14.2.26

Sexάρχεια

 



ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙΙI

Προσπέρασα γρήγορα το καλαίσθητο bistrot, πόσο μάλλον που πίσω από την συνάδελφο Πέρδικα καθόταν η Δανάη με τον Αγγλο-Σκωτσέζο φίλο της, παλιά γνωστή, ζούσε και εργαζόταν ως interior designer μεταξύ Λυόν, Μπράιτον, και Αθήνας, τις τρεις φορές, τα τελευταία επτά χρόνια, που σκοντάψαμε πάνω στον άλλον, δεν ανταλλάξαμε χαιρετισμό, ούτε με νεύμα, την συγκεκριμένη φορά το βλέμμα της ήταν επικριτικό, με βρήκε βέβαια να καταριέμαι την τύχη μου, θα τράκαρα με την Gen Z, χωρίς ψηφιακό safe distance, ένα πλήθος εικοσάρηδων είχε καταλάβει το πεζοδρόμιο, το οποίο,

μετά βίας έφθανε στους ογδόντα πόντους, ούτως ή άλλως, ήταν ανώμαλος ο δρόμος, εξαιτίας των σκαλοπατιών παρόδιας ιδιοκτησίας, μεταλλικών κάγκελων, στύλων ηλεκτροφωτισμού, δέντρων, ογκωδών απορριμάτων, παρκαρισμένων δίκυκλων και τετράτροχων που καβαλούσαν το τσιμέντο σε πείσμα του άρθρου 6 της υπουργικής απόφασης οικ. ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/124964/1561/2012: 

«σε όλους τους κοινόχρηστους χώρους πόλεων και οικισμών που προορίζονται για την κίνηση πεζών επιβάλλεται ελεύθερη ζώνη με ελάχιστο πλάτος 1,50μ.»,

βγήκα στην μέση του δρόμου, μονής κυκλοφορίας, χωρίς διαθέσιμη θέση για πάρκινγκ, όπως όλα τα πρωινά, κάθε μεσημέρι, οποιοδήποτε από τα απογεύματα, όλες τις intoxicated νύχτες από πόθο, αλκοόλ, λαχτάρα, κοίταξα προς την Μάρα, χαμένη στις σκέψεις της, σκεφτόταν να το ακυρώσει, το ήθελε πολύ ωστόσο να με νοιώσει, μέσα της,

έξω από το βιβλιοπωλείο Πλατύποδες, το όνομα είχε επιλεχθεί για λόγους συμπερίληψης, η συχνότητα πλατυποδίας στους ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ 15 και 25%, συνήθως περνάει απαρατήρητη, κάποιες φορές ωστόσο προκαλείται κόπωση και πόνος εξαιτίας της άμεσης επαφής της εσωτερικής πλευράς του πέλματος με το έδαφος κατά την ορθοστασία, καθιστοί και όρθιοι, εντός και εκτός του καταστήματος, λειτουργούσε επίσης ως café, eventάκηδες, αναγνώστριες άνω των πενήντα ετών, φιλόλογοι, φοιτητές/φοιτήτριες, FOMO, και φιλοπερίεργοι είχαν επιλέξει να παρευρεθεί στην εκδήλωση της παρουσίασης του μυθιστορήματος του Phryxus,

προηγουμένως, είχε δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές σε ηλικία είκοσι ενός (Unfuck!) και είκοσι τριών ετών (Fuck Me Not), έργα που συνομιλούσαν με το κίνημα "Four Nos" (no sex, no childbirth, no dating, no marriage) των νέων φεμινιστριών της Νότιας Κορέας, μια αντίδραση στην πατριαρχική κοινωνία, το βιβλίο του εικοσιοκτάχρονου, υβρίδιο αυτομυθοπλασίας, λογοτεχνικής κριτικής, και μανιφέστου,

Το Μεγάλο Χ διερευνούσε την προσωπική σχέση, ως αναγνώστη, του -κατά κόσμον- Φρίξου Μπεκάτσα με τον Μ. Καραγάτση, δημοφιλή συγγραφέα του 20ου αιώνα, αποδομώντας, ταυτόχρονα, το male gaze του μυθιστορήματος του Η Μεγάλη Χίμαιρα, πρωτογράφτηκε το 1936, εκδόθηκε το 1953, ο συγγραφέας, εντός των ορίων, στα πλαίσια των άτυπων κοινωνικών και έμφυλων προτύπων της εποχής, εξιστορεί την ιστορία ενός Έλληνα ναυτικού που σε ένα ταξίδι του ερωτεύεται μια Γαλλίδα καμπαρετζού, η Μαρίνα Μπαρέ-Ρεϊσί τον ακολουθεί στην Σύρο όπου θα βρεθεί σε σύγκρουση με το συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον με τραγικά αποτελέσματα για όλους, η μικρή νησιωτική κοινωνία δεν αποδέχονταν σεξουαλική ελευθεριότητα, ανάλογη τουλάχιστον με εκείνη που παρατηρούνταν κάποια χρόνια αργότερα στον αριθμό 75 της οδού Αβησσυνίας, πρώην Hotel Sudan, όπου,

κάποτε αντάλλασσαν σωματικά υγρά, επί χρήμασι or not, οπωσδήποτε μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, καθημερινοί, λαϊκοί, ή και κακόφημοι άντρες και γυναίκες μόνιμοι κάτοικοι της πόλης, φιλοξενούσε πλέον sex sessions νέων ανθρώπων από κάθε γωνιά του πλανήτη, περαστικούς από την Αθήνα, το τριώροφο κτίριο ανακαινίσθηκε –χωρίς ευτυχώς να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία ενός κτιρίου εξήντα τριών ετών- λειτουργούσε ως hostelάδικο,

βάδιζα αργά στην άσφαλτο, χάζευα την Μάρα, δηλαδή τα πόδια της, φορούσε ένα ψηλόμεσο γυναικείο Levis 501 jean σε denim blue, το είχε αγοράσει, στις εκπτώσεις, πριν χρόνια, όταν είχε ακόμα την δυνατότητα να πληρώσει 74.90€ για ένα παντελόνι, διέθετε πια το ένα όγδοο των χρημάτων,

όπως σ’ όλα τα αγοροκόριτσα, τις αδύνατες, τις άγριες γκόμενες, τις "Wow, Wild, Wicked"[1] ακαταμάχητες κοριτσάρες, της πήγαινε μούρλια, προπορεύονταν στον δρόμο, στην ανηφορική κλίση του οποίου απέδωσα τον ίλιγγο·


"blue jeans, black shirt

walk up the street

you made my eyes burn

it was like, Lana Del Ray, for sure


you were sorta heavy metal

I grew up on puck rock

it's only rock 'n' roll (but I like it)

since April, oh baby!


