17.3.18

Φαρούκ





Ήταν μέσα του Δεκέμβρη, βράδυ Δευτέρας, το θερμόμετρο έδειχνε τέσσερις βαθμούς Κελσίου πάνω από το μηδέν, όταν ένας ταλαίπωρος (και κάπως ευέξαπτος εκείνη τη βραδιά) Κούρδος από το Χαλέπι της Συρίας στριφογύριζε ανήσυχος έξω από το ιατρείο. 

«Περίμενε – περίμενε, tomorrowtomorrow, waitwait!» μονολογούσε κακόκεφος. Ρουφούσε με λαχτάρα τον καπνό από το τσιγάρο του. 

Ο Φαρούκ ήταν μετρίου αναστήματος, σχετικά αδύνατος. Είχε μεγάλο μέτωπο το οποίο γέμιζε χοντρές ρυτίδες κάθε φορά που χαμογελούσε ή νευρίαζε, μικρά καστανά μάτια και σουβλερή μύτη. Προτιμούσε την αξυρισιά λίγων ημερών. Εκείνο το βράδυ φορούσε, όπως πάντοτε άλλωστε, ένα μπλε τζόκευ μαζί με ένα πολύ ξεβαμμένο τζην μπουφάν και ένα ελαφρώς ξεβαμμένο τζην παντελόνι. Ο Κούρδος έφερνε στο νου εργάτη στο διάλλειμα του για μπύρα, στο παρελθόν άλλωστε είχε απασχοληθεί κυρίως σε χειρωνακτικές εργασίες. Κυκλοφορούσε συχνά με μια ιατρική γνωμάτευση στο χέρι (η οποία πιστοποιούσε πως είχε πέσει θύμα ξυλοδαρμού στο καμπ) προσπαθώντας απελπισμένα να τραβήξει την προσοχή οποιουδήποτε. Έχοντας φτάσει μαζί με τη μάνα του στο νησί στα μέσα Απριλίου του 2016, και έπειτα από οκτώ μήνες στο νησί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κανείς πια δεν του έδινε σημασία. Η κοινωνική λειτουργός που είχε αναλάβει την υπόθεση του μάλιστα, τον απέφευγε για κάποιο διάστημα διότι η εισήγηση που είχε γράψει για εκείνον, έγγραφο το οποίο πιστοποιούσε από μεριάς της κοινωνικής υπηρεσίας του καμπ πως ο Κούρδος είχε στοχοποιηθεί λόγω της εθνικότητας του, είχε χαθεί.

Ο Φαρίντ έπρεπε να περιμένει.

Κάποια στιγμή, θα προσπαθήσει να τραβήξει την προσοχή ενός νοσηλευτή ο οποίος έκανε διάλλειμα για τσιγάρο. Ο Φαρίντ δεν μιλούσε γρι αγγλικά γι’ αυτό και έφερε την ιατρική γνωμάτευση μπροστά στο πρόσωπο του συγκαταβατικού νοσηλευτή, μονολογώντας ταυτόχρονα στα Αραβικά. Ενδιάμεσα, θα ρίξει ένα μπινελίκι στην Τουρκία. Ο Φαρίντ, όπως πολλοί άλλοι Κούρδοι της Συρίας και του Ιράκ που είχαν καταφέρει να φτάσουν στο νησί, είχαν πολύ άσχημες εμπειρίες από το σύντομο πέρασμα τους από την Τουρκία. Ένας νεαρός Σύρος θα τον ακούσει, κάθεται σε ένα κοντινό παγκάκι. Θα του ρίξει ένα δολοφονικό βλέμμα. «Θα τα πούμε εμείς» είναι το μήνυμα που θα του στείλει χωρίς να ανοίξει το στόμα του. Η λέξη «Τουρκία» άλλωστε στο καμπ νοηματοδοτούνταν με ποικίλους τρόπους, ανάλογα με τα βιώματα, αλλά κυρίως τα συμφέροντα, του καθενός.

Ο Φαρίντ κάθε φορά που κυκλοφορούσε με το χαρτί στο χέρι ζητούσε βοήθεια. Και έτσι πέρασε ο χειμώνας για εκείνον. 



