25.2.26

Sexάρχεια

 



Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

ΙI

Κατά βάση δραματική, θεώρησα απαραίτητο να προσθέσω μια ανατροπή στα δύο τρίτα περίπου της διάρκειας της ταινίας, μια μεγάλη σκηνή σε ανάλαφρο τόνο,

Σάββατο βράδυ, στο λόμπι του ξενοδοχείου Athens Planet, εγκαινιάστηκε το 1991, λειτουργούσε ως ξενοδοχείο ημιδιαμονής από το 2004 μέχρι το 2012 όταν κήρυξε πτώχευση λόγω χρεών, από το 2017 χρησιμοποιούνταν ως προσωρινός χώρος στέγασης προσφύγων και μεταναστών, το Υπουργείο Μετανάστευσης το μίσθωσε (υπερκοστολογημένο κατά 130%) από τον επιχειρηματία Τάσο Μπουμπούκη, τα χρήματα προέρχονταν από την έκτακτη χρηματοδότηση της Ε.Ε. προς τις πρώτες χώρες υποδοχής, μια βρετανική Μ.Κ.Ο. που δραστηριοποιούνταν στο μεταναστευτικό διοργανώνει ένα event με έκθεση χειροτεχνίας, συλλογική κοινοτική κουζίνα, παιχνίδια για τα παιδιά, μέρος των πολιτιστικών δραστηριοτήτων, των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που παρέχονταν στους ωφελούμενους πρόσφυγες και μετανάστες όπως,

ο Αχμέντ, έμενε προσωρινά, μαζί με την οικογένεια του και άλλους Άραβες, Πακιστανούς και Μπαγκλαντεσιανούς, Αφρικανούς, σε ένα γειτονικό ξενοδοχείο των Εξαρχείων,

η Εβίν, με τους δικούς της, την έβγαζαν σε μια κατάληψη που είχαν οργανώσει ακτιβιστές, υπό την διακριτική επίβλεψη και έλεγχο των αρμόδιων κρατικών φορέων και υπηρεσιών, το Υπουργείο Μετανάστευσης, Υγείας, το υπουργείο σκιών, Δημόσιας Τάξης, φιλοξενούσε Κούρδους από την Συρία, το Ιράκ, και την Τουρκία, Αφγανούς, Ιρανούς, και άλλες εθνικότητες,

προκειμένου να ξεφύγουν, έστω για λίγες ώρες, από τις μέτριες, ενίοτε κακές, συνθήκες διαβίωσης, να απαλλαχτούν από το βάρος των ευθυνών που τους αναλογούσε, τα εμπόδια, τα δικά τους προβλήματα και των συγγενών τους, αδημονούσαν άλλωστε, όπως οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι πρόσφυγες, να καταφέρουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς τον Βορρά (την Γερμανία κυρίως, την Σουηδία, την Γαλλία, την Ολλανδία, την Αγγλία),

ερωτευμένοι, οι δύο νέοι κανονίζουν να συναντηθούν στην εκδήλωση της ΜΚΟ, η οποία,

στέφθηκε με επιτυχία, το ισόγειο του Athens Planet γέμισε από κόσμο, τριψήφιος αριθμός ανθρώπων αποφάσισε να παρευρεθεί, πρόσφυγες και μετανάστες, παιδιά με τους γονείς τους, ασυνόδευτοι ανήλικοι, που δεν είχαν πολλές επιλογές για διασκέδαση και αναψυχή, εγχώριοι και ξένοι αλληλέγυοι, εργαζόμενοι σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, ακτιβιστές, εξαρχειώτες, τζαμπατζήδες, ένα μεσήλικο ζευγάρι είχαν έρθει ειδικά για την παράσταση του Καραγκιόζη, είδος τέχνης πια μουσειακό, αντικείμενο της λαογραφίας, δεν είχε επιλεχθεί τυχαία, η παράδοση του θέατρου σκιών είναι κοινή σε πολλούς λαούς και κουλτούρες της Ανατολής, της Άπω, και της Εγγύς, στην νεοελληνική του έκδοση, ο Καραγκιόζης είχε υπάρξει...

αστροναύτης, φούρναρης, ζητιάνος, μάγειρας, ψαράς, βαρκάρης, ανθοπώλης, επιστήμονας, γραμματικός, στρατιώτης, δάσκαλος, οδοντίατρος, δασοφύλακας, τρελός, γιατρός, καφετζής, τραγουδιστής,

ενώ, είχε παραστεί στον γάμο του Μπάρμπα-Γιώργου, είχε υποδεχτεί θείο από την Αμερική και θεία από την Αίγυπτο, είχε καταφύγει στο νησί των κατεργαραίων, επίσης στο τρελοκομείο, είχε δει το φάντασμα του Σαραγιού, είχε ξενυχτήσει στο στοιχειωμένο ξενοδοχείο, είχε ξεφύγει από τα σαγόνια του καρχαρία,

εκείνος που δεν γλύτωσε, από τις διαμαρτυρίες, ήταν ο Βελγομαροκινός καλλιτέχνης που ανέλαβε την διασκευή μιας ιστορίας με πρωταγωνιστή τον προσφιλή αντιήρωα (60 συνολικά στην Τούρκικη παράδοση του Karagöz), σε συνεργασία με τον έλληνα κωμικό, και ερασιτέχνη καραγκιοζοπαίκτη, Νίκο Καραγκιοζέλη, με 28 σενάρια στο ρεπερτόριο του, ένας εκ των εννέα εναπομείναντων στην Ελλάδα, φανατικός των graphic novels και του sci-fi, ο εικοσιπεντάχρονος από τις Βρυξέλλες εμπνεύστηκε από τον Καραγκιόζη στην Σελήνη, επίσης από το Ταξίδι του στους Πλανήτες, επινόησε μάλιστα έναν καινούργιο χαρακτήρα, έναν non-binary εξωγήινο, and that did it,

το κοινό παρακολουθούσε με ενδιαφέρον, μέχρι το σκετσάκι με τον εξωγήινο, τον φυλοδιαφορετικό, η ενόχληση έγινε δυσφορία έγινε σούσουρο ενοχλητικό, αφότου κάποιος του μετάφρασε (η παράσταση δινόταν στα αγγλικά), πρώτος μίλησε ένας δεκαπεντάρης ασυνόδευτος ανήλικος από το Ιράκ, "MAN and woman ONLY!!" μια γυναίκα από την Αιθιοπία, χριστιανή ορθόδοξη πιστή, θρησκευόμενη πολύ, διαμαρτυρήθηκε, μια Σομαλή καταριόταν στην γλώσσα της, Κονγκολέζα μάνα έπιασε σφιχτά το χέρι της μικρής της κόρης, κινήθηκε να σηκωθεί, να αποχωρήσει, μια παρέα από τέσσερις Πακιστανούς δεκαέξι στα δεκαεπτά σχολίαζαν ειρωνικά, γιούχαραν επτά Αραβόπουλα δεκαοκτώ στα δεκαεννιά, πάντως γελώντας,

η project manager, εικοσιοκτάχρονη Ολλανδή, επιχείρησε ανεπιτυχώς να επαναφέρει σε τάξη το ανήσυχο κοινό, ώστε να μην μετατραπεί σε πλήθος, την διέκοψε η project coordinator που είχε φθάσει στην Ελλάδα από τα κεντρικά γραφεία της n.g.o. στην Νέα Υόρκη, «Ψύχραιμη, Ψηλή, Ψαρωτική»,[1] η γοητευτική πενηντάχρονη Γερμανίδα με τις γωνίες στο πρόσωπο και το σπαστό μαλλί, μιλώντας καθαρά και δυνατά, αγγλικά με γερμανική προφορά, αναφέρθηκε στην ιστορία, εξήγησε πως οι παραστάσεις με τον Καραγκιόζη διακρινόταν από το ασεβές, σατιρικό πνεύμα, έφθανε ακόμα και μέχρι τα σεξουαλικά αστεία, η δημοτικότητα του Καραγκιόζη στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη αναστάτωνε ενίοτε τις αρχές, πολιτικές και θρησκευτικές, που είχαν χάσει ("opted out") την επανάσταση της Τυπογραφίας στην Ευρώπη,