I said we had to start our lives over

you were like, we can make it work

well, at least we tried

Exarheia so sick as c-cancer

baby, can you see through the fears?


no dream? basta!

we are deliriants

we are the dreamers of dreams."






                                                                                                                            


13.2.26

Sexάρχεια

 

ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙΙ

Προηγουμένως, τράβαγα την ανηφόρα, της οδού Αβησσυνίας,

φωτοτυπάδικο, βιβλιοπωλείο, καφετέρια, σαντουϊτσάδικο είχαν ήδη, ή ετοιμάζονταν, να παραχωρήσουν την θέση τους σε μπαρμπέρικο, bar, κατάστημα ειδών νεωτερισμού (κρασί, άνθη & φυτά, sex toys), βιβλιοπωλείο, coffee to go... κατά διαόλου θεωρούσαν, ουκ ολίγοι, κάτοικοι των Εξαρχείων άνω των σαράντα πέντε ετών, «π ρ ο χ ω ρ ά μ ε...» σύμφωνα με τα παιδιά τους, τα ανήψια, γείτονες και φοιτητές κάτω των είκοσι πέντε, στην μέση περίπου ηλικιακά, 

βρέθηκα στην ευχάριστη θέση να μην νοσταλγώ το σάντουιτς με κακής ποιότητας ψωμί-ζαμπόν, μέτριας τυρί-ντομάτα, νορμάλ κατάσταση μαρούλι-κέτσαπ-τηγανητές πατάτες, έναντι μιας συγκαιρινής granola bar από νιφάδες σίκαλης και βρώμης, αμύγδαλα, ηλιόσπορο, λάδι καρύδας, μέλι ανθέων, ταχίνι, αλάτι, τζίντζερ, κουρκουμά, όσο για τα δυσάρεστα, μέτραγα κέρματα, 

καθώς πλησίαζα στην διασταύρωση με την Μεταξά, άνοιξα αντανακλαστικά το βήμα, στο σημείο καταγράφονταν υψηλή συγκέντρωση από hipster ιχνοστοιχεία, ένα χρόνο πριν είχε ανοίξει ένα μπιστρουδάκι, νομοτελειακά επηρεασμένα από την γαλλική κουλτούρα, 

τα αθηναϊκά bistro που είχαν πρόσφατα προστεθεί στην ζωή της πόλης διακρίνονταν από ποικίλλες επιρροές και αναφορές, αυστριακές που γίνονταν εμφανείς στο σερβίρισμα, αργεντίνικες γεύσεις στα πιάτα στην τουριστική Πλάκα, γερμανικές και γαλλικές πινελιές με άρωμα μεσοπολέμου στο μπιστρό στην πλατεία Συντάγματος, στα hip Πετράλωνα λειτουργούσε chocolaterie όπου έπαιζαν μόνο βινύλια, ένα μπιστρουλίνι στην multi culti Κυψέλη ήταν συνδεδεμένο με την ethnic μουσική, το bistrot των Εξαρχείων ήταν αμιγώς γαλλικό, η ιδιοκτήτρια του Γαλλίδα, τα πιάτα αυθεντικά γαλλικά, Πέμπτη και Παρασκευή, δύο αγόρια, το ένα με ακορντεόν, το άλλο χρησιμοποιώντας την φωνή του, ερμήνευαν παλιά γαλλικά τραγούδια, ταξίδευαν τους παρευρισκομένους μέχρι το Παρίσι, την θαμώνα, και σκηνοθέτρια, Μάριον Πέρδικα, μεταξύ άλλων,

η μεσαία μήκους ταινία της τριανταεξάχρονης, Βίος & Αλητεία: Tο Φαινόμενο Mad Boy, σχετικά με την ζωή και το έργο ενός δημοφιλούς έλληνα trapper (πέθανε σε ηλικία τριάντα τριών ετών έπειτα από πτώση, οδηγούσε κόκκαλο χορηγικό ηλεκτρικό πατίνι Segway MAX G2), προβλήθηκε δωρεάν στην streaming πλατφόρμα της κρατικής τηλεόρασης, η διαθέσιμη εφαρμογή για φορητές συσκευές συνέβαλλε στην μεγάλη επιτυχία της στην ηλικιακή ομάδα 16-24 ετών μεταξύ των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο internet, όπου,

δεν είχα συνδεθεί στα social media με την συνάδελφο Πέρδικα, συναντιόμασταν, μοιραία, κοιταζόμασταν και αγριευόμασταν, καθόλου τυχαία, το Σάββατο το μεσημέρι στην λαϊκή αγορά της Καλλιδρομίου, φόρτωνα ζαρζαβατικά, φρούτα, και αυγά σε μεταλλικό καρότσι, επέλεγε μισό κιλό καφέ (ή κίτρινα) τοματίνια, ανάλογη ποσότητα από πετροκέρασο ή κάρντιναλ σταφύλι το καλοκαίρι, ακολούθως, φόρτωνε σε συζητήσεις με φίλους και γνωστούς για την έλλειψη σχεδιασμού, την εγκατάλειψη από το κράτος του πολιτισμού, σε ένα από τα τρία καφέ επί της οδού, όπου,

