20.2.26

Sexάρχεια

 

NO TEARS FOR THE STRANGERS IN THE NIGHT

Το διαμέρισμα της Μάρας ήταν το σημείο G, δυάρι με μωσαϊκό και θέα Αθηναϊκή,

πολυκατοικίες, τεσσάρων, πέντε, και έξι ορόφων, τα μακρόστενα μπαλκόνια τους διέθεταν τραπεζάκι με δύο, ή περισσότερες, καρέκλες, ξύλινες, μεταλλικές, ή πλαστικές, απλωμένα ρούχα, δίφυλλη γαλβανιζέ ντουλάπα, πλαστικές και πήλινες γλάστρες φιλοξενούσαν καλλωπιστικά λουλούδια και φυτά, κρέμονταν από τα κάγκελα μαζί με πιάτα δορυφορικά που προστατεύονταν από τέντες από βαμβάκι και πολυεστέρα χρώματος μπεζ, πορτοκαλί, σκούρο πράσινο, και γκρι,

στο βάθος, ανάμεσα από κεραίες τηλεόρασης και θερμοσίφωνες, καταλάμβαναν τον κύριο χώρο στις ταράτσες, διακρίνονταν ο Αττικός ουρανός,

η Αθήνα απολάμβανε δύο χιλιάδες επτακόσιες εβδομήντα μία ώρες ηλιοφάνειας ετησίως, δεν υπήρχαν σύννεφα ούτε εκείνη την βραδιά, κατά συνέπεια,

είχε ρεπό, δεν πετούσε το ελικόπτερο στον ουρανό των Εξαρχείων, όταν τίθενταν σε κίνηση, οι θορυβώδεις έλικες του σκέπαζαν κάθε άλλο ήχο της ζωής της γειτονιάς, ο προβολέας του φώτιζε εκατοντάδες μέτρα μακριά, διέθετε μεγάφωνο, διόπτρες νυκτός, ασυρμάτους, θερμικές κάμερες αξίας 1.000.000 ευρώ η καθεμία, το ιπτάμενο όχημα επιστρατευόταν από την ΕΛ.ΑΣ. για περιπολίες τις νύχτες των βίαιων ταραχών,

βράδυ καλοκαιρινό, πάντως δροσερό, περασμένα μεσάνυχτα, πήγα στην κουζίνα να πιω νερό, θα ακολουθούσε νέος κύκλος ερωτοτροπιών,

το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, στηριζόταν στο φεγγάρι, τα φώτα της γειτονιάς, διαχέονταν στον χώρο από την ανοιχτή ξύλινη πόρτα που έβγαζε στο μικρό πίσω μπαλκόνι, δεν πάτησα τον διακόπτη, άνοιξα το ψυγείο, έβγαλα το γυάλινο μπουκάλι με κρύο νερό, αντανακλαστικά, έριξα μια ματιά στον έξω κόσμο,

έναν μεσήλικα δηλαδή, πάνω σε μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα, φορούσε καφέ βερμούδα και λευκή φανέλα, την πίεζαν κάμποσα έξτρα κιλά, συγκεντρωμένα στην κοιλιά, το κάδρο -μέσα από την ανοικτή μπαλκονόπορτα- χώρεσε επίσης το ακάλυπτο γόνατο της γυναίκας του στον καναπέ, έβλεπε τηλεόραση, έως ότου συναντήθηκαν τα βλέμματα μας,

δεν είχε πέσει καταλάθος στο διαμέρισμα της Μάρας το μάτι του γείτονα με το στρόγγυλο κεφάλι και την γυαλιστερή φαλάκρα αλά Γκορμπατσόφ (μείον το σημάδι),

η πόρτα της κουζίνας παρέμενε ανοιχτή από τον Μάη μέχρι τον Σεπτέμβρη για λόγους διευκόλυνσης της Σάρας ενώ, επιπροσθέτως,

η Μάρα ήταν η γκόμενα γειτόνισσα, μωράκι γειτονάκι, που τριγυρνούσε στο διαμέρισμα φορώντας μόνο το σορτσάκι, ή μόνο το (μαύρο) βρακάκι, τις νύχτες της μεγάλης ζέστης τουλάχιστον, τις ήσυχες μέρες του Αυγούστου, αλλά και τις ανήσυχες, που ήταν περισσότερες, αδιαφορώντας, λίγο πολύ, αν θα τύχαινε να δει, και τι θα πει, ο κάθε ένας, αν λοιπόν άρεσε στον γείτονα το οφθαλμόλουτρο θα είχα ανιχνεύσει δυσαρέσκεια στο πρόσωπο του, αντί για την Μάρα, την Σάρα, δύο γνώριμα στητά στηθάκια, είχε κακό συναπάντημα,

«ποιόν να ‘χει φέρει πάλι απόψε αυτή;» ίσως ακούστηκε αχνά στο βάθος η φωνή, «δεν έχει μπει άντρας στο σπίτι εδώ και έναν χρόνο» μου είχε πει σε μια ανύποπτη στιγμή,

δεν είχε αλλάξει διεύθυνση τα τελευταία τέσσερα χρόνια, δεν ήμουν, πιθανότατα, ο πρώτος άντρας στην κουζίνα του διαμερίσματος του τέταρτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, όπου εξωτερικεύονταν η δυσπιστία του γείτονα,

είχε βλέμμα κλειδαρότρυπας, φανατικού του κουτσομπολιού, που σκανδαλίζεται με την ίδια ευκολία με την οποία φαντασιώνεται ανωμαλίες στις ζωές των άλλων, έμοιαζε με τύπο που βαριόταν να πανηγυρίσει το γκολ της αγαπημένης του ομάδας, του Ολυμπιακού εν προκειμένω, του πολυνίκη, και λαοφιλέστερου, αθλητικού σύλλογου της χώρας (η αγαπημένη ομάδα των Εξαρχειωτών ήταν η ΑΕΚ, κατατασσόταν τρίτη σε τρόπαια και δημοφιλία), εν τέλει, αδιαφόρησα, όπως, αντιστοίχως,

η Μάρα για την γειτόνισσα, η κρεβατοκάμαρα της οποίας ήταν μεσοτοιχία με την δική της, διαμαρτυρήθηκε για τις μεταμεσονύχτιες στριγκλιές ηδονής βήχοντας δυνατά, μέσης ηλικίας, εργαζόταν ως συμβασιούχος διοικητική υπάλληλος στο υπουργείο Δικαιοσύνης, ο πρώην σύζυγος της την κεράτωνε με την κατά δεκαπέντε χρόνια νεότερη Ελληνοβουλγάρα Ρένα που εργαζόταν παλαιότερα στον γωνιακό φούρνο, σύμφωνα τουλάχιστον με την προϊστάμενη του καταστήματος (κοιτούσε λοξά την Μάρα, και πάντοτε ελαφρά αφ’ υψηλού),

θα παρέμενε άγνωστο λοιπόν, δεν θα μάθαινα ποτέ, την ακριβή ημερομηνία της επίσκεψης του άγνωστου Χ στο διαμέρισμα της εράστριας μου, αν δηλαδή της κτύπησε το κουδούνι ενάμιση μήνα πριν γνωριστούμε, γεγονός αδιάφορο, ακουγόταν απίθανο να είχε υπάρξει στην ζωή της Μάρας το ερωτικό hiatus 365+ ημερών, ή, ας πούμε, πριν από τρεις εβδομάδες, στο ενδιάμεσο των δικών μου επισκέψεων,

στο τέλος, αρκέστηκα σε μια ατάκα της που την εξέφρασε αυθόρμητα με πάθος: «ποτέ δεν μπλέκω με πάνω από έναν γκόμενο ταυτόχρονα!»