η παρέμβαση της φάνηκε αποτελεσματική, έως ότου δηλαδή, αποφάσισε να σηκωθεί από την θέση της η Καίτη Τρομάρα, βουλεύτρια,

εκλέχθηκε πρώτη φορά το 2015, ως μέλος του κυβερνώντος κόμματος της αριστεράς, πρωταγωνίστησε στην Επιτροπή για τη Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών προς την Ελλάδα, της περιόδου της Ναζιστικής Κατοχής της χώρας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1941-1945), δεν έχασε την έδρα της όταν έπειτα από διεργασίες δέκα μηνών κόστους ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων ευρώ για τα λειτουργικά έξοδα της επιτροπής, ανακοινώθηκε επισήμως πως το ύψος των οφειλών -προσαρμοσμένων από τον πληθωρισμό- ανερχόταν σε 278,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ισούταν με το Α.Ε.Π. της Ελλάδας για το ίδιο έτος, ευτυχής σύμπτωση, καταπληκτική ευκαιρία, την άρπαξε η Τρομάρα που δήλωσε πως όταν -επιτέλους- θα έκλεινε η υπόθεση με αίσιο τέλος η ελληνική οικονομία θα είχε διπλασιαστεί σε μέγεθος, επίτευγμα αναμφίβολα μοναδικό στην ιστορία, βρέθηκε εκτός κοινοβουλευτικής ομάδας, παράμεινε βουλεύτρια, αναγκάστηκε ωστόσο να ανεξαρτητοποιηθεί, όταν άλλαξε το όνομα της σε Αικατερίνη, ακολούθως, μήνυσε τον Φραγκίσκο της Βαυαρίας, δούκα -και τιτουλάριο βασιλιά- της Βαυαρίας από το 1996 ως επικεφαλής του Οίκου του Βίττελσμπαχ, αξίωσε αποζημίωση για ηθική βλάβη που προκλήθηκε στον Ελληνικό λαό κατά την διάρκεια της βασιλείας του Βαυαρού πρίγκιπα Otto von Wittelsbach‎‎, του πρώτου βασιλιά του ελληνικού κράτους,

χαμένοι στην μετάφραση, οι περισσότεροι, πήραν τρομάρα με την γυναίκα που ξεκίνησε με πάθος να διεκδικεί -εκ μέρους της Ελλάδας- τις Γερμανικές οφειλές, η Τρομάρα, είχε εισέλθει στον χώρο με ξανθιά περούκα ώστε να μην γίνει αντιληπτή, αποχώρησε ειρηνικά, όταν της έδειξαν την έξοδο, ο βοηθός της είχε προλάβει να τραβήξει με το κινητό 45 δευτερόλεπτα του event crashing,

συνεχίζοντας την ομιλία της, η coordinator κατάφερε εκ νέου να καλμάρει την ατμόσφαιρα, όλα κυλούσαν ομαλά, έως ότου δηλαδή αναφέρθηκε στην ένταξη του karagöz στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Τουρκίας από την UNESCO, and that was it,

Εξαρχειώτισα, βοηθούσε εθελοντικά σε διανομές φαγητού σε πρόσφυγες, χαφιές της αστυνομίας, σχολίασε πως ο Καραγκιόζης αποτελεί μέρος του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, ένας νεαρός ντυμένος στα μαύρα της φώναξε «να κόψει τα φασιστικά!!», εργαζόταν στην ασφάλεια, ήθελε να κόψει αντιδράσεις, το ζεύγος των Ελλήνων μεσήλικων που δεν έχαναν παράσταση του Καραγκιόζη, ζήτησαν ευγενικά, και πήραν τον λόγο, ανέφεραν πως το Θέατρο Σκιών ήταν κοινή πολιτιστική κληρονομιά της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου, των Βαλκανίων, και της Μέσης Ανατολής,

κοντολογίς, η κουβέντα είχε φθάσει στην εθνική καταγωγή του Καραγκιόζη, την πατρότητα της τέχνης του θεάτρου σκιών,

ένας Τούρκος ισχυρίστηκε με σιγουριά πως τα πάντα ξεκίνησαν στην Προύσα το 1396,

ένας Αιγύπτιος μίλησε για τον al-Aragoz,τον αναγνωρίζει και τούτον –μαζί με τον μουστάκι του- ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό,

ένας Έλληνας αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε επιλεγεί να παρουσιαστεί η ιστορία με τον Μεγαλέξανδρο και το Καταραμένο Φίδι,  

ένας Ιρανός ούρλιαξε «Ισκαντέρ... Ισκαντέρ», το όνομα του πυρπολητή της Βαβυλώνας (αργότερα μετάνοιωσε, για το παλάτι), μεταφράστηκε ως «δαίμονας» στα Περσικά,

τέλος, ένας Ουιγούρος ισχυρίστηκε πως ήταν ο δικός του λαός που τον παρουσίασε στην αυτοκρατορική αυλή της Κίνας τα χρόνια τα παλιά,

πράγματι, ένα είδος κινητού θεάτρου του δρόμου, πρωτόλειο στην σύλληψη και ωμό στην εκτέλεση του, κατάγεται -το πιθανότερο- από φύλα και φυλές που διαβιούσαν νομαδικά στις στέπες της Κεντρικής Ασίας, ικανοποιούσε την ανάγκη κοινοτικής διασκέδασης, η οποία,

είχε διαταραχθεί, Σάββατο βράδυ στο ισόγειο του Athens Planet όπου,

μεταξύ άλλων, βρέθηκαν ο Αχμέντ και η Εβίν, από τις παραστάσεις κουκλοθέατρου που είχαν παρακολουθήσει στα παιδικά τους χρόνια, θυμόντουσαν τις ιστορίες με τους εραστές,

του Κερέμ και της Ασλί (η θρησκεία χωρίζει έναν μουσουλμάνο εραστή και την Αρμένισσα κοπέλα του), του Ταχίρ και της Ζουχρέ (μια ιστορία αρραβωνιασμένων που σαμποτάρονται από την μητριά), του Φερχάτ που εξαπατά την Σιρίν, της Λεϊλά και του Μετζνούν που τρελαίνεται όταν χάνει την αγαπημένη του,

όσο για τους ήρωες της ταινίας μου, στο τέλος της σκηνής κάθονται, φιλιούνται σε παγκάκι της πλατείας Εξαρχείων, στο βάθος ακούγονται σειρήνες...










[1] Διαβόλια & Τριβόλια, το Aλφαβητάρι, Billy Greek.