ήταν σχεδόν αδύνατον να βρεις να κάτσεις έξω, στο στενό πεζοδρόμιο, σε ένα από τα δεκαέξι τραπεζάκια (τριάντα πέντε με σαράντα καρέκλες), απαιτήθηκε ενάμιση χρόνος διαμονής στα Εξάρχεια, δεκάδες επισκέψεις στην λαϊκή, μηδέν εσπρέσο ξεφλουδίζοντας φρέσκα μανταρίνια υπό τον Αττικό ήλιο, την καινούργια ποικιλία χωρίς κουκούτσια ώστε να μην χρειάζεται να φτύνω, έως ότου να λυθεί το μυστήριο, κρυφακούγοντας, διαλέγοντας πορτοκάλια, συνειδητοποίησα πως οι πελάτες ακολουθούσαν το know how των free campers, όσων δηλαδή απολάμβαναν την θάλασσα σε μια σκηνή με άπλετη φυσική σκιά, αγαθό πολυτελείας, είδος εν ανεπαρκεία, για όσους έκαναν ελεύθερο Ιούλιο-Αύγουστο - συντονίζονταν, διαδέχονταν με χρονική ακρίβεια γνωστούς και φίλους παραθεριστές, οι καλύτερες καβάτζες κατοχυρώνονταν ήδη από τις αρχές του Ιούνη, οι καλύτερες θέσεις στις καφετέριες της Καλλιδρομίου πιάνονταν από τις 08:00, ώρα έναρξης του ωραρίου, η Πέρδικα διαδεχόταν τον θείο της, εκδότη και ιδιοκτήτη γειτονικού βιβλιοπωλείου,

είχαν θέα, από τα ξημερώματα έως τις 15:00 το μεσημέρι, τις χιλιάδες των Αθηναίων που επέλεγαν για τα ψώνια τους την λαϊκή αγορά, γυναίκες μέσης ηλικίας που δεν εργάζονταν, συνταξιούχοι, μισθωτοί του δημοσίου τομέα, και άνεργοι συνιστούσαν το προφίλ του σύνηθους πελάτη, για soundtrack τις φωνές των πωλητών που διαφήμιζαν τα προϊόντα τους ("street cries"),

η εβδομαδιαία διοργάνωση πώλησης φρέσκων βασικών προϊόντων διατροφής σε προκαθορισμένο δρόμο, εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων λειτουργούσαν 58 (συνολικά στο νομό της Αττικής 271), καθιερώθηκε νομικά το 1929 ως ένα κυβερνητικό μέτρο ελάφρυνσης των ασθενέστερων τάξεων, οι άμεσες εμπορικές συναλλαγές μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών υπόσχονταν καλύτερες τιμές (θεωρούνταν πως οι αυξήσεις οφείλονταν στους μεταπράτες),

ενενήντα χρόνια αργότερα, στην λαϊκή της Καλλιδρομίου συναντούσες στην πλειοψηφία μεσάζοντες πωλητές ντόπιων και εισαγόμενων προϊόντων σε τιμές, φιλικότερες συχνά από εκείνες των supermarket, στοιβαγμένα προσεκτικά, ή ριγμένα χύμα πάνω σε φορητούς πάγκους, πλαστικές πορτοκαλί τέντες πρόσφεραν προστασία από τον ήλιο και την βροχή, μια ποικιλία ειδών, πανσπερμία γεύσεων, χρωμάτων, και αρωμάτων, που θα ήταν απίθανο να φανταστεί ο Αθηναίος επισκέπτης της αγοράς την δεκαετία του 1930,

λαχανικά, όπως αγκινάρες, αρακάς, αγγούρια, αβοκάντο Κρήτης ή από το Περού, αρωματικά μυρωδικά (μαϊντανό, άνηθο, σέλινο, δυόσμο, μυρώνια, γλυστρίδα κτλ), κολοκύθες και κολοκυθάκια, καρότα, κουνουπίδια, φρέσκα και ξερά κρεμμύδια, λάχανα, λεμόνια, μανιτάρια Πολωνίας, μελιτζάνα (μαύρη, λευκή, τσακώνικη), μπάμιες, μπρόκολα, ντομάτες, πατζάρια, πατάτες και γλυκοπατάτες Αιγύπτου, ραπανάκια, σαλάτες (μαρούλι, ρόκα), Κινέζικο σκόρδο, φασολάκια, χόρτα (βλήτα, ραδίκια, σπανάκι κτλ), σπαράγγια σπανιότερα,

και φρούτα, αχλάδια, ακτινίδια Νέας Ζηλανδίας, βανίλιες και βερίκοκα, γκρέιπφρουτ, δαμάσκηνα, κεράσια, καρπούζι, κυδώνια, λωτούς, μάνγκο Βραζιλίας, μήλα και μπανάνες και πεπόνια Κεντρικής Αμερικής, νεκταρίνια, ρόδια, ροδάκινα, σύκα Αττικής, σανγκουίνι, φράουλες,

ένας έμπορος πουλούσε ψάρια, ένας άλλος μέλι, μπαχάρια, και ξηρούς καρπούς, μια γυναίκα έψηνε χοιρινό κρέας σε ξύλινα καλαμάκια στην καντίνα της, τάϊζε τους εργαζόμενους στην αγορά, πελάτες με χανγκόβερ, μια οικογένεια τσιγκάνων πωλούσε γλάστρες και φυτά, τέλος, έβρισκες επίσης είδη ένδυσης/υπόδησης και σπιτιού made in China και Πακιστάν.

 




12.2.26

Sexάρχεια

 


ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

Ι

Ήταν άγρια, δεν ήταν επικίνδυνα τα Εξάρχεια, ακόμα και τα χρόνια που ακολούθησαν την εθνική χρεωκοπία, την συλλογική μας πτώχευση, η Αθήνα, γενικότερα, παρέμενε μια ασφαλής πρωτεύουσα στην γεωγραφική άκρη της ηπείρου, στην περιφέρεια της Ευρώπης, αφότου η πυξίδα κέντραρε μεταξύ Βρυξελλών, Φρανκφούρτης, και Στρασβούργου,

δεν αντιμετώπιζε εγκληματικότητα ανάλογη των mega cities, όπως το Παρίσι, όταν ξέσπαγε η βία στα banlieue, το Λονδίνο, των Η.Π.Α. των mass shootings, στην Τεχεράνη, την Μόσχα, και την Ιστανμπούλ κινδυνεύεις περισσότερο από το (αυταρχικό) καθεστώς, αντί για παραστρατημένους κατοίκους, στο νέο Πεκίνο σε προστατεύει το «μάτι του Xiongan»,[1] στο Λάγος, την Μανίλα, και την Μπογκοτά, τα γνωστά, τα προβλήματα της δεν αντιστοιχούσαν ούτε με εκείνα Ευρωπαϊκών πόλεων μεσαίου μεγέθους εύπορων κρατών με βιομηχανικό παρελθόν (π.χ. Ρότερνταμ, Κολωνία, Μάντσεστερ), 