 

 


 


19.2.26

Sexάρχεια

 



ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

V

Πατήσαμε γκάζι μέχρι το τέλος της οδού Αβησσυνίας, προσπεράσαμε γοργά το Α.Τ. Εξαρχείων, υπό κανονικές συνθήκες, η Μάρα θα πατούσε φρένο,

(υποσυνείδητα) ένοιωθε ψυχικά εγγύτερα με τον αστυνομικό της γειτονιάς, έναντι του αντιεξουσιαστή των βορείων προαστείων των μεσαίων-ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων, ο πρώτος αντιπροσώπευε την εργατική τάξη, ο δεύτερος ήταν «επαναστάτης με τα λεφτά του μπαμπά»,

τα τελευταία χρόνια, το αστυνομικό τμήμα δεχόταν επίθεση με πέτρες από κουκουλοφόρους ανά τρίμηνο, αναίμακτες, χωρίς θύματα ή τραυματισμούς, το 40% ήταν «αντιπερισπασμός του κράτους για να ξεχνάει ο κοσμάκης τα προβλήματα του και να δαιμονοποιούν τα Εξάρχεια», 40% των επιθέσεων ήταν «τρέχα γύρευε», τέλος, το υπόλοιπο 20%, οργισμένοι νεολαίοι, ξαναμμένοι χουλιγκάνοι,

σύμφωνα τουλάχιστον, με την γνώμη των κατοίκων άνω των εξήντα ετών που εξακολουθούσαν να ασχολούνται, επέμεναν να ενδιαφέρονται, για τα κοινά, το αντιπροσωπευτικό τους δείγμα υπήρξε κάποτε οργανωμένος στην αριστερά, σκέτο ψηφοφόρος πλέον, ματαίωση κατρακυλούσε στις ρυτίδες του προσώπου του, για τα θέματα τα κοινωνικοπολιτικά, επίσης παραίτηση, δεν ήταν πλήρης, στα μάτια του κρύβονταν, πότε πότε φανερώνονταν μια –συγκρατημένη- ελπίδα αναφορικά με τα παιδιά του, αντί για τον ίδιο, το μέλλον τους, αραιά γκριζωπά μαλλιά, ατριμάριστα γένεια, στα δόντια του προβάλλονταν μνήμες από νύχτες με σύννεφα καπνού από τσιγάρα (το είχε κόψει πριν από πέντε χρόνια), για το διάβασμα χρειαζόταν πια γυαλιά (πρεσβυωπίας), φορούσε ορειβατικές μπεζ μπότες, σκούρο τζην παντελόνι, μονόχρωμο φαρδύ T-shirt (ή καρό πουκάμισο), ντυνόταν ελαφρά επίσης τον χειμώνα, έριχνε πάνω του ένα μπουφανάκι,

απηχούσε, η γνώμη των Εξαρχειωτών, μιας κάποιας ηλικίας, και δόσης υπερβολής, το πνεύμα της Μεταπολίτευσης (1974-2010), όπως εγγράφηκε στα τεκταινόμενα της περιοχής, επέμενε –ασθμαίνοντας- για λίγα χρόνια ακόμη, εξέπνευσε οριστικά το 2020, έμμεσο παράγωγο μιας πανδημίας (και της διαχείρισης της),

εξέφραζε, την έλλειψη εμπιστοσύνης, αξιοσημείωτου ποσοτικά, μέρους της ελληνικής κοινωνίας προς την Ελληνική Αστυνομία,

χοντρικά μιλώντας, οι ελληνικές κυβερνήσεις, μετά την πτώση της δικτατορίας κατάφεραν και πέτυχαν την θεσμική αποχουντοποίηση, τον εκδημοκρατισμό των σωμάτων ασφαλείας, απέτυχαν στην διαμόρφωση μιας κουλτούρας συναίνεσης κατά την μακρά περίοδο διακυβέρνησης των λαϊκιστών σοσιαλιστών του ΠΑ.ΣΟ.Κ, (μετέπειτα εκσυγχρονιστών σοσιαλδημοκρατών), της αριστεράς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (πριν αναδιπλωθεί σε κοινωνική σοσιαλδημοκρατία), της πολιτιστικής/πολιτισμικής κυριαρχικής θέσης της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα,

παρέμεινε μια γενική καχυποψία εκ μέρους των πολιτών, αποδείχθηκε διαχρονική,

έτσι ώστε, σε συνδυασμό με την χρόνια αστοχία της ΕΛ.ΑΣ. στις Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις (φορέας εξουσίας στον οποίο επικράτησε, στεγανοποιήθηκε ένα πνεύμα εσωστρέφειας και αυτοπροστασίας τύπου σκαντζόχοιρου), παρήγαγε σταδιακά μια απόσταση, ένα χάσμα που διευρυνόταν μεταξύ του κοινωνικού σώματος και όσων εργάζονται ώστε να φροντίζουν για το αίσθημα -και όχι μόνο- της ασφάλειας του:

νέοι και νέες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και της λαϊκής τάξης, μικρομεσαίοι μικροαστοί που επιζητούν μονιμότητα και εισοδηματική σιγουριά, τέλος, όσοι ποντάρουν, τζογάρουν, στην πιθανότητα άσκησης εξουσίας (ή κατάχρησης της) με μίνιμουμ κόστος,

ανεβάσαμε ταχύτητα επίσης πριν τον Αλιγάτορα, μπαρ κονσομασιόν, όπου συνήθιζα να επιβραδύνω το βήμα ώστε να χαζέψω τα κορίτσια,

consommation στα γαλλικά σημαίνει κατανάλωση ποτών, όσο περισσότερων, τόσο το καλύτερο, τα αγόραζαν σε φουσκωμένες τιμές οι πελάτες για την Τζίνα, την Μαίρη, την Ίνα, την Σαμπρίνα, και την Μάνια, κουκλάρες απ’ την Αλβανία, την Βουλγαρία, την Γεωργία, την Ρουμανία, την Ουκρανία, την Ρωσία,

η λέξη αποδίδει την πρακτική της πληρωμένης γυναικείας συντροφιάς που παρέχεται στα συγκεκριμένα νυχτερινά μαγαζιά (δεν συμπεριελαμβάνει σεξ),

