NO TEARS FOR THE STRANGERS IN THE NIGHT
Το διαμέρισμα της
Μάρας ήταν το σημείο G, δυάρι με μωσαϊκό και
θέα Αθηναϊκή,
πολυκατοικίες, τεσσάρων, πέντε, και έξι ορόφων, τα
μακρόστενα μπαλκόνια τους διέθεταν τραπεζάκι με δύο, ή περισσότερες, καρέκλες, ξύλινες, μεταλλικές, ή
πλαστικές, απλωμένα ρούχα, δίφυλλη
γαλβανιζέ ντουλάπα, πλαστικές και πήλινες γλάστρες φιλοξενούσαν
καλλωπιστικά λουλούδια και φυτά, κρέμονταν από τα κάγκελα μαζί με πιάτα
δορυφορικά που προστατεύονταν από τέντες από βαμβάκι και πολυεστέρα χρώματος
μπεζ, πορτοκαλί, σκούρο πράσινο, και γκρι,
στο βάθος, ανάμεσα από κεραίες τηλεόρασης και θερμοσίφωνες, καταλάμβαναν τον κύριο χώρο στις ταράτσες, διακρίνονταν ο Αττικός ουρανός,
η Αθήνα απολάμβανε δύο
χιλιάδες επτακόσιες εβδομήντα μία ώρες ηλιοφάνειας ετησίως, δεν υπήρχαν σύννεφα
ούτε εκείνη την βραδιά, κατά συνέπεια,
είχε ρεπό, δεν πετούσε το ελικόπτερο στον
ουρανό των Εξαρχείων, όταν τίθενταν σε κίνηση, οι θορυβώδεις έλικες του
σκέπαζαν κάθε άλλο ήχο της ζωής της γειτονιάς, ο προβολέας του φώτιζε εκατοντάδες
μέτρα μακριά, διέθετε μεγάφωνο, διόπτρες νυκτός, ασυρμάτους, θερμικές κάμερες
αξίας 1.000.000 ευρώ η καθεμία, το ιπτάμενο όχημα επιστρατευόταν από την ΕΛ.ΑΣ.
για περιπολίες τις νύχτες των βίαιων ταραχών,
βράδυ καλοκαιρινό, πάντως δροσερό, περασμένα
μεσάνυχτα, πήγα στην κουζίνα να πιω νερό, θα ακολουθούσε νέος κύκλος
ερωτοτροπιών,
το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, στηριζόταν στο φεγγάρι, τα
φώτα της γειτονιάς, διαχέονταν στον χώρο από την ανοιχτή ξύλινη πόρτα που
έβγαζε στο μικρό πίσω μπαλκόνι, δεν πάτησα τον διακόπτη, άνοιξα το ψυγείο,
έβγαλα το γυάλινο μπουκάλι με κρύο
νερό, αντανακλαστικά, έριξα μια ματιά στον έξω κόσμο,
έναν μεσήλικα δηλαδή, πάνω σε μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα,
φορούσε καφέ βερμούδα και λευκή φανέλα, την πίεζαν κάμποσα έξτρα κιλά,
συγκεντρωμένα στην κοιλιά, το κάδρο -μέσα από την ανοικτή μπαλκονόπορτα- χώρεσε
επίσης το ακάλυπτο γόνατο της γυναίκας του στον καναπέ, έβλεπε τηλεόραση, έως
ότου συναντήθηκαν τα βλέμματα μας,
δεν είχε πέσει καταλάθος στο διαμέρισμα της Μάρας το
μάτι του γείτονα με το στρόγγυλο κεφάλι και την γυαλιστερή φαλάκρα αλά Γκορμπατσόφ
(μείον το σημάδι),
η πόρτα της κουζίνας παρέμενε ανοιχτή από τον Μάη
μέχρι τον Σεπτέμβρη για λόγους διευκόλυνσης της Σάρας ενώ, επιπροσθέτως,
η Μάρα ήταν η γκόμενα γειτόνισσα, μωράκι γειτονάκι,