η Αθήνα είχε θέματα, ιδιοσυγκρουσιακά, συνοψίζονταν, τρόπον τινά, στην εξέλιξη της θυμόσοφης λαϊκής ρήσης «όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, Έλληνα θα ανταμώσεις»,

παροιμιώδης έκφραση, αναφέρεται στην μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής διασποράς, στη νεότερη παραλλαγή της συναντάται ως εξής: 

«όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, Έλληνα σηκώνεις από πάνω της, κι από κάτω της, Έλληνα ξανά θα βρεις», απαθανατίστηκε στην λαϊκή ραπ μουσική επιτυχία του Πρόδρομου Τσαουσόπουλου:


«όποια πέτρα κι αν σηκώσεις

από πάνω θα με βρεις

τίποτ' άλλο δε σου λέω

κοίτα να προσαρμοστείς

να μου φέρνεσαι ωραία

να περνάμε βρε κουτέ καλά

πήγαινε με τα νερά τους

να μην μπούμε σε μπελά»

             

χωρίς να ανησυχούμε ιδιαίτερα λοιπόν, δίναμε συνήθως ραντεβού μετά την δύση του ηλίου, εντός των γεωγραφικών ορίων των Εξαρχείων πάντοτε, ελαφρώς ιδρυματοποιημένοι, η σχέση μας με την γειτονιά δεν παρέκκλινε από τον κανόνα, ανταποκρινόταν στο συλλογικό αίσθημα της περιόδου: love/hate,

όσο για την κατάσταση μας, διολίσθαινε σε in love/rebuff για εκείνη, lust/ignore για εμένα, δεν της προσέφερα, ενίοτε την αποζητούσε, γραπτή επιβεβαίωση («πώς ήταν στην δουλειά σήμερα μωρό μου;») ώστε να μην συντηρεί φρούδες ελπίδες, όταν γίναμε friends στο Facebook, εξερευνώντας με γνήσια περιέργεια, ειλικρινές ενδιαφέρον, το profile του νέου εραστή της, η Μάρα πάτησε το like είκοσι έξι φορές σε photos και posts, εξερευνώντας με γνήσια περιέργεια, ειλικρινές ενδιαφέρον, το δικό της account, δεν το πάτησα καμία, στο passive aggressive τσουνάμι των notifications απάντησα «αμάν βρε Μάρα, τόσο code ξόδεψες»,

θα τσιμπολογούσαμε στο χέρι, δεν θα ξοδεύαμε πολλά χρήματα, περπατούσαμε, κατηφορίζαμε την Ιπποκράτους, βασική οδική αρτηρία των Εξαρχείων, συναντάς πολυκατοικίες με μικτή χρήση, στεγάζουν κατοικίες, γραφεία, ιατρεία, εταιρείες, και καταστήματα στο ισόγειο, όσα είχαν μόνιμα κατεβασμένα τα ρολά τους -λόγω κρίσης- τα υπολόγισα περίπου στο ένα τρίτο:

δύο μικρομάγαζα με είδη δώρων και διακόσμησης, ένα κατάστημα φωτογραφικών ειδών, ένα ανθοπωλείο, ένα παντοπωλείο, ένα ψιλικατζίδικο, μαγαζί με ηλεκτρικά είδη, δύο μπουτίκ με επώνυμα ρούχα,

άντεχαν, το ανακαινισμένο πρακτορείο Ο.Π.Α.Π., το κομμωτήριο και το κουρείο, το μαγαζί με υδραυλικά είδη, ένα κατάστημα με είδη δώρων & διακόσμησης, δύο mini market, Άνθη Φυτά, ένα κατάστημα με είδη μοντελισμού, το καφενείο, δύο εκδοτικοί οίκοι, ένα μαγαζί με vintage ρούχα και αξεσουάρ,

είχαν προστεθεί, ένα φαρμακείο (στα δύο προϋπάρχοντα), ένα barber shop, και ένα super market, τέλος, στην Ιπποκράτους, όπως και παντού, αρκετοί δοκίμαζαν την τύχη τους στον κλάδο της εστίασης με coffee to go, take-out, και bakeries που έκλειναν έπειτα από δύο χρόνια, αποτελούσαν περισσότερο τρόπο πρόσκαιρης εξόδου από την οικονομική ανασφάλεια, αντί για επιχειρηματική επένδυση με προοπτική, λιλιπούτεια καταστήματα που άνοιγαν με προίκα 20.000 ευρώ από το Ευρωπαϊκό ταμείο στήριξης της ελληνικής επιχειρηματικότητας, έβαζαν λουκέτο καθώς συσσωρεύονταν οι οφειλές,

φτωχοποιημένοι, δεν χρωστούσαμε τουλάχιστον, αν εξαιρέσεις το βαρίδιο που μας αναλογούσε με την ιδιότητα μας ως Έλληνες πολίτες, το χρέος 350 δισ. ευρώ που θα αποπλήρωνε η χώρα μέχρι το 2060 (συν 160+ δισ. σε τόκους), το μεγαλύτερο μέρος από το ποσό θα αναχρηματοδοτηθεί με δάνεια από τις αγορές, για τα επόμενα τριάντα οκτώ έτη η οικονομία πρέπει να δημιουργήσει πρωτογενές πλεόνασμα 76% του Α.Ε.Π., βγήκαμε στην οδό Ακαδημίας,

αν έστριβες αριστερά, έφτανες στην Βουλή σε δέκα το πολύ λεπτά, ευθεία μπροστά βρίσκονταν το ιστορικό κέντρο - τουριστική ζώνη της πρωτεύουσας, κάναμε δεξιά, έπειτα από δύο λεπτά, δεξιά ξανά, βαδίζαμε πια, επί της οδού Αβησσυνίας,