περισσότερο γνωστά ως κωλόμπαρα, αντλούν την καταγωγή τους από τα καμπαρέ του Παρισιού όπου χόρευαν τα μπαλέτα, κέρναγαν ποτά οι θαμώνες τις καμπαρετζούδες, τα κωλάδικα, μικρά μαγαζιά με σαλονάκια με ψηλή πλάτη, μπαρ, και μίνιμαλ διακόσμηση, έγιναν μέρος του λαϊκού πολιτισμού της Ελλάδας έπειτα από την δεκαετία του 1960,

η γοητεία της σκοτεινής ατμόσφαιρας, το blacklight, οι όμορφες γυναίκες και το άφθονο αλκοόλ προσέλκυαν στον Αλιγάτορα Αθηναίους από όλα τα κοινωνικά στρώματα, πρόθυμους να καταναλώσουν, και να καταναλωθούν, να ξοδέψουν και να ξοδευτούν, επιχειρηματίες (εισαγωγαί/εξαγωγαί), παλαίμαχους αθλητές, τζογαδόρους, μποέμ, χαβαλέδες, ηδονιστές, δημοσιογράφους, εισοδηματίες,

τον τεμπέλη συνδικαλιστή μιας Δ.Ε.Κ.Ο., τον μουντρούχο συνταξιούχο αστυνομικό, το χαρτόμουτρο ηθοποιό με χρέη, και τον σπαστικό τηλεδικηγόρο, τον οποίο,

αναγκάστηκε να προσλάβει, ο εκπρόσωπος Τύπου της ομάδας αντιμετώπισης της πανδημίας του covid-19 στην Ελλάδα, Μάνος Κινάτος, όταν τον αναγνώρισε -εν μέσω καραντίνας- δίπλα από την Σάντρα, τον ξεφώνισε, ένας κλοσάρ της γειτονιάς με οικία από χαρτόκουτα και ούζο καραφάκι πάντοτε στο χέρι,

η περιοχή παλαιότερα ονομαζόταν «Πιθαράδικα» λόγω των εργαστηρίων κατασκευής πιθαριών από πηλό, δεν πρέπει να διέφεραν πολύ από την κατοικία του Διογένη (την ημέρα της γέννησης του, πέθανε ο Σωκράτης)·

-       «ο Διογένης ο Κυνικός είχε δει ένα μεσημέρι τον ρήτορα Δημοσθένη να γευματίζει σε μια ταβέρνα και πλησίασε παραξενεμένος, οι ταβέρνες, εκείνη την εποχή, θεωρούνταν κακόφημα στέκια και πρατήρια τροφής Β’ διαλογής, όπου έτρωγαν μόνον οι ξένοι και οι ζητιάνοι ― απ’ την πλευρά του, ο Δημοσθένης δεν ήταν ο τύπος που θα χαιρόταν να δώσει δείγματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς οπότε, βλέποντας τον να κατευθύνεται προς το μέρος του στηριγμένος στη βακτηρία του και συνοδευόμενος ως συνήθως από δυο τρεις αδέσποτους σκύλους, τραβήχτηκε βαθύτερα στο εσωτερικό του ταβερνείου με την ελπίδα ότι έτσι θα μπορούσε να κρυφτεί ώστε να αποφύγει την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις· εντούτοις, ο Κυνικός έσκυψε το κεφάλι του διά μέσου του πλαισίου του παραθύρου και, εντοπίζοντας τον ένοχο στο ημίφως, του είπε:

‘όσο πιο μέσα μπαίνεις, τόσο πιο μέσα ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ μπαίνεις’».[1]

 

 



[1] Ε. Αρανίτσης.

18.2.26

Sexάρχεια

 



ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙV

Διόλου απίθανο, η παρακμή των Εξαρχείων να όξυνε τον ερωτισμό, αρκούσε ένα βλέμμα, μια χειρονομία, μία λέξη ώστε να απορρυθμιστώ, παραδείγματος χάριν,

Πειναλέων, αναγράφονταν με μαύρα γράμματα στον εξωτερικό μπεζ τοίχο ενός διώροφου κτιρίου των αρχών του 20ου αιώνα, Αβησσυνίας 99, φιλοξενούσε την ομώνυμη ταβέρνα,

σέρβιρε γεύματα με άρωμα Χίου, χοιρινό με μάραθο και μαστίχα, γιαπράκια, γίγαντες, μοσχαράκι κοκκινιστό, φάβα, κότσι, αρνάκι λεμονάτο, κοτόπουλο με μαστίχα και ταχίνι, πανσέτες στο φούρνο με θυμάρι και μέλι, ζυμωτό ψωμί ολικής άλεσης και τυρί μαστέλο, οι παραγγελίες συνοδεύονταν από κέρασμα, χαλβά σιμιγδαλένιο, βανίλια υποβρύχιο, γλυκό του κουταλιού (τριαντάφυλλο, κεράσι, νεραντζάκι, βύσσινο, καρπούζι, σύκο),

το κλασικό Εξαρχειώτικο στέκι με φιλικές τιμές, νεολαία πελατεία, ζωντανή μουσική (ρεμπέτικα, λαϊκά, παραδοσιακά τραγούδια), κουβαλούσε το μερίδιο του από την ιστορία της γειτονιάς, της χώρας γενικότερα, το μαγαζί είχε ανοίξει το 1975 μία δημοσιογράφος της αριστερής εφημερίδας της Αυγής μαζί με τον σύζυγο της ο οποίος πέρασε την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) στην φυλακή (είχε συλληφθεί για παράνομη αφισοκόλληση),

τρία χρόνια αργότερα (οι τοίχοι παρέμεναν σοβατισμένοι με άχυρο και χωματολάσπη), άλλαξε χέρια η ιδιοκτησία, ανέλαβαν δύο φίλοι, ο Βασίλης και ο Μακάριος από την Χίο, αδελφός του Δήμου Αβδελιώδη, δημότης Εξαρχείων, σκηνοθέτης της κλασικής κωμικής και ρομαντικής ηθογραφίας Η Εαρινή Σύναξις των Αγροφυλάκων (1999), σκιαγραφεί απολαυστικά το προφίλ του φύλακα των αγρών της παραμεθόριου της Χίου της δεκαετίας του 1960: ο τεμπέλης, ο μουντρούχος, το χαρτόμουτρο, και ο σπασίκλας,

όσο για το 16χρονο μούτρο, ήθελε να την σπάσει στους μεγάλους, έβαψε με σπρέι τον ξεφτισμένο από την υγρασία γειτονικό λευκό τοίχο, πρόσοψη μιας μισογκρεμισμένης μονοκατοικίας της δεκαετίας του 1930, ένα σύνθημα, παραδόξως, στο πνεύμα του Πειναλέοντα, το όνομα της ταβέρνας παρέπεμπε στον ήρωα του πολιτικού γελοιογράφου Μποστ (1918-1995), οι τρεις πλέον χαρακτηριστικοί σατιρικοί χαρακτήρες του ήταν η Μαμά Ελλάς, μια αρχαιοπρεπής γυναίκα με χιτώνα, ρακένδυτη και κατατρεγμένη, συμβόλιζε την Ελλάδα της μεταπολεμικής περιόδου, και τα δύο παιδιά της, ο Πειναλέοντας και η Ανεργίτσα που σχολίαζαν την επικαιρότητα με σκόπιμα ορθογραφικά λάθη που υπονόμευαν την σοβαροφάνεια της εξουσίας,