21.2.26

Sexάρχεια

 


Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Ι

Tell me lies, tell me small little lies, αναζωπυρώνουν την φλόγα, εξιδανικεύουν, τονώνουν την ψευδαίσθηση της μοναδικότητας του εραστή, σε σύγκρουση διαρκή με τα ρολόγια με τους κολλημένους, υποτίθεται, δείκτες, ανακριβές το ημερολόγιο, ψεύτρα η καθημερινότητα, ο έρωτας, η μόνη πραγματικότητα,

tell me lies, tell her bittersweet lies, απέκρυψα λοιπόν, πως η πρώην, και παραγωγός στις ταινίες μου μικρού μήκους, δεν θα επέστρεφε εν τέλει από τις Βρυξέλλες, είχε γίνει πλέον και πρώην συγκάτοικος, το project μου είχε απορριφθεί, το σενάριο δεν είχε καταφέρει να εξασφαλίσει χρηματοδότηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τους φορείς που ειδικεύονται στην επιχορήγηση κινηματογραφικών παραγωγών, το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την στήριξη του πολιτιστικού και του δημιουργικού τομέα. με προϋπολογισμό 2,44 δισ. ευρώ, επένδυε σε δράσεις που ενίσχυαν την πολιτιστική πολυμορφία, υπό την προϋπόθεση ότι η θεματολογία του έργου σχετίζεται με περιβαλλοντικά ή κοινωνικά ζητήματα,

τι δεν ήθελα να κάνω: μια crisis porn ταινία με κακόμοιρους πρόσφυγες από την Συρία στο κέντρο της Αθήνας, ντόπιους ρατσιστές να ελεεινολογούν, να τους απειλούν, στερεότυπα κλισέ από Greek economic crisis, που να δικαιώνουν, είτε την μακάρια μυωπία των Ελληνικών κυβερνήσεων (επιζήμια για την Ελλάδα), είτε την εμμονική πρεσβυωπία του Wolfgang Schäuble (επιβλαβή για την Ε.Ε), αναρχικές μολότοφ στα Εξάρχεια, user friendly micro doses από exotic street protests για festival aficionados ανά τον πλανήτη, ήθελα να αφηγηθώ με εικόνες την ιστορία του Αχμέντ, Άραβας Σύρος χριστιανός από το Χαλέπι, και της Εβίν, Σύρια Κούρδισσα μουσουλμάνα, διωκόμενοι, εκείνος για την πίστη του, η γυναίκα για τις ιδέες της περί ισότητας των φύλων, πρόσφυγες πολέμου, σε πείσμα των γονιών τους, της θέλησης των αδελφών τους, ερωτεύονται στα Εξάρχεια, τοποθεσία στην οποία είχαν βαρεθεί να ακούν «περίμενε, περίμενε», τι έψαχναν, τι ζήτησαν οι παραγωγοί:

«ό,τι θέλει ο λαός,

βία, κρίση, αναρχία από μπρος,

και από πίσω πανικός»,


αντιλήφθηκα, κάπως αργότερα, πως –σε γενικές γραμμές- είχαν δίκιο, προηγουμένως, πρόλαβα να αναστατωθώ εξίσου,

το πρωί που επισκέφθηκα το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, θα ήταν συμπαραγωγός, μου ζητήθηκε να προσθέσω δύο νέους χαρακτήρες στο σενάριο, έναν Καταλανό, μια Νορβηγίδα, θα εργάζονταν σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση η οποία συνέδραμε τους πρόσφυγες, και τους πρωταγωνιστές μου ειδικότερα, είχαν έτοιμους τους ξένους ηθοποιούς, Ιταλός και Σουηδέζα, 

το μεσημέρι, πίνοντας διπλό espresso, της παρηγοριάς, στο κοντινότερο καφέ της γειτονιάς, λιγότερο σκεφτόμουν,

ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί έξωθεν παρέμβαση στο σενάριο, ήταν μια προσθήκη συμβατή με την ατμόσφαιρα, το κλίμα, το γενικό πνεύμα της ταινίας, ήμουν πρόθυμος να την δεχτώ ως χρήσιμη, πιθανόν αναγκαία, συμβουλή ενός επαγγελματία του κινηματογραφικού χώρου με γνώση και εμπειρία επί του αντικειμένου, έπειτα από την νίκη της αριστεράς στις εκλογές είχε αλλάξει κιόλας η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου Κινηματογράφου, περισσότερο προβληματιζόμουν,

για την έκφραση που πήρε το πρόσωπο του όταν ανέφερε εν τάχει, και πλαγίως, μια κομβική σκηνή στο σενάριο μου, σαν να ‘χε φτύσει μέσα στο πιάτο με το αγαπημένο του φαγητό (κρέας στον φούρνο με πατάτες) ένας σιχαμερός άγνωστος,

ένα μείγμα αποστροφής, απέχθειας, αμήχανης ξινίλας, αποδοκιμασίας, αντιπάθειας, creepy εκνευρισμού, η σκηνή είχε την επικεφαλλίδα:

-       ο Καραγκιόζης στο Διάστημα.






20.2.26

Sexάρχεια

 

NO TEARS FOR THE STRANGERS IN THE NIGHT

Το διαμέρισμα της Μάρας ήταν το σημείο G, δυάρι με μωσαϊκό και θέα Αθηναϊκή,

πολυκατοικίες, τεσσάρων, πέντε, και έξι ορόφων, τα μακρόστενα μπαλκόνια τους διέθεταν τραπεζάκι με δύο, ή περισσότερες, καρέκλες, ξύλινες, μεταλλικές, ή πλαστικές, απλωμένα ρούχα, δίφυλλη γαλβανιζέ ντουλάπα, πλαστικές και πήλινες γλάστρες φιλοξενούσαν καλλωπιστικά λουλούδια και φυτά, κρέμονταν από τα κάγκελα μαζί με πιάτα δορυφορικά που προστατεύονταν από τέντες από βαμβάκι και πολυεστέρα χρώματος μπεζ, πορτοκαλί, σκούρο πράσινο, και γκρι,

στο βάθος, ανάμεσα από κεραίες τηλεόρασης και θερμοσίφωνες, καταλάμβαναν τον κύριο χώρο στις ταράτσες, διακρίνονταν ο Αττικός ουρανός,

η Αθήνα απολάμβανε δύο χιλιάδες επτακόσιες εβδομήντα μία ώρες ηλιοφάνειας ετησίως, δεν υπήρχαν σύννεφα ούτε εκείνη την βραδιά, κατά συνέπεια,

είχε ρεπό, δεν πετούσε το ελικόπτερο στον ουρανό των Εξαρχείων, όταν τίθενταν σε κίνηση, οι θορυβώδεις έλικες του σκέπαζαν κάθε άλλο ήχο της ζωής της γειτονιάς, ο προβολέας του φώτιζε εκατοντάδες μέτρα μακριά, διέθετε μεγάφωνο, διόπτρες νυκτός, ασυρμάτους, θερμικές κάμερες αξίας 1.000.000 ευρώ η καθεμία, το ιπτάμενο όχημα επιστρατευόταν από την ΕΛ.ΑΣ. για περιπολίες τις νύχτες των βίαιων ταραχών,

βράδυ καλοκαιρινό, πάντως δροσερό, περασμένα μεσάνυχτα, πήγα στην κουζίνα να πιω νερό, θα ακολουθούσε νέος κύκλος ερωτοτροπιών,

το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, στηριζόταν στο φεγγάρι, τα φώτα της γειτονιάς, διαχέονταν στον χώρο από την ανοιχτή ξύλινη πόρτα που έβγαζε στο μικρό πίσω μπαλκόνι, δεν πάτησα τον διακόπτη, άνοιξα το ψυγείο, έβγαλα το γυάλινο μπουκάλι με κρύο νερό, αντανακλαστικά, έριξα μια ματιά στον έξω κόσμο,

έναν μεσήλικα δηλαδή, πάνω σε μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα, φορούσε καφέ βερμούδα και λευκή φανέλα, την πίεζαν κάμποσα έξτρα κιλά, συγκεντρωμένα στην κοιλιά, το κάδρο -μέσα από την ανοικτή μπαλκονόπορτα- χώρεσε επίσης το ακάλυπτο γόνατο της γυναίκας του στον καναπέ, έβλεπε τηλεόραση, έως ότου συναντήθηκαν τα βλέμματα μας,