έτσι ώστε να πιστέψω πως είχαμε βρεθεί σε μια ταινία μυστηρίου με στοιχεία και επιρροές από μεταφυσικό θρίλερ στο οποίο μια ανεξήγητη δύναμη ωθεί τους χαρακτήρες να προβαίνουν σε παράλογες πράξεις που στο τέλος βαίνουν εις βάρος τους, όταν εξήγησα στην Μάρα τι είχε μόλις συμβεί,

πως όταν φθάσαμε στα αόρατα σύνορα (διοικητικά όρια) της γειτονιάς στρίψαμε ταυτόχρονα χωρίς να έχουμε προηγουμένως συμφωνήσει, ή συνεννοηθεί,

πως είχε δηλαδή σταθεί αδύνατο να εγκαταλείψουμε -έστω για λίγο- τα Εξάρχεια,

πως θα ήταν αδύνατον να απορρίψουμε την πιθανότητα η (ασυνείδητη) απόφαση μας να ορίζονταν από μια πανάρχαια κατάρα που ριζώνει σε παμπάλαιους μύθους των Εξαρχείων...

...επιτάχυνε το βήμα της, δεν ανταλλάξαμε κουβέντα για τα επόμενα δέκα πέντε λεπτά, μέχρι να επιστρέψουμε στο διαμέρισμα της θα βάδιζε εκνευρισμένη λίγα μέτρα πιο μπροστά, στο ασανσέρ της πολυκατοικίας, φιληθήκαμε.

 





[1] "Skynet, launched in 2015, has become the world’s largest video surveillance network and by 2022 more than 500 million cameras were monitoring all public urban areas. There are no blind spots." https://www.lrb.co.uk/the-paper/v47/n06/long-ling/diary

 


11.2.26

Sexάρχεια

 



ΓΚΑΓΚΑ ROMANCE

II

Ήταν η αγαπημένη μας στάση, του λωτού, χρωστάει το όνομα της στο πλήρωμα του Οδυσσέα, όσοι δοκίμασαν έπαψαν να να σκέφτονται το σπίτι τους, την επιστροφή, ήθελαν να παραμείνουν στο νησί των Λωτοφάγων, να γεύονται το φρούτο του Παραδείσου (των Αράβων), όσο για τον μπλε λωτό, στην Αίγυπτο ήταν ιερό φυτό, χρησιμοποιούνταν στην Γιορτή της Μέθης προς τιμήν της Αθώρ (σ.σ. Αφροδίτη) για τις ψυχοτρόπες και αφροδισιακές του ιδιότητες, προτιμούνται οι χαλαρωτικές στις μέρες μας, κυκλοφορεί στην αγορά ως τσάι,

η στάση στο σεξ των συντελειακών εραστών, το πιστεύουν ακράδαντα, πως βιώνουν το τρεμόπαιγμα της φλόγας του κόσμου που σβήνει, όλων μας, του δικού τους πλανήτη αποκλειστικά, του Βρετανού υπουργού Dr. Stephen Fleming, της Γαλλοαγγλίδας φιλενάδας του υιού του Anna Barton, στο Damage του Louis Malle,

Θεά του celluloid Juliette Binoche και Κύριε της σκοτεινής αίθουσας Jeremy Irons, τι κινηματογραφικό ζευγάρι! ουδέποτε κατάλαβα ωστόσο τον λόγο που σκεπάζουν ο ένας τα μάτια του άλλου στην επίσημη αφίσα της ταινίας,

όταν το κάναμε στην στάση του λωτού, στο κρεβάτι, τον καναπέ, στην πολυθρόνα, μια φορά στο πάτωμα, όταν με κοιτούσε στα μάτια έδινα δίκιο στον Ηρόδοτο, πίστευε πως σ’ ένα ακρωτήρι της Κυρηναϊκής, τον πέμπτο αιώνα π.Χ., οι άνθρωποι ζούσαν αποκλειστικά με τον καρπό του δέντρου του λωτού, οι πιο επίπονες αναμνήσεις, δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον, ήταν ανίκανες να διαταράξουν την ευδαιμονία εκείνων των στιγμών, συμπεριλαμβανόμενης της κήρυξης πανδημίας, 

τα μάτια της: wolfish eyes κοφτερά, δεν είχε βλέμμα κουκουβάγιας, τροφαντής αγελάδας, ανυπεράσπιστου κουταβιού, πιστού σκύλου, ζαλισμένου κοτόπουλου, πολιορκητικός κριός, γκρέμιζαν τα τείχη που μάταια ύψωνε ο εραστής, μαλάκωναν στον έρωτα, άνοιγε το χρώμα τους, ώστε να καταφέρω να δω την radical επιθυμία της να αγαπηθεί, να λατρέψει, και να λυτρωθεί, μια σκύλα που ήταν και αρνάκι που ζούσε με μια γάτα και συναναστρεφόταν εξωτικά πτηνά (για ταξίδια σε μελαγχολικούς τροπικούς), αρκουδάκια της αγάπης (που ξέρουν που πατάνε), αγριογουρουνόπουλα (που μόνο να γριλίζουν ξέρουν), κεραμιδόγατους (που όλα τους τα συγχωρείς), και δηλητηριώδεις βάτραχους (που θέλουν να εκκρίνουν ισχυρή τοξίνη) για ερωτικούς συντρόφους, είναι αλήθεια πως ποτέ δεν την αποκάλεσα «ματάκια μου!», όταν εκείνη κατ΄ εξακολούθησιν ανέφερε «ματάρες μου!», «λόγοι αισθητικής, you know…» εξήγησα όταν χρειάστηκε να απολογηθώ («ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΛΑΚΑΣ!!!»),

υπήρξαν πάντως, τα μάτια μας, διπλός καθρέπτης, αντικατοπτριζόταν δίχως υπεκφυγές, παρεκβολές, και αναστολές το πάθος μας, φανέρωνε την τύφλα μας, του έρωτα μας, ο οποίος,

