Showing posts with label delirium. Show all posts
Showing posts with label delirium. Show all posts

9.1.21

Night Curfew. New Year’s Eve Illuminations.

 

 


 

   IV

 

Η πόλη μου είναι (και) οι μνήμες μου.

Λίγα στενά πιο κάτω, κοιτώ ενστικτωδώς αριστερά. Υπήρξε κάποτε στη ζωή μου ένα υπόγειο σε ένα άσημο στενό κάθετο στην Μιχαλακοπούλου όπου ένας τύπος κερνούσε ολονυχτίες με σύννεφα καπνού. Πότε εμένα, πότε κάποιον άλλον, κι άλλοτε την πάρτη του. Κάθε φορά, λίγο μετά τις 05:00 το πρωί, αναδύομασταν από τα έγκατα μιας παλιάς Αθηναϊκής πολυκατοικίας που έμοιαζε με τόσες άλλες, γκρι, ώστε να φθάσουμε γελώντας σαν μπαφόνοι ως το απέναντι πεζοδρόμιο. Απαλλοτριώναμε εθιμοτυπικά τις ίδιες προμήθειες (ένα Δέλτα Φρέσκο Γάλα Light 500ml και ένα κρουασάν μάρκα «κάψε με») από το κλειστό εκείνη την ώρα γειτονικό σουπερμάρκετ, οι διανομείς είχαν προλάβει να κάνουν τη δουλειά τους, κάναμε κι εμείς τη δική μας. Εγώ γυρνούσα χορτάτος πλέον με το πρώτο μετρό, εκείνος θαρρώ πως την έπινε λιγάκι ακόμη πριν πέσει για ύπνο. Χρόνια αργότερα, αφότου είχαμε πλέον χαθεί, έμαθα πως ήταν γκέι. Ένας γκέι από τη Μάνη. Μετά το coming out, δεν ξαπαπάτησε το πόδι του στο χωριό. Κι εκείνο βέβαια τον διέγραψε από τα μητρώα του. Θυμήθηκα έναν Αύγουστο στο μέρος που γεννήθηκε, μεγάλωσε, και εγκατέλειψε για πάντα. Πίναμε ελληνικό καφέ στην πλατεία του χωριού όταν συναντήσαμε τυχαία τον αδερφό του ο οποίος οπλοφορούσε, μονίμως και νομίμως. «Μου θυμίζεις αυτούς τους Γάλλους τους ηθοποιούς» μου είχε πει χαμογελώντας. Γέλασα κι εγώ από ευγένεια, ο αδερφός του τράβηξε μια τζούρα απ’ τα Camel του. «Μοιάζεις μ’ αυτούς τους Γάλλους τους πούστηδες» ήθελε να πει, έπρεπε ο γκέι σ’ αυτήν την ιστορία να είναι κάποιος άλλος, ένας φίλος από την πρωτεύουσα, ένα μαλακιστήρι Αθηναίος, οποιοσδήποτε εκτός από τον μικρό του αδερφό.

«Elementary ‘μετάθεση’ (που λεν και οι ψυχολόγοι) my dear Μανιάτη... δεν επισκεπτόταν κάποιος Γάλλος το χωριό σου, φυτρώνει Γαλλία και στα μέρη σας» μονολόγησα στην αρχή της Μεσογείων.

 

Η ώρα έχει φθάσει πλέον λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Στέκομαι ανάμεσα στην Πρώην Σχολή της Χωροφυλακής και το κουφάρι της Χρυσής Αυγής. Αναρωτιέμαι αν η υπόγεια βρωμερή σύραγγα  κάτω από την λεωφόρο Μεσογείων, γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ της Ε.Λ.Α.Σ. και του νοσηρού παραμάγαζου, κατεδαφίστηκε με ελεγχόμενη έκρηξη έπειτα από το κλείσιμο των γραφείων των ναζί. Θυμάμαι να στρέφω αλλού το βλέμμα μου κάθε μα κάθε μα κάθε φορά που το Β5 περνούσε μπροστά από τη νεκροζώντανη απόδειξη της ντροπής που μας αναλογεί ως χώρα. Δεν ξεχνώ τη μέρα που το αντίκρυσα μέσα από το τζάμι του λεωφορείου αδειανό πλέον από ζόφο και μίσος. Το ημερολόγιο έγραφε 16 Σεπτεμβρίου 2019.

Λίγο βορειότερα, η εναέρια πεζογέφυρα του Καλατράβα μπορεί να μην εκπέμπει πλέον την ίδια αύρα αισιοδοξίας που την συνόδευε στα πιο ανέμελα χρόνια της ανέγερσης της (πιάτσα πρέζας από καιρό), στις ασυντήρητες ξύλινες τάβλες της ωστόσο η εφηβεία της πόλης, αναιδώς ανεπηρέαστη, επιμένει να trapάρει, να φασώνεται, να tagάρει και να ονειρεύεται ατενίζοντας την πόλη από ψηλά.