***
Ο οδηγός του φορτηγού πάρκαρε το φορτηγό μπροστά στην ανηφόρα που οδηγούσε στα «χώματα». Ανάμεσα στο πλήθος ανθρώπων που είχαν μαζευτεί γύρω από το παρκαρισμένο φορτηγό βρισκόταν και ο Φαρούκ. Ο Κούρδος είχε περάσει πλέον τους δέκα μήνες παραμονής στο καμπ. 
Συνολικά τέσσερα καινούργια isobox baths θα τοποθετούνταν στα «χώματα», τουαλέτες και ντουζιέρες για μερικές εκατοντάδες προσφύγων οι οποίοι δεν χωρούσαν στα καραβάν και τους θαλάμους. Εν τω μεταξύ, οι πιο πολλές μικρές καλοκαιρινές σκηνές είχαν πλέον απομακρυνθεί. Είχαν αντικατασταθεί από life shelters, κατασκευές από ελαφριά υλικά (μονωμένα με πολυουρεθάνη) χωρητικότητας 4-6 ατόμων. Δυστυχώς για τους κατοίκους του καμπ, τα shelter είχαν τοποθετηθεί πρόχειρα από τους υπαλλήλους της Πρώτης Υποταγής με αποτέλεσμα να πλημμυρίζουν με κάθε βροχή. Επιπλέον, αν και στα shelters υπήρχε η δυνατότητα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, η Πρώτη Υποταγή είχε επιλέξει να μην παρέχει ρεύμα στους κατοίκους του καμπ που φιλοξενούνταν σε αυτά. Τέλος, κάθε shelter φιλοξενούσε υπεράριθμο αριθμό προσφύγων, περίπου 8-10 άτομα κατά μέσο όρο.

«Φύγε από εκεί ρε μαλάκα!» θα φωνάξει οργισμένος ένας Αλβανός εργάτης των Φιλισταίων. Ο Φαρούκ είχε βάλει το σώμα του ανάμεσα από τις δύο μεγάλες ρόδες του παρκαρισμένου φορτηγού, ζητώντας ταυτόχρονα από τον οδηγό να βάλει μπροστά τη μηχανή. Δύο εργάτες θα τον πιάσουν αγκαζέ και θα τον απομακρύνουν μακριά από το φορτηγό. Ο Φαρούκ δεν θα προβάλλει καμία αντίσταση. Αντιθέτως, χαμογελάει αμήχανα. Λίγες μέρες προηγουμένως ο απελπισμένος Κούρδος, ο οποίος όσο χρονικό διάστημα βρισκόταν στο καμπ είχε δει εκατοντάδες πρόσφυγες  να αποχωρούν (είτε νόμιμα, είτε παράνομα) για την Αθήνα, είχε ρίξει το σώμα του στο έδαφος μπροστά από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο.

Ο Φαρούκ βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Το μούσι του είχε μακρύνει, η απλυσιά του έβγαζε πλέον μάτι. Ίσως να είχε να πλυθεί περισσότερο από δύο μήνες. Είχε σταματήσει να φοράει το χαρακτηριστικό του μπλε τζόκευ, τα ρούχα του ήταν πάντα σκονισμένα. Πρόσφατα μάλιστα είχε αυτοτραυματιστεί χαράσσοντας το αριστερό του μπράτσο με ένα ξυραφάκι. Με άλλα λόγια, ο Κούρδος ήταν ένα κινούμενο ράκος. Η μάνα του, μια μαυροντυμένη εύσωμη πενηντάρα γυναίκα, είχε χάσει προ πολλού την εμπιστοσύνη της στον γιο της. Έβλεπε με μικρή συγκατάβαση την αξιολύπητη εικόνα που πρόβαλλε στους γύρω του ο Φαρούκ. Χρειαζόταν άλλωστε απεγνωσμένα τη βοήθεια του. 