που τριγυρνούσε στο διαμέρισμα φορώντας μόνο το σορτσάκι, ή μόνο το (μαύρο)
βρακάκι, τις νύχτες της μεγάλης ζέστης τουλάχιστον, τις ήσυχες μέρες του
Αυγούστου, αλλά και τις ανήσυχες, που ήταν περισσότερες, αδιαφορώντας, λίγο
πολύ, αν θα τύχαινε να δει, και τι θα πει, ο κάθε ένας, αν λοιπόν άρεσε στον
γείτονα το οφθαλμόλουτρο θα είχα ανιχνεύσει δυσαρέσκεια στο πρόσωπο του, αντί
για την Μάρα, την Σάρα, δύο
γνώριμα στητά στηθάκια, είχε κακό
συναπάντημα,
«ποιόν να ‘χει φέρει πάλι απόψε αυτή;» ίσως ακούστηκε
αχνά στο βάθος η φωνή, «δεν έχει μπει άντρας στο σπίτι εδώ και έναν χρόνο» μου
είχε πει σε μια ανύποπτη στιγμή,
δεν είχε αλλάξει διεύθυνση τα τελευταία τέσσερα
χρόνια, δεν ήμουν, πιθανότατα, ο πρώτος άντρας στην κουζίνα του διαμερίσματος
του τέταρτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, όπου εξωτερικεύονταν η
δυσπιστία του γείτονα,
είχε βλέμμα κλειδαρότρυπας, φανατικού του κουτσομπολιού,
που σκανδαλίζεται με την ίδια ευκολία με την οποία φαντασιώνεται ανωμαλίες στις
ζωές των άλλων, έμοιαζε με τύπο που βαριόταν
να πανηγυρίσει το γκολ της αγαπημένης του ομάδας, του Ολυμπιακού εν προκειμένω,
του πολυνίκη, και λαοφιλέστερου, αθλητικού σύλλογου της χώρας (η αγαπημένη
ομάδα των Εξαρχειωτών ήταν η ΑΕΚ, κατατασσόταν τρίτη σε τρόπαια και δημοφιλία),
εν τέλει, αδιαφόρησα, όπως, αντιστοίχως,
η Μάρα για την γειτόνισσα, η κρεβατοκάμαρα της οποίας ήταν μεσοτοιχία
με την δική της, διαμαρτυρήθηκε για τις μεταμεσονύχτιες στριγκλιές ηδονής βήχοντας
δυνατά, μέσης ηλικίας, εργαζόταν ως συμβασιούχος διοικητική υπάλληλος στο
υπουργείο Δικαιοσύνης, ο πρώην σύζυγος της την κεράτωνε με την κατά δεκαπέντε
χρόνια νεότερη Ελληνοβουλγάρα Ρένα που εργαζόταν παλαιότερα στον γωνιακό φούρνο,
σύμφωνα τουλάχιστον με την προϊστάμενη του καταστήματος (κοιτούσε λοξά την Μάρα,
και πάντοτε ελαφρά αφ’ υψηλού),
θα παρέμενε άγνωστο λοιπόν, δεν θα μάθαινα ποτέ,
την ακριβή ημερομηνία της επίσκεψης του άγνωστου Χ στο διαμέρισμα της εράστριας
μου, αν δηλαδή της κτύπησε το κουδούνι ενάμιση μήνα πριν γνωριστούμε, γεγονός
αδιάφορο, ακουγόταν απίθανο να είχε υπάρξει στην ζωή της Μάρας το ερωτικό hiatus 365+ ημερών, ή, ας πούμε, πριν από τρεις
εβδομάδες, στο ενδιάμεσο των δικών μου επισκέψεων,
στο τέλος, αρκέστηκα σε μια ατάκα της που την εξέφρασε
αυθόρμητα με πάθος: «ποτέ δεν μπλέκω με πάνω από έναν γκόμενο ταυτόχρονα!»
No comments:
Post a Comment