 

 «θύματα αγυρτίας

προ δεκαετίας

αδύνατη η αποκατάσταση

ξεχάστε το

το συμβούλιο της επικρατείας

 

δεν την γνωρίζετε την ιστορία;

τι σας μαθαίνουν στα σχολεία;

 

τσιφλικάτοι και fortunesάκηδες

βροντόπουλοι και κοτζατσαμπατσήδες

αρλούμπα κουτσούμπα kolotoumba

γαρδούμπα


κι αν πεινάτε

να μας συμπαθάτε

τ' απόνερα βλέπετε

μιας εθνικής χρεωκοπίας»

                                                                   

θα παραγγέλναμε αργότερα σουβλάκι, Πειναλέοντας να έμπηγα τα δόντια μου στο δέρμα της, στο ποπουδάκι, αντί για ψητό κοτόπουλο, σε καλαμάκι,

προηγουμένως, αναγκαστήκαμε να επιταχύνουμε, ένα μπουλούκι από μεσήλικες αποχωρούσε αλλόφρων από την ταβέρνα, στην αυλή της κάποτε υπήρχε ένα πηγάδι, φιλοξενούσε, μέχρι εκείνη στην στιγμή, μια μάζωξη μελών του μείζονα φορέα ποιητών, πεζογράφων, δοκιμιογράφων, μεταφραστών, κριτικών και άλλων επαγγελματιών με εξαίρεση τους κομίστες, η συνάντηση των εκπροσώπων τους με το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου που ιδρύθηκε το 1981 δεν είχε ευτυχή κατάληψη, δεν έγιναν δεκτοί ως μέλη, ακολούθησε σύρραξη αντάξια του παρελθόντος:

-       «κνίτες-ρηγάδες-ΜΛ κουκουέδες-αναρχικοί και λοιπές φράξιες της τότε απολύτως πολιτικοποιημένης εποχής είχαν πολλά να μοιράσουν σ’ αυτή την πυρπολημένη εποχή των διαδηλώσεων και των καταλήψεων, οι κνίτες του Πολυτεχνείου φώναζαν συνθήματα (‘μ’ αγώνες κατακτάμε τα κουκιά μας'), απέναντι τους οι ρηγάδες της Νομικής ('ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος κάθε σέξι νέος'), θυμάμαι να σείεται ο κόσμος μέχρι το πρωί με την Οπισθοδρομική κομπανία, ενίοτε το γλέντι να γυρνά σε κλωτσοπατινάδα, τα παιδιά της ΚΝΕ χτυπάγανε τα πόδια τους με τις καρέκλες τους, έβλεπα την ταλάντωση στα σανίδια και σκεφτόμουν φαντάσου ν’ ανοίξει το ταβάνι και να μου πέσουν στην κουζίνα 15 κνίτες...»




14.2.26

Sexάρχεια

 



ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙΙI

Προσπέρασα γρήγορα το καλαίσθητο bistrot, πόσο μάλλον που πίσω από την συνάδελφο Πέρδικα καθόταν η Δανάη με τον Αγγλο-Σκωτσέζο φίλο της, παλιά γνωστή, ζούσε και εργαζόταν ως interior designer μεταξύ Λυόν, Μπράιτον, και Αθήνας, τις τρεις φορές, τα τελευταία επτά χρόνια, που σκοντάψαμε πάνω στον άλλον, δεν ανταλλάξαμε χαιρετισμό, ούτε με νεύμα, την συγκεκριμένη φορά το βλέμμα της ήταν επικριτικό, με βρήκε βέβαια να καταριέμαι την τύχη μου, θα τράκαρα με την Gen Z, χωρίς ψηφιακό safe distance, ένα πλήθος εικοσάρηδων είχε καταλάβει το πεζοδρόμιο, το οποίο,

μετά βίας έφθανε στους ογδόντα πόντους, ούτως ή άλλως, ήταν ανώμαλος ο δρόμος, εξαιτίας των σκαλοπατιών παρόδιας ιδιοκτησίας, μεταλλικών κάγκελων, στύλων ηλεκτροφωτισμού, δέντρων, ογκωδών απορριμάτων, παρκαρισμένων δίκυκλων και τετράτροχων που καβαλούσαν το τσιμέντο σε πείσμα του άρθρου 6 της υπουργικής απόφασης οικ. ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/124964/1561/2012: 

«σε όλους τους κοινόχρηστους χώρους πόλεων και οικισμών που προορίζονται για την κίνηση πεζών επιβάλλεται ελεύθερη ζώνη με ελάχιστο πλάτος 1,50μ.»,

βγήκα στην μέση του δρόμου, μονής κυκλοφορίας, χωρίς διαθέσιμη θέση για πάρκινγκ, όπως όλα τα πρωινά, κάθε μεσημέρι, οποιοδήποτε από τα απογεύματα, όλες τις intoxicated νύχτες από πόθο, αλκοόλ, λαχτάρα, κοίταξα προς την Μάρα, χαμένη στις σκέψεις της, σκεφτόταν να το ακυρώσει, το ήθελε πολύ ωστόσο να με νοιώσει, μέσα της,

έξω από το βιβλιοπωλείο Πλατύποδες, το όνομα είχε επιλεχθεί για λόγους συμπερίληψης, η συχνότητα πλατυποδίας στους ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ 15 και 25%, συνήθως περνάει απαρατήρητη, κάποιες φορές ωστόσο προκαλείται κόπωση και πόνος εξαιτίας της άμεσης επαφής της εσωτερικής πλευράς του πέλματος με το έδαφος κατά την ορθοστασία, καθιστοί και όρθιοι, εντός και εκτός του καταστήματος, λειτουργούσε επίσης ως café, eventάκηδες, αναγνώστριες άνω των πενήντα ετών, φιλόλογοι, φοιτητές/φοιτήτριες, FOMO, και φιλοπερίεργοι είχαν επιλέξει να παρευρεθεί στην εκδήλωση της παρουσίασης του μυθιστορήματος του Phryxus,

προηγουμένως, είχε δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές σε ηλικία είκοσι ενός (Unfuck!) και είκοσι τριών ετών (Fuck Me Not), έργα που συνομιλούσαν με το κίνημα "Four Nos" (no sex, no childbirth, no dating, no marriage) των νέων φεμινιστριών της Νότιας Κορέας, μια αντίδραση στην πατριαρχική κοινωνία, το βιβλίο του εικοσιοκτάχρονου, υβρίδιο αυτομυθοπλασίας, λογοτεχνικής κριτικής, και μανιφέστου,