Ο Φαρούκ, με ένα μείγμα απελπισίας και μαύρου χιούμορ, κάθε φορά που συναντούσε κάποιον εργαζόμενο στο καμπ με τον οποίο ένοιωθε κάπως άνετα, στην «κλασική» ερώτηση “how are you” είχε έτοιμη την απάντηση: 

«περίμενε - περίμενε, wait – wait, stana – stana». 

Συνόδευε πάντοτε την απάντηση του με μια κίνηση· κουνούσε τα χέρια του πάνω κάτω με τις ανοιχτές παλάμες του να δείχνουν προς το έδαφος, σαν να ‘ταν προπονητής ποδοσφαίρου που ζητούσε από τους ποδοσφαιριστές τους να χαμηλώσουν τον ρυθμό του αγώνα. 

Δύο ώρες έπειτα από τη στιγμή που έριξε το κορμί του ανάμεσα από τις ρόδες του φορτηγού, ο Φαρίντ κατέβαινε φουριόζος την τσιμεντένια κατηφόρα του καμπ που οδηγούσε προς το χωριό. Στην πλάτη του κουβαλούσε μια παραγεμισμένη μαύρη τσάντα. 

Athina, me go Athina!” φώναξε σε μια χούφτα Ελλήνων συμβασιούχων του Δήμου. Ένα ζευγάρι Ιρακινών θα γελάσει μπροστά στα μούτρα του. «Αφού δεν έχεις χαρτιά ρε!» Ο Φαρούκ όντως δεν είχε τα χαρτιά του έτοιμα, το πλοίο της γραμμής όμως είχε δέσει στο λιμάνι και αναχωρούσε σε δύο ώρες. Αφού έφτασε ως τη μεταλλική καγκελόπορτα της δεύτερης εισόδου του καμπ, ο Φαρούκ θα κάνει μεταβολή. Γνώριζε πολύ καλά άλλωστε το ξύλο που τον περίμενε σε περίπτωση που τον έκαναν τσακωτό οι μπάτσοι να προσπαθεί να επιβιβαστεί παράνομα στο πλοίο. Ο Φαρούκ θα επιστρέψει στο καραβάν στη πόρτα του οποίου στεκόταν όρθια η μάνα του. Μάνα και γιος θα μιλήοσυν για λίγο, απελπισία και παραίτηση εναλλάσσονται στο πρόσωπο τους με καταιγιστικό ρυθμό. Είκοσι λεπτά αργότερα, ο Φαρούκ θα επιχειρήσει μία ακόμη επίσκεψη στο Level 1 όπου βρίσκεται η υπηρεσία της Πρώτης Υποταγής. Θα πάρει κυριολεκτικά από πίσω έναν υπάλληλο ο οποίος του κάνει επανειλημμένα νοήμα να του αδειάσει τη γωνιά.

«Αφήστε τον να μιλάει μόνος του παιδιά, αυτός δεν είναι στα καλά του» θα πει γελώντας στους συναδέλφους του.


***

Λίγες μέρες πριν κλείσει ακριβώς ένα χρόνο στο νησί, ο Φαρούκ θα αρνηθεί την πρόταση της UNHPR για τη μεταφορά του σε καμπ στη Θεσσαλονίκη. Έπειτα από τόσο μεγάλη αναμονή, ο Κούρδος ήταν αποφασισμένος να θέσει τους δικούς του όρους. 

Salonik no, me go Athina” διεμήνυσε σε όλους τους τόνους ο Φαρούκ. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να περιμένει. Κι άλλο.

