15.7.24

Summer Pop

 

 ΜΥΔΙΑ ΜΕ ΣΑΒΒΑΤΙΑΝΟ

Το επόμενο πρωί, προς μεσημέρι, Αριστομένης, Σάγκυ, Καρακάξης και Λινάκι ξύπνησαν με γαλλικό, Δανάη, Μαριάνθη, Μαρού, ή Ραλλού, έψησαν ελληνικό, ο Κέιβ έφτιαξε στο σέικερ φραπέ, η Τζο έπινε σπάνια καφέ, όπως και ο Μπακού, προτίμησαν χυμούς Amita,

για πρωινό έφαγαν φρυγανιές με μαρμελάδα Bonne Maman (γεύση 4 φρούτα), μέλι, βούτυρο, Molto κρουασάν, δοκίμασαν και μελεκούνια (παστέλι Ρόδου), γεύτηκαν φρούτα του Αυγούστου, ροδάκινα, σταφύλι, και αχλάδια, τα είχαν αγοράσει από το mini market, καρπούζι θα ‘κοβαν το βράδυ,

κουτσομπόλευαν στο χαλαρό, ετοιμάστηκαν για θάλασσα σε ανάλογο ρυθμό,

φάνηκαν σκούρα τα νερά στον Σάγκυ, τόσο ώστε να γκρινιάξει, αναστατώνοντας τον Καρακάξη, δεν διαμαρτυρήθηκε ο Μπακού, αν και δεν βρήκε ενδιαφέρον να χαζέψει με την μάσκα τον βυθό, ατελείωτη άμμος με μικρές παρασπονδίες ποσειδωνίας, εν τω μεταξύ, απλά βρεχόντουσαν οι πιο πολλοί, έμπαιναν στο νερό ίσα για να δροσιστούν, στα ανοιχτά κολύμπησε ο Αριστομένης, και έπειτα, επίσης μόνη της, η Μαρού, ή Ραλλού,  

«αυτή ξανοίχτηκε στην θάλασσα για να μας αποφύγει», σχολίασε η Μαριάνθη, καθόταν στην σκιά, μαζί με το Λινάκι, τον Κέιβ, κάτω από μια μεγάλη λευκή ομπρέλα θαλάσσης, την είχαν κουβαλήσει από το σπίτι,

«διακοπές είμαστε, ότι θέλει κάνει ο καθένας...» είπε, επιτηδευμένα χαλαρή, η Τζο, ώστε να μην διαταραχθούν οι ισορροπίες, δίπλα της είχε ξαπλώσει η Δανάη, τους έκανε λίγη σκιά ένα αλμυρίκι, κάπως περισσότερο τις έκαιγε ο ήλιος,

λίγα μέτρα μακριά, ο Καρακάξης αναπαυόταν, δηλαδή ξεροψηνόταν, ανάσκελα, πάνω σε μία χειροποίητη κόκκινη πετσέτα, φορούσε τετράγωνα γυαλιά ηλίου και μειδίαμα, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, τα πόδια σταυρωτά, τους Cocteau Twins στο iPod,

ο Σάγκυ και ο Αριστομένης έβρεχαν τώρα τα πόδια τους μέσα στο νερό, στηρίζονταν με τους αγκώνες πάνω στην βρεγμένη άμμο, είχαν τον ίδιο σωματότυπο, μεσαίου μεγέθους, προς αδύνατο, σταρένια επιδερμίδα για τον Σάγκυ, που έμοιαζε είκοσι, ο μελαχρινός Αριστομένης, με τα μονίμως ανακατεμένα κοντά μαλλιά, έμοιαζε ο μεγαλύτερος απ’ όλους, τον έκανες ακόμα και τριάντα, ο πρώτος ρωτούσε, με βουλιμία, για την ζωή στην Γερμανία, τις σπουδές στην φιλοσοφία, ο δεύτερος απαντούσε, πρόθυμα, με μακροσκελείς απαντήσεις, σύντομα, έως και μονολεκτικά, αποκρινόταν σε νύξεις για τα υπαρξιακά, τα γκομενικά,

η ώρα περνούσε, η παρέα πεινούσε, ο Καρακάξης είχε φροντίσει να διαφημίσει την ψαροταβέρνα στο τέλος της παραλίας, την επισκέπτονταν οικογενειακώς, ο ιδιοκτήτης, ο κύριος Ευθύμης Τσοποτός, βρισκόταν στο πόστο του τα τελευταία είκοσι τρία χρόνια, η ταβέρνα παρέμενε αυθεντική, δηλαδή παλαιομοδίτικη,

