5.2.26

Sexάρχεια

 



FROM ANOTHER HILL

IV

Ανήκε στην σφαίρα του ρεαλισμού, της Μάρας και του μπονόμπο, να έκαναν άγριο απολαυστικό σεξ στα τέλη του ίδιου μήνα, αντιθέτως, η πιθανότητα να ζούσαμε με την ξανθιά μια ανέξοδη περιπέτεια του θέρους ήταν αμελητέα, κατά συνέπεια, η Μάρα είχε πολλαπλάσιο αριθμό από εραστές, αντί για έτη συμβίωσης με το έτερον ήμισυ, ένοιωσα τυχερός που η φαντασία μου δεν έπλασε δύο ανθρωπόμορφα πλάσματα να το ιδρώνουν στα όρθια, βραδιάτικα, κάτω από μία χαρουπιά, σε μια απόμερη γωνιά του λόφου του Στρέφη, η ζήλια μου πνίγηκε εκ την γενέση της, δεν φουντώνει την ερωτική επιθυμία, είναι κτητικότητα, τοξική λατρεία, υποδηλώνει ανθρώπινη αδυναμία, είχα αποδράσει από το κάτεργο του διαβόητου, διεθνώς καταζητούμενου, serial killer του έρωτα, αρχαίοι θεοί του έρωτα με είχαν προφυλάξει,

πόσο μάλλον όταν πέρασε τα πόδια της γύρω από την μέση μου, έσφιγγαν με δύναμη πολύ, τα χέρια μου στο σβέρκο, την σπονδυλική της στήλη, έσπρωχναν με ορμή, το κάναμε στην στάση του λωτού, τα πρόσωπα μας σε απόσταση αναπνοής, κόντεψε να μου κοπεί, δίχως να έχω ερωτηθεί (αντι)μίλησε το κορμί: "I love you…"

παράπεσαν ανάμεσα από τα βογγητά, δεν έφτασαν στ’ αυτιά της, ευτυχώς να λέμε δηλαδή, τα σύμφωνα, το πάθος, τα φωνήεντα, η ηδονή, σχημάτισαν μια πρόταση που δεν έπρεπε να σχηματιστεί, δηλητηριασμένη από λαγνεία και υπερβολή, ασαφής τόπος προέλευσης, άγνωστη καταγωγή, ήταν πάντως δύσκολο να αγνοηθεί, αδύνατο να χαρακτηριστεί παντελώς αναληθή,

-       «κάθε ερωτική σχέση βασίζεται σε άγραφες συμβάσεις που οι εραστές τις κλείνουν απρόσεκτα τις πρώτες βδομάδες της αγάπης τους, βρίσκονται ακόμη σε ονειρική κατάσταση αλλά συνάμα, χωρίς να το ξέρουν, συντάσσουν σαν αδιάλλακτοι δικηγόροι τις λεπτομέρειες του συμβολαίου, ώ εραστές, τα μάτια σας δεκατέσσερα σ’ αυτές τις επικίνδυνες πρώτες μέρες! αν σερβίρετε στο σύντροφό σας το πρόγευμα του στο κρεβάτι, θα πρέπει να το συνεχίσετε αυτό για πάντα, αν δεν θέλετε να κατηγορηθείτε αργότερα για έλλειψη αγάπης και για προδοσία»,[1]

αφού δεν άκουσε το σ’ αγαπώ, δεν θα με κατηγορούσε για την αθέτηση μιας απατηλής υπόσχεσης, τέλος καλό, όλα νορμάλ, στον ξύπνιο μου τουλάχιστον, στον κόσμο των ονείρων, σαράντα οκτώ ώρες αργότερα, 

βρέθηκα σε μια αμμώδη παραλία στριμωγμένη ανάμεσα στο μπλε του Αιγαίου και το άνυδρο ξερό τοπίο των γύρω λόφων, κλάσικ Κυκλάδες, μια μεικτή παρέα από singles κάναμε free camping, κάποιοι κατασκηνωτές, διακόσια μέτρα μακριά, είχαν πιάσει τα όργανα, έπαιζαν ρεμπέτικα γύρω από μια φωτιά, και τι κέφι! έρεε άφθονο το τσίπουρο μέσα στα πλαστικά ποτήρια, γύριζε ο μπάφος τον οποίο πάσαρε ο πυγμαίος στην Μάρα που ένοιωθε άβολα στην τοποθεσία τα περνάμε όμορφα, τραγούδι και χαμόγελα αντικριστά, έπιασαν την κουβέντα, η πρώην του ήταν γνωστή της Μάρας, δεν την αντιπαθούσε, ούτε την συμπαθούσε, δεν στάθηκε πάντως αδιάφορο στην απόφαση να του διαθέσει το κορμί της, τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε στην σκηνή της, και τότε ακριβώς είδα ταινία τρόμου - στο επόμενο ενσταντανέ, την έπαιρνε από πίσω doggy style,

ξύπνησα ξαναμμένος στην μέση της νύχτας, την στιγμιαία αίσθηση απώλειας του χωροχρόνου, μιας γνήσιας φρίκης, διαδέχτηκε ένας αναστεναγμός ανακούφισης, σε πείσμα του πόθου που στρατοπεδεύει σε κάθε φιλήδονο σώμα, που νοιώθει λειψό όταν δεν ψηλαφεί, δεν εξερευνά, κάποιο άλλο, διότι αντιλαμβάνεται, με τρόπο που δεν έχουμε ακόμα καταφέρει να αποκωδικοποιήσει πλήρως πως είναι όντως α τ ε λ έ ς,

οι περισσότερες ενδείξεις έδειχναν πως δεν είχα χάσει το μυαλό μου από έρωτα, είχα ξεγελάσει τον Ίμερο, είχε σταθεί ανίκανος να επιβάλλει πάνω μου την ψευδαίσθηση της μοναδικότητας που ο εραστής κάθε φορά αποδίδει στο αντικείμενο του πόθου του, το μερίδιο της ζήλιας που αναλογούσε στην περίσταση ανήκε στον κόσμο των ονείρων, της απιθανότητας, είχα αποδράσει από την κόλαση της αντανάκλασης του σε ένα πρόσωπο αποκλειστικά, τον κόσμο της αδυνατότητας.

 

 

 



[1] Μίλαν Κούντερα, Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης.

