26.12.21

The Last Straw

 

 


Τέλη του Ιούλη, προ εικοσαετίας, παρέα με το «Βήμα της Κυριακής»,

συνήθιζα να το απαλλοτριώνω από το περίπτερο δύο μόλις στενά πριν από το σπίτι επιστρέφοντας μετά το ξημέρωμα από το κέντρο της πόλης (καθώς το πήρε και το σήκωσε ο Δήμος προ δύο ετών το αδίκημα ανήκει πλέον στα παραγραφέντα· ως γνωστόν, είναι τα υποτιθέμενα αδικήματα, τα μη-αδικήματα αδικήματα, λόγου χάρη εκείνο το οποίο διέπραξε η δασκάλα στο Bad Luck Banging or Loony Porn του Radu Jude, εκείνα τα οποία παραγράφονται με μεγαλύτερη δυσκολία), επιθυμώντας, υποσυνείδητα μεν, στρατευμένα δε, να προσθέσω μία εσάνς επικινδυνότητας στις νύχτες μου, κι άλλωστε τα τέσσερα ευρώ της εφημερίδας στην έκδοση με τις προσφορές δεν αντιστοιχούσαν παρά μονάχα στο 40% της τιμής του “Zombie,” ενός εκ των πλέον δημοφιλών cocktail στο Pop, ενός εκ των ποτών της νύχτας μας,

αναζητούσα ένα παράθυρο στον κόσμο στις σελίδες με τα διεθνή θέματα, το ίντερνετ τότε σερνόταν. Το βλέμμα μου έπεσε σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία η οποία, σύμφωνα με τον συντάκτη, είχε προκαλέσει σούσουρο – έγινε viral θα λέγαμε σήμερα.


Η φωτό αποθανάτιζε ένα ηγετικό στέλεχος της Ιταλικής Αριστεράς, ας τον πούμε
Mario, εκ των διοργανωτών των μεγάλων διαδηλώσεων ενάντια στο G8 Summit στην Γένοβα της Ιταλίας στο απόγειο του anti-globalization movement (200.000 κόσμος απ΄όλη την Ευρώπη, ανάμεσα τους και ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας), να πίνει Coca Cola (χωρίς καλαμάκι!) σε κάποια στιγμή ξεκούρασης εκείνων των τεσσάρων ημερών χάους και ελπίδας, για όσους τουλάχιστον δεν είχαν ενδώσει εξ ολοκλήρου στις παραισθητικές, άρα καθησυχαστικές, συνεκδηλώσεις του προτάγματος περί του «Τέλους της Ιστορίας».

Υποτίθεται λοιπόν, σύμφωνα με τις λεζάντες που συνόδευαν την φωτογραφία στην αναπαραγωγή της στον διεθνή Τύπο, πως ο Mario ήταν τουλάχιστον υποκριτής, για να μην πούμε γελοίος, καθώς την ίδια ώρα που μαχόταν στους δρόμους εναντίον του "McWorld," κατά του νεοφιλελευθερισμού και της ανεξέλεγκτης και ασύδοτης επέκτασης των μεγάλων πολυεθνικών εταιριών που επέδραμαν και απομυζούσαν τον Τρίτο Κόσμο (globalization and the corporate control of the political process) αδυνατούσε να αντισταθεί στην Coca Cola.

Μιλώντας εκ των υστέρων, δεν χωρά αμφιβολία πως σε τούτη την υπόθεση η υποκρισία βρισκόταν ολοφάνερα από τη μεριά του Τύπου, και όχι του Ιταλού ακτιβιστή. Λες και υπήρχε άνθρωπος στον πλανήτη τον μήνα Ιούλιο του 2001 που να μην έδινε όρκους αιώνιας πίστης στην Αμερικάνικη soft power!

(Good Lord! Υπήρξε μια στιγμή στον χρόνο που οι υποτροφίες του Ιδρύματος Ford των αρχών της δεκαετίας του ’70, όπως και οι χορηγίες των Ιδρυμάτων Πολιτισμού σήμερα, ήταν περιττές.)

Κι ας απέμενε περίπου ενάμιση μήνας έως ότου η τρομοκρατική οργάνωση ενός Σαουδάραβα μουτζαχεντίν θα έπληττε καίρια, πιθανόν ανεπανόρθωτα, το brand name της υπερδύναμης. Ήταν δύσκολο, way outside the box, για τον οποιονδήποτε να διανοηθεί ένα τέτοιο συντριπτικό χτύπημα στην καρδιά και στο γόητρο των νικητών του Ψυχρού Πολέμου.

Ξέχωρα από μια χούφτα ανθρώπους που εργάζονταν στο FBI, ουδείς φαίνεται πως συμμεριζόταν μια τέτοια πιθανότητα εκείνες τις μέρες, σύμφωνα τουλάχιστον με την αφήγηση του δημοσιογράφου του New Yorker Lawrence Wright στο “The Looming Tower: Al-Qaeda and the Road to 9/11,” βιβλίο για το οποίο βραβεύτηκε με το βραβείο Pulitzer.

