Αυτός μ’ αρέσει! Έχει γοητεία, και δεν τρέχει πίσω από τα μοντέλα, είναι σταθερός. Έτσι μ’ αρέσουν οι άντρες.»

Η ίδια, ξεφυλλίζοντας ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό. 

Ήθελα να της πω: και εμένα έτσι μου αρέσουν οι μουνάρες, ηλίθιες.

Το χαμόγελο ενός τιποτένιου και ο φόβος της αριστεράς

Το χαιρέκακο χαμόγελο με το οποίο κάποιοι στην άκρα αριστερά υποδέχθηκαν την κρίση δεν θα έλεγα ότι προβληματίζει∙ ήταν αναμενόμενο. Ο αναρχικός που πιστεύει πως δικαιώθηκε τώρα που η συλλογική πλάνη για αιώνια καπιταλιστική ευδαιμονία μετατράπηκε σε γοερό κλάμα για τα κεκτημένα που το ένα μετά το άλλο μας αφήνουν χρόνους, δεν μπορεί παρά να είναι ένα ανθρωπάκι (και έτσι να είναι αυτός στον οποίο απευθύνεται ο Βίλχεμ Ράιχ στο Άκου Ανθρωπάκο). 

 Ανθρωπάκος. Προσπαθώ να φανταστώ τον Zizek, τον Harvey, τον Callinikos, τον οποιοδήποτε τελοσπάντων θεωρητικό, ακαδημαϊκό, σκεπτόμενο άνθρωπο ο οποίος να νοιώθει δικαιωμένος αυτές τις μέρες. Απαντώ: δεν νοιώθουν δικαιωμένοι γιατί απλά δεν ανήκουν εκεί που ανήκουν οι χαιρέκακοι προφήτες μιας αυτονόητης πρόβλεψης, δεν ανήκουν στη μάζα. Τα γεγονότα σ’ αυτούς ενεργοποιούν αυτόματα τα αντανακλαστικά τους ως προς την πίστη της αλλαγής (αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι θα πάρουν τα όπλα∙ σημαίνει όμως ότι θα καταθέσουν Λόγο και όχι ένα μειδίαμα αυτοϊκανοποίησης). Δεν έχει σημασία αν δεν υπάρχουν ακόμα δυνάμεις για να ριχτούν στη μάχη (αυτό συμβαίνει τούτη τη φορά∙ αν κοιτάξουμε να ψάξουμε για ενδιαφερόμενους θα έρθουμε αντιμέτωποι με την αναπόδραστη αλήθεια που θέλει τον άνθρωπο να έχει απωλέσει σημαντικά την όποια δυνατότητα του να υπάρξει διαφορετικά από όπως του έχουν ορίσει πως πρέπει να υπάρχει στα χρόνια της (σ)καταναλωτικής ευδαιμονίας)∙ σημασία έχει να είσαι ηθικά υπεύθυνος απέναντι σ’ αυτά που πρεσβεύεις. 

Κομμάτι της αφασικής αλλοτριωμένης μάζας είναι κι αυτοί που στέκονται σε μια γωνία και ατενίζουν με σαρδόνιο χαμόγελο την κατάρρευση του παλαιού κόσμου. Η αυταρέσκεια αυτή άλλωστε στο μόνο στο οποίο μπορεί να οδηγήσει είναι στη δικαιωματική ανάπαυση του πολεμιστή. Κάποιοι απ’ αυτούς ίσως να ριχτούν στη μάχη, θα μου πεις. Μα πας στον πόλεμο με χαμόγελο? Πας αν νομίζεις ότι είναι εικονικός. Στην αριστερά (άκρα και μη) αυτό μάλλον νομίζουν γι’ αυτό και το τραγικό γεγονός των τριών θανάτων σήμανε την εκκίνηση ενός άτοπου και άχρονου soul searching την ίδια περίοδο που προτάσεις του τύπου γενική απεργία θα έπρεπε να συζητώνται ανοιχτά ως ένα από τα λίγα διαθέσιμα μέσα για την κύρηξη πολέμου κατά του εχθρού (ο πόλεμος έχει κυρηχθεί μονομερώς έως τώρα).