δεν είχε πέσει καταλάθος στο διαμέρισμα της Μάρας το μάτι του γείτονα με το στρόγγυλο κεφάλι και την γυαλιστερή φαλάκρα αλά Γκορμπατσόφ (μείον το σημάδι),

η πόρτα της κουζίνας παρέμενε ανοιχτή από τον Μάη μέχρι τον Σεπτέμβρη για λόγους διευκόλυνσης της Σάρας ενώ, επιπροσθέτως,

η Μάρα ήταν η γκόμενα γειτόνισσα, μωράκι γειτονάκι, που τριγυρνούσε στο διαμέρισμα φορώντας μόνο το σορτσάκι, ή μόνο το (μαύρο) βρακάκι, τις νύχτες της μεγάλης ζέστης τουλάχιστον, τις ήσυχες μέρες του Αυγούστου, αλλά και τις ανήσυχες, που ήταν περισσότερες, αδιαφορώντας, λίγο πολύ, αν θα τύχαινε να δει, και τι θα πει, ο κάθε ένας, αν λοιπόν άρεσε στον γείτονα το οφθαλμόλουτρο θα είχα ανιχνεύσει δυσαρέσκεια στο πρόσωπο του, αντί για την Μάρα, την Σάρα, δύο γνώριμα στητά στηθάκια, είχε κακό συναπάντημα,

«ποιόν να ‘χει φέρει πάλι απόψε αυτή;» ίσως ακούστηκε αχνά στο βάθος η φωνή, «δεν έχει μπει άντρας στο σπίτι εδώ και έναν χρόνο» μου είχε πει σε μια ανύποπτη στιγμή,

δεν είχε αλλάξει διεύθυνση τα τελευταία τέσσερα χρόνια, δεν ήμουν, πιθανότατα, ο πρώτος άντρας στην κουζίνα του διαμερίσματος του τέταρτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, όπου εξωτερικεύονταν η δυσπιστία του γείτονα,

είχε βλέμμα κλειδαρότρυπας, φανατικού του κουτσομπολιού, που σκανδαλίζεται με την ίδια ευκολία με την οποία φαντασιώνεται ανωμαλίες στις ζωές των άλλων, έμοιαζε με τύπο που βαριόταν να πανηγυρίσει το γκολ της αγαπημένης του ομάδας, του Ολυμπιακού εν προκειμένω, του πολυνίκη, και λαοφιλέστερου, αθλητικού σύλλογου της χώρας (η αγαπημένη ομάδα των Εξαρχειωτών ήταν η ΑΕΚ, κατατασσόταν τρίτη σε τρόπαια και δημοφιλία), εν τέλει, αδιαφόρησα, όπως, αντιστοίχως,

η Μάρα για την γειτόνισσα, η κρεβατοκάμαρα της οποίας ήταν μεσοτοιχία με την δική της, διαμαρτυρήθηκε για τις μεταμεσονύχτιες στριγκλιές ηδονής βήχοντας δυνατά, μέσης ηλικίας, εργαζόταν ως συμβασιούχος διοικητική υπάλληλος στο υπουργείο Δικαιοσύνης, ο πρώην σύζυγος της την κεράτωνε με την κατά δεκαπέντε χρόνια νεότερη Ελληνοβουλγάρα Ρένα που εργαζόταν παλαιότερα στον γωνιακό φούρνο, σύμφωνα τουλάχιστον με την προϊστάμενη του καταστήματος (κοιτούσε λοξά την Μάρα, και πάντοτε ελαφρά αφ’ υψηλού),

θα παρέμενε άγνωστο λοιπόν, δεν θα μάθαινα ποτέ, την ακριβή ημερομηνία της επίσκεψης του άγνωστου Χ στο διαμέρισμα της εράστριας μου, αν δηλαδή της κτύπησε το κουδούνι ενάμιση μήνα πριν γνωριστούμε, γεγονός αδιάφορο, ακουγόταν απίθανο να είχε υπάρξει στην ζωή της Μάρας το ερωτικό hiatus 365+ ημερών, ή, ας πούμε, πριν από τρεις εβδομάδες, στο ενδιάμεσο των δικών μου επισκέψεων,

στο τέλος, αρκέστηκα σε μια ατάκα της που την εξέφρασε αυθόρμητα με πάθος: «ποτέ δεν μπλέκω με πάνω από έναν γκόμενο ταυτόχρονα!»

 

 


 


19.2.26

Sexάρχεια

 



ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

V

Πατήσαμε γκάζι μέχρι το τέλος της οδού Αβησσυνίας, προσπεράσαμε γοργά το Α.Τ. Εξαρχείων, υπό κανονικές συνθήκες, η Μάρα θα πατούσε φρένο,

(υποσυνείδητα) ένοιωθε ψυχικά εγγύτερα με τον αστυνομικό της γειτονιάς, έναντι του αντιεξουσιαστή των βορείων προαστείων των μεσαίων-ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων, ο πρώτος αντιπροσώπευε την εργατική τάξη, ο δεύτερος ήταν «επαναστάτης με τα λεφτά του μπαμπά»,

τα τελευταία χρόνια, το αστυνομικό τμήμα δεχόταν επίθεση με πέτρες από κουκουλοφόρους ανά τρίμηνο, αναίμακτες, χωρίς θύματα ή τραυματισμούς, το 40% ήταν «αντιπερισπασμός του κράτους για να ξεχνάει ο κοσμάκης τα προβλήματα του και να δαιμονοποιούν τα Εξάρχεια», 40% των επιθέσεων ήταν «τρέχα γύρευε», τέλος, το υπόλοιπο 20%, οργισμένοι νεολαίοι, ξαναμμένοι χουλιγκάνοι,

σύμφωνα τουλάχιστον, με την γνώμη των κατοίκων άνω των εξήντα ετών που εξακολουθούσαν να ασχολούνται, επέμεναν να ενδιαφέρονται, για τα κοινά, το αντιπροσωπευτικό τους δείγμα υπήρξε κάποτε οργανωμένος στην αριστερά, σκέτο ψηφοφόρος πλέον, ματαίωση κατρακυλούσε στις ρυτίδες του προσώπου του, για τα θέματα τα κοινωνικοπολιτικά, επίσης παραίτηση, δεν ήταν πλήρης, στα μάτια του κρύβονταν, πότε πότε φανερώνονταν μια –συγκρατημένη- ελπίδα αναφορικά με τα παιδιά του, αντί για τον ίδιο, το μέλλον τους, αραιά γκριζωπά μαλλιά, ατριμάριστα γένεια, στα δόντια του προβάλλονταν μνήμες από νύχτες με σύννεφα καπνού από τσιγάρα (το είχε κόψει πριν από πέντε χρόνια), για το διάβασμα χρειαζόταν πια γυαλιά (πρεσβυωπίας), φορούσε ορειβατικές μπεζ μπότες, σκούρο τζην παντελόνι, μονόχρωμο φαρδύ T-shirt (ή καρό πουκάμισο), ντυνόταν ελαφρά επίσης τον χειμώνα, έριχνε πάνω του ένα μπουφανάκι,

απηχούσε, η γνώμη των Εξαρχειωτών, μιας κάποιας ηλικίας, και δόσης υπερβολής, το πνεύμα της Μεταπολίτευσης (1974-2010), όπως εγγράφηκε στα τεκταινόμενα της περιοχής, επέμενε –ασθμαίνοντας- για λίγα χρόνια ακόμη, εξέπνευσε οριστικά το 2020, έμμεσο παράγωγο μιας πανδημίας (και της διαχείρισης της),