Την πρώτη εβδομάδα του Απρίλη πλέον, ο γνώριμος, βασανιστικά αργός, ρυθμός της καθημερινότητας στο καμπ, αντικατοπτριζόταν ιδανικά στο πρόσωπο του Φαρούκ. Μην έχοντας τι άλλο να κάνει, ο Φαρούκ συνέχισε να προσπαθεί να διασκεδάσει τον πόνο του. Ένα μεσημέρι λοιπόν, επιστρέφοντας στο καραβάν, είδε με την άκρη του ματιού τον Πειραιώτη και τον Ρόμποκοπ, δύο συμβασιούχους του Δήμου τους οποίους γνώριζε λιγάκι. Αντάλλασσαν δηλαδή το κλασικό στο καμπ “how are you” (έκφραση που πολύ πιο συχνά χρωματιζόταν από αδιαφορία παρά από φιλικότητα) μαζί με σκόρπιες κουβέντες στα Ελληνικά εκείνοι, στα Αραβικά ο Φαρούκ. Χρησιμοποιούσαν πολύ κιόλας τη γλώσσα του σώματος για ευνόητους λόγους. Εκείνη τη φορά, ο Φαρούκ συνδύασε τα πάντα: Αγγλικά, Αραβικά, Ελληνικά και, φυσικά, τη γλώσσα του σώματος. Τους πλησίασε, σήκωσε τα χέρια του ψηλά, ενώνοντας ταυτόχρονα τρία από τα δάχτυλα του σε κάθε χέρι, και ξεκίνησε να τραγουδάει ρίχνοντας παράλληλα και κάτι σαν ζεμπεκιά: 

«wait wait, stana stana, περιίμενε περιίμενε... wait wait stana stana περιίμενε περιίμενε...»

Ο Πειραιώτης και ο Ρόμποκοπ κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και έσκασαν στα γέλια, μαζί με τον Φαρούκ. Τον αποχαιρέτησαν με ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη.  

Ο Κούρδος, ήταν αλήθεια πως δεν είχε τύχει ιδιαίτερης βοήθειας από το σύνολο των εργαζομένων στο καμπ. Η κακομοιριά που εξέπεμπε ο Φαρούκ, από ένα σημείο και έπειτα, δεν ευαισθητοποιούσε πλέον κανέναν. Ο Φαρούκ είχε μετατραπεί σε σύμβολο γι’ αυτό και κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του κανείς δεν ήταν ήταν σε θέση να ακούσει ούτε μία λέξη η οποία έβγαινε από το στόμα του. Αν δεν υπήρχε ο Φαρούκ, τότε η Πρώτη Υποταγή θα έπρεπε να τον είχε εφεύρει. Αν η αδιακήρυχτη πολιτική της αποτροπής των «μεταναστευτικών ροών» γινόταν ποτέ αφίσα, τότε σίγουρα θα απεικόνιζε το πρόσωπο του Φαρούκ.

Έξω από το καμπ, ο Κούρδος είχε σταθεί ελάχιστα πιο τυχερός. Τον τελευταίο του μήνα στο νησί, η γνωριμία του με δυο επαγγελματίες ψαράδες, τον Γιάννη και τον Θοδωρή, του εξασφάλίζε που και που μια σακούλα ψάρια, ως αντάλλαγμα για το ξέμπλεγμα των διχτυών και άλλα χαμαλίκια. 


Ο Φαρούκ, έπειτα από δεκατρείς μήνες στο νησί, θα μεταφερόταν μαζί με τη μάνα του σε ένα καμπ στην Αθήνα.



 The project «Περίμενε, περίμενε» is a work of fiction. It is both “based on” and “inspired by” true events.







11.3.18

Ρίζα, η ιστορία του αγοριού που έγινε φάντασμα






Περπατούσε με γοργά βήματα προς το ιατρείο με ύφος θριαμβευτικό. Είχε μόλις χαρακώσει με ξυραφάκι το σώμα του στην περιοχή γύρω από το στήθος και στην πλάτη. Οι χαρακιές δεν ήταν πολύ βαθιές αλλά ήταν σίγουρα καμιά εικοσαριά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτοτραυματιζόταν, δήλωνε συχνά πως θα αυτοκτονήσει. Με δυο λόγια, ήταν καιρός που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πείσει ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και γιατρούς πως έπρεπε να τον βοηθήσουν να εγκαταλείψει το καμπ το γρηγορότερο. 