Το Μεγάλο Χ διερευνούσε την προσωπική σχέση, ως αναγνώστη, του -κατά κόσμον- Φρίξου Μπεκάτσα με τον Μ. Καραγάτση, δημοφιλή συγγραφέα του 20ου αιώνα, αποδομώντας, ταυτόχρονα, το male gaze του μυθιστορήματος του Η Μεγάλη Χίμαιρα, πρωτογράφτηκε το 1936, εκδόθηκε το 1953, ο συγγραφέας, εντός των ορίων, στα πλαίσια των άτυπων κοινωνικών και έμφυλων προτύπων της εποχής, εξιστορεί την ιστορία ενός Έλληνα ναυτικού που σε ένα ταξίδι του ερωτεύεται μια Γαλλίδα καμπαρετζού, η Μαρίνα Μπαρέ-Ρεϊσί τον ακολουθεί στην Σύρο όπου θα βρεθεί σε σύγκρουση με το συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον με τραγικά αποτελέσματα για όλους, η μικρή νησιωτική κοινωνία δεν αποδέχονταν σεξουαλική ελευθεριότητα, ανάλογη τουλάχιστον με εκείνη που παρατηρούνταν κάποια χρόνια αργότερα στον αριθμό 75 της οδού Αβησσυνίας, πρώην Hotel Sudan, όπου,

κάποτε αντάλλασσαν σωματικά υγρά, επί χρήμασι or not, οπωσδήποτε μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, καθημερινοί, λαϊκοί, ή και κακόφημοι άντρες και γυναίκες μόνιμοι κάτοικοι της πόλης, φιλοξενούσε πλέον sex sessions νέων ανθρώπων από κάθε γωνιά του πλανήτη, περαστικούς από την Αθήνα, το τριώροφο κτίριο ανακαινίσθηκε –χωρίς ευτυχώς να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία ενός κτιρίου εξήντα τριών ετών- λειτουργούσε ως hostelάδικο,

βάδιζα αργά στην άσφαλτο, χάζευα την Μάρα, δηλαδή τα πόδια της, φορούσε ένα ψηλόμεσο γυναικείο Levis 501 jean σε denim blue, το είχε αγοράσει, στις εκπτώσεις, πριν χρόνια, όταν είχε ακόμα την δυνατότητα να πληρώσει 74.90€ για ένα παντελόνι, διέθετε πια το ένα όγδοο των χρημάτων,

όπως σ’ όλα τα αγοροκόριτσα, τις αδύνατες, τις άγριες γκόμενες, τις "Wow, Wild, Wicked"[1] ακαταμάχητες κοριτσάρες, της πήγαινε μούρλια, προπορεύονταν στον δρόμο, στην ανηφορική κλίση του οποίου απέδωσα τον ίλιγγο·


"blue jeans, black shirt

walk up the street

you made my eyes burn

it was like, Lana Del Ray, for sure


you were sorta heavy metal

I grew up on puck rock

it's only rock 'n' roll 

(but I like it)

since April, oh baby!


I said we had to start our lives over

you were like, we can make it work

well, at least we tried

Exarheia so sick as c-cancer

baby, can you see through the fears?


no dream? basta!

we are deliriants

we are the dreamers of dreams."






                                                                                                                            


13.2.26

Sexάρχεια

 

ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙΙ

Προηγουμένως, τράβαγα την ανηφόρα, της οδού Αβησσυνίας,

φωτοτυπάδικο, βιβλιοπωλείο, καφετέρια, σαντουϊτσάδικο είχαν ήδη, ή ετοιμάζονταν, να παραχωρήσουν την θέση τους σε μπαρμπέρικο, bar, κατάστημα ειδών νεωτερισμού (κρασί, άνθη & φυτά, sex toys), βιβλιοπωλείο, coffee to go... κατά διαόλου θεωρούσαν, ουκ ολίγοι, κάτοικοι των Εξαρχείων άνω των σαράντα πέντε ετών, «π ρ ο χ ω ρ ά μ ε...» σύμφωνα με τα παιδιά τους, τα ανήψια, γείτονες και φοιτητές κάτω των είκοσι πέντε, στην μέση περίπου ηλικιακά, 

βρέθηκα στην ευχάριστη θέση να μην νοσταλγώ το σάντουιτς με κακής ποιότητας ψωμί-ζαμπόν, μέτριας τυρί-ντομάτα, νορμάλ κατάσταση μαρούλι-κέτσαπ-τηγανητές πατάτες, έναντι μιας συγκαιρινής granola bar από νιφάδες σίκαλης και βρώμης, αμύγδαλα, ηλιόσπορο, λάδι καρύδας, μέλι ανθέων, ταχίνι, αλάτι, τζίντζερ, κουρκουμά, όσο για τα δυσάρεστα, μέτραγα κέρματα, 

καθώς πλησίαζα στην διασταύρωση με την Μεταξά, άνοιξα αντανακλαστικά το βήμα, στο σημείο καταγράφονταν υψηλή συγκέντρωση από hipster ιχνοστοιχεία, ένα χρόνο πριν είχε ανοίξει ένα μπιστρουδάκι, νομοτελειακά επηρεασμένα από την γαλλική κουλτούρα, 

τα αθηναϊκά bistro που είχαν πρόσφατα προστεθεί στην ζωή της πόλης διακρίνονταν από ποικίλλες επιρροές και αναφορές, αυστριακές που γίνονταν εμφανείς στο σερβίρισμα, αργεντίνικες γεύσεις στα πιάτα στην τουριστική Πλάκα, γερμανικές και γαλλικές πινελιές με άρωμα μεσοπολέμου στο μπιστρό στην πλατεία Συντάγματος, στα hip Πετράλωνα λειτουργούσε chocolaterie όπου έπαιζαν μόνο βινύλια, ένα μπιστρουλίνι στην multi culti Κυψέλη ήταν συνδεδεμένο με την ethnic μουσική, το bistrot των Εξαρχείων ήταν αμιγώς γαλλικό, η ιδιοκτήτρια του Γαλλίδα, τα πιάτα αυθεντικά γαλλικά, Πέμπτη και Παρασκευή, δύο αγόρια, το ένα με ακορντεόν, το άλλο χρησιμοποιώντας την φωνή του, ερμήνευαν παλιά γαλλικά τραγούδια, ταξίδευαν τους παρευρισκομένους μέχρι το Παρίσι, την θαμώνα, και σκηνοθέτρια, Μάριον Πέρδικα, μεταξύ άλλων,

η μεσαία μήκους ταινία της τριανταεξάχρονης, Βίος & Αλητεία: Tο Φαινόμενο Mad Boy, σχετικά με την ζωή και το έργο ενός δημοφιλούς έλληνα trapper (πέθανε σε ηλικία τριάντα τριών ετών έπειτα από πτώση, οδηγούσε κόκκαλο χορηγικό ηλεκτρικό πατίνι Segway MAX G2), προβλήθηκε δωρεάν στην streaming πλατφόρμα της κρατικής τηλεόρασης, η διαθέσιμη εφαρμογή για φορητές συσκευές συνέβαλλε στην μεγάλη επιτυχία της στην ηλικιακή ομάδα 16-24 ετών μεταξύ των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο internet, όπου,