εξέφραζε, την έλλειψη εμπιστοσύνης, αξιοσημείωτου ποσοτικά, μέρους της ελληνικής κοινωνίας προς την Ελληνική Αστυνομία,

χοντρικά μιλώντας, οι ελληνικές κυβερνήσεις, μετά την πτώση της δικτατορίας κατάφεραν και πέτυχαν την θεσμική αποχουντοποίηση, τον εκδημοκρατισμό των σωμάτων ασφαλείας, απέτυχαν στην διαμόρφωση μιας κουλτούρας συναίνεσης κατά την μακρά περίοδο διακυβέρνησης των λαϊκιστών σοσιαλιστών του ΠΑ.ΣΟ.Κ, (μετέπειτα εκσυγχρονιστών σοσιαλδημοκρατών), της αριστεράς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (πριν αναδιπλωθεί σε κοινωνική σοσιαλδημοκρατία), της πολιτιστικής/πολιτισμικής κυριαρχικής θέσης της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα,

παρέμεινε μια γενική καχυποψία εκ μέρους των πολιτών, αποδείχθηκε διαχρονική,

έτσι ώστε, σε συνδυασμό με την χρόνια αστοχία της ΕΛ.ΑΣ. στις Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις (φορέας εξουσίας στον οποίο επικράτησε, στεγανοποιήθηκε ένα πνεύμα εσωστρέφειας και αυτοπροστασίας τύπου σκαντζόχοιρου), παρήγαγε σταδιακά μια απόσταση, ένα χάσμα που διευρυνόταν μεταξύ του κοινωνικού σώματος και όσων εργάζονται ώστε να φροντίζουν για το αίσθημα -και όχι μόνο- της ασφάλειας του:

νέοι και νέες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και της λαϊκής τάξης, μικρομεσαίοι μικροαστοί που επιζητούν μονιμότητα και εισοδηματική σιγουριά, τέλος, όσοι ποντάρουν, τζογάρουν, στην πιθανότητα άσκησης εξουσίας (ή κατάχρησης της) με μίνιμουμ κόστος,

ανεβάσαμε ταχύτητα επίσης πριν τον Αλιγάτορα, μπαρ κονσομασιόν, όπου συνήθιζα να επιβραδύνω το βήμα ώστε να χαζέψω τα κορίτσια,

consommation στα γαλλικά σημαίνει κατανάλωση ποτών, όσο περισσότερων, τόσο το καλύτερο, τα αγόραζαν σε φουσκωμένες τιμές οι πελάτες για την Τζίνα, την Μαίρη, την Ίνα, την Σαμπρίνα, και την Μάνια, κουκλάρες απ’ την Αλβανία, την Βουλγαρία, την Γεωργία, την Ρουμανία, την Ουκρανία, την Ρωσία,

η λέξη αποδίδει την πρακτική της πληρωμένης γυναικείας συντροφιάς που παρέχεται στα συγκεκριμένα νυχτερινά μαγαζιά (δεν συμπεριελαμβάνει σεξ),

περισσότερο γνωστά ως κωλόμπαρα, αντλούν την καταγωγή τους από τα καμπαρέ του Παρισιού όπου χόρευαν τα μπαλέτα, κέρναγαν ποτά οι θαμώνες τις καμπαρετζούδες, τα κωλάδικα, μικρά μαγαζιά με σαλονάκια με ψηλή πλάτη, μπαρ, και μίνιμαλ διακόσμηση, έγιναν μέρος του λαϊκού πολιτισμού της Ελλάδας έπειτα από την δεκαετία του 1960,

η γοητεία της σκοτεινής ατμόσφαιρας, το blacklight, οι όμορφες γυναίκες και το άφθονο αλκοόλ προσέλκυαν στον Αλιγάτορα Αθηναίους από όλα τα κοινωνικά στρώματα, πρόθυμους να καταναλώσουν, και να καταναλωθούν, να ξοδέψουν και να ξοδευτούν, επιχειρηματίες (εισαγωγαί/εξαγωγαί), παλαίμαχους αθλητές, τζογαδόρους, μποέμ, χαβαλέδες, ηδονιστές, δημοσιογράφους, εισοδηματίες,

τον τεμπέλη συνδικαλιστή μιας Δ.Ε.Κ.Ο., τον μουντρούχο συνταξιούχο αστυνομικό, το χαρτόμουτρο ηθοποιό με χρέη, και τον σπαστικό τηλεδικηγόρο, τον οποίο,

αναγκάστηκε να προσλάβει, ο εκπρόσωπος Τύπου της ομάδας αντιμετώπισης της πανδημίας του covid-19 στην Ελλάδα, Μάνος Κινάτος, όταν τον αναγνώρισε -εν μέσω καραντίνας- δίπλα από την Σάντρα, τον ξεφώνισε, ένας κλοσάρ της γειτονιάς με οικία από χαρτόκουτα και ούζο καραφάκι πάντοτε στο χέρι,

η περιοχή παλαιότερα ονομαζόταν «Πιθαράδικα» λόγω των εργαστηρίων κατασκευής πιθαριών από πηλό, δεν πρέπει να διέφεραν πολύ από την κατοικία του Διογένη (την ημέρα της γέννησης του, πέθανε ο Σωκράτης)·

-       «ο Διογένης ο Κυνικός είχε δει ένα μεσημέρι τον ρήτορα Δημοσθένη να γευματίζει σε μια ταβέρνα και πλησίασε παραξενεμένος, οι ταβέρνες, εκείνη την εποχή, θεωρούνταν κακόφημα στέκια και πρατήρια τροφής Β’ διαλογής, όπου έτρωγαν μόνον οι ξένοι και οι ζητιάνοι ― απ’ την πλευρά του, ο Δημοσθένης δεν ήταν ο τύπος που θα χαιρόταν να δώσει δείγματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς οπότε, βλέποντας τον να κατευθύνεται προς το μέρος του στηριγμένος στη βακτηρία του και συνοδευόμενος ως συνήθως από δυο τρεις αδέσποτους σκύλους, τραβήχτηκε βαθύτερα στο εσωτερικό του ταβερνείου με την ελπίδα ότι έτσι θα μπορούσε να κρυφτεί ώστε να αποφύγει την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις· εντούτοις, ο Κυνικός έσκυψε το κεφάλι του διά μέσου του πλαισίου του παραθύρου και, εντοπίζοντας τον ένοχο στο ημίφως, του είπε:

‘όσο πιο μέσα μπαίνεις, τόσο πιο μέσα ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ μπαίνεις’».[1]

 

 



[1] Ε. Αρανίτσης.

