13.2.26

Sexάρχεια

 

ΟΔΟΣ ΑΒΗΣΣΥΝΙΑΣ

ΙΙ

Προηγουμένως, τράβαγα την ανηφόρα, της οδού Αβησσυνίας,

φωτοτυπάδικο, βιβλιοπωλείο, καφετέρια, σαντουϊτσάδικο είχαν ήδη, ή ετοιμάζονταν, να παραχωρήσουν την θέση τους σε μπαρμπέρικο, bar, κατάστημα ειδών νεωτερισμού (κρασί, άνθη & φυτά, sex toys), βιβλιοπωλείο, coffee to go... κατά διαόλου θεωρούσαν, ουκ ολίγοι, κάτοικοι των Εξαρχείων άνω των σαράντα πέντε ετών, «π ρ ο χ ω ρ ά μ ε...» σύμφωνα με τα παιδιά τους, τα ανήψια, γείτονες και φοιτητές κάτω των είκοσι πέντε, στην μέση περίπου ηλικιακά, 

βρέθηκα στην ευχάριστη θέση να μην νοσταλγώ το σάντουιτς με κακής ποιότητας ψωμί-ζαμπόν, μέτριας τυρί-ντομάτα, νορμάλ κατάσταση μαρούλι-κέτσαπ-τηγανητές πατάτες, έναντι μιας συγκαιρινής granola bar από νιφάδες σίκαλης και βρώμης, αμύγδαλα, ηλιόσπορο, λάδι καρύδας, μέλι ανθέων, ταχίνι, αλάτι, τζίντζερ, κουρκουμά, όσο για τα δυσάρεστα, μέτραγα κέρματα, 

καθώς πλησίαζα στην διασταύρωση με την Μεταξά, άνοιξα αντανακλαστικά το βήμα, στο σημείο καταγράφονταν υψηλή συγκέντρωση από hipster ιχνοστοιχεία, ένα χρόνο πριν είχε ανοίξει ένα μπιστρουδάκι, νομοτελειακά επηρεασμένα από την γαλλική κουλτούρα, 

τα αθηναϊκά bistro που είχαν πρόσφατα προστεθεί στην ζωή της πόλης διακρίνονταν από ποικίλλες επιρροές και αναφορές, αυστριακές που γίνονταν εμφανείς στο σερβίρισμα, αργεντίνικες γεύσεις στα πιάτα στην τουριστική Πλάκα, γερμανικές και γαλλικές πινελιές με άρωμα μεσοπολέμου στο μπιστρό στην πλατεία Συντάγματος, στα hip Πετράλωνα λειτουργούσε chocolaterie όπου έπαιζαν μόνο βινύλια, ένα μπιστρουλίνι στην multi culti Κυψέλη ήταν συνδεδεμένο με την ethnic μουσική, το bistrot των Εξαρχείων ήταν αμιγώς γαλλικό, η ιδιοκτήτρια του Γαλλίδα, τα πιάτα αυθεντικά γαλλικά, Πέμπτη και Παρασκευή, δύο αγόρια, το ένα με ακορντεόν, το άλλο χρησιμοποιώντας την φωνή του, ερμήνευαν παλιά γαλλικά τραγούδια, ταξίδευαν τους παρευρισκομένους μέχρι το Παρίσι, την θαμώνα, και σκηνοθέτρια, Μάριον Πέρδικα, μεταξύ άλλων,

η μεσαία μήκους ταινία της τριανταεξάχρονης, Βίος & Αλητεία: Tο Φαινόμενο Mad Boy, σχετικά με την ζωή και το έργο ενός δημοφιλούς έλληνα trapper (πέθανε σε ηλικία τριάντα τριών ετών έπειτα από πτώση, οδηγούσε κόκκαλο χορηγικό ηλεκτρικό πατίνι Segway MAX G2), προβλήθηκε δωρεάν στην streaming πλατφόρμα της κρατικής τηλεόρασης, η διαθέσιμη εφαρμογή για φορητές συσκευές συνέβαλλε στην μεγάλη επιτυχία της στην ηλικιακή ομάδα 16-24 ετών μεταξύ των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο internet, όπου,

δεν είχα συνδεθεί στα social media με την συνάδελφο Πέρδικα, συναντιόμασταν, μοιραία, κοιταζόμασταν και αγριευόμασταν, καθόλου τυχαία, το Σάββατο το μεσημέρι στην λαϊκή αγορά της Καλλιδρομίου, φόρτωνα ζαρζαβατικά, φρούτα, και αυγά σε μεταλλικό καρότσι, επέλεγε μισό κιλό καφέ (ή κίτρινα) τοματίνια, ανάλογη ποσότητα από πετροκέρασο ή κάρντιναλ σταφύλι το καλοκαίρι, ακολούθως, φόρτωνε σε συζητήσεις με φίλους και γνωστούς για την έλλειψη σχεδιασμού, την εγκατάλειψη από το κράτος του πολιτισμού, σε ένα από τα τρία καφέ επί της οδού, όπου,