 


4.2.26

Sexάρχεια

 

FROM ANOTHER HILL

III

Ανέφελος ο ουρανός, στα λίγα σύννεφα, έδειχναν διακοσμητικά, προσέθεσε η Μάρα το δικό της ανάβοντας τσιγάρο, νικοτίνη με μαριχουάνα μυρωδάτη, ενοχλώντας ελαφρά την γυναίκα από το μπροστινό βραχάκι, μιλούσε στο τηλέφωνο Γερμανικά, την μητρική της γλώσσα, με την παρέα συνεννοούνταν στα Ελληνικά, ανεξαρτήτως γλώσσας, επικοινωνούσε με άνεση και αυτοπεπεποίθηση, η οποία,

δεν ήταν παράγωγο soul-searching μέσω ψυχανάλυσης, ή ανάγνωσης τόμων κλασικής λογοτεχνίας, είχε απασχοληθεί ως curator, διατηρώντας την πολυτέλεια να παραιτηθεί οικειοθελώς από ένα project, σε creative agency που το είχε επιλέξει η ίδια, είχε απολαύσει το προνόμιο να απολυθεί χωρίς να πιστέψει πως έφθασε το τέλος, του κόσμου, γύρω στα σαράντα, τα μακριά μαλλιά της (ξανθό μπεζ της άμμου) ήταν πλούσια και υγιή, το σταρένιο πρόσωπο με τα ανοιχτά καστανά μάτια και το ευθύβολο βλέμμα ακτινοβολούσαν το απόσταγμα από τις χαρές, σεξ και socializing, συναισθηματικούς αποχαιρετισμούς, ταξίδια, μικρές απογοητεύσεις, δεν εξηγούσαν πάντως την αξιοσημείωτη θελκτικότητα της, δεν ήταν ανεξάντλητη, στάθηκε όμως αδύνατον να την προσδιορίσω, δεν έδειχνε να πηγάζει από κάπου, όσον αφορά την Μάρα, τα πάντα εκκινούσαν από την θαλασσοταραχή στο βάθος της εικόνας του διάφανου γαλάζιου και του γκρίζου στις κόρες των ματιών της, αντιστοίχως,

από τα mannerisms της Audrey Hepburn, το χαμόγελο του Tom Cruise, τα υγρά μάτια της ταξιθέτριας στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στην παράσταση της Sylvie Guillem τον Ιούνιο του 2015, το σμίξιμο των φρυδιών του DJ καλοκαίρι στο αγαπημένο της νησί, το laid back ύφος της Dakota Johnson, το στήσιμο, την κορμοστασιά ολόκληρη, του Alain Delon, την μύτη της Maria Callas, τα μονοβλέφαρα μάτια ενός Σουηδοταϋλανδού boxer, τα ψιθυριστά φωνητικά της Billie Eilish, τους μορφασμούς στο πρόσωπο του John Stewart, εισάγουν, προσκαλούν τον θεατή στην πολύστροφη ευφυΐα του, το catwalk ενός μοντέλου από το Κίεβο, το αφοπλιστικό, καθότι αβίαστο, Frenchness του Timothée Chalamet, τα γράμματα της αλφαβήτου, αρκούν από μόνα τους, όταν σχηματίζουν τις λέξεις Monica Bellucci, Brad Pitt, Lana del Ray, (ο) Γιώργος (μου), (η) Μαρία (μου), τα σύμφωνα και τα φωνήεντα όπως αναδύονται από το φωνητικό άδυτο, ξεναγούς της ομορφιάς, της Rosamund Pike, μια ηχογράφηση της να διαβάζει από ακαδημαϊκό περιοδικό κοινωνικών επιστημών (τηλεφωνικoί κατάλογοι έχουν πάψει να τυπώνονται) επιθυμούσα να συντροφεύσει τις τελευταίες μου στιγμές, εξομολόγηση που απέφερε στο παρελθόν μια wholesome αγκαλιά από την πρώην, όσο για την Μάρα, «από την αρχή κατάλαβα ότι είσαι περιπτωσάρα!» είπε γελώντας κοροϊδευτικά, φασωθήκαμε άγρια αμέσως μετά, για καναδυό λεπτά,

περίπου συνομήλικες, η αναπόδραστη φθορά είχε αρχίσει να επισκέπτεται τις δύο γυναίκες με ανάποδη φορά, ήταν δυνατόν να φανταστείς την χαλάρωση του δέρματος, τις ραγάδες, κάτω από την ριχτή μπλούζα και το φαρδύ λινό μπεζ παντελόνι της ξανθιάς, η επιδερμίδα του αμακιγιάριστου προσώπου της ήταν απαλή και λεία, χρησιμοποιούσε προϊόντα αντιγήρανσης, serum ορούς προσώπου με βιταμίνη C και σαλικυλικό οξύ, τα οφέλη τους, προσφέρουν λάμψη και αντιμετωπίζουν τις ρυτίδες, παρέμεναν άγνωστα για την Μάρα, το αδύνατο κορμί της διατηρούσε τη νεανική ζωντάνια του, οι ερωτεγενείς ζώνες μια όρεξη ακόρεστη, το πρόσωπο συνόδευε, όλο και περισσότερο, η κούραση, το άγχος, η αγωνία, αίσθημα, το οποίο,

ομολογουμένως, δεν σημάδεψε τον λιγοστό χρόνο που απαιτήθηκε έως ότου συνειδητοποιήσω πως αυτομάτως ένοιωθα μεγαλύτερη οικειότητα με μία άγνωστη, αντί για την γυναίκα που συνόδευα, κατά συνέπεια, το απόλαυσα λιγάκι όταν η Γερμανίδα γείωσε την Μάρα, που δεν είχε σταματήσει να γκρινιάζει,

πράγματι, οι διοργανωτές δεν είχαν προνοήσει να προμηθεύσουν όσους συμμετείχαν στο event με τα κατάλληλα, για την περίσταση ηχεία, ξέχωρα από τις νότες που ξεχύθηκαν από το σαξόφωνο της μουσικού που είχε λάβει θέση ανάμεσα μας, στέκονταν πάνω σ’ ένα κομμάτι βράχου που προεξείχε, δεν έφτασε στ’ αυτιά μας άλλος ρυθμός, ή μελωδία, παραμένει άγνωστο αν κάποιος ακροατής κατάφερε να ταξιδέψει με τον ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας από το πλησιέστερο κτίριο, ακουγόταν αμυδρά στο βάθος μιας καλοπροαίρετης αυθυποβολής θερινού τύπου,

κοντολογίς, δεν λικνιστήκαμε με Αφρικάνικα beats, δεν μας ξεσήκωσαν κλαρίνα, κανείς δεν ανατρίχιασε με το ηλεκτρικό βιολί ενός δεξιότεχνη μουσικού που βρέθηκε σε μία από τις τριάντα πέντε ταράτσες, ήταν fail το event, αν συνυπολογίσουμε την χρηματοδότηση μερικών δεκάδων χιλιάδων ευρώ που λίμναζαν προηγουμένως σε κάποιο Ευρωπαϊκό Ταμείο, μηδέν ηχεία, ένα drone, ένα και το video για τα social media, τέλος καλό, όλα καλά... παρότι μας κουβάλησαν στον Στρέφη χωρίς λόγο, δεν αδημονούσα όμως να σχολιάσω, δηλαδή να αποδοκιμάσω, τα πάντα έμοιαζαν πιο φωτεινά, το καλοκαίρι από ψηλά, λιγότερο ανησυχητικά, συμπεριλαμβανομένης της ομορφάσχημης Αθήνας, όταν το σαξόφωνο μπήκε στην θήκη του, την ησυχία διαδέχτηκε η βοή του κόσμου, κανόνιζαν που θα συνέχιζαν τη νύχτα του Σαββάτου,

καθιστή ακόμα, η ξανθιά έστριψε το σώμα της προς την πλευρά μας, «ακουγόταν η μουσική... εγώ τουλάχιστον άκουγα» είπε απαντώντας ετεροχρονισμένα στο επαναλαμβανόμενο «δεν ακούγεται τίποτα... τίποτα δεν ακούγεται» της Μάρας, έπειτα σηκώθηκε, κοίταξε προς την μεριά μας, αλλά πάνω από τα κεφάλια μας, ακολούθησε σιωπή, οι δύο γυναίκες συμφώνησαν πως διαφωνούν,

«εντάξει... ακουγόταν κάπως» σχολίασα, σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάγκη που ένοιωσα να την αγκαλιάσω, ώστε το δεξί μου αυτί να βρεθεί μεταξύ του στέρνου και της κοιλιακής χώρας, με δέντρο έμοιασε στα μάτια μου η Γερμανίδα, προφανές πως ήταν αειθαλές, οι ρυτίδες οι ραβδώσεις του κορμού, τα πόδια της ρίζες που έφθαναν βαθιά μέσα στην γη...