18.2.26

Sexάρχεια

 



ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙV

Διόλου απίθανο, η παρακμή των Εξαρχείων να όξυνε τον ερωτισμό, αρκούσε ένα βλέμμα, μια χειρονομία, μία λέξη ώστε να απορρυθμιστώ, παραδείγματος χάριν,

Πειναλέων, αναγράφονταν με μαύρα γράμματα στον εξωτερικό μπεζ τοίχο ενός διώροφου κτιρίου των αρχών του 20ου αιώνα, Αβησσυνίας 99, φιλοξενούσε την ομώνυμη ταβέρνα,

σέρβιρε γεύματα με άρωμα Χίου, χοιρινό με μάραθο και μαστίχα, γιαπράκια, γίγαντες, μοσχαράκι κοκκινιστό, φάβα, κότσι, αρνάκι λεμονάτο, κοτόπουλο με μαστίχα και ταχίνι, πανσέτες στο φούρνο με θυμάρι και μέλι, ζυμωτό ψωμί ολικής άλεσης και τυρί μαστέλο, οι παραγγελίες συνοδεύονταν από κέρασμα, χαλβά σιμιγδαλένιο, βανίλια υποβρύχιο, γλυκό του κουταλιού (τριαντάφυλλο, κεράσι, νεραντζάκι, βύσσινο, καρπούζι, σύκο),

το κλασικό Εξαρχειώτικο στέκι με φιλικές τιμές, νεολαία πελατεία, ζωντανή μουσική (ρεμπέτικα, λαϊκά, παραδοσιακά τραγούδια), κουβαλούσε το μερίδιο του από την ιστορία της γειτονιάς, της χώρας γενικότερα, το μαγαζί είχε ανοίξει το 1975 μία δημοσιογράφος της αριστερής εφημερίδας της Αυγής μαζί με τον σύζυγο της ο οποίος πέρασε την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) στην φυλακή (είχε συλληφθεί για παράνομη αφισοκόλληση),

τρία χρόνια αργότερα (οι τοίχοι παρέμεναν σοβατισμένοι με άχυρο και χωματολάσπη), άλλαξε χέρια η ιδιοκτησία, ανέλαβαν δύο φίλοι, ο Βασίλης και ο Μακάριος από την Χίο, αδελφός του Δήμου Αβδελιώδη, δημότης Εξαρχείων, σκηνοθέτης της κλασικής κωμικής και ρομαντικής ηθογραφίας Η Εαρινή Σύναξις των Αγροφυλάκων (1999), σκιαγραφεί απολαυστικά το προφίλ του φύλακα των αγρών της παραμεθόριου της Χίου της δεκαετίας του 1960: ο τεμπέλης, ο μουντρούχος, το χαρτόμουτρο, και ο σπασίκλας,

όσο για το 16χρονο μούτρο, ήθελε να την σπάσει στους μεγάλους, έβαψε με σπρέι τον ξεφτισμένο από την υγρασία γειτονικό λευκό τοίχο, πρόσοψη μιας μισογκρεμισμένης μονοκατοικίας της δεκαετίας του 1930, ένα σύνθημα, παραδόξως, στο πνεύμα του Πειναλέοντα, το όνομα της ταβέρνας παρέπεμπε στον ήρωα του πολιτικού γελοιογράφου Μποστ (1918-1995), οι τρεις πλέον χαρακτηριστικοί σατιρικοί χαρακτήρες του ήταν η Μαμά Ελλάς, μια αρχαιοπρεπής γυναίκα με χιτώνα, ρακένδυτη και κατατρεγμένη, συμβόλιζε την Ελλάδα της μεταπολεμικής περιόδου, και τα δύο παιδιά της, ο Πειναλέοντας και η Ανεργίτσα που σχολίαζαν την επικαιρότητα με σκόπιμα ορθογραφικά λάθη που υπονόμευαν την σοβαροφάνεια της εξουσίας,

 

 «θύματα αγυρτίας

προ δεκαετίας

αδύνατη η αποκατάσταση

ξεχάστε το

το συμβούλιο της επικρατείας

 

δεν την γνωρίζετε την ιστορία;

τι σας μαθαίνουν στα σχολεία;

 

τσιφλικάτοι και fortunesάκηδες

βροντόπουλοι και κοτζατσαμπατσήδες

αρλούμπα κουτσούμπα kolotoumba

γαρδούμπα


κι αν πεινάτε

να μας συμπαθάτε

τ' απόνερα βλέπετε

μιας εθνικής χρεωκοπίας»

                                                                   

θα παραγγέλναμε αργότερα σουβλάκι, Πειναλέοντας να έμπηγα τα δόντια μου στο δέρμα της, στο ποπουδάκι, αντί για ψητό κοτόπουλο, σε καλαμάκι,

προηγουμένως, αναγκαστήκαμε να επιταχύνουμε, ένα μπουλούκι από μεσήλικες αποχωρούσε αλλόφρων από την ταβέρνα, στην αυλή της κάποτε υπήρχε ένα πηγάδι, φιλοξενούσε, μέχρι εκείνη στην στιγμή, μια μάζωξη μελών του μείζονα φορέα ποιητών, πεζογράφων, δοκιμιογράφων, μεταφραστών, κριτικών και άλλων επαγγελματιών με εξαίρεση τους κομίστες, η συνάντηση των εκπροσώπων τους με το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου που ιδρύθηκε το 1981 δεν είχε ευτυχή κατάληψη, δεν έγιναν δεκτοί ως μέλη, ακολούθησε σύρραξη αντάξια του παρελθόντος:

-       «κνίτες-ρηγάδες-ΜΛ κουκουέδες-αναρχικοί και λοιπές φράξιες της τότε απολύτως πολιτικοποιημένης εποχής είχαν πολλά να μοιράσουν σ’ αυτή την πυρπολημένη εποχή των διαδηλώσεων και των καταλήψεων, οι κνίτες του Πολυτεχνείου φώναζαν συνθήματα (‘μ’ αγώνες κατακτάμε τα κουκιά μας'), απέναντι τους οι ρηγάδες της Νομικής ('ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος κάθε σέξι νέος'), θυμάμαι να σείεται ο κόσμος μέχρι το πρωί με την Οπισθοδρομική κομπανία, ενίοτε το γλέντι να γυρνά σε κλωτσοπατινάδα, τα παιδιά της ΚΝΕ χτυπάγανε τα πόδια τους με τις καρέκλες τους, έβλεπα την ταλάντωση στα σανίδια και σκεφτόμουν φαντάσου ν’ ανοίξει το ταβάνι και να μου πέσουν στην κουζίνα 15 κνίτες...»




14.2.26

Sexάρχεια

 



ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙΙI

Προσπέρασα γρήγορα το καλαίσθητο bistrot, πόσο μάλλον που πίσω από την συνάδελφο Πέρδικα καθόταν η Δανάη με τον Αγγλο-Σκωτσέζο φίλο της, παλιά γνωστή, ζούσε και εργαζόταν ως interior designer μεταξύ Λυόν, Μπράιτον, και Αθήνας, τις τρεις φορές, τα τελευταία επτά χρόνια, που σκοντάψαμε πάνω στον άλλον, δεν ανταλλάξαμε χαιρετισμό, ούτε με νεύμα, την συγκεκριμένη φορά το βλέμμα της ήταν επικριτικό, με βρήκε βέβαια να καταριέμαι την τύχη μου, θα τράκαρα με την Gen Z, χωρίς ψηφιακό safe distance, ένα πλήθος εικοσάρηδων είχε καταλάβει το πεζοδρόμιο, το οποίο,

μετά βίας έφθανε στους ογδόντα πόντους, ούτως ή άλλως, ήταν ανώμαλος ο δρόμος, εξαιτίας των σκαλοπατιών παρόδιας ιδιοκτησίας, μεταλλικών κάγκελων, στύλων ηλεκτροφωτισμού, δέντρων, ογκωδών απορριμάτων, παρκαρισμένων δίκυκλων και τετράτροχων που καβαλούσαν το τσιμέντο σε πείσμα του άρθρου 6 της υπουργικής απόφασης οικ. ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/124964/1561/2012: 

«σε όλους τους κοινόχρηστους χώρους πόλεων και οικισμών που προορίζονται για την κίνηση πεζών επιβάλλεται ελεύθερη ζώνη με ελάχιστο πλάτος 1,50μ.»,