 Το άτοπο του soul searching οφείλω να το δικαιολογήσω λιγάκι. Μας λέει ο radical desire:

  • Αυτό που διαπράχθηκε χωρίς ενσυνειδητότητα, αυτοματικά, χωρίς να αποτελεί συνέπεια απόφασης για το αναγκαίο, δημιουργεί μια ενοχή που επί του παρόντος δεν υπάρχει υποκείμενο για να τη σηκώσει στους ώμους του,  μια ενοχή στείρα και αλύτρωτη απ’ το κλάμμα. Στο μεσσιανικό “ακόμα” του Μπρεχτ —“δεν μας επιτρέπεται ακόμα να μη σκοτώνουμε” σημαίνει “παλεύουμε για να δημιουργήσουμε ένα κόσμο όπου θα μας επιτρέπεται να μη σκοτώνουμε”—πρέπει συνεπώς να προστεθεί ένα ακόμα “ακόμα”, ένα “ακόμα” που να αφορά όχι στον φόνο αλλά στον θρήνο: “Δεν μας επιτρέπεται ακόμα να ενδίδουμε στον θρήνο για όσους σκοτώνονται.”

Ο radical desire γράφει πως ίσως και να βρισκόμαστε στην εκκίνηση της προσπάθειας διαμόρφωσης του επαναστατικού υποκειμένου∙ ίσως λοιπόν τα δάκρυα της αριστεράς να εγγράφονται στο δικαίωμα της στον θρήνο. Μέσω της επιθυμίας της να θρηνήσει δηλαδή, η αριστερά επιχειρεί να βαδίσει στον πολυπόθητο δρόμο της αυτοπραγμάτωσης της ως επαναστατικό υποκείμενο. Από την άλλη πλευρά, ο Zizek στο τελευταίο του βιβλίο γράφει τα εξής ενδιαφέροντα: “our collective responses to economic Armageddon correspond to the stages of grief: ideological denial, explosions of anger and attempts at bargaining, followed by depression and withdrawal.”[1]
Που βρίσκεται η ελληνική αριστερά σ’ όλα αυτά? Τολμώ να υποθέσω πως η περιγραφή του Ζίζεκ αποδίδει στο ακέραιο την εγχώρια αριστερά. Η αριστερά μάλλον πως αυτο-εγκλωβίζεται σε έναν θρήνο υποκριτικό και φαντασιώνεται την κάθαρση καθώς αν επιχειρήσει κανείς να διακρίνει κανείς μεταξύ πένθους (που προϋποθέτει μέτρο και λόγο) και άμετρης θρηνωδίας,[i] δεν μου φαίνεται δα και πολύ δύσκολο να αποφασίσει που θα την τοποθετήσει (μετά τα γεγονότα της 5/5).  

Η αλήθεια μοιάζει να βρίσκεται πιο κοντά στην παραδοχή ότι η αριστερά δεν είναι σε θέση να θρηνήσει παρά μόνο να φαντασιωθεί ότι θρηνεί ενώ στην ουσία απλά καλύπτει την αδυναμία της. Η αδυναμία της αυτή συνίσταται στην πλήρη ανεπάρκεια της όσον αφορά την ανάδειξη επαναστατικών αιτημάτων, στέρεων ή και όχι. Όσον αφορά τα πρώτα, η έλλειψη μιας κοινωνικής τάξης η οποία να είναι σε θέση να διεκδικήσει αιτήματα προς όφελος μιας ανατροπής της τάξης πραγμάτων είναι πασιφανής∙ εργατική τάξη δεν υπάρχει, και αν υπάρχει τότε δεν έχει συνείδηση ότι είναι η εργατική τάξη. Κατά συνέπεια η αριστερά γνωρίζει ότι ματαιοπονεί, τα αιτήματα της (ορθά και δίκαια πολλές φορές) δεν αντιστοιχούν κάπου (δεν αιωρούνται στον αέρα, εξαυλώνονται στα τούνελ των social networking sites).

Για αιτήματα διάτρητα, δηλαδή κάπως πιο αφηρημένα, η έλλειψη φαντασίας, τόλμης, ριζοσπαστικότητας εκ μέρους της αριστεράς στερεί την όποια πιθανότητα για το άνοιγμα μιας τόσης δα χαραμάδας σαν αυτή που κατόρθωσαν να ανοίξουν στα Sixties οι εξεγερμένοι ονειροπόλοι. Αν βέβαια θέλουμε να ψάξουμε βαθύτερα για τους γενεσιουργούς παράγοντες αυτών των ελλείψεων θα πρέπει να κοιτάξουμε αναλυτικά στις δομές που καθορίζουν την πραγματικότητα μας (capitalism isnt working but sometimes does miracles’). Αυτές οι δομές άλλωστε επέτρεψαν-παρήγαγαν την εμφάνιση ριζοσπαστικών αιτημάτων, πίσω στα long Sixties, τα οποία ύστερα μετασχηματίστηκαν σε καταναλωτικές συνήθειες-προτιμήσεις. 
Το ξεγύμνωμα της αριστεράς φαντάζει λογικό βήμα στη γοργή πορεία της ανθρωπότητας προς έναν κόσμο όπου το υποκείμενο θα στέκει μακριά από τον ίδιο του τον εαυτό, έναν κόσμο όπου το υποκείμενο θα έχει συνθλιβεί υπό το βάρος του βιογραφικού του. Μπορεί στα Sixties να προτάθηκε το αίτημα της αυτο-ανακάλυψης, της ατομικής εξερεύνησης προς την αυθεντικότητα ώστε να φτάσει το υποκείμενο κοντά στην αληθινή του επιθυμία, μα γρήγορα όλο αυτό κατέληξε στην κατάργηση όχι μόνο της γνησιότητας της επιθυμίας αλλά και της ίδιας της επιθυμίας. Μας έμεινε μόνο η ανάγκη, όχι πλέον για αυτο-ανακάλυψη, αλλά για «αυτομόρφωση» κατά τα πρότυπα της Διαμαντοπούλειας ραψωδείας.