..."fool of a tree-hugger!!" άκουσα την φωνή του θείου Werner:

-       "there is no harmony in the universe, in comparison to that enormous articulation we only sound and look like badly pronounced and half-finished sentences out of a cheap novel, life in the oceans must be sheer hell, a vast, merciless hell of permanent and immediate danger, so much of a hell that during evolution some species –including man– crawled, fled onto some small continents of solid land, where the Lessons of Darkness continue; it is not that I hate it, I love it very much, but against my better judgment",

"Every Man For Himself And God Against All" όπως το έθεσε ο Herzog, τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό με μια σειρά από mind-blowing ντοκυμαντέρ, ταινίες, βιβλία,

όσο για τον «θεό των Ελλήνων», τον επικαλούνταν επί ματαίω, και εις μάτην, ο σπορτκάστερ των αγώνων της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου Μάκης Περιστεριώτης στις εκστατικές και τις δύσκολες στιγμές, δέκα χρόνια έπειτα από τον χρυσό θρίαμβο του 2004, η ομάδα ηττούνταν -εις διπλούν!- από τους ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές που στελέχωναν την ομάδα από τις Νήσους Φερόες (πληθυσμός 54.000),

τέλος, ο θεός των Εξαρχείων, ήταν μπουχτισμένος,

δεν χρειαζόταν να ασπαστεί κανείς -εξ ολοκλήρου- την «θεωρία των σπασμένων παραθύρων» (broken windows theory), σύμφωνα με την οποία, τα εμφανή σημάδια παραβατικότητας και κοινωνικής αναταραχής (μικροκλοπές, βανδαλισμοί, tagging) δημιουργούν ένα συγκεκριμένο περιβάλλον που ενθαρρύνει αντίστοιχες συμπεριφορές έτσι ώστε τα σοβαρά αδικήματα (δολοφονία, ληστεία) να αποτελούν  τα τελικά αποτελέσματα μιας σειράς γεγονότων που αρχίζουν από την τέλεση ήσσονος απαξίας αδικημάτων, πόσο μάλλον που συνομιλούσε υπόρρητα με την θεώρηση της Ελληνίδας μικροαστής μάνας των 1990s σχετικά με τα ναρκωτικά: όποιος δοκίμαζε χασίς, αρκούσε μια φορά, αργά ή γρήγορα, νομοτελειακά, κατέληγε στην ηρωίνη, στο τέλος στο νεκροταφείο, ώστε να πειστεί πως στα Εξάρχεια...

φυσούσε πολύ απ’ τα σπασμένα μας τα τζάμια, των αυτοκινήτων, της εισόδου των κτιρίων, έπειτα από τις νύχτες ταραχών και επεισοδίων, ανεμοσκορπίσματα, διαβολομαζώματα, για μια γειτονιά που δεν γνώρισε έκρηξη των ποσοστών κατά της ζωής, ή εγκλήματα σοκαριστικής βίας, συνήθισε ωστόσο, κανοκανονικοποίησαμε,  κάτοικοι, επισκέπτες, τηλεθεατές, την αίσθηση, αλλά και την εικόνα, κυρίως όμως -την πραγματικότητα- της παρακμής.

 




31.1.26

Sexάρχεια


 

FROM ANOTHER HILL

II

Συμφωνήσαμε, αν και δεν το συνηθίζαμε, να βρεθούμε απόγευμα Σαββάτου, για ένα open air δωρεάν event στον λόφο του Στρέφη, δεκάδες μουσικοί διασκορπισμένοι σε γειτονικές ταράτσες κτιρίων και ρετιρέ πολυκατοικιών, θα εκκινούσαν μια μουσική ηχητική σκυταλοδρομία μεταξύ τους,

περπατούσαμε σιωπηλοί στην οδό Βουλγαροκτόνου, ένα τυπικό στενό των Εξαρχείων με μικρό πλάτος και αφρόντιστο πεζοδρόμιο, κατελλειμένο σε διάφορα σημεία από παρκαρισμένα μηχανάκια, στα κτίρια παρατηρούνταν η γνώριμη ποικιλομορφία της περιοχής: πολυκατοικίες σαράντα-πενήντα ετών, ορισμένες του μοντερνισμού του 20ου αιώνα, κατοικίες δύο ή τριών ορόφων, κάποιες του μεσοπολέμου, νεοκλασικά, ουκ ολίγα εγκαταλελειμμένα, τέλος, μικρομάγαζα στο ισόγειο κτιρίων, κάναμε στάση στο μίνι μάρκετ, έβαλα στο back pack μια Kaiser μπουκάλι, Alpha για την Μάρα, κοντοσταθήκαμε μπροστά από το τριώροφο του αριθμού 40, το κτίριο ανήκε στον υπουργό επικρατείας της κυβέρνησης του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς, που δεν τα είχε βάψει μαύρα που η είσοδος της οικίας είχε βαφτεί στο μαύρο, ήταν η έκτη επίθεση με βόμβες μολότωφ (ή γκαζάκια) τα τελευταία δυόμιση χρόνια, προσπεράσαμε την φρουρά του πολιτικού, αστυνομικοί σε δίκυκλα, πιο κάτω στάθμευε μια διμοιρία των Μονάδων Άμεσης Καταστολής, στο κλειστό και ασφαλισμένο με αλυσίδες κτίριο του αριθμού 63 είχε το στρατηγείο του το 1944 ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, στον ίδιο δρόμο βρίσκονταν το τμήμα της πολιτοφυλακής, έπειτα από την λήξη του Β’ Παγκόσμιου στα Εξάρχεια διαδραματίστηκαν μάχες τον Δεκέμβρη του 1945 μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των κομμουνιστών, στρίψαμε πριν το Club Decadence, είχε βάλει λουκέτο προ ετών, δεν θύμιζε τίποτα στην Μάρα, σ’ εμένα ξενύχτια, χαρές, μεθύσια, αλτέρνατιβ μουσικές, εισήλθαμε στους πρόποδες του λόφου, ύψους 168 μέτρων και έκτασης 48 στρεμμάτων, όπου,

κάποτε λειτουργούσε το λατομείο ιδιοκτησίας της οικογένειας Στρέφη, φιλοξενούνταν μαντριά και κοτέτσια, έβρισκαν καταφύγιο τα χαμίνια, ο λόφος το 1914 δενδροφυτεύτηκε με πεύκα και καλλωπιστικά φυτά, το 1985 προστέθηκαν ανοικτό γήπεδο του µπάσκετ, θεατράκι, παιδική χαρά, κυλικείο, και πεζόδρομοι, όπως ακριβώς συνέβη με άλλα έργα αστικής ανάπλασης την ίδιας περιόδου, δεν συντηρήθηκε,

