Η σειρήνα ενός περιπολικού, κλήθηκε έπειτα από
καταγγελία για διατάραξη της μεταμεσονύχτιας αταραξίας του θέρους, υπό αίρεση μονίμως
στις μεγαλουπόλεις, έφθασε μέχρι την κουζίνα, ήχος διαπεραστικός, διέκοψε, ευτυχώς,
τις σκέψεις μου,
αναφορικά με το μακάγριο ύφος μέλους της επιτροπής
έγκρισης σεναρίων στο Κέντρο Κινηματογράφου, όταν διάβασε έναν από τους τρεις
μεσότιτλους της ταινίας μου, προσωπικός φόρος τιμής στο βουβό σινεμά,
λειτουργούσαν επίσης ως ευσύνοπτο επεξηγηματικό σχόλιο του στόρυ:
«αν αποδομήσεις τα Εξάρχεια, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν ένας χρήσιμος ηλίθιος, ένα cocktail μολότωφ, και ένα καμμένο μηχανάκι, που σημαίνει: με άλλα τόσα τα ξαναπαρακμάζεις»,
παραφράζοντας τo προσφιλή στους φοιτητές απόφθεγμα του τιμημένου με Nobel λογοτεχνίας
ποιητή Οδυσσέα Ελύτη («εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου
απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. που σημαίνει: με άλλα τόσα την
ξαναφτιάχνεις»),
έβαλα νερό να πιω, δεν έβρισκα τον λόγο να μοιραστώ
με την Μάρα τα νέα της απόρριψης, της μακροχρόνιας αναβολής της πρώτης μου
ταινίας, να επιχειρήσω να της εξηγήσω πως δεν θα είχα καταφέρει να γυρίσω τρεις
μικρού μήκους χωρίς την πρώην μου, είχα βάλει το μεράκι, την επιθυμία, την
επιμονή, είχε φροντίσει για όλα τα πρακτικά, νερό, έβαλα να πιω κρύο νερό, θυμήθηκα που βούρκωσα, το κάναμε για δεύτερη
φορά, χρειάστηκαν λίγα λεπτά, λυτρώθηκα με δάκρυα την επόμενη φορά, έστρεψα το
πρόσωπο ολόκληρο προς την αντίθετη πλευρά, όταν έφθασε η δική της σειρά, πριν να
γείρει το κεφάλι σκούπιζε τα δάκρυα που έτρεχαν αθόρυβα, και συνεχόμενα,
«μονάχα η συγκίνηση
αντέχει», στην δική μας περίπτωση την γέννησε το σώμα, μας παρέδωσε «στην τρέλα
μίας ηδονής να θέλεις να πεθάνεις, να πεθάνεις μ’ αυτό τον μυστηριώδη θάνατο
των loveless εραστών, γι’ αυτό πρόκειται, γι’ αυτή τη διάθεση θανάτου».[1]
No comments:
Post a Comment