Ο Ρίζα καταγόταν από το Ιράν, ήταν 24 χρονών, ομοφυλόφιλος. Είχε ύψος 1,62 και ζύγιζε 55 κιλά. Είχε λευκό δέρμα προσώπου, μαύρα πυκνά, ίσια, υγιή μαλλιά τα οποία χτένιζε στο πλάι, και ένα ζευγάρι εξερευνητικά μάτια μαύρου χρώματος. Το βλέμμα του ήταν συχνά ελαφρώς αλλόκοτο, άλλοτε παιχνιδιάρικο, κάποιες φορές ωστόσο αποκτούσε ένα ιδιαίτερα γοητευτικό βάθος. 

Αφού δέχτηκε τις πρώτες βοήθειες, μια κοινωνική λειτουργός του έφερε ένα καινούργιο T-shirt από την αποθήκη του καμπ καθώς το προηγούμενο ήταν σκισμένο και μες στα αίματα. Έπειτα, ο Ρίζα κάθισε στο παγκάκι. Παρέμεινε σιωπηλός για αρκετά λεπτά της ώρας, Κοιτούσε, ως επί το πλείστον, προς το έδαφος.

«Αυτός όλο λέει πως θα αυτοκτονήσει. Ψέμματα το λέει, η συμπεριφορά του είναι ο ορισμός της χειριστικής συμπεριφοράς. Νομίζει ότι άμα χαρακώνεται κάθε λίγο και λιγάκι πως θα πάρει χαρτί από τον ψυχολόγο ώστε να έχει ελπίδες να τον στείλουν στην Αθήνα. Δεν πάει έτσι όμως...» 

Την άποψη της κοινωνικής λειτουργού, η οποία είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με μία νεοπροσληφθείσα συνάδελφο της, συμμεριζόταν η πλειοψηφία των εργαζομένων στο καμπ. Κανείς από τους ψυχολόγους, αλλά και τους δύο γιατρούς του καμπ, δεν πίστευε πως ο νεαρός Ιρανός είχε κάποιο παθολογικό πρόβλημα. Η επικεφαλής της ομάδας των ψυχολόγων μάλιστα, η οποία γνώριζε καλύτερα από όλους την υπόθεση του, πίστευε πως ο Ρίζα ήταν ιδιαίτερα ευφυής. Η ευφυΐα του νεαρού Ιρανού ωστόσο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσμετρούνταν ως ένα αρνητικό στοιχείο, σύμφωνα τουλάχιστον με την οπτική της ψυχολόγου της Necrin, καθώς την ταύτιζε απόλυτα με την προσπάθεια του να τους χειραγωγήσει ώστε να πετύχει τον στόχο του.

Το επόμενο πρωί, ο Ιρανός θα εμφανιστεί χαμογελαστός έξω από το καραβάν της Necrin. Κρατούσε στο χέρι του τρεις κόλλες χαρτί. Ο Ρίζα ήταν σε καλύτερη διάθεση, ήταν μάλιστα απολογητικός ως προς τις κοινωνικές λειτουργούς στις οποίες και χάρισε τα σκίτσα του. Εκείνες αποδέχτηκαν φυσικά την συγγνώμη του, κόλλησαν μάλιστα στον τοίχο του καραβάν τα σκίτσα του δίπλα σε ένα σωρό παιδικές ζωγραφιές που τους είχαν χαρίσει διάφορα πιτσιρίκια του καμπ. 

Κάπως έτσι περνούσε ο καιρός για τον Ρίζα – ακροβατώντας συνέχεια μεταξύ απελπισίας και προσαρμοστικότητας σε μια επίπονη πραγματικότητα την οποία αρνούνταν πεισματικά να αποδεχτεί ως δική του.

 






Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς σε τι γλώσσα συννενοήθηκαν. Ο Ρίζα δεν γνώριζε καμία άλλη γλώσσα πέρα από τη μητρική του, τα Φαρσί δηλαδή, ενώ ο Σύρος που του ‘χε πιάσει την κουβέντα μιλούσε μόνο Αραβικά, σύμφωνα τουλάχιστον με τα λεγόμενα του. Βρίσκονταν και οι δύο τους στον περίβολο του ιατρείου όταν ο εικοσιπεντάρης Σύρος, ένας άνθρωπος τον οποίον σέβονταν όλοι στο καμπ, έσκυψε πάνω από τον μικρόσωμο Ιρανό. Ο Ριζά καθόταν σε μια γωνιά κάτω στο έδαφος, ακουμπούσε την πλάτη του στη μεταλλική καγκελόπορτα. Αντάλλαξαν μερικές κουβέντες οι οποίες αναστάτωσαν ιδιαίτερα τον Ρίζα, τόσο ώστε να αρχίσει να αλλάζει χρώμα το πρόσωπο του. 
 