έτσι ώστε, να ανηφορίσουμε έναν λόφο που δεν είχε αποψιλωθεί, το κυλικείο δεν σέρβιρε καφέ και αναψυκτικά, να βαδίσουμε σε χωμάτινα δρομάκια που δεν είχαν καθαριστεί, το θέατρο δεν φιλοξενούσε παραστάσεις, η παιδική χαρά ήταν εκτός λειτουργίας για λόγους ασφάλειας των παιδιών, στο γήπεδο ευτυχώς άραζαν νεολαίοι, φούμαραν, κουβέντιαζαν, έπιναν μπάφους, μια παρέα έπαιζε 3x3 σε μία μπασκέτα, τέλος, το γειτονικό μεζεδοπωλείο, θύμα της οικονομικής κρίσης, είχε καταληφθεί από αντιεξουσιαστές, επέμεναν, συνέχιζαν την παράδοση των 1980s,

όταν στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η κοινωνική φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας, σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα και κεκτημένα (το 1981 η Ελλάδα έγινε το δέκατο μέλος της Ε.Ο.Κ.), τα σοσιαλιστικά πειράματα στην οργάνωση του κράτους (κρατικοποιήσεις βιομηχανιών), παρήγαγαν, εμμέσως, προσδοκίες, όνειρα, ελπίδες για λαϊκή εξέγερση που θα κατάφερνε ένα συντριπτικό χτύπημα στον καπιταλισμό, ο λόφος έγινε στέκι, και ορμητήριο, αναρχικών ομάδων, επαναστατημένων φοιτητών,

η ζέστη είχε αρχίσει να υποχωρεί, δέκα λεπτά πριν από τις οκτώ, ενωθήκαμε με μερικές δεκάδες από fomo eventάκηδες, κάτοικους της γειτονιάς, υποαπασχολούμενους πολιτιστικάριους, τζαμπατζήδες, μουσικόφιλους, τον νεαρόκοσμο που είχε συγκεντρωθεί στην άκρη του λόφου με θέα προς την πόλη, το γαλάζιο της θάλασσας, την Ακρόπολη, και το μπλε του ουρανού, ήταν λευκά και αφράτα, πάντως ελάχιστα τα σύννεφα εκείνη την βραδιά, σε αντίθεση με την προηγούμενη,

άλλη μια νύχτα ταραχών, σύγχυσης, και κλάματος από τα δακρυγόνα, τα επεισόδια είχαν ξεκινήσει ρουτινιάρικα, εβδομαδιαία συνήθεια, πάνω κάτω, όταν μια ομάδα δέκα δέκα πέντε ατόμων εξήλθε από το Πολυτεχνείο, φιλοξενούσε μια diy rock συναυλία, εκσφεδόνισαν πέτρες, κομμάτια από ξύλο και μάρμαρο, γυάλινα μπουκάλια μπύρας προς την μεριά των Μ.Α.Τ., οι συγκρούσεις δεν άργησαν να γενικευτούν, έφηβοι πρόσφυγες και μετανάστες, ασυνόδευτοι ανήλικοι που είχαν φθάσει πρόσφατα στην χώρα, συμμετείχαν επίσης, σε ό,τι έμοιαζε με (αν)ιεροτελεστία μύησης στα έθιμα της γειτονιάς, ακολούθως, όλοι τους βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στον χώρο του πανεπιστημίου, προστατεύονταν από το άσυλο, έναν νόμο του κράτους που εισήχθη το 1974 έπειτα από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα,

αρχικά, τις πρώτες δεκαετίες, λειτούργησε ως αναγκαίο εχέγγυο της ακαδημαϊκής ελευθερίας, έναντι της αυθαιρεσίας των νοσταλγών της δικτατορίας, κατέληξε φετίχ των διανοούμενων της (κεντρο)αριστεράς,

σε όρους υλικούς, κόστισε εκατομμύρια, η επαναλαμβανόμενη καταστροφή δημόσιας περιουσίας εκ του ασφαλούς, σπαταλήθηκε επίσης, ξοδεύτηκε, φαιά ουσία, από τους πανεπιστημιακούς διδάσκοντες, τους διδασκόμενους, και όλους μας.

 

 


30.1.26

Sexάρχεια

 

FROM ANOTHER HILL

I

Κατηφορίζαμε τον λόφο του Στρέφη, ο ήλιος είχε μόλις δύσει, όταν η Μάρα φώναξε «οι άνθρωποι είναι ζζώωωα!», δεν με ξένισε, καθόλου, ήταν σαφές, πως το πίστευε, σπάνια έχανε την ευκαιρία να δοκιμάσει την πίστη μου στο ανθρώπινο είδος, έναν εκπρόσωπο του προσπερνούσαμε βαδίζοντας εκείνη την στιγμή,

στεκόταν έξω από ένα μαύρο Volkswagen Golf 4ης γενιάς (1997-2003), έδειχνε να περιμένει κάποιον, ντυμένος στο στυλ της γειτονιάς, αδιάφορα casual σε βαθυκάστανο, γενικά τα Εξάρχεια χαρακτηρίζονταν από μονοχρωμία, συναντούσες επίσης μαύρο, navy blue, και γκρι, δηλαδή φαιό, σταχτί, ιδανική επιλογή από την χρωματική παλέτα ώστε να αποδοθεί η ατμόσφαιρα της περιοχής εκείνη την χρονιά, τριανταφεύγα ετών, τα καστανά, όπως το δέρμα, κοντά μαλλιά του δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα τριχόπτωσης, τα γένια, η αξυρισιά, το μούσι ήταν must, το δικό του ήταν trimαρισμένο, μεσαίου αναστήματος με τετράγωνους ώμους, γυμναστήριο τις καθημερινές, 5×5 ποδόσφαιρο τις Κυριακές, αν δεν το ‘χε ξενυχτήσει, trekking όποτε προκύψει,

αφότου απομακρυνθήκαμε, επέμενα να προσπαθώ να αντικρούσω τον δηλωμένο, από την αρχή της γνωριμίας μας, όρκο πίστης της Μάρας στην θεωρία της εξέλιξης, τα λογικά της συνεπακόλουθα δεν άφηναν, σύμφωνα με την ίδια, κανένα περιθώριο παρερμηνείας, κοντολογίς, ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο άρα καταδικασμένος να συμπεριφέρεται όπως ακριβώς τα ζώα, άλογα, άγρια, παράλογα, μέχρι το τέλος του κόσμου που δεν πρόκειται να αργήσει λόγω κλιματικής κρίσης, ανέφερα τις φάλαινες που παίζουν στο νερό με άλματα και βουτιές, χτυπάνε κιόλας την ουρά τους, τον σκύλο που επέστρεψε στο αφεντικό του έπειτα από επτά χρόνια, ήταν ανέλπιδη, πάντως ανεβαστική κάθε φορά, η απόπειρα να καλμάρω τον νιχιλισμό της, όπως και να ‘χει, διεκόπη,

