V
Πατήσαμε γκάζι μέχρι
το τέλος της οδού Αβησσυνίας, προσπεράσαμε γοργά το Α.Τ. Εξαρχείων, υπό
κανονικές συνθήκες, η Μάρα θα πατούσε φρένο,
(υποσυνείδητα) ένοιωθε
ψυχικά εγγύτερα με τον αστυνομικό της γειτονιάς, έναντι του αντιεξουσιαστή των
βορείων προαστείων των μεσαίων-ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων, ο πρώτος αντιπροσώπευε
την εργατική τάξη, ο δεύτερος ήταν «επαναστάτης με τα λεφτά του μπαμπά»,
τα τελευταία χρόνια, το
αστυνομικό τμήμα δεχόταν επίθεση με πέτρες από κουκουλοφόρους ανά τρίμηνο, αναίμακτες,
χωρίς θύματα ή τραυματισμούς, το 40% ήταν «αντιπερισπασμός του κράτους για να
ξεχνάει ο κοσμάκης τα προβλήματα του και να δαιμονοποιούν τα Εξάρχεια», 40% των
επιθέσεων ήταν «τρέχα γύρευε», τέλος, το υπόλοιπο 20%, οργισμένοι νεολαίοι,
ξαναμμένοι χουλιγκάνοι,
σύμφωνα τουλάχιστον,
με την γνώμη των κατοίκων άνω των εξήντα ετών που εξακολουθούσαν να ασχολούνται,
επέμεναν να ενδιαφέρονται, για τα κοινά, το αντιπροσωπευτικό τους δείγμα υπήρξε
κάποτε οργανωμένος στην αριστερά, σκέτο ψηφοφόρος πλέον, ματαίωση κατρακυλούσε
στις ρυτίδες του προσώπου του, για τα θέματα τα κοινωνικοπολιτικά, επίσης παραίτηση,
δεν ήταν πλήρης, στα μάτια του κρύβονταν, πότε πότε φανερώνονταν μια –συγκρατημένη-
ελπίδα αναφορικά με τα παιδιά του, αντί για τον ίδιο, το μέλλον τους, αραιά γκριζωπά
μαλλιά, ατριμάριστα γένεια, στα δόντια του προβάλλονταν μνήμες από νύχτες με
σύννεφα καπνού από τσιγάρα (το είχε κόψει πριν από πέντε χρόνια), για το
διάβασμα χρειαζόταν πια γυαλιά (πρεσβυωπίας), φορούσε ορειβατικές μπεζ μπότες, σκούρο
τζην παντελόνι, μονόχρωμο φαρδύ T-shirt (ή καρό πουκάμισο), ντυνόταν ελαφρά επίσης τον χειμώνα, έριχνε πάνω του ένα
μπουφανάκι,
απηχούσε, η γνώμη των
Εξαρχειωτών, μιας κάποιας ηλικίας, και δόσης υπερβολής, το πνεύμα της
Μεταπολίτευσης (1974-2010), όπως εγγράφηκε στα τεκταινόμενα της περιοχής, επέμενε
–ασθμαίνοντας- για λίγα χρόνια ακόμη, εξέπνευσε οριστικά το 2020, έμμεσο
παράγωγο μιας πανδημίας (και της διαχείρισης της),
εξέφραζε, την έλλειψη
εμπιστοσύνης, αξιοσημείωτου ποσοτικά, μέρους της ελληνικής κοινωνίας προς την
Ελληνική Αστυνομία,
χοντρικά μιλώντας, οι
ελληνικές κυβερνήσεις, μετά την πτώση της δικτατορίας κατάφεραν και πέτυχαν την
θεσμική αποχουντοποίηση, τον εκδημοκρατισμό των σωμάτων ασφαλείας, απέτυχαν
στην διαμόρφωση μιας κουλτούρας συναίνεσης κατά την μακρά περίοδο διακυβέρνησης
των λαϊκιστών σοσιαλιστών του ΠΑ.ΣΟ.Κ, (μετέπειτα εκσυγχρονιστών
σοσιαλδημοκρατών), της αριστεράς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (πριν αναδιπλωθεί σε κοινωνική
σοσιαλδημοκρατία), της πολιτιστικής/πολιτισμικής κυριαρχικής θέσης της
κεντροαριστεράς στην Ελλάδα,
παρέμεινε μια γενική
καχυποψία εκ μέρους των πολιτών, αποδείχθηκε διαχρονική,
έτσι ώστε, σε
συνδυασμό με την χρόνια αστοχία της ΕΛ.ΑΣ. στις Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις
(φορέας εξουσίας στον οποίο επικράτησε, στεγανοποιήθηκε ένα πνεύμα εσωστρέφειας
και αυτοπροστασίας τύπου σκαντζόχοιρου), παρήγαγε σταδιακά μια απόσταση, ένα
χάσμα που διευρυνόταν μεταξύ του κοινωνικού σώματος και όσων εργάζονται ώστε να
φροντίζουν για το αίσθημα -και όχι μόνο- της ασφάλειας του:
νέοι και νέες των
κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και της λαϊκής τάξης, μικρομεσαίοι μικροαστοί που
επιζητούν μονιμότητα και εισοδηματική σιγουριά, τέλος, όσοι ποντάρουν, τζογάρουν,
στην πιθανότητα άσκησης εξουσίας (ή κατάχρησης της) με μίνιμουμ κόστος,
ανεβάσαμε ταχύτητα
επίσης πριν τον Αλιγάτορα, μπαρ κονσομασιόν,
όπου συνήθιζα να επιβραδύνω το βήμα ώστε να χαζέψω τα κορίτσια,
consommation στα γαλλικά σημαίνει κατανάλωση
ποτών, όσο περισσότερων, τόσο το καλύτερο, τα αγόραζαν σε φουσκωμένες τιμές οι
πελάτες για την Τζίνα, την Μαίρη, την Ίνα, την Σαμπρίνα, και την Μάνια, κουκλάρες
απ’ την Αλβανία, την Βουλγαρία, την Γεωργία, την Ρουμανία, την Ουκρανία, την
Ρωσία,
η λέξη αποδίδει την πρακτική της πληρωμένης
γυναικείας συντροφιάς που παρέχεται στα συγκεκριμένα νυχτερινά μαγαζιά (δεν
συμπεριελαμβάνει σεξ),
περισσότερο γνωστά ως κωλόμπαρα, αντλούν την καταγωγή τους από τα καμπαρέ του Παρισιού όπου χόρευαν
τα μπαλέτα, κέρναγαν ποτά οι θαμώνες τις καμπαρετζούδες, τα κωλάδικα, μικρά μαγαζιά με σαλονάκια με ψηλή
πλάτη, μπαρ, και μίνιμαλ διακόσμηση, έγιναν μέρος του λαϊκού πολιτισμού της Ελλάδας έπειτα από την δεκαετία
του 1960,
η γοητεία της σκοτεινής
ατμόσφαιρας, το blacklight, οι όμορφες γυναίκες
και το άφθονο αλκοόλ προσέλκυαν στον Αλιγάτορα Αθηναίους από όλα τα κοινωνικά
στρώματα, πρόθυμους να καταναλώσουν, και να καταναλωθούν, να ξοδέψουν και να
ξοδευτούν, επιχειρηματίες (εισαγωγαί/εξαγωγαί), παλαίμαχους αθλητές, τζογαδόρους,
μποέμ, χαβαλέδες, ηδονιστές, δημοσιογράφους, εισοδηματίες,
τον τεμπέλη συνδικαλιστή
μιας Δ.Ε.Κ.Ο., τον μουντρούχο συνταξιούχο αστυνομικό, το χαρτόμουτρο ηθοποιό με
χρέη, και τον σπαστικό τηλεδικηγόρο, τον οποίο,
αναγκάστηκε να προσλάβει,
ο εκπρόσωπος Τύπου της ομάδας αντιμετώπισης της πανδημίας του covid-19 στην Ελλάδα, Μάνος Κινάτος, όταν τον αναγνώρισε -εν μέσω καραντίνας- δίπλα
από την Σάντρα, τον ξεφώνισε, ένας κλοσάρ της γειτονιάς με οικία από
χαρτόκουτα και ούζο καραφάκι πάντοτε στο χέρι,
η περιοχή παλαιότερα ονομαζόταν «Πιθαράδικα» λόγω των εργαστηρίων κατασκευής πιθαριών από πηλό, δεν πρέπει να διέφεραν
πολύ από την κατοικία του Διογένη (την ημέρα της γέννησης του, πέθανε ο Σωκράτης)·
- «ο Διογένης ο Κυνικός είχε δει ένα μεσημέρι τον ρήτορα Δημοσθένη να γευματίζει σε μια ταβέρνα και πλησίασε παραξενεμένος, οι ταβέρνες, εκείνη την εποχή, θεωρούνταν κακόφημα στέκια και πρατήρια τροφής Β’ διαλογής, όπου έτρωγαν μόνον οι ξένοι και οι ζητιάνοι ― απ’ την πλευρά του, ο Δημοσθένης δεν ήταν ο τύπος που θα χαιρόταν να δώσει δείγματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς οπότε, βλέποντας τον να κατευθύνεται προς το μέρος του στηριγμένος στη βακτηρία του και συνοδευόμενος ως συνήθως από δυο τρεις αδέσποτους σκύλους, τραβήχτηκε βαθύτερα στο εσωτερικό του ταβερνείου με την ελπίδα ότι έτσι θα μπορούσε να κρυφτεί ώστε να αποφύγει την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις· εντούτοις, ο Κυνικός έσκυψε το κεφάλι του διά μέσου του πλαισίου του παραθύρου και, εντοπίζοντας τον ένοχο στο ημίφως, του είπε:
‘όσο πιο μέσα μπαίνεις, τόσο
πιο μέσα ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ μπαίνεις’».[1]

No comments:
Post a Comment