δεν ήταν παράνομος, ούτε παραβίαζε κοινωνικά ταμπού (όπως στο Damage), ήταν όμως απαγορευτικός: «όποιος έβαζε στο στόμα του μελάτο λωτό, δεν ήθελε πια να στείλει γραπτό μήνυμα, να επιστρέψει, ήθελε να μείνει στην γη της αμνημοσύνης, να τρώει λωτό, λησμονώντας το ταξίδι», ήταν μια Ελληνορωσίδα που αγωνιζόταν διαρκώς να μην την καταπιεί η κρίση, είμασταν δύο Αθηναίοι που επενδύαμε σε placebo, αντίδοτο μιας πνιγηρής καθημερινότητας, δεν είχαμε οτιδήποτε κοινό με τους χαρακτήρες της ταινίας του Malle, ένοιωθα όμως πως το μότο της ταινίας μας ταίριαζε, damaged people well always be endangered·


"I want your sex, don't want your extremes

you want my everything as long as it's me

you want my sex

sex, sex, sex, we want the sex

fuck, fuck, passion baby

drive each other crazy

caught in a Gaga romance".


 



7.2.26

Sexάρχεια

 

ΓΚΑΓΚΑ ROMANCE

I

Η νεαρή Ελληνοαλβανίδα χαμογελούσε συγκαταβατικά, καλοπροαίρετα, έδειχνε να συμμερίζεται την γνώμη της γειτόνισσας, προέχει το στομάχι,

«εγώ σε ρωτάω τι θα πάρεις να φας και εσύ μου λες για τη φωτιά του Προμηθέα...» είχε μόλις τερματίσει δυνατόφωνα η Μάρα την κουβέντα μπροστά από το ταμείο της ψησταριάς,

η Αττική καίγονταν εκείνες τις μέρες, δεκάδες Αθηναίοι, έγιναν στάχτες, χιλιάδες στρέμματα πευκόδασους, πολλές οικίες, περισσότερες ακόμα οι αναμνήσεις, μέρος του προσωπικού αρχείου του σπουδαιότερου Έλληνα σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου, σκυλιά, γατιά, χελώνες, κουνέλια, αλεπούδες, ζωύφια, η Περιφέρεια έμελλε συνολικά να απωλέσει το το 37% των δασών της σε χρονικό διάστημα οκτώ ετών, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για Δασικές Πυρκαγιές, καμένη γη, στα αποκαΐδια της οποίας,  

καρποφορήθηκε η πολιτική εκμετάλλευση του τραγικού δυστυχήματος προς όφελος της αξιωματικής αντιπολίτευσης του κόμματος της κεντροδεξιάς της Νέας Δημοκρατίας, σε αντιστοιχία, εδώ που τα λέμε, με την τακτική που είχε ακολουθήσει το κόμμα της κεντροαριστεράς έπειτα από μια αεροπορική τραγωδία, αλλά και την διεθνή εμπειρία και πρακτική – playing politics, as a means to power, then, hopefully, the art of politics follows, and yet, occasionally, it doesnt, δεν βάραινε η ευθύνη της καταστροφής την κυβέρνηση του Σύριζα, κατ’ αποκλειστικότητα τουλάχιστον, ήταν περισσότερο παράγωγο της διαχρονικής δυστοκίας ενός σκουριασμένου κρατικού μηχανισμού που γίνεται, ενίοτε, αντιληπτός ως λάφυρο από τα κόμματα, άκοπη πρόσοδος από ψηφοφόρους σε αναζήτηση εργασίας, παραδείγματος χάριν,

ο Θρασύβουλος Μούφας, ελεύθερος επαγγελματίας, εργαζόταν part time ως τηλεσχολιαστής, συνέκρινε το κυβερνητικό damage control της τραγωδίας με προπαγάνδα αντάξια του Joseph Goebbels, όταν στο ίδιο τηλεοπτικό πάνελ συμμετείχε ο Μάκης Κλώσσας, εκπρόσωπος του Χρυσού Αυγού, όπως συνήθιζε να παραφράσσει η πλειοψηφία των δημοκρατικών πολιτών το όνομα του κομματικού παραμορφώματος της Χρυσής Αυγής, «Γκοτζίλες, Γελοίοι, Γκοτζαμάνηδες»[1], έμμεσοι αποδέκτες -κατά πλειοψηφία- της (τυφλής) ψήφου διαμαρτυρίας των «Αγανακτισμένων» την περίοδο της χρεωκοπίας, εξέφρασαν μια ισχνή μειοψηφία από «Λέρες, Λούμπεν, Λωποδύτες»[2], λαϊκούς, μικροαστούς, και μεσαιοταξίτες αντίστοιχα, νοσταλγούς της στρατιωτικής δικτατορίας, φυσικούς/πνευματικούς απόγονους των ταγμάτων ασφαλείας της δεκαετίας του 1940 (το κόμμα καταδικάστηκε από τα ελληνικά δικαστήρια ως εγκληματική ομάδα),

ενώ, σχεδόν ταυτόχρονα, ο Μούφας βρέθηκε ένοχος αργομισθίας σε διοικητικό συμβούλιο σε Μ.Κ.Ο. που δραστηριοποιούνταν στο μεταναστευτικό (μετακινήθηκε σε δημόσιο οργανισμό Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς με τις ίδιες χρηματικές απολαβές, 3.500€), καταδικάστηκε επίσης με εξαγοράσιμη ποινή φυλάκισης 12 μηνών για παράβαση των διατάξεων σχετικά με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης του μεταδιδακτορικού φοιτητή που συνέτασσε το κύριο μέρος των άρθρων εξακοσίων λέξεων που δημοσιεύονταν στον Τύπο, προηγουμένως,

δύο ώρες αφότου απενεργοποίησα την τηλεόραση στα μισά της παρέμβασης του Μούφα, διερωτώμενος, αν η καμένη Αττική γη γεννούσε καμένα μυαλά, ή αν τα καμένα μυαλά παρέδωσαν καμένη Αττική, το στομάχι μου, μολονότι άδειο, παρέμενε ανακατωμένο,

παραγγείλαμε τρία καλαμάκια προς 1.60 ευρώ, δύο με χοιρινό, συνοδεύονταν από δύο φέτες ψωμί και από λεμόνι, και ένα με κοτόπουλο και ψωμάκι ριγανάτο λαδωμένο, μοιραστήκαμε μία μερίδα πατάτες τηγανητές (2.20 ευρώ),