όταν το αρσενικό αποφάσισε να επικοινωνήσει με το θηλυκό με άναρθρες κραυγές, την γλώσσα των προγόνων μας , ενός εκ των δύο ειδών χιμπαντζήδων με στενότερη εξελικτική συγγένεια με τον άνθρωπο, των μπονόμπο, θηλαστικό γνωστό για την υπερσεξουαλικότητα του, το έτερο είδος είναι ο χιμπαντζής ο κοινός,

στην πραγματικότητα, ο τύπος ήθελε απλά να την τσιγκλίσει, έδινε ψήφο εμπιστοσύνης σε συνεργατικά εγχειρήματα, έκανε ελεύθερο κάμπινγκ με μεγάλη παρέα τον Αύγουστο στην Σαμοθράκη, πίστευε στην αλληλεγγύη, την δύναμη της φύσης, της αντικαπιταλιστικής αριστεράς επίσης, σε συμφωνία με τα ήθη των νέων της γειτονιάς, αντιπροσώπευε την εξαρχειώτικη βερσιόν του διεθνώς αναγνωρίσιμου ιδεότυπου του alpha male, ο οποίος,

δεν ταυτίζεται, ούτε ισούται προφανώς, με τον μαλάκα, τον jerk, όπως κάθε άλλος ιδεότυπος, είναι ένα ανθρωπολογικό μοντέλο, το οποίο, δεν συνιστά οντολογική περίπτωση αλλά χρησιμεύει για την θεωρητική απεικόνιση, την μελέτη της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς, παραδείγματος χάριν,

ένας σύνηθης ιδεότυπος των Εξαρχείων ήταν ο αντιεξουσιαστής που απαλλοτριώνει, καταστρέφει, βιοπραγεί, ζούσε σε αντιπαράθεση με τον εξουσιαστή που έκλεβε (το κράτος), διόριζε ημέτερους (στο κράτος), και αυθαιρετούσε (έναντι των πάντων), έπειτα από το peak του 2008-2012, χρονική περίοδος που συνέπεσε με την ελληνική οικονομική κρίση (πυροδοτήθηκε από την Διεθνή Χρηματοπιστωτική Κρίση, Panic of 2008), θεωρείται ότι έληξε τον Σεπτέμβριο του 2019 με την πλήρη άρση των κεφαλαιακών ελέγχων που είχαν επιβληθεί, βγήκε, σταδιακά, εκτός μόδας - οι εξουσιαστές είχαν λιγότερα κεφάλαια να μοχλεύσουν, οι αντιεξουσιαστές, νέοι και νέες 18-22 ετών ως επί το πλείστον, εξαναγκάστηκαν να βγουν νωρίτερα στην αγορά εργασίας (τουρισμός, εστίαση),

ο ιδεότυπος, που προέρχεται από τη γερμανική λέξη Gedankenbilder (νοητικές εικόνες), αναφέρεται στον κόσμο των ιδεών, δεν αντιστοιχεί σε ηθική τελειότητα, η οποία, ομολογουμένως, δεν συναντάται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση ενός alpha male,

λιγότερο macho, ένεκα των περιορισμών που προκύπτουν από το νομικό-ορθολογικό (βάσει κανόνων και νόμων) τύπο νομιμοποιημένης κυριαρχίας στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας, των συγκαιρινών κοινωνικοπολιτισμικών ευαισθησιών επίσης, οι γυναίκες διεκδίκησαν, και καταφέρνουν, ισότητα, στην επαγγελματική ζωή, και το κοινωνικό περιβάλλον, τα αντανακλαστικά του παραμένουν πατριαρχικά (αντί για πατρικά, ή μπαμπαδίστικα), σε ορισμένο βαθμό, καθώς άλλωστε ανταποκρίνονται σε έναν έτερο τύπο νομιμοποιημένης κυριαρχίας, τον παραδοσιακό (βάσει εθίμων),

αναμενόμενο, αναγκαίο, ή προαπαιτούμενο, όσον αφορά τον επαγγελματία του αρχαίου ολυμπιακού αθλήματος της ελληνορωμαϊκής πάλης, του πολεμιστή, του γεννημένου σε γκέτο, φαβέλα, ή φτωχογειτονιά που κρύβει κινδύνους, του gaucho, του security σε γήπεδο ποδοσφαίρου του ελληνικού πρωταθλήματος, του έγκλειστου στην φυλακή,

πρόκειται, φυσικά, για έναν ιδεατό τύπο που -εξ ορισμού- μεταλλάσσεται, δεν θεωρείται πλέον απαραίτητο προσόν για το επάγγελμα του οδηγού, του τραπεζικού υπάλληλου, του τραγουδιστή, του barista,

males in transition, rather than in crisis, δεν είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στα 1930s του Ernest Hemingway[1], τα 1960s του Che Guevara[2] και του Sean Connery, στο δασύτριχο τους στήθος, οι άντρες δεν συνήθιζαν να αφαιρούν τις τρίχες από το σώμα τους ούτε πριν από είκοσι πέντε χρόνια, με την εξαίρεση των αθλητών του water polo, body builders, ή δρομείς, κανόνας πλέον για τα alpha fit, νόρμα κοινωνικά αποδεκτή, η πρόσληψη της ήταν αρνητική, θεωρούνταν weird, για έναν άντρα από την Γεωργία, την Σαρδηνία, την Αριζόνα, την Τυνησία, την Κιλικία, και την Παμπλόνα,

όσον αφορά τον ιδεότυπο της γυναίκας υψηλής συναισθηματικής νοημοσύνης, εύθραστης, ευαίσθητης, ευάλωτης, σαν χαρακτήρας που ξεπήδησε από αισθηματική πεζογραφία τύπου άρλεκιν της δεκαετίας του 1920, σε μεγάλο βαθμό, έχει λησμονηθεί, αηδόνι σε κλουβί, ενίοτε υστερική, υποθέτουμε λόγω κλεισούρας, αντί για λόγους που άπτονται της βιολογίας, οι γυναίκες δεν εργάζονταν, ούτε σύχναζαν στα καφενεία, η απουσία των θηλυκών από την δημόσια ζωή, τους χώρους όπου συγχρωτίζονταν οι άντρες, τις καθιστούσε άγνωστες, ενίοτε μυστηριώδεις,

τόσο, ώστε να αναδειχθεί ένας ακόμη ιδεατός τύπος, σύμφωνος με το ζοφερό, απαισιόδοξο, κλίμα της δεκαετίας του 1940, της γυναίκας οχιάς, αινιγματική πανούργα, πρωτοεμφανίστηκε στα film-noir του Αμερικάνικου σινεμά, η γοητεία της φανερώνονταν στην λεπτότητα των κινήσεων του σώματος, ακαταμάχητους μανιερισμούς, την προπονημένη εκφορά του λόγου, την κατάκτηση της φυσικότητας της επιτήδευσης, τέλος, την αριστεία στην τέχνη της υπαινικτικής, αντί μιας δήλωσης προθέσεων, της δυνατότητας του βλέμματος όπου κάδραρε ο Billy Wilder δημιουργώντας την αρχετυπική femme fatale στο πρόσωπο της Phyllis Dietrichson στο Double Indemnity (1944), η μνήμη της τιμάται έως τις μέρες μας από συγγραφείς και αναγνώστες αστυνομικής πεζογραφίας, cinephilé, κάθε λογής ονειροπαρμένους,