βγήκα στην μέση του δρόμου, μονής κυκλοφορίας, χωρίς διαθέσιμη θέση για πάρκινγκ, όπως όλα τα πρωινά, κάθε μεσημέρι, οποιοδήποτε από τα απογεύματα, όλες τις intoxicated νύχτες από πόθο, αλκοόλ, λαχτάρα, κοίταξα προς την Μάρα, χαμένη στις σκέψεις της, σκεφτόταν να το ακυρώσει, το ήθελε πολύ ωστόσο να με νοιώσει, μέσα της,

έξω από το βιβλιοπωλείο Πλατύποδες, το όνομα είχε επιλεχθεί για λόγους συμπερίληψης, η συχνότητα πλατυποδίας στους ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ 15 και 25%, συνήθως περνάει απαρατήρητη, κάποιες φορές ωστόσο προκαλείται κόπωση και πόνος εξαιτίας της άμεσης επαφής της εσωτερικής πλευράς του πέλματος με το έδαφος κατά την ορθοστασία, καθιστοί και όρθιοι, εντός και εκτός του καταστήματος, λειτουργούσε επίσης ως café, eventάκηδες, αναγνώστριες άνω των πενήντα ετών, φιλόλογοι, φοιτητές/φοιτήτριες, FOMO, και φιλοπερίεργοι είχαν επιλέξει να παρευρεθεί στην εκδήλωση της παρουσίασης του μυθιστορήματος του Phryxus,

προηγουμένως, είχε δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές σε ηλικία είκοσι ενός (Unfuck!) και είκοσι τριών ετών (Fuck Me Not), έργα που συνομιλούσαν με το κίνημα "Four Nos" (no sex, no childbirth, no dating, no marriage) των νέων φεμινιστριών της Νότιας Κορέας, μια αντίδραση στην πατριαρχική κοινωνία, το βιβλίο του εικοσιοκτάχρονου, υβρίδιο αυτομυθοπλασίας, λογοτεχνικής κριτικής, και μανιφέστου,

Το Μεγάλο Χ διερευνούσε την προσωπική σχέση, ως αναγνώστη, του -κατά κόσμον- Φρίξου Μπεκάτσα με τον Μ. Καραγάτση, δημοφιλή συγγραφέα του 20ου αιώνα, αποδομώντας, ταυτόχρονα, το male gaze του μυθιστορήματος του Η Μεγάλη Χίμαιρα, πρωτογράφτηκε το 1936, εκδόθηκε το 1953, ο συγγραφέας, εντός των ορίων, στα πλαίσια των άτυπων κοινωνικών και έμφυλων προτύπων της εποχής, εξιστορεί την ιστορία ενός Έλληνα ναυτικού που σε ένα ταξίδι του ερωτεύεται μια Γαλλίδα καμπαρετζού, η Μαρίνα Μπαρέ-Ρεϊσί τον ακολουθεί στην Σύρο όπου θα βρεθεί σε σύγκρουση με το συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον με τραγικά αποτελέσματα για όλους, η μικρή νησιωτική κοινωνία δεν αποδέχονταν σεξουαλική ελευθεριότητα, ανάλογη τουλάχιστον με εκείνη που παρατηρούνταν κάποια χρόνια αργότερα στον αριθμό 75 της οδού Αβησσυνίας, πρώην Hotel Sudan, όπου,

κάποτε αντάλλασσαν σωματικά υγρά, επί χρήμασι or not, οπωσδήποτε μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, καθημερινοί, λαϊκοί, ή και κακόφημοι άντρες και γυναίκες μόνιμοι κάτοικοι της πόλης, φιλοξενούσε πλέον sex sessions νέων ανθρώπων από κάθε γωνιά του πλανήτη, περαστικούς από την Αθήνα, το τριώροφο κτίριο ανακαινίσθηκε –χωρίς ευτυχώς να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία ενός κτιρίου εξήντα τριών ετών- λειτουργούσε ως hostelάδικο,

βάδιζα αργά στην άσφαλτο, χάζευα την Μάρα, δηλαδή τα πόδια της, φορούσε ένα ψηλόμεσο γυναικείο Levis 501 jean σε denim blue, το είχε αγοράσει, στις εκπτώσεις, πριν χρόνια, όταν είχε ακόμα την δυνατότητα να πληρώσει 74.90€ για ένα παντελόνι, διέθετε πια το ένα όγδοο των χρημάτων,

όπως σ’ όλα τα αγοροκόριτσα, τις αδύνατες, τις άγριες γκόμενες, τις "Wow, Wild, Wicked"[1] ακαταμάχητες κοριτσάρες, της πήγαινε μούρλια, προπορεύονταν στον δρόμο, στην ανηφορική κλίση του οποίου απέδωσα τον ίλιγγο·


"blue jeans, black shirt

walk up the street

you made my eyes burn

it was like, Lana Del Ray, for sure


you were sorta heavy metal

I grew up on puck rock

it's only rock 'n' roll 

(but I like it)

since April, oh baby!


I said we had to start our lives over

you were like, we can make it work

well, at least we tried

Exarheia so sick as c-cancer

baby, can you see through the fears?


no dream? basta!

we are deliriants

we are the dreamers of dreams."






                                                                                                                            


13.2.26

Sexάρχεια

 

ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙΙ

Προηγουμένως, τράβαγα την ανηφόρα, της οδού Αβησσυνίας,

φωτοτυπάδικο, βιβλιοπωλείο, καφετέρια, σαντουϊτσάδικο είχαν ήδη, ή ετοιμάζονταν, να παραχωρήσουν την θέση τους σε μπαρμπέρικο, bar, κατάστημα ειδών νεωτερισμού (κρασί, άνθη & φυτά, sex toys), βιβλιοπωλείο, coffee to go... κατά διαόλου θεωρούσαν, ουκ ολίγοι, κάτοικοι των Εξαρχείων άνω των σαράντα πέντε ετών, «π ρ ο χ ω ρ ά μ ε...» σύμφωνα με τα παιδιά τους, τα ανήψια, γείτονες και φοιτητές κάτω των είκοσι πέντε, στην μέση περίπου ηλικιακά, 

βρέθηκα στην ευχάριστη θέση να μην νοσταλγώ το σάντουιτς με κακής ποιότητας ψωμί-ζαμπόν, μέτριας τυρί-ντομάτα, νορμάλ κατάσταση μαρούλι-κέτσαπ-τηγανητές πατάτες, έναντι μιας συγκαιρινής granola bar από νιφάδες σίκαλης και βρώμης, αμύγδαλα, ηλιόσπορο, λάδι καρύδας, μέλι ανθέων, ταχίνι, αλάτι, τζίντζερ, κουρκουμά, όσο για τα δυσάρεστα, μέτραγα κέρματα, 

καθώς πλησίαζα στην διασταύρωση με την Μεταξά, άνοιξα αντανακλαστικά το βήμα, στο σημείο καταγράφονταν υψηλή συγκέντρωση από hipster ιχνοστοιχεία, ένα χρόνο πριν είχε ανοίξει ένα μπιστρουδάκι, νομοτελειακά επηρεασμένα από την γαλλική κουλτούρα, 

τα αθηναϊκά bistro που είχαν πρόσφατα προστεθεί στην ζωή της πόλης διακρίνονταν από ποικίλλες επιρροές και αναφορές, αυστριακές που γίνονταν εμφανείς στο σερβίρισμα, αργεντίνικες γεύσεις στα πιάτα στην τουριστική Πλάκα, γερμανικές και γαλλικές πινελιές με άρωμα μεσοπολέμου στο μπιστρό στην πλατεία Συντάγματος, στα hip Πετράλωνα λειτουργούσε chocolaterie όπου έπαιζαν μόνο βινύλια, ένα μπιστρουλίνι στην multi culti Κυψέλη ήταν συνδεδεμένο με την ethnic μουσική, το bistrot των Εξαρχείων ήταν αμιγώς γαλλικό, η ιδιοκτήτρια του Γαλλίδα, τα πιάτα αυθεντικά γαλλικά, Πέμπτη και Παρασκευή, δύο αγόρια, το ένα με ακορντεόν, το άλλο χρησιμοποιώντας την φωνή του, ερμήνευαν παλιά γαλλικά τραγούδια, ταξίδευαν τους παρευρισκομένους μέχρι το Παρίσι, την θαμώνα, και σκηνοθέτρια, Μάριον Πέρδικα, μεταξύ άλλων,