δεν είχα συνδεθεί στα social media με την συνάδελφο Πέρδικα, συναντιόμασταν, μοιραία, κοιταζόμασταν και αγριευόμασταν, καθόλου τυχαία, το Σάββατο το μεσημέρι στην λαϊκή αγορά της Καλλιδρομίου, φόρτωνα ζαρζαβατικά, φρούτα, και αυγά σε μεταλλικό καρότσι, επέλεγε μισό κιλό καφέ (ή κίτρινα) τοματίνια, ανάλογη ποσότητα από πετροκέρασο ή κάρντιναλ σταφύλι το καλοκαίρι, ακολούθως, φόρτωνε σε συζητήσεις με φίλους και γνωστούς για την έλλειψη σχεδιασμού, την εγκατάλειψη από το κράτος του πολιτισμού, σε ένα από τα τρία καφέ επί της οδού, όπου,

ήταν σχεδόν αδύνατον να βρεις να κάτσεις έξω, στο στενό πεζοδρόμιο, σε ένα από τα δεκαέξι τραπεζάκια (τριάντα πέντε με σαράντα καρέκλες), απαιτήθηκε ενάμιση χρόνος διαμονής στα Εξάρχεια, δεκάδες επισκέψεις στην λαϊκή, μηδέν εσπρέσο ξεφλουδίζοντας φρέσκα μανταρίνια υπό τον Αττικό ήλιο, την καινούργια ποικιλία χωρίς κουκούτσια ώστε να μην χρειάζεται να φτύνω, έως ότου να λυθεί το μυστήριο, κρυφακούγοντας, διαλέγοντας πορτοκάλια, συνειδητοποίησα πως οι πελάτες ακολουθούσαν το know how των free campers, όσων δηλαδή απολάμβαναν την θάλασσα σε μια σκηνή με άπλετη φυσική σκιά, αγαθό πολυτελείας, είδος εν ανεπαρκεία, για όσους έκαναν ελεύθερο Ιούλιο-Αύγουστο - συντονίζονταν, διαδέχονταν με χρονική ακρίβεια γνωστούς και φίλους παραθεριστές, οι καλύτερες καβάτζες κατοχυρώνονταν ήδη από τις αρχές του Ιούνη, οι καλύτερες θέσεις στις καφετέριες της Καλλιδρομίου πιάνονταν από τις 08:00, ώρα έναρξης του ωραρίου, η Πέρδικα διαδεχόταν τον θείο της, εκδότη και ιδιοκτήτη γειτονικού βιβλιοπωλείου,

είχαν θέα, από τα ξημερώματα έως τις 15:00 το μεσημέρι, τις χιλιάδες των Αθηναίων που επέλεγαν για τα ψώνια τους την λαϊκή αγορά, γυναίκες μέσης ηλικίας που δεν εργάζονταν, συνταξιούχοι, μισθωτοί του δημοσίου τομέα, και άνεργοι συνιστούσαν το προφίλ του σύνηθους πελάτη, για soundtrack τις φωνές των πωλητών που διαφήμιζαν τα προϊόντα τους ("street cries"),

η εβδομαδιαία διοργάνωση πώλησης φρέσκων βασικών προϊόντων διατροφής σε προκαθορισμένο δρόμο, εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων λειτουργούσαν 58 (συνολικά στο νομό της Αττικής 271), καθιερώθηκε νομικά το 1929 ως ένα κυβερνητικό μέτρο ελάφρυνσης των ασθενέστερων τάξεων, οι άμεσες εμπορικές συναλλαγές μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών υπόσχονταν καλύτερες τιμές (θεωρούνταν πως οι αυξήσεις οφείλονταν στους μεταπράτες),

ενενήντα χρόνια αργότερα, στην λαϊκή της Καλλιδρομίου συναντούσες στην πλειοψηφία μεσάζοντες πωλητές ντόπιων και εισαγόμενων προϊόντων σε τιμές, φιλικότερες συχνά από εκείνες των supermarket, στοιβαγμένα προσεκτικά, ή ριγμένα χύμα πάνω σε φορητούς πάγκους, πλαστικές πορτοκαλί τέντες πρόσφεραν προστασία από τον ήλιο και την βροχή, μια ποικιλία ειδών, πανσπερμία γεύσεων, χρωμάτων, και αρωμάτων, που θα ήταν απίθανο να φανταστεί ο Αθηναίος επισκέπτης της αγοράς την δεκαετία του 1930,

λαχανικά, όπως αγκινάρες, αρακάς, αγγούρια, αβοκάντο Κρήτης ή από το Περού, αρωματικά μυρωδικά (μαϊντανό, άνηθο, σέλινο, δυόσμο, μυρώνια, γλυστρίδα κτλ), κολοκύθες και κολοκυθάκια, καρότα, κουνουπίδια, φρέσκα και ξερά κρεμμύδια, λάχανα, λεμόνια, μανιτάρια Πολωνίας, μελιτζάνα (μαύρη, λευκή, τσακώνικη), μπάμιες, μπρόκολα, ντομάτες, πατζάρια, πατάτες και γλυκοπατάτες Αιγύπτου, ραπανάκια, σαλάτες (μαρούλι, ρόκα), Κινέζικο σκόρδο, φασολάκια, χόρτα (βλήτα, ραδίκια, σπανάκι κτλ), σπαράγγια σπανιότερα,

και φρούτα, αχλάδια, ακτινίδια Νέας Ζηλανδίας, βανίλιες και βερίκοκα, γκρέιπφρουτ, δαμάσκηνα, κεράσια, καρπούζι, κυδώνια, λωτούς, μάνγκο Βραζιλίας, μήλα και μπανάνες και πεπόνια Κεντρικής Αμερικής, νεκταρίνια, ρόδια, ροδάκινα, σύκα Αττικής, σανγκουίνι, φράουλες,

ένας έμπορος πουλούσε ψάρια, ένας άλλος μέλι, μπαχάρια, και ξηρούς καρπούς, μια γυναίκα έψηνε χοιρινό κρέας σε ξύλινα καλαμάκια στην καντίνα της, τάϊζε τους εργαζόμενους στην αγορά, πελάτες με χανγκόβερ, μια οικογένεια τσιγκάνων πωλούσε γλάστρες και φυτά, τέλος, έβρισκες επίσης είδη ένδυσης/υπόδησης και σπιτιού made in China και Πακιστάν.