Ανεβαίνω στην γέφυρα. 00:06 του νέου έτους αντικρύζω τον ουρανό πάνω από το Πεντάγωνο να γεμίζει από πυροτεχνήματα. Ένα πουλί πέφτει απ’ τον ουρανό. ΝΕΚΡΟ.

 

Last entry: “Eχουμε χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας. Η πόλη, περισσότερο από τον ιό, φοβάται τον ίδιο της τον εαυτό. H πόλη αυτή, εξυπακούεται, είμαστε εμείς.

THE SHOW MUST GO ON.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

8.1.21

Night Curfew. New Year’s Eve Illuminations.

 

 


  IΙI

 

Η ώρα είναι 22.33. Απέναντι από το Καλλιμάρμαρο ένας υπερβολικά αγχωμένος μελαμψός Ασιάτης με ρωτάει κατά που πέφτει το Μετρό στο Σύνταγμα. Βοηθάω όσο μπορώ. Μια κλούβα των ΜΑΤ ξεθωριάζει λίγο ακόμη την βαμμένη στα κόκκινα Βασιλίσσης Όλγας μαρσάροντας προς την Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ομολογουμένως, οι δρόμοι απόψε τους ανήκουν, όπως συνέβαινε κάποτε με «βασιλείς και βουλευτάδες, οι ψευταράδες και οι μασκαράδες».

Φθάνω στο ύψος της Βασιλέως Αλεξάνδρου, από τα δεξιά με πολιορκεί η μελαγχολία για την οριστική απώλεια της μοντερνιστικής ομορφιάς του παλαιού κτιρίου της Εθνικής Πινακοθήκης. (What a Carve Up!) Στα αριστερά μου προσποιούμαι πως δεν εγκαινιάστηκε ποτέ σταθμός του Μετρό στον Ευαγγελισμό. Μπατσικά κάνουν ελέγχους έξω από το Χίλτον. “You work your side of the street and Ill work mine” σεληνιάζομαι με απόσταση ασφαλείας μπόλικες αδειανές λωρίδες κυκλοφορίας ανά μεταξύ μας.

Περασμένες 23:00, όσους συναντώ στο δρόμο, δηλαδή ελάχιστους, βιάζονται. Λογικό. Στις 23:10, κοιτάζω το φεγγάρι, μοιάζει, αν και δεν είναι, ολόγιομο, δεκάρα όμως δε δίνω απόψε για τις χάρες του. Αναζητώ τα επίγεια φώτα της πόλης, τη Μαρίκα που ξέμεινε Αθήνα μακριά από την οικογένεια της και νοιώθει σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα, θεές με ψηλοτάκουνα έτσι για το χάζι, κάποιον Άγιο με κουστούμι κι άλλον έναν που την έχει πέσει σε κάποιο πεζοδρόμιο, βραχύσωμα κοντοκουρεμένα γυναικεία ξωτικά με πολύχρωμα παλτά ετών όσο νοιώθουν τελοσπάντων, έναν γυρολόγο ατημέλητο άπλυτο μουσάτο να μου τσαμπουνίσει καμιά μεγάλη αλήθεια της ζωής που δεν θα ‘χα πρόβλημα να ξανακούσω από τα χείλη του· αναζητώ να συναντήσω με το βλέμμα μου όσους ονειρεύονται και ποθούν. Κατά προτίμηση μ’ αυτή τη σειρά.

Μια κοπέλα καπνίζει στριφτό τσιγάρο σε μια στάση λεωφορείου επί της Βασιλίσσης Σοφίας. Παριστάνει πως περιμένει το λεωφορείο παρότι εδώ και ώρα έχουν σταματήσει τα δρομολόγια. Υποδύομαι κάποιον που ενδιαφέρεται να φθάσει στον προορισμό του έγκαιρα. Στην πραγματικότητα, διεκδικεί με πείσμα το δικαίωμα της παρουσίας της στην πόλη με κάθε τζούρα που τραβάει· το ίδιο κι εγώ με κάθε μου βήμα. «Είμαστε συνομώτες και υπέροχα ενθουσιασμένοι» για μια στιγμή και μόνο. Με κοιτάει, την κοιτάω, δεν ξέρω να γράφω διαλόγους, end of story.

