ΓΚΑΓΚΑ ROMANCE
I
Η νεαρή Ελληνοαλβανίδα χαμογελούσε συγκαταβατικά,
καλοπροαίρετα, έδειχνε να συμμερίζεται την γνώμη της γειτόνισσας, προέχει το
στομάχι,
«εγώ σε ρωτάω τι θα πάρεις να φας και εσύ μου λες
για τη φωτιά του Προμηθέα...» είχε μόλις τερματίσει δυνατόφωνα η Μάρα την κουβέντα
μπροστά από το ταμείο της ψησταριάς,
η Αττική καίγονταν εκείνες τις μέρες, δεκάδες Αθηναίοι,
έγιναν στάχτες, χιλιάδες στρέμματα πευκόδασους, πολλές οικίες, περισσότερες ακόμα
οι αναμνήσεις, μέρος του προσωπικού αρχείου του σπουδαιότερου Έλληνα σκηνοθέτη Θόδωρου
Αγγελόπουλου, σκυλιά, γατιά, χελώνες, κουνέλια, αλεπούδες, ζωύφια, η Περιφέρεια
έμελλε συνολικά να απωλέσει το το 37% των δασών της σε χρονικό διάστημα οκτώ
ετών, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό
Παρατηρητήριο για Δασικές Πυρκαγιές, καμένη γη, στα αποκαΐδια της οποίας,
καρποφορήθηκε η πολιτική εκμετάλλευση του τραγικού
δυστυχήματος προς όφελος της αξιωματικής αντιπολίτευσης του κόμματος της
κεντροδεξιάς της Νέας Δημοκρατίας, σε αντιστοιχία, εδώ που τα λέμε, με την
τακτική που είχε ακολουθήσει το κόμμα της κεντροαριστεράς έπειτα από μια
αεροπορική τραγωδία, αλλά και την διεθνή εμπειρία και πρακτική – playing politics, as a means to power, then, hopefully, the art of politics follows, and yet, occasionally, it doesn’t, δεν βάραινε η ευθύνη της
καταστροφής την κυβέρνηση του Σύριζα, κατ’ αποκλειστικότητα τουλάχιστον, ήταν περισσότερο
παράγωγο της διαχρονικής δυστοκίας ενός σκουριασμένου κρατικού μηχανισμού που
γίνεται, ενίοτε, αντιληπτός ως λάφυρο από τα κόμματα, άκοπη πρόσοδος από ψηφοφόρους
σε αναζήτηση εργασίας, παραδείγματος χάριν,
ο Θρασύβουλος Μούφας, ελεύθερος επαγγελματίας, εργαζόταν
part time ως
τηλεσχολιαστής, συνέκρινε το κυβερνητικό damage control της τραγωδίας με προπαγάνδα αντάξια
του Joseph Goebbels, όταν στο ίδιο τηλεοπτικό πάνελ συμμετείχε ο Μάκης
Κλώσσας, εκπρόσωπος του Χρυσού Αυγού, όπως συνήθιζε να παραφράσσει η πλειοψηφία
των δημοκρατικών πολιτών το όνομα του κομματικού παραμορφώματος της Χρυσής
Αυγής, «Γκοτζίλες, Γελοίοι, Γκοτζαμάνηδες»[1], έμμεσοι
αποδέκτες -κατά πλειοψηφία- της (τυφλής) ψήφου διαμαρτυρίας των «Αγανακτισμένων»
την περίοδο της χρεωκοπίας, εξέφρασαν μια ισχνή μειοψηφία από «Λέρες, Λούμπεν,
Λωποδύτες»[2],
λαϊκούς, μικροαστούς, και μεσαιοταξίτες αντίστοιχα, νοσταλγούς της στρατιωτικής
δικτατορίας, φυσικούς/πνευματικούς απόγονους των ταγμάτων ασφαλείας της
δεκαετίας του 1940 (το κόμμα καταδικάστηκε από τα ελληνικά δικαστήρια ως
εγκληματική ομάδα),
ενώ, σχεδόν ταυτόχρονα, ο Μούφας βρέθηκε ένοχος
αργομισθίας σε διοικητικό συμβούλιο σε Μ.Κ.Ο. που δραστηριοποιούνταν στο