ο ιδεότυπος του άντρα gentleman εγκαταλείφθηκε, όπως και του ιππότη, των θρύλων, που θα μονομαχούσε με φλεγόμενους δράκους, γνωρίζοντας, εκ των προτέρων, το τέλος της ιστορίας, εκπληρώνοντας την προφητεία, ο ίδιος θα χανόταν, εξολοθρεύοντας παράλληλα το αδηφάγο τέρας, του μακελειού θα επιβίωνε η καλή του, θα παντρεύονταν εκ νέου μεσαίο εταιρικό στέλεχος του private equity,

τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί,

η Μάρα δεν θα είχε υψώσει σκόπιμα την φωνή της κατάλληλη στιγμή, ούτε θα είχε χαρίσει στον άγνωστο άνδρα ένα πονηρό χαμόγελο, έτσι ώστε να μην ξαφνιαστεί, πόσο μάλλον δυσαρεστηθεί, ένα γελάκι εμφανίστηκε στο πρόσωπο της, όταν της έστειλε ερωτικό σινιάλο στην γλώσσα ενός πυγμαίου χιμπαντζή,

δεν θα σκοτιζόμουν, στην μέση του σκοτεινού δρόμου, με ανθρωπότυπους και ιδέες, ιδεότυπους και ανθρώπους, δεν θα αναρωτιόμουν αν σκόπευε να φέρει στο νου της την εικόνα του τρωγλοδύτη Παν όταν θα κάναμε σεξ,δεν θα ήμουν βέβαιος πως στο δικό μου slideshow θα εμφανιζόταν μία άλλη γυναίκα, αν δεν είχε υπάρξει εκείνη η ξανθιά...

 

 

 

 



[1] "In 1937, one of the most famous (and absurd) confrontations in literary history took place in New York, it involved Ernest Hemingway, the critic Max Eastman, and a very specific argument about masculinity and body hair, the feud began when Eastman wrote a scathing review of Hemingway’s bullfighting book, Death in the Afternoon, he mocked Hemingway’s hyper-masculine persona: "come out from behind that false hair on your chest, Ernest, we all know you," to Papa Hemingway’s supporters this was blasphemy, furious about the false hair comment, Hemingway reportedly unbuttoned his shirt to reveal a very hairy chest, he encouraged Max to assess the authenticity of his chest hair, while he mocked Max’s chest, which was as “bare as a bald man’s head…”" Gemini.

[2] "Che, the great revolutionary, a death seeking missile, with a disposition to die beautifully, Guevara, the dogmatic ideologue, the unskilled economist, the incompetent politico."https://www.lrb.co.uk/the-paper/v19/n16/richard-gott/the-ribs-of-rosinante

"He was a very magnetic human being, cruel, and entirely obsessed, but nevertheless attractive."https://www.theparisreview.org/interviews/1395/the-art-of-fiction-no-146-william-f-buckley-jr

 


29.1.26

Sexάρχεια

 

THE WAYS OF THE BEAST

Αμήχανη περίοδος, άβολη η περίοδος, στην ζωή των εραστών,

την ρώτησα λοιπόν αν ήθελε να αναβάλλουμε το ραντεβού (το είχε ακυρώσει τον προηγούμενο μήνα), «αν δεν είναι για να πηδηχτούμε δηλαδή δεν θέλεις να με δεις;» ενεργοποίησε το conflict mode, χρειάστηκαν έντεκα λεπτά, είκοσι μηνύματα, μέχρι να λήξει αίσια το θέμα (έλα στις οκτώ… θα σε περιποιηθώ»), έφθανα πάντοτε νωρίτερα, εκείνη την βραδιά επτά λεπτά, κτύπησα το κουδούνι στις 20:02,

ήπιαμε μπύρες, χωρίς ένταση και διαφωνίες, στην βεράντα με το στρωμένο παλιακό Αθηναϊκό μωσαϊκό σε μαύρο χρώμα, τις γλάστρες με ανθεκτικό ελαίαγνο, αναρριχώμενο ρυγχόεσπερμο, πικροδάφνη, αλόη βέρα, τις κρεμαστές ζαρντινιέρες και τα καλάθια με μωβ τηλέγραφο, λευκό και έντονο κόκκινο γεράνι, λεβάντα, πλατύφυλλο βασιλικό, και πόθο, σαν εκείνον που με είχε κυριεύσει, συν την ανυπομονησία, όσο την περίμενα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ντυμένος ακόμα, πάνω από το πάπλωμα, το τηλέφωνο το είχα αφήσει στο σαλόνι, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα φορώντας στενό μαύρο παντελόνι, μαύρο αμάνικο ριπ τοπ, ίδιο με εκείνο στην φωτογραφία στο προφίλ της στο Facebook, είχαμε προφτάσει να εξομολογηθεί, εν είδη φιλοφρόνησης, έπειτα από την ευτυχή λήξη ενός γύρου ερωτοπραξιών, ανάλαφροι, ευάλωτοι, γυμνοί, την φωτό που είχαμε επιλέξει, πριν σμίξουμε ακόμα, ώστε να προσφέρουμε πρόσκαιρη ανακούφιση στο σώμα μας, καβάλησε σαν καουμπόισσα, έκανε σεξ μαζί μου woman on top σε μια φωτό που με είχαν τραβήξει σε οριζόντια θέση σε αμμώδη παραλία, πλησίασα από πίσω στην selfie που έσφιγγε το μπράτσο της μπροστά από τον νιπτήρα, φίλησα τον λαιμό, τον ώμο εις διπλούν, το χέρι της, το οποίο,

απροπόνητο σε γυμναστήριο, πάντως σφριγηλό, κατά αναλογία με τα βάρη της ζωής, είχε αρχίσει τώρα να προσφέρει απόλαυση, γρήγορα συνέδραμαν το στόμα και τα χείλη, έπαψα να κοιτάζω με ορθάνοιχτα ευγνώμονα μάτια όταν επέδραμαν απαλά, πάντως προειδοποιητικά, οι κοπτήρες, η Μάρα ζητούσε διακριτικά να τους αφήσω μόνους, απέσυρα το βλέμμα, και άλλωστε,

είχε ανοίξει τρύπα στο ταβάνι, κοιτούσα πλέον το φεγγάρι από την παραλία της Παχιά Άμμου στην Νίσυρο, καλύπτεται από χαμηλή θαμνώδη και φρυγανική βλάστηση όπου παραμονεύουν μικροί μαύροι σκορπιοί, στο νησί του Αιγαίου βρίσκεται το δεύτερο μεγαλύτερο ενεργό ηφαίστειο στην Ελλάδα γνωστό για τους πέντε κρατήρες του, η τελευταία έκρηξη χρονολογείται στο 1888,

όταν κάναμε έρωτα, εξυπακούεται, τα χέρια μου έφθαναν στο σώμα της, χάϊδευαν την πλάτη της, ανακάτευαν τα μαλλιά της, τσίμπαγαν τον πισινό της, άρπαζαν, εξερευνούσαν το κορμί της, ακουμπούσαν, στηρίζονταν πάνω της, κρατιούνται, ο ένας από τον άλλον, οι εραστές, να μην πέσουν, να μην γκρεμοτσακιστούν στην παραζάλη του έρωτα, όταν όμως μεταβόλιζε την δύναμη μου, Μάρα was in charge, απομακρύνονταν, τόσο να μην φτάνω, είτε σήκωνα τα χέρια μου ψηλά (παραδίνομαι), είτε τα άφηνα να πέσουν δίπλα, φαίνονταν δηλαδή πως σπαρταράω, ένοιωθα ίλιγγο, μετεωριζόμουν, έως ότου...