ένας πέτρινος τοίχος, λευκός φρεσκοβαμμένος, με ξύλινο φράκτη χρώματος αστραφτερού μπλε ελεκτρίκ, περιτριγύριζε την αυλή με τα ξύλινα τραπέζια, τις καρέκλες με ψάθα τύπου καφενείου, τις διάσπαρτες γλάστρες (λευκά και κόκκινα γεράνια), τα κιβώτια με άδεια γυάλινα μπουκάλια Coca Cola και Heineken, τον μικρό πλαστικό κάδο απορριμμάτων της ΕΒΓΑ, δίπλα από το ψυγείο με τα παγωτά της Algida,

η ταβέρνα ήταν μισοάδεια, μεσημέρι προς απόγευμα, μιας ημέρας που δεν είχε σημασία αν ήταν Τρίτη, ή Παρασκευή, ήταν άλλη μία μέρα διακοπών, οι τουρίστες συνηθέστερα έτρωγαν στα ξενοδοχεία τους, σε ταβέρνες στην Λίνδο, την Παλιά Πόλη, τους υποδέχθηκαν έντεκα χταπόδια, λιάζονταν κρεμασμένα σε σχοινί, θα στέγνωναν στον ήλιο για πέντε ώρες πριν μαγειρευθούν, είχαν προηγουμένως χτυπηθεί στα βράχια «ογδόντα και μία» φορές, σαράντα περισσότερες δηλαδή από τον ακριβή αριθμό που επέβαλλε για αιώνες η παράδοση, το εθιμοτυπικό άντεξε μέχρι το 1999, όταν αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις τελευταίες επιστημονικές έρευνες, πως ο εγκέφαλος των κεφαλόποδων μαλακίων είναι τόσο συναρπαστικός ώστε να ανταγωνίζεται εκείνον των ανθρώπων,

ο οικοδεσπότης κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού, με θέα προς την θάλασσα, όταν βολεύτηκαν όλοι γύρω από το τραπέζι, τρία ενωμένα στην σειρά, δεν έχασε χρόνο, διαφήμισε την φρέσκια γαρίδα γάμπαρη, την μεγάλη δηλαδή, από την Αμφιλοχία, εξήρε την καραβιδόψυχα, εκθείασε το φαγγρί, παίνεψε τοπικές συνταγές, δεν τις γνώριζε κανείς, τους καραβόλους (σαλιγκάρια) στιφάδο, το σουπιόριζο, τραχανά με ψάρια, ήταν ο πλέον παθιασμένος από την παρέα για τα θαλασσινά,

το Λινάκι, η Τζο, μια χαρά βολεύονταν με χοιρινά μπιφτέκια, κοτόπουλο σουβλάκι για την Μαριάνθη, την Μαρού, ή Ραλλού, μοσχαρίσιο σνίτσελ για την Δανάη και τον Αριστομένη, μπριζολίδι για Κέιβ και Μπακού, συκωτάκι για τον Σάγκυ που δεν το ‘χε με τα κοκκαλάκια στα ψαράκια, μοιράζονταν με το κορίτσι του μια αμηχανία για τα ψάρια, δεν έτρωγαν ποτέ στο σπίτι στην Αθήνα,

ο Καρακάξης κολάκευε μπαρμπούνια, επαινούσε σαργούς, παρήγγειλε, σερβιρίστηκαν, μύδια αχνιστά με (πολύ λίγο) σκόρδο, δενδρολίβανο, κρασί από ροδίτη και σαββατιανό...

 

...Σάββατο βράδυ, Σάββατο βράδυ, κάθε Σάββατο το βράδυ, ο Καρακάξης τιμούσε την Rebound:

 

«Σάββατο βράδυ σ’ ένα κλαμπ στο κέντρο
κοιτάς τον κόσμο που χορεύει
δεν υπάρχει νόημα
υπάρχεις εσύ, και αρκετοί
goth άλλοι

Σάββατο βράδυ στην Rebound σε μια γωνία
σκέφτεσαι τι είναι αυτό που έχει πιο μεγάλη σημασία
η μουσική, ή η ιστορία
η φάση μας, ή μια απλή συνουσία

έι, σε σένα μιλάω
έλα να μπούμε Καρακάξη στο ταξί

γιατί είναι Κυριακή πρωί
Κυριακή πρωί, Κυριακή πρωί...»