ήταν σχεδόν αδύνατον να βρεις να κάτσεις έξω, στο στενό πεζοδρόμιο, σε ένα από τα δεκαέξι τραπεζάκια (τριάντα πέντε με σαράντα καρέκλες), απαιτήθηκε ενάμιση χρόνος διαμονής στα Εξάρχεια, δεκάδες επισκέψεις στην λαϊκή, μηδέν εσπρέσο ξεφλουδίζοντας φρέσκα μανταρίνια υπό τον Αττικό ήλιο, την καινούργια ποικιλία χωρίς κουκούτσια ώστε να μην χρειάζεται να φτύνω, έως ότου να λυθεί το μυστήριο, κρυφακούγοντας, διαλέγοντας πορτοκάλια, συνειδητοποίησα πως οι πελάτες ακολουθούσαν το know how των free campers, όσων δηλαδή απολάμβαναν την θάλασσα σε μια σκηνή με άπλετη φυσική σκιά, αγαθό πολυτελείας, είδος εν ανεπαρκεία, για όσους έκαναν ελεύθερο Ιούλιο-Αύγουστο - συντονίζονταν, διαδέχονταν με χρονική ακρίβεια γνωστούς και φίλους παραθεριστές, οι καλύτερες καβάτζες κατοχυρώνονταν ήδη από τις αρχές του Ιούνη, οι καλύτερες θέσεις στις καφετέριες της Καλλιδρομίου πιάνονταν από τις 08:00, ώρα έναρξης του ωραρίου, η Πέρδικα διαδεχόταν τον θείο της, εκδότη και ιδιοκτήτη γειτονικού βιβλιοπωλείου,

είχαν θέα, από τα ξημερώματα έως τις 15:00 το μεσημέρι, τις χιλιάδες των Αθηναίων που επέλεγαν για τα ψώνια τους την λαϊκή αγορά, γυναίκες μέσης ηλικίας που δεν εργάζονταν, συνταξιούχοι, μισθωτοί του δημοσίου τομέα, και άνεργοι συνιστούσαν το προφίλ του σύνηθους πελάτη, για soundtrack τις φωνές των πωλητών που διαφήμιζαν τα προϊόντα τους ("street cries"),

η εβδομαδιαία διοργάνωση πώλησης φρέσκων βασικών προϊόντων διατροφής σε προκαθορισμένο δρόμο, εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων λειτουργούσαν 58 (συνολικά στο νομό της Αττικής 271), καθιερώθηκε νομικά το 1929 ως ένα κυβερνητικό μέτρο ελάφρυνσης των ασθενέστερων τάξεων, οι άμεσες εμπορικές συναλλαγές μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών υπόσχονταν καλύτερες τιμές (θεωρούνταν πως οι αυξήσεις οφείλονταν στους μεταπράτες),

ενενήντα χρόνια αργότερα, στην λαϊκή της Καλλιδρομίου συναντούσες στην πλειοψηφία μεσάζοντες πωλητές ντόπιων και εισαγόμενων προϊόντων σε τιμές, φιλικότερες συχνά από εκείνες των supermarket, στοιβαγμένα προσεκτικά, ή ριγμένα χύμα πάνω σε φορητούς πάγκους, πλαστικές πορτοκαλί τέντες πρόσφεραν προστασία από τον ήλιο και την βροχή, μια ποικιλία ειδών, πανσπερμία γεύσεων, χρωμάτων, και αρωμάτων, που θα ήταν απίθανο να φανταστεί ο Αθηναίος επισκέπτης της αγοράς την δεκαετία του 1930,

λαχανικά, όπως αγκινάρες, αρακάς, αγγούρια, αβοκάντο Κρήτης ή από το Περού, αρωματικά μυρωδικά (μαϊντανό, άνηθο, σέλινο, δυόσμο, μυρώνια, γλυστρίδα κτλ), κολοκύθες και κολοκυθάκια, καρότα, κουνουπίδια, φρέσκα και ξερά κρεμμύδια, λάχανα, λεμόνια, μανιτάρια Πολωνίας, μελιτζάνα (μαύρη, λευκή, τσακώνικη), μπάμιες, μπρόκολα, ντομάτες, πατζάρια, πατάτες και γλυκοπατάτες Αιγύπτου, ραπανάκια, σαλάτες (μαρούλι, ρόκα), Κινέζικο σκόρδο, φασολάκια, χόρτα (βλήτα, ραδίκια, σπανάκι κτλ), σπαράγγια σπανιότερα,

και φρούτα, αχλάδια, ακτινίδια Νέας Ζηλανδίας, βανίλιες και βερίκοκα, γκρέιπφρουτ, δαμάσκηνα, κεράσια, καρπούζι, κυδώνια, λωτούς, μάνγκο Βραζιλίας, μήλα και μπανάνες και πεπόνια Κεντρικής Αμερικής, νεκταρίνια, ρόδια, ροδάκινα, σύκα Αττικής, σανγκουίνι, φράουλες,

ένας έμπορος πουλούσε ψάρια, ένας άλλος μέλι, μπαχάρια, και ξηρούς καρπούς, μια γυναίκα έψηνε χοιρινό κρέας σε ξύλινα καλαμάκια στην καντίνα της, τάϊζε τους εργαζόμενους στην αγορά, πελάτες με χανγκόβερ, μια οικογένεια τσιγκάνων πωλούσε γλάστρες και φυτά, τέλος, έβρισκες επίσης είδη ένδυσης/υπόδησης και σπιτιού made in China και Πακιστάν.

 




No comments:

Post a Comment