...εξερράγη, ακολούθως ήρθε ξάπλωσε δίπλα μου, το πόδι της πάνω στην κοιλιά, το χέρι της γύρω από τον σβέρκο, καθώς ανάσαινε δίπλα από τον λαιμό μου εισέπνεα το άρωμα που αναδύοταν από το δέρμα, τα μαλλιά της, δεν κράτησε πολύ η ανάπαυση, έπειτα από ένα μισάωρο, μετακινήθηκε εκ νέου στα νότια της επικράτειας της χώρας, ένα διπλό κρεβάτι δηλαδή, αφαίρεσε το παντελόνι, έμεινε με το κολλητό μαύρο σλιπ, διοχέτευσε σταδιακά στο σώμα μου ένταση που αδυνατούσε να διαχειριστεί, δεν υπήρχε -προφανώς- δυνατότητα αποτροπής, σε αντίθεση με το μυαλό μου, ευτυχώς, το ταβάνι παρέμενε στην ίδια θέση, δυστυχώς, δεν άνοιξε η έξοδος κινδύνου προς το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης, το νησί της Γαύδου, κατακαλόκαιρο στο Σαρακήνικο, η παραλία χρωστάει το όνομα της στους Σαρκεγίν κουρσάρους της Ανατολής, να χαζεύω ανάμεσα από υπεραιωνόβιους κέδρους υπέρλαμπρα αστέρια, έκλεισα τα μάτια, αντίκρυσα guest stars στα Εξάρχεια, κατά σειρά εμφάνισης:

πλάσμα σαγηνευτικό, με κατάμαυρα λεπτά μαλλιά μακρύ καρέ, spirits of Saturn αντικατοπτρίζονταν στα αμυγδαλωτά της μάτια, το Venetian white πρόσωπο της, καθόταν γονατιστή στα νοτιοδυτικά του κρεβατιού, γράπωσε το πόδι μου, κοιτούσε ανυπόμονα την Μάρα με edginess που προκάλεσε την συστολή κάθε μικροσκοπικού μυός στην βάση κάθε θυλάκου τρίχας, είχε σουβλερή μύτη, λεπτεπίλεπτη εξίσου με τα χείλη της, το στόμα έκρυβε ολόλευκα δόντια που έμοιαζε να σφίγγουν και να τρίζουν από ένταση επειδή καθυστερούσε η σειρά της, for branch,

κορίτσι αφράτο, τροφαντό, με μακριά ξανθά μαλλιά και φυσικούς μακρόστενους ευμεγέθεις μαστούς, τους έφερε κοντά στο πρόσωπο μου γελώντας πρόσχαρα,

τύπος ψηλός, μελαχρινός, και συμπαθητικός, στέκεται όρθιος στην άκρη του κρεβατιού, έχει περάσει τα χέρια του στην λεκάνη της, το κάνει στην Μάρα με αργές κινήσεις,

δύο κοπέλες, παχουλή και skinny, artsy, party, piercing & tattoos, τα μαλλιά τους κουρεμένα με την μηχανή, με βλέμματα αυθάδη, άγρια, ναρκισσιστικά, φιλιούνται πάνω από την κοιλιά μου: “you must look and you could touchperhaps!”

τσιτωμένο θηλυκό, σαράντα plus, με μακριά μαλλιά και office anxious, rather than sexy- look, βγάζει το γοβάκι, ανασηκώνει την σκούρα γκρι εφαρμοστή φούστα, αφαιρεί το κυλοτάκι, "come baby," μια δρασκελιά αρκεί, να σκαρφαλώσει στο κρεβάτι, για το δικό της μονοκόμματο μακρύ κορμί, με μια δεύτερη γεύομαι το φύλο της,

τέλος, η Γυναίκα, απροσδιόριστης ηλικίας, συμμετρικά χαρακτηριστικά προσώπου, λίγες ρυτίδες, και σπαστά καστανόξανθα μαλλιά που έφθαναν πάνω από τον ώμο και τα χώριζε στο πλάι, με βλέμμα περιπαικτικής στοργής, σκύβει προς το μέρος μου, η κρύα παλάμη της με τα μακριά δάχτυλα ακουμπά πάνω στο στήθος μου, κάτι ψιθυρίζει στο αυτί, και τότε ακριβώς άκουσα μια κραυγή,

«χαζό είσαι παιδάκι μου;» είπε η Μάρα, μόλις με είχε αποτελειώσει, πάνω μου είχε απομείνει ασθενικό δέρμα, κόκκαλα με ρωγμές, αίσθημα ανυπέρβλητης αδυναμίας, μια απώλεια εαυτού,

-       sexuality is a beast; it had started to consume us.







28.1.26

Sexάρχεια

 

THE WAYS OF THE BEAST

V

«Ωραία γεύση είχε σήμερα... τι έφαγες;»

«το smoothy θα εννοείς... έβαλα μπανάνα, ακτινίδιο, χουρμάδες, γάλα καρύδας, μέλι, ταχίνι, αμύγδαλα, κακάο, γκότζι μπέρι, σπόρους τσία, λίγο αλατάκι, κουρκουμά, κανέλα, και τζίντζερ»,

«άσε ρε μαλάκα που μου ‘θελες και τσία!!»

«είναι υπερτροφή με αντιοξειδωτική δράση πλούσια σε ωμέγ...Ω3 λιπαρά οξ...»

«δεν μπορούσες δηλαδή χωρίς!;!» είπε βγαίνοντας από το δωμάτιο, πήγε στο μπάνιο να πλυθεί, το στόμα της, είχε ακουστεί παράταιρο στην Μάρα, δηθενιά, αναφορικά με τον εραστή της τουλάχιστον, εν τω μεταξύ, μολονότι δεν εκνευρίστηκα που έφαγα κράξιμο για τους σπόρους του φυτού Salvia hispanica από το Περού, τους καλλιεργούσαν Μάγια και Αζτέκοι, αλήθεια είναι πως θα προτιμούσα να ανταλλάσσαμε νέους θρεπτικούς γευστικούς συνδυασμούς, να την ρωτούσα αν όντως τα ροδάκινα της Ημαθίας εξάγονται στην πατρογονική της Ρωσία, έτσι ώστε τα ντόπια που αγοράζουμε από την λαϊκή να εισάγονται από την Τουρκία (με χαμηλότερο κόστος παραγωγής λόγω προδιαγραφών συχνά κατώτερων από τα ευρωπαϊκά πρότυπα), όσο για την ντομάτα, ταξίδευε συχνά από τα θερμοκήπια του νότου της Κρήτης στον βορρά ενός delicatessen στην Ουτρέχτη της Ολλανδίας, και αντιστρόφως, από το κρύο της Πολωνίας στα supermarket της Αθήνας, συνεπάγονταν μια έκπτωση, αντί για την τσέπη, στην γεύση στο στόμα των καταναλωτών,