Ο Ρίζα είχε πλέον σηκωθεί όταν μια κοινωνική λειτουργός, η οποία προσπαθούσε εκείνη τη στιγμή να απαντήσει στις επίμονες ερωτήσεις μιας Ιρακινής, πρόσεξε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. (Ο Σύρος είχε μόλις αποχωρήσει από το χώρο.) Πράγματι, ο Ιρανός είχε τυλίξει στο λαιμό του μια δερμάτινη ζώνη την οποία κουβαλούσε στην τσέπη του. Το πρόσωπο του είχε αρχίσει να μπλαβίζει, άλλαζε χρώμα με ταχύ ρυθμό έως ότου ένας μεσήλικας Σύρος τράβηξε με δύναμη το χέρι του Ρίζα το οποίο ολοένα και έσφιγγε τη ζώνη γύρω από το λαιμό του. Ο Ιρανός δεν προέβαλλε κάποια αντίσταση. Έβγαλε τη ζώνη από το λαιμό του μόνο και μόνο για να ξεκινήσει να κουτουλάει με δύναμη το κεφάλι του στον τοίχο του καραβάν. Έπειτα, ο Ρίζα ρίχτηκε στο έδαφος, έφερε τα χέρια μπροστά από το πρόσωπο του, και ξεκίνησε να κλαίει έως ότου αποφάσισε να περάσει εκ νέου τη ζώνη γύρω από το λαιμό του. Λίγα μέτρα πιο πέρα, ένας μεσήλικας Ιρακινός μιμείται γελώντας τα δάκρυα του Ρίζα, δείχνοντας περιφρονητικά προς το μέρος του. Εν τέλει, έπειτα από λίγη ώρα, θα κληθεί η αστυνομία. Ένστολοι αστυνομικοί, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, αλλά και ένας φίλος του Ιρανός, είχαν όλοι πέσει από πάνω του. Ο τελευταίος, κρατούσε αγκαλιά τον Ρίζα, τον χάιδευε απαλά στην πλάτη όσο οι δύο αστυνομικοί ζητούσαν, βαριεστημένα είναι η αλήθεια, από τον Ρίζα να τους ακολουθήσει στα γραφεία της Αστυνομίας. Το επεισόδιο θα έληγε έπειτα από περίπου μισή ώρα, με την αποχώρηση των αστυνομικών και αφού ο Ρίζα είχε πλέον κάπως συνέλθει. Ο Ιρανός θα χαμογελούσε ξανά λίγο αργότερα, αφότου πρώτα θα μιλούσε για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα με μια νεαρή ψυχολόγο με την οποία ένοιωθε άνετα. Το χαμόγελο του Ρίζα βέβαια δεν κράτησε για πολύ. Κάτι περισσότερο από 24 ώρες για την ακρίβεια. 


***
Το επόμενο απόγευμα, δύο νοσηλευτές θα τον τοποθετούσαν πάνω στο φορείο του ΕΚΑΒ έπειτα από μία ακόμη κρίση. Ο μικρόσωμος Ιρανός πάνω στο φορείο έμοιαζε κυριολεκτικά τοσοδούλης, το πρόσωπο του έδειχνε πως υπέφερε, ο ίδιος όμως προσπαθούσε επίμονα να απομακρύνει τον ορό από το δεξί του χέρι. 

«Πάλι αυτός; Εγώ προσωπικά τον έχω πάρει τρεις φορές» θα αναφωνήσει, χαμογελώντας σε φιλικό τόνο, ο ένας από τους δύο τραυματιοφορείς. 

Ο Ρίζα, σ’ αυτό συμφωνούσαν όλοι στο καμπ, δεν το έβαζε εύκολα κάτω. 