τσιμπήσαμε σε εύθυμο κλίμα στην κουζίνα της, με τον μαρμάρινο νεροχύτη, τα ξύλινα βεραμάν ντουλάπια, και το μωσαϊκό, το δάπεδο συναντάται από την αρχαία, και νεότερη ανατολική, ρωμαϊκή εποχή, μέχρι τα ελληνικά σπίτια του 20ού αιώνα, στην Αθήνα του 1950-1970 αποτελούσε την βασική επιλογή, ανακάτευαν σε μια μπετονιέρα τσιμέντο, χρωστική ουσία και χαλίκια διαφόρων χρωμάτων, στρωνόταν, τριβόταν, και γυαλιζόταν ώστε να προκύψει μια λεία επιφάνεια, accidentally retro, το σκούρο γκρι μωσαϊκό έρχονταν σε εμφανή αντίθεση με τον full no frost Bosch ψυγειοκαταψύκτη συνολικής χωρητικότητας 438lt, ενεργειακής κλάσης E, η ετήσια κατανάλωση ενέργειας ήταν 259 kWh/y, όσο για την δική μας ενέργεια, πριμοδοτήθηκε από την αναγκαία κατανάλωση πρωτεΐνης, έτσι ώστε,

να λησμονήσω, για λίγο, την στενάχωρη αλήθεια, την έφερε στην επιφάνεια ο ήρωας της μυθολογίας στην ουρά της ψησταριάς, πως θα ‘ταν δηλαδή εξωπραγματικό να επικυρώσουμε τον ορισμό του ερωτεύσιμου ανθρώπου σύμφωνα με τον Andy Warhol: «ο καλός συζητητής»,[3] ανεξάρτητα αν το θέμα σχετίζεται με την κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα, το σωστό χρώμα της μπανάνας πριν φαγωθεί, καφετί, ώστε να λάβει ο οργανισμός μας το σύνολο των θρεπτικών συστατικών, έως ότου να καταλήξει στο κατά πόσο το εργαστηριακό κρέας αποτελεί ωφέλιμη επιστημοτεχνική πρόοδο κατά της παγκόσμιας επισιτιστικής φτώχειας,

για όσο χρόνο βρέθηκα στο διαμέρισμα της δηλαδή, σκεφτόμουν μεσοβδόμαδα, που θα ‘θελα είμασταν μαζί, να κάνουμε έρωτα στην στάση του λωτού.

 

 

 

 



[1] Διαβόλια & Τριβόλια, το Aλφαβητάρι, Billy Greek.

[2] Στο ίδιο.

[3]The Philosophy of Andy Warhol, From A to B & Back Again.


6.2.26

Sexάρχεια

 

SARAH CONNOR IS A FIGHTER

Ερωτοτροπούσαμε επί ώρες, μια αγριάδα αναπλήρωνε την τρυφεράδα, χωρίς να φθάσουμε στο level του rough sex, τεχνοτροπία που είχε εγγραφεί στην ζωή του σώματος της έτσι ώστε να μην διακρίνω φρίκη, αηδία, ή ξενέρα όταν απόρησε αιφνιδιασμένη («το μαχαίρι;;»), αντιθέτως, έδειχνε να είχε μπει στον ρόλο, το ξάφνιασμα ήταν μια χαρά για intro, δεν άργησε το «ok μωρό μου...»,

αιχμηρή η εξέλιξη της ιστορίας, το καλύτερο, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως το γνωρίζουμε από τον κινηματογράφο, και την πεζογραφία, είναι να ακολουθήσουμε την διαδρομή του μαχαιριού, το οποίο,

τοποθέτησε κάτω από το σκούρο βεραμάν τριθέσιο καναπέ μια ώρα πριν χτυπήσω το κουδούνι της για το άκυρο τέταρτο ραντεβού, δεν κάναμε σεξ, αποχώρησα βεβιασμένα από το διαμέρισμα της, creepy λεπτομέρεια που θα παρέμενε άγνωστη σε εμένα αν δεν είχε αναφερθεί στο κουζινομάχαιρο, μήνες αργότερα,

διαφωνούσαμε πίνοντας μπύρες στο μπαλκόνι, εκείνη την βραδιά, αν νοιάζονται για τις αδέσποτες γάτες που ταΐζουν οι κάτοικοι ενός χωριού, όπως προσπαθούσα να την πείσω, ή αν, σε αντίθεση με τον άνθρωπο της πόλης, φέρονται στα ζώα με βαναυσότητα, όπως υποστήριζε εκείνη, δεν είχα ζήσει στην επαρχία, προτιμούσε την ζωή στην Φύση, ως συνήθως, μας περιτριγύριζε η Σάρα αποζητώντας τα χάδια της, δευτερευόντως την προσοχή μου,

καθιερωμένη η αντιπαράθεση, των επιχειρημάτων, δεν εξηγεί την σεξουαλική ένταση στο υπνοδωμάτιο, πόσο μάλλον την μνημόνευση του μαχαιριού,

πράγματι, μετά τα κατοικίδια πέσαμε στα βαθιά, συζητούσαμε για πρώην, πιάσαμε τα γκομενικά, το παρελθόν, αλλά και το μέλλον, το οποίο,

θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει σπουδάστριες του σινεμά, kinky καθηγήτριες πολιτικών επιστημών, σερβιτόρες, οι ελπιδοφόρες, υπαλλήλους υπουργείου με ταγιέρ, με την προϋπόθεση, βεβαίως, πως θα είχε προηγηθεί η επιτυχής κυκλοφορία της πρώτης μου μεγάλου μήκους ταινίας, «τα καλά του επαγγέλματος», όπως το έθεσα στην συνομιλήτρια μου, μια απόχρωση του κόκκινου πύκνωνε στα μάγουλα της, επικοινωνούσε κάτι ολότελα διαφορετικό από την ικανοποίηση, και την χαρά, που εμφανίζονταν στο σεξ με ερυθρά σημαδάκια στα ζυγωματικά,