θα ήθελα να συζητούσαμε περί παντός επιστητού, όμως της άρεσε να κράζει, το απολάμβανε να αποδοκιμάζει, δεν μου χαρίστηκε, αναμενόμενο, όταν δεν αρκέστηκα στην ικανοποίηση της πρωτόγνωρης ηδονής που αυτοβούλως είχε επανειλημμένως γενναιόδωρα προσφέρει, σε αρμονία με το 99% των περιπτώσεων (με την εξαίρεση εκείνων που τους πήρε ο ύπνος στις επάλξεις) ζήτησα κάτι περισσότερο, υπαινίχθηκα διακριτικά, διερεύνησα την πιθανότητα της επέκτασης του πεδίου των επιχειρήσεων, «θέλω να χύσω στο πρόσωπο της γιατί το είδα στο πορνό και θέλω και εγώ...»  απάντησε περιπαικτικά, μιμούμενη βαρύτονη αντρική φωνή, κατάπια την γλώσσα μου, με την δική της συνέχισε τα κόλπα, έτσι ώστε την επόμενη φορά, φρόντισα προκαταβολικά, να μην ξεχάσω βολικά, πως η βιομηχανία του porn λέκιασε με facials τις οθόνες επειδή καταφάσκει στα γκροτέσκα ξεστρατίσματα, τους άβολους παροξυσμούς, επικυρώνοντας ταυτόχρονα, συχνότερα απ’ όσο θα ‘θελε να το παραδεχτεί ένας μεσήλικας, να το αντιληφθεί ο μετέφηβος, την ιδεολογική αναπαραγωγή της πατριαρχίας,

«έφαγε πίκρα...» σκέφτηκα σιωπηλός, δύο εβδομάδες αργότερα, όταν με βλέμμα απλανές εξαφανίστηκε στην τουαλέτα, αναλογιζόμενος την χημική πικράδα της επίγευσης των ναρκωτικών, είχα επισκεφθεί άϋπνος το διαμέρισμα της, τη μόνη τοποθεσία εντός των συνόρων της πόλης όπου,

η (ήπια) απελπισία της γειτονιάς, διαχεόταν στην ατμόσφαιρα ως τοξικός καπνός από φωτιές σε κάδους απορριμάτων, αερίων δακρυγόνων που θόλωναν την θέα προς το μέλλον, συνώνυμη των Εξαρχείων, κάμποσο καιρό, η πορνογραφία της βίας, ξέχωρα από τις τρομολαγνικές ζωντανές συνδέσεις της ιδιωτικής τηλεόρασης, αναμεταδιδόταν ελαφρά την καρδία από χρήστες των social media, δικαιολογούνταν, γινόταν ανεκτή, από την κυβέρνηση της αριστεράς, φετιχοποιημένη ως ιερό λαϊκό δικαίωμα στην κοινωνική διαμαρτυρία,

η κοινή μας απαισιοδοξία, με κλειστή την δίφυλλη λευκή πόρτα με τζάμι που οδηγούσε στο μπαλκόνι, στο κρεβάτι μειωνόταν στο ελάχιστο,

sexuality is a beast, οπωσδήποτε τις νύχτες της Παρασκευής, εκείνης της συγκεκριμένης εποχής:

 

“'cause it's a bittersweet fugue

that's life, it's sex and violence

melody and akward silence

indulging in our favorite things

trying to make ends meet

and then you die."



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


24.1.26

Sexάρχεια

 

THE WAYS OF THE BEAST

IV

Στον αντίποδα της εξιδανίκευσης του κάλλους, αναπαριστώνταν σε αγάλματα μεγάλων διαστάσεων, τα αθηναϊκά ειδώλια, μεγέθους τριών έως τριάντα εκατοστών, είχαν μεγάλα πεταχτά αυτιά, τεράστιες καμπουρωτές μύτες, τα στόματα τους έχασκαν, έζεχναν όταν έβγαζαν την γλώσσα στην γεωμετρία του Ωραίου της κλασικής εποχής, εξέφρασαν, στο πλαίσιο της εποχής τους, την διαχρονική διαπολιτισμική επιθυμία του ανθρώπου να απεικονίσει το γκροτέσκο,

λέξη που τέθηκε σε κυκλοφορία στην Αναγέννηση (1560s), ώστε να συμπεριλάβει ένα ευρύ, όσο και κοινό, φάσμα δημιουργικής δραστηριότητας, η οποία, αποτυπώνει, εμπεριέχει, ενσωματώνει το γελοίο, το τρομακτικό (των εικόνων του H. R. Giger), το αλλόκοτο (των πορτραίτων του Giuseppe Arcimboldo, του reality show Sexy Beasts), το αισχρό, το τερατώδες (μιας κινηματογραφικής απόδοσης του Frankenstein), το βλάσφημο, το πληθωρικό (των ανθρώπινων σωμάτων του Fernando Botero), το δαιμονικό, το αηδιαστικό (των παραστάσεων της Helen Duncan), ξέχωρα από το πεδίο της πολιτισμικής δημιουργίας,

αντιστοίχως, στην αναπαράσταση του ερωτισμού, του sexiness, απέναντι από τα κεντρικά γραφεία ενός οίκου μόδας, το υπαίθριο billboard (24x36) φιλοξενεί μια καλαίσθητη διαφήμιση εσωρούχων, τα διαφημίζουν μοντέλα άντρες και γυναίκες επαγγελματίες με (Photoshop) ιδανικές αναλογίες, στο πενταώροφο γκρι κτίριο με τα κλειστά παράθυρα λειτουργεί μια εταιρεία. συνδρομητική υπηρεσία περιεχομένου στο διαδίκτυο με xxx περιεχόμενο, η βιομηχανία του porn, ως γνωστόν, αποτελεί τον προνομιακό τόπο έκφρασης της σεξουαλικότητας σε κάθε γκροτέσκο, πιθανό, και make believe category του: το κτηνώδες του rough sex, το τρομακτικό του bdsm, το γελοίο του step mom, το τερατώδες του gang bang, το αλλόκοτο στο cosplay, το ασεβές του nun, το μακάβριο του choking, το πληθωρικό των big dick/big tits,

στην pornόσφαιρα, το focus point μετατοπίστηκε από το σύνολο της επικράτειας του ανθρώπινου σώματος, όπως το κατέγραφε η κάμερα ενός κινηματογραφικού soft porn της δεκαετίας των 70s, μιας trash βιντεοταινίας των 80s, στα γεννετήσια όργανα, επιβεβαιώνοντας τον Γάλλο διανοούμενο Michel Foucault, βρισκόμαστε στην εποχή της κλινικής παρατήρησης:

-       «απ’ όταν βγήκε το σεξ από την αφάνεια, καταδικαστήκαμε να μιλάμε γι’ αυτό αδιάκοπα, αναφερόμαστε στο σεξ από την αποκαθαρμένη και ουδέτερη σκοπιά μιας επιστήμης η οποία, ανίκανη ή αρνούμενη, να μιλήσει για το ίδιο το σεξ, αναφερόταν κυρίως στα ξεστρατίσματα του, στις διαστροφές του, στις ασυνήθιστες παραξενιές του, στις παθολογικές του εξουθενώσεις, στους νοσηρούς του παροξυσμούς, μια έκρηξη των αιρετικών σεξουαλικοτήτων».