Μια υπόθεση εργασίας, ανάμεσα σε τόσες άλλες, θα μου πείτε, ίσως δικαίως. Όπως και να ‘χει, ας σημειωθεί πως οι πλείστες θεωρίες συνομωσίας αναφορικά με το 9/11 οι οποίες υπαινίσσονται, άλλοτε χονδροειδώς, κι άλλοτε με πιο συγκαλυμμένο τρόπο, την εμπλοκή - διά της σκόπιμης αμέλειας - της ίδιας της Κυβέρνησης του George W. Bush στην τρομοκρατική επίθεση με απώτερο σκοπό την εισβολή στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και τα συνεπαγόμενα λάφυρα του πολέμου (“oil war”), είναι και οι ίδιες, ξέχωρα από τους neocons, εμποτισμένες με το δηλητήριο της αλαζονείας του ισχυρού καθώς εμμέσως, πλην σαφώς, αρνούνται την δυνατότητα στον αντίπαλο, στην προκειμένη περίπτωση το πληγωμένο θηρίο του Ισλαμικού φονταμενταλισμού, να καταφέρει να φέρει εις πέρας μια τέτοιας δυσκολίας επιχείρηση.

Το 2001, ανάμεσα σε άλλα, ήταν ακόμη εφικτό να ‘σαι αξιοσέβαστος πίνοντας Coca Cola αφού κανείς δεν μπορούσε να ισχυριστεί, χωρίς να τον κατατάξουν στους ημίτρελους, πως μπορούσε να λύσει το ξόρκι της σαγήνης της. Σε αντίθεση με το φετινό καλοκαίρι δηλαδή όπου είναι στα όρια του εξωφρενικού να κριθεί ως αξιόπιστος ο συνομιλητής σου, οσοδήποτε σοβαρό και αν τον παρουσιάζουν troll bots στα social media, αν επιμένει πως το μαύρο ανθρακούχο υγρό του Αμερικάνικου κολοσσού βοηθάει κατά κάποιον τρόπο στην χώνεψη.

Δίχως (Αμερικάνο) Θεό, όλα επιτρέπονται· τα υγιεινά smoothies της Madame Ginger, ο τούρκικος καφές, το ανθρακούχο νερό από τα καρπάθια Όρη, το κρασί «Της Παρέας», ο συμπυκνωμένος χυμός μανταρίνι από την Κρήτη, ο χυμός μάνγκο τίγκα στα συντηρητικά από Αιγύπτιο στην λαϊκή στα Άνω Πατήσια, το καπνιστό malt whiskey που έχει παλαιωθεί σε βαρέλια sherry με παλαίωση 36 χρόνων, ο μηλίτης, το mojito σε βαζάκι, Vitamalt Classic Non Alcoholic Malt Beverage σαν τους Κονγκολέζους της Κυψέλης, 100% specialty arabica χαρμάνι espresso με προέλευση την Κολομβία και την Αιθιοπία που αποκαλύπτει γλυκές νότες μπισκότου ή, τέλος, ακόμα και green cola από την Ορεστιάδα για τους αθεράπευτους νοσταλγούς – οτιδήποτε εκτός της Coca Cola.

Παρότι γλύτωσα του εθισμού, ομολογώ πως ποτέ δεν τόλμησα να πάρω αψήφιστα τη δύναμη της πειθούς της, εξού και το πρώτο μαγνητάκι για ψυγείο που αγόρασα ποτέ ήταν το σήμα της Coca Cola, από μαγαζί των Εξαρχείων παρακαλώ, σαν να ‘θελα, υποσυνείδητα πάντα, να δώσω περισσότερη έμφαση στο προσωπικό μου sweet surrender.

Να το πούμε κι αλλιώς, «σ’ αυτήν την χώρα όποιος δεν ήταν με τους Αμερικάνους κατέληξε άγιος» όπως έγραφε ο ιδιοσυγκρασιακός διανοούμενος Πέτρος Θεοδωρίδης·

κι εμένα πάντoτε μου άρεσαν οι διαβολογυναίκες.



 

 

 

 

 

 

20.12.21

The Last Straw

 

 


Το μπαλκόνι που μας φιλοξενούσε, εμένα και τον Τρύφωνα, χωρούσε ένα σχετικά μεγάλο τραπέζι, μπόλικες καρέκλες, πολλούς όρθιους με ποτό στο χέρι σε ποτήρι ότι βρούμε, ούτε λόγος βέβαια να περιέκλειε τις επιθυμίες μας – οι φοιτητές, σε αντίθεση με ότι λέγεται, σπανίως ψωνίζουν στις εκπτώσεις, πότε ονειρεύονται να ταξιδέψουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, και πότε να του αλλάξουν τα φώτα – εξού και η απότομη βουτιά στους αριθμούς τους φέτος.

Πίναμε τις φραπεδιές μας φλυαρώντας· όταν δεν δαγκώναμε το καλαμάκι, το χρησιμοποιούσαμε ως αναδευτήρι για τον φραπέθαντο, πότε μοχλεύοντας παγάκια και τις αναμνήσεις από το πλέον πρόσφατο λάιβ και πότε ξεκολλώντας τον αφρό από τα πλαϊνά μέρη του ποτηριού και το μυαλό μας - λέμε τώρα! - από το χαμόγελο της όταν φυσούσε με την άκρη του στολισμένου με κόκκινο κραγιόν στόματος την φράντζα της με χάρη εφάμιλλη μιας Winona Rider.