«αν και εντάξει δεν κάνει επάγγελμα ο καλλιτέχνης...» συνέχισα να παρουσιάζω αφιλτράριστες τις σκέψεις, είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της, και αλλεργία στην συγκεκριμένη λέξη, για την Μάρα, ο Maynard James Keenan ήταν μουσικάρα, ο Salvador Dali ζωγράφος, ο καλλιτέχνης δήθεν, το αυτοάνοσο εκδηλώθηκε με το σύμπτωμα του θυμού, αντικατέστησε την απογοήτευση, κάπως έτσι, λοιπόν,

θυμήθηκε τον καναπέ που κάποτε έκρυβε από κάτω ένα μαχαίρι, δικαιολογήθηκε πως είχε αγχωθεί, ήπιε αλκοόλ, μπάφο, πανικοβλήθηκε λιγάκι περισσότερο,

δεν σοκαρίστηκα, εκ των υστέρων, που είχε λάβει extreme μέτρα αυτοπροστασίας, το #metoo, είχε φθάσει στην Ελλάδα, ανέδειξε το δομικό χαρακτήρα της σεξουαλικής παρενόχλησης, της βίας κατά των γυναικών, είχε κακοποιηθεί στο παρελθόν, panic button δεν υπήρχε ακόμα διαθέσιμο, αν κατήγγειλε ένα περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης ίσως έχανε την ώρα της, μαζί και το κουράγιο της, στην περίπτωση που την αντιμετώπιζαν ως θηλυκιά φτωχιά με μεταναστευτικό προφίλ, ανεπιθύμητο μπελά, τότε ακόμα, παρέμενα ένας τύπος που είχε γνωρίσει σε dating site, δεν γνώριζε την διεύθυνση μου, είχαμε συναντηθεί κάποιες φορές, η προηγούμενη συνάντηση στο διαμέρισμα της είχε εξελιχθεί άβολα, σχεδόν όσο αμήχανα ένοιωσα όταν ξεστόμισε «το μαχαίρι»,

αναγνώριζα, φυσικά, το νόμιμο δικαίωμα να αντιδράσει στο σχόλιο αναφορικά με την λαχτάρα μου για ασκούμενες νομικούς με ζαρτιέρες, θα ανέμενε κανείς, ωστόσο, να ανταπέδιδε με ένα σχόλιο αντίστοιχης βαρύτητας, π.χ. «ποιά δικηγορίνα θα σε κοιτάξει ρε μαλάκα με την φαλακρίτσα και τις άδειες τσέπες!;!;», δηκτικό σχόλιο το οποίο θα ήμουν διατεθειμένος να δεχθώ ως πληρωμένη απάντηση, δέχτηκα ωστόσο χτύπημα κάτω από την μέση, σαν να πηγαίνεις σε μονομαχία στο Φαρ Ουέστ με drone, δεν χρειάστηκε η βοήθεια του,

ώστε να ταξιδέψει το μαχαίρι από το IKEA (το μήκος της λάμας έφθανε τα 16 εκατοστά) από το συρτάρι της κουζίνας στο πάτωμα, κάτω από τον καναπέ, όπου καθόμασταν, έπειτα επέστρεψε στην φυσική του θέση, έως ότου καταλήξει στο κρεβάτι με την ξύλινη λαβή του ανάμεσα απ’ τα δόντια της,

ερωτοτροπούσαμε, η αγριάδα υπερσκέλιζε πρώτη φορά την τρυφεράδα, στον λαβύρινθο της ερωτικής επιθυμίας, πίσω από κλειστά βλέφαρα, ανάμεσα από μνήμες από γυναικείες μορφές, σκοτάδι, ακτίνες φωτός, θολές εικόνες, εμφανίστηκε ολοκάθαρα το μπράτσο της Μάρας στην selfie στον νιπτήρα με την μαύρη φανέλα,

την ίδια που φορούσε η Sarah Connor -στο ‘να χέρι το τσιγάρο, στ’ άλλο το ημιαυτόματο- στην iconic φωτό με τα Ray Ban από το Terminator 2 (το απόλαυσα σε πολλαπλό αριθμό θεάσεων στην τηλεόραση στις αρχές των 1990s, χρόνια αργότερα βρέθηκε στο Top-5 της λίστας με τα comfort movies), η Sarah ήταν survivor, προηγουμένως, στο Terminator ήταν σερβιτόρα, η Μάρα είχε εργαστεί ως σερβιτόρα, η Σάρα ανέβηκε στο κρεβάτι, ως Bastet, θεά της Αιγύπτου, αρχικά απεικονιζόταν ως λέαινα, η γυναίκα με κεφάλι γάτας συμβόλιζε την θηλυκότητα, την ομορφιά, την σεξουαλικότητα,

knife between her teeth, Sarah Connor was a fighter με καστανόξανθα μακριά λεπτά μαλλιά και bony σαν την Μάρα, που δεν άργησε να επιστρέψει από την κουζίνα με το μαχαίρι στα δόντια - στο επόμενο ενσταντανέ, την έπαιρνα από πίσω doggy style,

-       «η εξαφάνιση της τρυφερότητας ακολουθεί πάντα κατά πόδας την εξαφάνιση του ερωτισμού, δεν υπάρχει εξαγνισμένη σχέση, ανώτερη ένωση των ψυχών, ούτε κάτι που θα μπορούσε να της μοιάζει, ούτε καν να την υπαινίσσεται, όταν εξαφανίζεται η σεξουαλικότητα, εμφανίζεται το σώμα του άλλου, με την αόριστα εχθρική παρουσία του, οι θόρυβοι, οι κινήσεις, οι μυρωδιές, η παρουσία αυτού του σώματος που δεν μπορούμε πλέον να αγγίξουμε, ούτε να καθαγιάσουμε με την επαφή, γίνεται σιγά σιγά ενόχληση, όταν εξαφανίζεται ο σαρκικός έρωτας, εξαφανίζονται τα πάντα, ένας μελαγχολικός εκνευρισμός, χωρίς βάθος, έρχεται και γεμίζει την αλληλουχία των ημερών...»[1]  






[1] Η δυνατότητα ενός νησιού, Michel Houellebecq, Βιβλιοπωλειον της Εστίας, 2006.