ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ
ΙΙI
Προσπέρασα γρήγορα το καλαίσθητο bistrot, πόσο μάλλον που πίσω από την συνάδελφο Πέρδικα καθόταν η Δανάη με τον Αγγλο-Σκωτσέζο φίλο της, παλιά γνωστή, ζούσε και εργαζόταν ως interior designer μεταξύ Λυόν, Μπράιτον, και Αθήνας, τις τρεις φορές, τα τελευταία επτά χρόνια, που σκοντάψαμε πάνω στον άλλον, δεν ανταλλάξαμε χαιρετισμό, ούτε με νεύμα, την συγκεκριμένη φορά το βλέμμα της ήταν επικριτικό, με βρήκε βέβαια να καταριέμαι την τύχη μου, θα τράκαρα με την Gen Z, χωρίς ψηφιακό safe distance, ένα πλήθος εικοσάρηδων είχε καταλάβει το πεζοδρόμιο, το οποίο,
μετά βίας έφθανε στους ογδόντα πόντους, ούτως ή άλλως, ήταν ανώμαλος ο δρόμος, εξαιτίας των σκαλοπατιών παρόδιας ιδιοκτησίας, μεταλλικών κάγκελων, στύλων ηλεκτροφωτισμού, δέντρων, ογκωδών απορριμάτων, παρκαρισμένων δίκυκλων και τετράτροχων που καβαλούσαν το τσιμέντο σε πείσμα του άρθρου 6 της υπουργικής απόφασης οικ. ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/124964/1561/2012:
«σε όλους τους κοινόχρηστους χώρους πόλεων
και οικισμών που προορίζονται για την κίνηση πεζών επιβάλλεται ελεύθερη ζώνη με ελάχιστο πλάτος 1,50μ.»,
βγήκα στην μέση του
δρόμου, μονής κυκλοφορίας, χωρίς διαθέσιμη θέση για πάρκινγκ, όπως όλα τα
πρωινά, κάθε μεσημέρι, οποιοδήποτε από τα απογεύματα, όλες τις intoxicated νύχτες από πόθο, αλκοόλ, λαχτάρα, κοίταξα προς την Μάρα,
χαμένη στις σκέψεις της, σκεφτόταν να το ακυρώσει, το ήθελε πολύ ωστόσο να με
νοιώσει, μέσα της,
έξω από το βιβλιοπωλείο
Πλατύποδες, το όνομα είχε επιλεχθεί για
λόγους συμπερίληψης, η συχνότητα πλατυποδίας στους ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ
15 και 25%, συνήθως περνάει απαρατήρητη, κάποιες φορές ωστόσο προκαλείται κόπωση
και πόνος εξαιτίας της άμεσης επαφής της εσωτερικής πλευράς του πέλματος με το
έδαφος κατά την ορθοστασία, καθιστοί και όρθιοι, εντός και εκτός του καταστήματος,
λειτουργούσε επίσης ως café, eventάκηδες, αναγνώστριες άνω των πενήντα ετών, φιλόλογοι, φοιτητές/φοιτήτριες, FOMO, και φιλοπερίεργοι είχαν επιλέξει να παρευρεθεί στην εκδήλωση της
παρουσίασης του μυθιστορήματος του Phryxus,
προηγουμένως, είχε δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές σε ηλικία είκοσι ενός (Unfuck!) και είκοσι τριών ετών (Fuck Me Not), έργα που συνομιλούσαν με το κίνημα "Four Nos" (no sex, no childbirth, no dating, no marriage) των νέων φεμινιστριών της Νότιας Κορέας, μια αντίδραση στην πατριαρχική κοινωνία, το βιβλίο του εικοσιοκτάχρονου, υβρίδιο αυτομυθοπλασίας, λογοτεχνικής κριτικής, και μανιφέστου,
Το Μεγάλο Χ
διερευνούσε την προσωπική σχέση, ως αναγνώστη, του -κατά κόσμον- Φρίξου Μπεκάτσα με τον Μ. Καραγάτση, δημοφιλή συγγραφέα του 20ου αιώνα, αποδομώντας,
ταυτόχρονα, το male gaze του μυθιστορήματος του Η Μεγάλη
Χίμαιρα, πρωτογράφτηκε το 1936, εκδόθηκε το 1953, ο συγγραφέας, εντός των
ορίων, στα πλαίσια των άτυπων κοινωνικών και έμφυλων προτύπων της εποχής, εξιστορεί
την ιστορία ενός Έλληνα ναυτικού που σε ένα ταξίδι του ερωτεύεται μια Γαλλίδα
καμπαρετζού, η Μαρίνα Μπαρέ-Ρεϊσί τον ακολουθεί στην Σύρο όπου θα βρεθεί σε
σύγκρουση με το συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον με τραγικά αποτελέσματα για
όλους, η μικρή νησιωτική κοινωνία δεν αποδέχονταν σεξουαλική ελευθεριότητα,
ανάλογη τουλάχιστον με εκείνη που παρατηρούνταν κάποια χρόνια αργότερα στον
αριθμό 75 της οδού Αβησσυνίας, πρώην Hotel Sudan, όπου,
κάποτε αντάλλασσαν
σωματικά υγρά, επί χρήμασι or not, οπωσδήποτε μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, καθημερινοί, λαϊκοί, ή και κακόφημοι
άντρες και γυναίκες μόνιμοι κάτοικοι της πόλης, φιλοξενούσε πλέον sex sessions νέων ανθρώπων από κάθε γωνιά του πλανήτη, περαστικούς από
την Αθήνα, το τριώροφο κτίριο ανακαινίσθηκε –χωρίς ευτυχώς να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία
ενός κτιρίου εξήντα τριών ετών- λειτουργούσε ως hostelάδικο,
βάδιζα αργά στην άσφαλτο, χάζευα την Μάρα, δηλαδή τα πόδια της, φορούσε ένα ψηλόμεσο γυναικείο Levi’s 501 jean σε denim blue, το είχε αγοράσει, στις εκπτώσεις, πριν χρόνια, όταν είχε ακόμα την δυνατότητα να πληρώσει 74.90€ για ένα παντελόνι, διέθετε πια το ένα όγδοο των χρημάτων,
όπως σ’ όλα τα
αγοροκόριτσα, τις αδύνατες, τις άγριες γκόμενες, τις "Wow, Wild, Wicked"[1] ακαταμάχητες κοριτσάρες,
της πήγαινε μούρλια, προπορεύονταν στον δρόμο, στην ανηφορική κλίση του οποίου
απέδωσα τον ίλιγγο·
"blue jeans, black shirt
walk up the street
you made my eyes burn
it was like, Lana Del Ray, for sure
you were sorta heavy metal
I grew up on puck rock
it's only rock 'n' roll (but I like it)
since April, oh baby!
I said we had to start our lives over
you were like, we can make it work
well, at least we tried
Exarheia so sick as c-cancer
baby, can you see through the fears?
no dream? basta!
we are deliriants
we are the dreamers of dreams."

No comments:
Post a Comment