 




12.2.26

Sexάρχεια

 


ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

Ι

Ήταν άγρια, δεν ήταν επικίνδυνα τα Εξάρχεια, ακόμα και τα χρόνια που ακολούθησαν την εθνική χρεωκοπία, την συλλογική μας πτώχευση, η Αθήνα, γενικότερα, παρέμενε μια ασφαλής πρωτεύουσα στην γεωγραφική άκρη της ηπείρου, στην περιφέρεια της Ευρώπης, αφότου η πυξίδα κέντραρε μεταξύ Βρυξελλών, Φρανκφούρτης, και Στρασβούργου,

δεν αντιμετώπιζε εγκληματικότητα ανάλογη των mega cities, όπως το Παρίσι, όταν ξέσπαγε η βία στα banlieue, το Λονδίνο, των Η.Π.Α. των mass shootings, στην Τεχεράνη, την Μόσχα, και την Ιστανμπούλ κινδυνεύεις περισσότερο από το (αυταρχικό) καθεστώς, αντί για παραστρατημένους κατοίκους, στο νέο Πεκίνο σε προστατεύει το «μάτι του Xiongan»,[1] στο Λάγος, την Μανίλα, και την Μπογκοτά, τα γνωστά, τα προβλήματα της δεν αντιστοιχούσαν ούτε με εκείνα Ευρωπαϊκών πόλεων μεσαίου μεγέθους εύπορων κρατών με βιομηχανικό παρελθόν (π.χ. Ρότερνταμ, Κολωνία, Μάντσεστερ), 

η Αθήνα είχε θέματα, ιδιοσυγκρουσιακά, συνοψίζονταν, τρόπον τινά, στην εξέλιξη της θυμόσοφης λαϊκής ρήσης «όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, Έλληνα θα ανταμώσεις»,

παροιμιώδης έκφραση, αναφέρεται στην μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής διασποράς, στη νεότερη παραλλαγή της συναντάται ως εξής: 

«όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, Έλληνα ξεβολεύεις από πάνω της, κι από κάτω της, Έλληνα ξανά θα βρεις», απαθανατίστηκε στην λαϊκή ραπ μουσική επιτυχία του Πρόδρομου Τσαουσόπουλου:


«όποια πέτρα κι αν σηκώσεις

από πάνω θα με βρεις

τίποτ' άλλο δε σου λέω

κοίτα να προσαρμοστείς

να μου φέρνεσαι ωραία

να περνάμε βρε κουτέ καλά

πήγαινε με τα νερά τους

να μην μπούμε σε μπελά»

             

χωρίς να ανησυχούμε ιδιαίτερα λοιπόν, δίναμε συνήθως ραντεβού μετά την δύση του ηλίου, εντός των γεωγραφικών ορίων των Εξαρχείων πάντοτε, ελαφρώς ιδρυματοποιημένοι, η σχέση μας με την γειτονιά δεν παρέκκλινε από τον κανόνα, ανταποκρινόταν στο συλλογικό αίσθημα της περιόδου: love/hate,

όσο για την κατάσταση μας, διολίσθαινε σε in love/rebuff για εκείνη, lust/ignore για εμένα, δεν της προσέφερα, ενίοτε την αποζητούσε, γραπτή επιβεβαίωση («πώς ήταν στην δουλειά σήμερα μωρό μου;») ώστε να μην συντηρεί φρούδες ελπίδες, όταν γίναμε friends στο Facebook, εξερευνώντας με γνήσια περιέργεια, ειλικρινές ενδιαφέρον, το profile του νέου εραστή της, η Μάρα πάτησε το like είκοσι έξι φορές σε photos και posts, εξερευνώντας με γνήσια περιέργεια, ειλικρινές ενδιαφέρον, το δικό της account, δεν το πάτησα καμία, στο passive aggressive τσουνάμι των notifications απάντησα «αμάν βρε Μάρα, τόσο code ξόδεψες»,

θα τσιμπολογούσαμε στο χέρι, δεν θα ξοδεύαμε πολλά χρήματα, περπατούσαμε, κατηφορίζαμε την Ιπποκράτους, βασική οδική αρτηρία των Εξαρχείων, συναντάς πολυκατοικίες με μικτή χρήση, στεγάζουν κατοικίες, γραφεία, ιατρεία, εταιρείες, και καταστήματα στο ισόγειο, όσα είχαν μόνιμα κατεβασμένα τα ρολά τους -λόγω κρίσης- τα υπολόγισα περίπου στο ένα τρίτο:

δύο μικρομάγαζα με είδη δώρων και διακόσμησης, ένα κατάστημα φωτογραφικών ειδών, ένα ανθοπωλείο, ένα παντοπωλείο, ένα ψιλικατζίδικο, μαγαζί με ηλεκτρικά είδη, δύο μπουτίκ με επώνυμα ρούχα,

άντεχαν, το ανακαινισμένο πρακτορείο Ο.Π.Α.Π., το κομμωτήριο και το κουρείο, το μαγαζί με υδραυλικά είδη, ένα κατάστημα με είδη δώρων & διακόσμησης, δύο mini market, Άνθη Φυτά, ένα κατάστημα με είδη μοντελισμού, το καφενείο, δύο εκδοτικοί οίκοι, ένα μαγαζί με vintage ρούχα και αξεσουάρ,

είχαν προστεθεί, ένα φαρμακείο (στα δύο προϋπάρχοντα), ένα barber shop, και ένα super market, τέλος, στην Ιπποκράτους, όπως και παντού, αρκετοί δοκίμαζαν την τύχη τους στον κλάδο της εστίασης με coffee to go, take-out, και bakeries που έκλειναν έπειτα από δύο χρόνια, αποτελούσαν περισσότερο τρόπο πρόσκαιρης εξόδου από την οικονομική ανασφάλεια, αντί για επιχειρηματική επένδυση με προοπτική, λιλιπούτεια καταστήματα που άνοιγαν με προίκα 20.000 ευρώ από το Ευρωπαϊκό ταμείο στήριξης της ελληνικής επιχειρηματικότητας, έβαζαν λουκέτο καθώς συσσωρεύονταν οι οφειλές,

φτωχοποιημένοι, δεν χρωστούσαμε τουλάχιστον, αν εξαιρέσεις το βαρίδιο που μας αναλογούσε με την ιδιότητα μας ως Έλληνες πολίτες, το χρέος 350 δισ. ευρώ που θα αποπλήρωνε η χώρα μέχρι το 2060 (συν 160+ δισ. σε τόκους), το μεγαλύτερο μέρος από το ποσό θα αναχρηματοδοτηθεί με δάνεια από τις αγορές, για τα επόμενα τριάντα οκτώ έτη η οικονομία πρέπει να δημιουργήσει πρωτογενές πλεόνασμα 76% του Α.Ε.Π., βγήκαμε στην οδό Ακαδημίας,

αν έστριβες αριστερά, έφτανες στην Βουλή σε δέκα το πολύ λεπτά, ευθεία μπροστά βρίσκονταν το ιστορικό κέντρο - τουριστική ζώνη της πρωτεύουσας, κάναμε δεξιά, έπειτα από δύο λεπτά, δεξιά ξανά, βαδίζαμε πια, επί της οδού Αβησσυνίας,

έτσι ώστε να πιστέψω πως είχαμε βρεθεί σε μια ταινία μυστηρίου με στοιχεία και επιρροές από μεταφυσικό θρίλερ στο οποίο μια ανεξήγητη δύναμη ωθεί τους χαρακτήρες να προβαίνουν σε παράλογες πράξεις που στο τέλος βαίνουν εις βάρος τους, όταν εξήγησα στην Μάρα τι είχε μόλις συμβεί,

πως όταν φθάσαμε στα αόρατα σύνορα (διοικητικά όρια) της γειτονιάς στρίψαμε ταυτόχρονα χωρίς να έχουμε προηγουμένως συμφωνήσει, ή συνεννοηθεί,

πως είχε δηλαδή σταθεί αδύνατο να εγκαταλείψουμε -έστω για λίγο- τα Εξάρχεια,

πως θα ήταν αδύνατον να απορρίψουμε την πιθανότητα η (ασυνείδητη) απόφαση μας να ορίζονταν από μια πανάρχαια κατάρα που ριζώνει σε παμπάλαιους μύθους των Εξαρχείων...