η μεσαία μήκους ταινία της τριανταεξάχρονης, Βίος & Αλητεία: Tο Φαινόμενο Mad Boy, σχετικά με την ζωή και το έργο ενός δημοφιλούς έλληνα trapper (πέθανε σε ηλικία τριάντα τριών ετών έπειτα από πτώση, οδηγούσε κόκκαλο χορηγικό ηλεκτρικό πατίνι Segway MAX G2), προβλήθηκε δωρεάν στην streaming πλατφόρμα της κρατικής τηλεόρασης, η διαθέσιμη εφαρμογή για φορητές συσκευές συνέβαλλε στην μεγάλη επιτυχία της στην ηλικιακή ομάδα 16-24 ετών μεταξύ των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο internet, όπου,

δεν είχα συνδεθεί στα social media με την συνάδελφο Πέρδικα, συναντιόμασταν, μοιραία, κοιταζόμασταν και αγριευόμασταν, καθόλου τυχαία, το Σάββατο το μεσημέρι στην λαϊκή αγορά της Καλλιδρομίου, φόρτωνα ζαρζαβατικά, φρούτα, και αυγά σε μεταλλικό καρότσι, επέλεγε μισό κιλό καφέ (ή κίτρινα) τοματίνια, ανάλογη ποσότητα από πετροκέρασο ή κάρντιναλ σταφύλι το καλοκαίρι, ακολούθως, φόρτωνε σε συζητήσεις με φίλους και γνωστούς για την έλλειψη σχεδιασμού, την εγκατάλειψη από το κράτος του πολιτισμού, σε ένα από τα τρία καφέ επί της οδού, όπου,

ήταν σχεδόν αδύνατον να βρεις να κάτσεις έξω, στο στενό πεζοδρόμιο, σε ένα από τα δεκαέξι τραπεζάκια (τριάντα πέντε με σαράντα καρέκλες), απαιτήθηκε ενάμιση χρόνος διαμονής στα Εξάρχεια, δεκάδες επισκέψεις στην λαϊκή, μηδέν εσπρέσο ξεφλουδίζοντας φρέσκα μανταρίνια υπό τον Αττικό ήλιο, την καινούργια ποικιλία χωρίς κουκούτσια ώστε να μην χρειάζεται να φτύνω, έως ότου να λυθεί το μυστήριο, κρυφακούγοντας, διαλέγοντας πορτοκάλια, συνειδητοποίησα πως οι πελάτες ακολουθούσαν το know how των free campers, όσων δηλαδή απολάμβαναν την θάλασσα σε μια σκηνή με άπλετη φυσική σκιά, αγαθό πολυτελείας, είδος εν ανεπαρκεία, για όσους έκαναν ελεύθερο Ιούλιο-Αύγουστο - συντονίζονταν, διαδέχονταν με χρονική ακρίβεια γνωστούς και φίλους παραθεριστές, οι καλύτερες καβάτζες κατοχυρώνονταν ήδη από τις αρχές του Ιούνη, οι καλύτερες θέσεις στις καφετέριες της Καλλιδρομίου πιάνονταν από τις 08:00, ώρα έναρξης του ωραρίου, η Πέρδικα διαδεχόταν τον θείο της, εκδότη και ιδιοκτήτη γειτονικού βιβλιοπωλείου,

είχαν θέα, από τα ξημερώματα έως τις 15:00 το μεσημέρι, τις χιλιάδες των Αθηναίων που επέλεγαν για τα ψώνια τους την λαϊκή αγορά, γυναίκες μέσης ηλικίας που δεν εργάζονταν, συνταξιούχοι, μισθωτοί του δημοσίου τομέα, και άνεργοι συνιστούσαν το προφίλ του σύνηθους πελάτη, για soundtrack τις φωνές των πωλητών που διαφήμιζαν τα προϊόντα τους ("street cries"),

η εβδομαδιαία διοργάνωση πώλησης φρέσκων βασικών προϊόντων διατροφής σε προκαθορισμένο δρόμο, εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων λειτουργούσαν 58 (συνολικά στο νομό της Αττικής 271), καθιερώθηκε νομικά το 1929 ως ένα κυβερνητικό μέτρο ελάφρυνσης των ασθενέστερων τάξεων, οι άμεσες εμπορικές συναλλαγές μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών υπόσχονταν καλύτερες τιμές (θεωρούνταν πως οι αυξήσεις οφείλονταν στους μεταπράτες),

ενενήντα χρόνια αργότερα, στην λαϊκή της Καλλιδρομίου συναντούσες στην πλειοψηφία μεσάζοντες πωλητές ντόπιων και εισαγόμενων προϊόντων σε τιμές, φιλικότερες συχνά από εκείνες των supermarket, στοιβαγμένα προσεκτικά, ή ριγμένα χύμα πάνω σε φορητούς πάγκους, πλαστικές πορτοκαλί τέντες πρόσφεραν προστασία από τον ήλιο και την βροχή, μια ποικιλία ειδών, πανσπερμία γεύσεων, χρωμάτων, και αρωμάτων, που θα ήταν απίθανο να φανταστεί ο Αθηναίος επισκέπτης της αγοράς την δεκαετία του 1930,

λαχανικά, όπως αγκινάρες, αρακάς, αγγούρια, αβοκάντο Κρήτης ή από το Περού, αρωματικά μυρωδικά (μαϊντανό, άνηθο, σέλινο, δυόσμο, μυρώνια, γλυστρίδα κτλ), κολοκύθες και κολοκυθάκια, καρότα, κουνουπίδια, φρέσκα και ξερά κρεμμύδια, λάχανα, λεμόνια, μανιτάρια Πολωνίας, μελιτζάνα (μαύρη, λευκή, τσακώνικη), μπάμιες, μπρόκολα, ντομάτες, πατζάρια, πατάτες και γλυκοπατάτες Αιγύπτου, ραπανάκια, σαλάτες (μαρούλι, ρόκα), Κινέζικο σκόρδο, φασολάκια, χόρτα (βλήτα, ραδίκια, σπανάκι κτλ), σπαράγγια σπανιότερα,

και φρούτα, αχλάδια, ακτινίδια Νέας Ζηλανδίας, βανίλιες και βερίκοκα, γκρέιπφρουτ, δαμάσκηνα, κεράσια, καρπούζι, κυδώνια, λωτούς, μάνγκο Βραζιλίας, μήλα και μπανάνες και πεπόνια Κεντρικής Αμερικής, νεκταρίνια, ρόδια, ροδάκινα, σύκα Αττικής, σανγκουίνι, φράουλες,

ένας έμπορος πουλούσε ψάρια, ένας άλλος μέλι, μπαχάρια, και ξηρούς καρπούς, μια γυναίκα έψηνε χοιρινό κρέας σε ξύλινα καλαμάκια στην καντίνα της, τάϊζε τους εργαζόμενους στην αγορά, πελάτες με χανγκόβερ, μια οικογένεια τσιγκάνων πωλούσε γλάστρες και φυτά, τέλος, έβρισκες επίσης είδη ένδυσης/υπόδησης και σπιτιού made in China και Πακιστάν.