Ο ψηλόλιγνος εικοσάχρονος Ιρανός ο οποίος στεκόταν στο πλάι του Ρίζα μια μέρα προηγουμένως είχε βρεθεί πάλι κοντά του. Στεκόταν όλη την ώρα δίπλα του μέχρι το φορείο να μπει στο ασθενοφόρο. Η lgbt παρέα του καμπ άλλωστε έπρεπε να είναι ενωμένη αν ήθελε να την βγάλει καθαρή μέσα σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό περιβάλλον· στο καμπ, κάθε lgbt κι ένα υποψήφιο θύμα. Υπήρχαν ωστόσο και εκείνοι οι κάτοικοι του καμπ οι οποίοι δήλωναν ψευδώς πως ήταν gay, ώστε να κατηγοριοποιηθούν ως «ευάλωτοι». Ωστόσο, ήταν μάλλον ελάχιστοι εκείνοι οι οποίοι θα αποφάσιζαν να πάρουν το ρίσκο να τους βγει το όνομα, εκτός πια κι αν ένοιωθαν ασφαλείς εντός του καμπ, όπως συνέβαινε άλλωστε στην περίπτωση των Ισλαμιστών.






Λίγες μόνο μέρες έπειτα από από την πολλοστή φορά που οδηγήθηκε στο νοσοκομείο του χωριού, ο Ρίζα γνώριζε, επίσημα πλέον, πως είχε αποφασιστεί η άρση γεωγραφικού περιορισμού για εκείνον. Πολύ σύντομα θα ήταν ελεύθερος να φύγει από το νησί. Το αποτέλεσμα ήταν δύο ακόμα κρίσεις. 

(Ο Ρίζα ήταν ο δεύτερος κάτοικος του καμπ εκείνες τις μέρες ο οποίος «γιόρτασε» την άρση γεωγραφικού προσδιορισμού με αυτοτραυματισμό. Είχε προηγηθεί ο δεκατετράχρονος Χασάν, ένα παιδί που του έλειπαν τα πιο πολλά μπροστινά δόντια και το οποίο κυκλοφορούσε μέρα νύχτα, Δεκέμβρη μήνα, με πέδιλα, αθλητικό σορτσάκι, πουλόβερ και σκούφο. Ο ασυνόδευτος ανήλικος από τη Συρία είχε γεμίσει χαρακιές τα δύο του χέρια λίγη ώρα αφότου έμαθε ότι σύντομα θα αναχωρούσε από το νησί.) 

Αρχικά, νωρίς το μεσημέρι, ο Ρίζα τύλιξε ξανά σφιχτά γύρω από το λαιμό του την ίδια δερμάτινη ζώνη που εξακολουθούσε να κρύβει στη μέσα τσέπη της ζακέτας του. Ταυτόχρονα, έκανε βουτιά από μια καρέκλα στο πάτωμα του καραβάν των κοινωνικών λειτουργών, οι οποίοι μόλις τον είχαν ενημερώσει για την καλή εξέλιξη της υπόθεσης του. Ξαπλωμένος κατάχαμα, συνέχισε να σφίγγει τη ζώνη γύρω από το λαιμό του.

Μερικές ώρες αργότερα, αφού είχε πλέον βραδιάσει, ένας Ιρακινός θα κουβαλούσε τρέχοντας προς το ιατρείο τον γυμνόστηθο Ιρανό – το σώμα του Ρίζα κρεμόταν σε οριζόντια θέση ως προς εκείνο του Ιρακινού καθώς αυτός τον κρατούσε με τα δύο του χέρια ενωμένα γύρω από τη μέση του. Λίγο αργότερα, ο Ρίζα θα έπαιρνε το γνώριμο δρόμο προς το νοσοκομείο, το χαρτί της ιατρικής γνωμάτευσης θα περιείχε τις εξής δύο λέξεις κλειδιά: «άγχος» και «φόβος». 