...επιτάχυνε το βήμα της, δεν ανταλλάξαμε κουβέντα για τα επόμενα δέκα πέντε λεπτά, μέχρι να επιστρέψουμε στο διαμέρισμα της θα βάδιζε εκνευρισμένη λίγα μέτρα πιο μπροστά, στο ασανσέρ της πολυκατοικίας, φιληθήκαμε.

 





[1] "Skynet, launched in 2015, has become the world’s largest video surveillance network and by 2022 more than 500 million cameras were monitoring all public urban areas. There are no blind spots." https://www.lrb.co.uk/the-paper/v47/n06/long-ling/diary

 


11.2.26

Sexάρχεια

 



ΓΚΑΓΚΑ ROMANCE

II

Ήταν η αγαπημένη μας στάση, του λωτού, χρωστάει το όνομα της στο πλήρωμα του Οδυσσέα, όσοι δοκίμασαν έπαψαν να να σκέφτονται το σπίτι τους, την επιστροφή, ήθελαν να παραμείνουν στο νησί των Λωτοφάγων, να γεύονται το φρούτο του Παραδείσου (των Αράβων), όσο για τον μπλε λωτό, στην Αίγυπτο ήταν ιερό φυτό, χρησιμοποιούνταν στην Γιορτή της Μέθης προς τιμήν της Αθώρ (σ.σ. Αφροδίτη) για τις ψυχοτρόπες και αφροδισιακές του ιδιότητες, προτιμούνται οι χαλαρωτικές στις μέρες μας, κυκλοφορεί στην αγορά ως τσάι,

η στάση στο σεξ των συντελειακών εραστών, το πιστεύουν ακράδαντα, πως βιώνουν το τρεμόπαιγμα της φλόγας του κόσμου που σβήνει, όλων μας, του δικού τους πλανήτη αποκλειστικά, του Βρετανού υπουργού Dr. Stephen Fleming, της Γαλλοαγγλίδας φιλενάδας του υιού του Anna Barton, στο Damage του Louis Malle,

Θεά του celluloid Juliette Binoche και Κύριε της σκοτεινής αίθουσας Jeremy Irons, τι κινηματογραφικό ζευγάρι! ουδέποτε κατάλαβα ωστόσο τον λόγο που σκεπάζουν ο ένας τα μάτια του άλλου στην επίσημη αφίσα της ταινίας,

όταν το κάναμε στην στάση του λωτού, στο κρεβάτι, τον καναπέ, στην πολυθρόνα, μια φορά στο πάτωμα, όταν με κοιτούσε στα μάτια έδινα δίκιο στον Ηρόδοτο, πίστευε πως σ’ ένα ακρωτήρι της Κυρηναϊκής, τον πέμπτο αιώνα π.Χ., οι άνθρωποι ζούσαν αποκλειστικά με τον καρπό του δέντρου του λωτού, οι πιο επίπονες αναμνήσεις, δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον, ήταν ανίκανες να διαταράξουν την ευδαιμονία εκείνων των στιγμών, συμπεριλαμβανόμενης της κήρυξης πανδημίας, 

τα μάτια της: wolfish eyes κοφτερά, δεν είχε βλέμμα κουκουβάγιας, τροφαντής αγελάδας, ανυπεράσπιστου κουταβιού, πιστού σκύλου, ζαλισμένου κοτόπουλου, πολιορκητικός κριός, γκρέμιζαν τα τείχη που μάταια ύψωνε ο εραστής, μαλάκωναν στον έρωτα, άνοιγε το χρώμα τους, ώστε να καταφέρω να δω την radical επιθυμία της να αγαπηθεί, να λατρέψει, και να λυτρωθεί, μια σκύλα που ήταν και αρνάκι που ζούσε με μια γάτα και συναναστρεφόταν εξωτικά πτηνά (για ταξίδια σε μελαγχολικούς τροπικούς), αρκουδάκια της αγάπης (που ξέρουν που πατάνε), αγριογουρουνόπουλα (που μόνο να γριλίζουν ξέρουν), κεραμιδόγατους (που όλα τους τα συγχωρείς), και δηλητηριώδεις βάτραχους (που θέλουν να εκκρίνουν ισχυρή τοξίνη) για ερωτικούς συντρόφους, είναι αλήθεια πως ποτέ δεν την αποκάλεσα «ματάκια μου!», όταν εκείνη κατ΄ εξακολούθησιν ανέφερε «ματάρες μου!», «λόγοι αισθητικής, you know…» εξήγησα όταν χρειάστηκε να απολογηθώ («ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΛΑΚΑΣ!!!»),

υπήρξαν πάντως, τα μάτια μας, διπλός καθρέπτης, αντικατοπτριζόταν δίχως υπεκφυγές, παρεκβολές, και αναστολές το πάθος μας, φανέρωνε την τύφλα μας, του έρωτα μας, ο οποίος,

δεν ήταν παράνομος, ούτε παραβίαζε κοινωνικά ταμπού (όπως στο Damage), ήταν όμως απαγορευτικός: «όποιος έβαζε στο στόμα του μελάτο λωτό, δεν ήθελε πια να στείλει γραπτό μήνυμα, να επιστρέψει, ήθελε να μείνει στην γη της αμνημοσύνης, να τρώει λωτό, λησμονώντας το ταξίδι», ήταν μια Ελληνορωσίδα που αγωνιζόταν διαρκώς να μην την καταπιεί η κρίση, είμασταν δύο Αθηναίοι που επενδύαμε σε placebo, αντίδοτο μιας πνιγηρής καθημερινότητας, δεν είχαμε οτιδήποτε κοινό με τους χαρακτήρες της ταινίας του Malle, ένοιωθα όμως πως το μότο της ταινίας μας ταίριαζε, damaged people well always be endangered·


"I want your sex, don't want your extremes

you want my everything as long as it's me

you want my sex

sex, sex, sex, we want the sex

fuck, fuck, passion baby

drive each other crazy

caught in a Gaga romance".