μεταναστευτικό (μετακινήθηκε σε δημόσιο
οργανισμό Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς με τις ίδιες χρηματικές απολαβές,
3.500€), καταδικάστηκε επίσης με
εξαγοράσιμη ποινή φυλάκισης 12 μηνών για
παράβαση των διατάξεων σχετικά με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης
του μεταδιδακτορικού φοιτητή που συνέτασσε
το κύριο μέρος των άρθρων εξακοσίων λέξεων που δημοσιεύονταν στον Τύπο, προηγουμένως,
δύο ώρες αφότου απενεργοποίησα την τηλεόραση στα
μισά της παρέμβασης του Μούφα, διερωτώμενος, αν η καμένη Αττική γη γεννούσε
καμένα μυαλά, ή αν τα καμένα μυαλά παρέδωσαν καμένη Αττική, το στομάχι μου,
μολονότι άδειο, παρέμενε ανακατωμένο,
παραγγείλαμε τρία καλαμάκια προς 1.60 ευρώ, δύο με χοιρινό,
συνοδεύονταν από δύο φέτες ψωμί και από λεμόνι, και ένα με κοτόπουλο και ψωμάκι
ριγανάτο λαδωμένο, μοιραστήκαμε μία μερίδα πατάτες τηγανητές (2.20 ευρώ),
τσιμπήσαμε σε εύθυμο κλίμα στην κουζίνα της, με τον
μαρμάρινο νεροχύτη, τα ξύλινα βεραμάν ντουλάπια, και το μωσαϊκό, το δάπεδο
συναντάται από την αρχαία, και νεότερη ανατολική, ρωμαϊκή εποχή, μέχρι τα ελληνικά
σπίτια του 20ού αιώνα, στην Αθήνα του 1950-1970 αποτελούσε την βασική επιλογή, ανακάτευαν
σε μια μπετονιέρα τσιμέντο, χρωστική ουσία και χαλίκια διαφόρων χρωμάτων, στρωνόταν,
τριβόταν, και γυαλιζόταν ώστε να προκύψει μια λεία επιφάνεια, accidentally retro, το σκούρο γκρι μωσαϊκό έρχονταν
σε εμφανή αντίθεση με τον full no frost Bosch ψυγειοκαταψύκτη συνολικής χωρητικότητας 438lt, ενεργειακής κλάσης E, η ετήσια κατανάλωση
ενέργειας ήταν 259 kWh/y,
όσο για την δική μας ενέργεια, πριμοδοτήθηκε από την αναγκαία κατανάλωση
πρωτεΐνης, έτσι ώστε,
να λησμονήσω, για λίγο, την στενάχωρη αλήθεια, την
έφερε στην επιφάνεια ο ήρωας της μυθολογίας στην ουρά της ψησταριάς, πως θα
‘ταν δηλαδή εξωπραγματικό να επικυρώσουμε τον ορισμό του ερωτεύσιμου
ανθρώπου σύμφωνα με τον Andy Warhol: «ο καλός συζητητής»,[3] ανεξάρτητα αν το θέμα σχετίζεται με την κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα, το
σωστό χρώμα της μπανάνας πριν φαγωθεί, καφετί, ώστε να λάβει ο οργανισμός μας το
σύνολο των θρεπτικών συστατικών, έως ότου να καταλήξει στο κατά πόσο το
εργαστηριακό κρέας αποτελεί ωφέλιμη επιστημοτεχνική πρόοδο κατά της παγκόσμιας επισιτιστικής φτώχειας,
για όσο χρόνο βρέθηκα στο διαμέρισμα της δηλαδή, σκεφτόμουν
μεσοβδόμαδα,
που θα ‘θελα είμασταν μαζί, να κάνουμε έρωτα στην στάση του λωτού.
[1] Διαβόλια & Τριβόλια, το Aλφαβητάρι, Billy Greek.
[2]
Στο ίδιο.
[3]The Philosophy of Andy Warhol, From A to B
& Back Again.
No comments:
Post a Comment