«Είναι χαζός, πάει τελείωσε. Τον ενημερώνουμε πως φεύγει για Αθήνα, του λέμε πως θα τον βοηθήσουμε, δεν υπάρχει λόγος να φοβάται, και αυτός πάει και κάνει καραγκιοζιλίκια ξανά...» σχολίασε ο κοινωνικός λειτουργός την επόμενη μέρα στην επικεφαλή ψυχολόγο της Necrin

«Ναι μωρέ, το καϋμένο κι αυτό, τι να περιμένεις από ένα παιδί που έφυγε από τη χώρα του χωρίς να ξέρει που πηγαίνει, χωρίς να έχει ιδέα τι θέλει να κάνει στη ζωή του, ένα παιδί σαν κι αυτόν είναι απίθανο να καταφέρει να ζήσει μια κανονική ζωή» απάντησε η ψυχολόγος. 

Ο Ρίζα είχε βρεθεί στο έδαφος του καραβάν την προηγούμενη μέρα, σφίγγοντας τη ζώνη γύρω από το λαιμό του, όχι φυσικά γιατί δεν επιθυμούσε σαν τρελός να φύγει το συντομότερο από το νησί, αλλά γιατί ζητούσε μια ουσιαστική λύση για το πρόβλημα του. Τέτοια λύση, δεν υπήρχε. Για τον Ιρανό άλλωστε δεν είχε βρεθεί κάποια θέση σε κάποιο καμπ της Αθήνας. Κατά συνέπεια, όταν θα έφθανε στην Αθήνα θα ήταν άστεγος. Η μόνη του προοπτική ήταν να επισκέπτεται κατά τη διάρκεια της ημέρας ένα day center το οποίο προσέφερε ψυχολογική και φαρμακευτική υποστήριξη σε πρόσφυγες. 

Ο Ρίζα, πεσμένος στο έδαφος με μια ζώνη περασμένη γύρω από το λαιμό του, ξόρκιζε τελετουργικά την κακή του μοίρα η οποία, όπως φαινόταν, δεν έμελλε να τον αφήσει σύντομα.

Είκοσι τέσσερις ώρες έπειτα από τη συνομιλία των δύο εργαζομένων της Necrin, και αφού πλέον είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά, την επόμενη κρίση του Ρίζα θα την αντιμετώπιζε η Αστυνομία. Έτσι λοιπόν, το επόμενο μεσημέρι, όταν ο Ρίζα ακριβώς μπροστά από την κεντρική είσοδο του καμπ θα ξεγυμνωνόταν ξανά από τη μέση και πάνω κρατώντας ένα ξυραφάκι του ξυρίσματος στα χέρια, θα προλάβαινε να κάνει δύο χαρακιές στο στήθος, και άλλες δύο στη πλάτη, προτού μια ομάδα πέντε αστυνομικών τον ακινητοποιούσε στο έδαφος. Με χειροπέδες στα χέρια, έπειτα από ένα σύντομο πέρασμα από το ιατρείο ώστε να περιποιηθούν οι νοσηλευτές τα τραύματα του, ο Ρίζα θα οδηγούνταν στα κρατητήρια της Αστυνομίας. 

Ο Ρίζα δεν θα επέστρεφε ξανά στο καμπ. 


***
«Ουπς, μαλακία, μόλις έγραψα την εισήγηση μου πάνω σε μια παλιά και έκανα save κιόλας» είπε γελώντας ο κοινωνικός λειτουργός στην ψυχολόγο. «Ο Ρίζα έγινε φάντασμα τώρα» συμπλήρωσε μιας και ήταν ο φάκελος του Ιρανού εκείνος ο οποίος είχε διαγραφεί. Η εισήγηση που είχε γράψει για τον Ρίζα είχε χαθεί για πάντα, ο Ιρανός ήταν σαν να μην είχε περάσει ποτέ από την κοινωνική υπηρεσία του καμπ. Λίγες μέρες μετά, μία συνάδελφος του θα ξεκολλούσε τα σκίτσα του Ρίζα από τον τοίχο του καραβάν. 




The project «Περίμενε, περίμενε» is a work of fiction. It is both “based on” and “inspired by” true events.