Αν επρόκειτο για το καλοκαίρι του 2003, και αφού μας έτρεχαν τα σάλια για Quentin Tarantino, κάθε φορά που παίζαμε με το καλαμάκι του φραπέ στο πίσω μέρος του μυαλού μας χαμογελούσε πονηρά η Mia Wallace και το milkshake των πέντε δολλαρίων στο Pulp Fiction· είμασταν ακόμη ανυποψίαστοι βέβαια για τον συγκλονισμό που θα μας προκαλούσε η ξανθιά Uma Thurman στο “Kill Bill”.

Το ‘χαμε στάνταρντ σαν να λέμε πως στο τέλος του πλακόστρωτου πεζόδρομου (75% χρηματοδότηση ΕΣΠΑ) της νιότης θα μας περίμενε, χαμογελώντας συνεσταλμένα σαν αντιστάρ του ανεξάρτητου Αμερικάνικου κινηματογράφου, μια φυσική καστανόξανθη με μαλλιά με αφέλειες φορώντας, ανεξαρτήτως εποχής του χρόνου, εμπριμέ λουλουδάτο φόρεμα, κατά προτίμηση με έφεση στις ξένες γλώσσες, αντί για Γιαπωνέζικα σπαθιά·

λίγο πριν προφτάσουμε να λυτρωθούμε από τις ψευδαισθήσεις με την είσοδο μας στην επικράτεια των ενηλίκων μεν, που δεν αφιερώνουν τις Κυριακές για τους τελικούς των reality shows δε, κόσμος στον οποίο, όσο κι αν δεν το θες, φυλλοροούν οι Great Expectations σε πείσμα της αιθέριας Gwyneth Paltrow και του ελπιδοφόρου Ethan Hawk της εφηβείας μας, πότε καταδαφίζονται οικειοθελώς με προγραμματισμένη ελεγχόμενη έκρηξη στα χέρια ενός οπαδού του ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις, και άλλοτε καταρρίπτονται εκκωφαντικά με χρήση drones στα χέρια του μικροαστού γείτονα, του πρώην κολλητού, ή μιας κάποιας προϊσταμένης τελοσπάντων, πάντως γκρεμίζονται, βρεθήκαμε, πιθανόν με το ζόρι, κανείς δεν μπορεί να το πει με σιγουριά, στον τεχνητό παράδεισο των δημοσκοπήσεων:

σύμφωνα με μια έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Κεντ «μέχρι πριν από μία γενιά, ο περισσότερος κόσμος θεωρούσε ότι η μέση ηλικία αρχίζει στα 36, ωστόσο, σήμερα οι περισσότεροι αισθάνονται πλέον νέοι μέχρι τα 54 τους χρόνια, ενώ ως γηρατειά θεωρούν τις ηλικίες άνω των 69 ετών».

15 χρόνια γέρος ή και μεσήλικας, 36 χρόνια νιάτα.

«Οι γέροι πιστεύουν τα πάντα, οι μεσήλικες υποπτεύονται τα πάντα, οι νέοι ξέρουν τα πάντα» σύμφωνα με τον Oscar Wilde, «οι νέοι αναζητούν την περιπέτεια, οι γέροι λαχταρούν την ασφάλεια» συμπληρώνει ο Naguib Mahfouz Abdelaziz Ibrahim Ahmed Al-Basha· που σημαίνει, άλλο δεν τους μένει, την αλήθεια την ποθούν μεσήλικες·

αναζητούσαμε το χαμένο κέντρο, αγχωνόμασταν αν θα τα τινάξει η μεσαία τάξη, ενώ ο κόφτης της ατελής επιστήμης των δημοσκοπήσεων, πέραν του μνημoνίου διαρκείας με την προπαγάνδα των πολιτικών κομμάτων, στένευε το βάθος ορίζοντα από την μέση ηλικία κατά 18 ολόκληρα έτη έτσι ώστε να μην χρειαστεί να απολογηθεί κανείς για τίποτα – ούτε καν η χώρα που εξέθρεψε, ταΐζει ακόμα με χρυσά κουτάλια, τον πλέον ανίκητο (ξεκάθαρα λόγω βλακείας) και αδίστακτο από τους πολιτικούς της εποχής των μνημονίων, τον Άδωνι Γεωργιάδη.

Δεν αποκλείεται βέβαια να ήταν το 2001, καλοκαίρι που κάπως νοιώθει αμήχανα να μοιράζεται την ίδια χιλιετία με το 2021 για μια σειρά από legit ανθρώπινους λόγους· κι όμως, ποιος να το πίστευε, βαστάμε γερά, σνομπάρουμε το έτος που μας πλάσαρε the Strokes και Big Brother...

η ζωή είναι αλλού, εκεί δεν πίνουν Coca Cola.