Για να επιστρέψουμε στο θέμα, φοβήθηκε άραγε η αριστερά μπροστά στο τραγικό γεγονός της απώλειας τεσσάρων ζωών? Η απάντηση είναι πως τρομοκρατήθηκε. Ο τρόμος της ήταν τόσο μεγάλος όσο μεγάλη ήταν και η εκμετάλλευση του γεγονότος από τους νταβατζήδες των φθηνών συναισθημάτων στα Μ.Μ.Ε. Η διαμόρφωση ενός επαναστατικού υποκειμένου το οποίο να προσομοιάζει στον Ροβεσπιέρο ή τον Τσε Γκεβάρα - δύο πρόσωπα που αντιλήφθηκαν πως η επαναστατική στιγμή είναι μια αδιάλλειπτη διαδικασία που δεν σταματά ποτέ παρά μόνο όταν έρθει ο θάνατος (ο δικός σου αλλά και του επαναστατικού εγχειρήματος) - είναι εκτός των πιθανοτήτων της σημερινής πραγματικότητας. Το πως ακριβώς θα μπορούσε να είναι το επαναστατικό υποκείμενο δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του πράγματος: πολλά μας είναι άγνωστα αυτή τη στιγμή. 

Το μόνο που γνωρίζουμε με σιγουριά τη δεδομένη στιγμή είναι πως ότι ξέραμε οφείλουμε να το ξεχάσουμε. Η επιλεκτική αμνησία που απαιτείται να αποκτήσουμε προκειμένου να επιβιώσουμε δεν είναι κάτι το αδύνατο να συμβεί. Όπως ακριβώς επιλέγουμε να ξεχάσουμε τον πόνο των άλλων (π.χ. αυτών που ράβουν τα ρούχα μας για μερικά σεντς) έτσι ακριβώς μπορούμε πράξουμε το ίδιο και τώρα. 

Μια ειδοποιός διαφορά εντοπίζεται στο ατυχές γεγονός ότι πρόκειται για το δικό μας πόνο αυτή τη φορά, κάτι που δυσχεραίνει τα πράγματα. (Είναι σαν να προσπαθείς να κατανοήσεις-αφουγκραστείς τη βαρβαρότητα ενός αποτρόπαιου γκανγκστερικού εγκλήματος χωρίς να έχεις δει ποτέ σου ταινία του Ταραντίνο [θα σου πάρει χρόνο, είναι μια επίπονη διαδικασία]∙ η διαμεσολάβηση του τελευταίου, αν μη τι άλλο, απλουστεύει τα πράγματα, το έγκλημα θα γίνει κατανοητό με όρους Kill Bill [στην ταινία αυτή το σπαθί και το μουνί είναι ένα και το αυτό]). 

Ζητείται ψυχικό σθένος (προσοχή, δεν πωλείται στα φαρμακεία) και καθαρό μυαλό (περισσότερη προσοχή, δεν εντοπίζεται στα blogs).

[i] Σχόλιο του Demos εδώ


Fuck Hollywood, get Neighbourhood*

 As much as I enjoy the song (it’s not only a great song but it kinda washes memories out of the sidewalk too), I can’t fail to notice that Ben E. King is the black guy America loved to like/accept.
 He has a fake softness/plasticity black singers in the 30’s used to have, a clownish melodramatic “sensitivity” that made them suitable for the bigger, white audiences. Richard Pryor took these stereotypes and threw them to the popular culture’s garbage can.
 Thank you Richard, you weren’t great but you were ok.

* Richard Pryor - BBC Documentry