Reality check: το skill της αδολεσχίας από smartass hilarious witty ατάκες θα ταίριαζε πολύ περισσότερο στην περίσταση από μια μυστήρια βουβαμάρα ή ένα διαπεραστικό βλέμμα που αφοπλίζει τον αντίπαλο σαν αυτά που μεταχειρίζεται κανείς σε αφιλόξενα περιβάλλοντα. (Βγάζω μπλοκάκι και σημειώνω: να μην αφήσουμε να καταντήσουν την πόλη μας hostile ground με μοναδικές οάσεις οργανωμένες παραλίες με εισιτήριο και λόμπι με μπαρ ξενοδοχείων). Τα ‘χω με τον εαυτό μου αλλά και τις mini-series που ψαρεύω από τα τορεντάδικα πιο πολύ. Ίσως να πρέπει να πάψω να συναρπάζομαι τόσο πολύ με spy thrillers / war movies / crime stories / true detectives όπου ενίοτε η σιωπή των πρωταγωνιστών δεν είναι απλά χρυσός, αλλά σωτηρία και επιβίωση μαζί, και να αρχίσω να συγκινούμαι εκ νέου με τις ταινίες του Noah Baumbach όπως συνέβαινε κάποτε, σε μια άλλη χώρα, που τυχαίνει να είναι η ίδια, κατ’ όνομα τουλάχιστον, μ’ αυτήν στα τσιμέντα της οποίας ουρανοβατώ κι απόψε.

Καταλήγω στο πρώτο New Year's resolution της ζωής μου: να κατεβάσω με την πρώτη ευκαιρία το Normal People αντί για το Tehran, και το Fleabag (για να μη μας πούνε και «normάλ!») αντί του Homeland.

 

Ώρα όμως να εγκαταλείψω τις φωτισμένες κεντρικές αρτηρίες μιας πόλης φάντασμα (άρα άσαρκης), έρημης (δηλαδή spooky), άδειας από ψυχή, ευνουχισμένης από ηδονή, ξεκοιλιασμένης, πείτε το όπως θέλετε. Στον σταθμό του Μετρό στο Μέγαρο Μουσικής το κόβω για Μιχαλακοπούλου όπου όλα είναι πιο σκοτεινά. Προσπερνώ δύο καλοντυμένες γυναίκες γύρω στα σαράντα που μιλούν και γελούν δυνατά στα Αμερικάνικα. Είναι οι πρώτοι και τελευταίοι άνθρωποι που συναντώ εκείνο το βράδυ που δεν φαίνεται να ανησυχούν. Καθόλου. Υποθέτω πως οι ευδιάθετες γυναίκες εργάζονται στο εξωτερικό, εξού και τα χαμόγελα, στο Αμερικάνικο έδαφος επί της Βασιλίσσης Σοφίας δηλαδή. «Από το Δόγμα του Τρούμαν (1947) κι έπειτα αδύνατον να ξεφύγει κανείς από το ‘Πνεύμα της Πρεσβείας’ σ’ αυτή τη χώρα» αναλογίζομαι μιας και είχα αποφύγει συνειδητά να περάσω μπροστά από την Αμερικάνικη Πρεσβεία χρονιάρα μέρα. Έκαστος και οι δεισιδαιμονίες του.

Προσπερνάω το κτίριο που κάποτε στέγαζε τον Δ.Ο.Λ. το οποίο ανακαινίζεται ώστε να υποδεχθεί το διεθνές κεφάλαιο – από την παραγωγή ειδήσεων για εγχώρια κατανάλωση εξουσίας στην αγορά συναλλάγματος σε version πλανητικού λαβυρίνθου (ο οποίος, αψηφώντας τη σοφία του Δαίδαλου, αντί να προσπαθεί να απομονώσει τον Μινώταυρο του στρώνει κόκκινο χαλί), μια χρεωκοπία δρόμος. Και μια μεταβίβαση εξουσίας.

 

But why should do I care about all these?

 

 

 

 

 

 

 

 

7.1.21

Night Curfew. New Year’s Eve Illuminations.

 

 


 

 

Περπατάω προς τη Συγγρού ταυτόχρονα με την έναρξη της απαγόρευσης νυχτερινής κυκλοφορίας. Eίναι 22:09, 31 Δεκεμβρίου του 2020, και βρίσκομαι οπλισμένος με σημειωματάριο μεγέθους τσέπης και μαρκαδοράκι Pilot στο κέντρο της άδειας Αθήνας.

Work must go on.

Πάρνηθα για ποδηλατάδα –  φλανάρισμα, έστω και λειψό, εν μέσω night curfew Παραμονή Πρωτοχρονιάς, μια «civil disobedience» δρόμος.

Γράφω περπατώντας, κοιτώντας οπουδήποτε αλλού εκτός των καλικάντζαρων που σχηματίζονται πάνω στο χαρτί, μες στο ημίφως, σε απόσταση αναπνοής από το καρδιοχτύπι μου και τα αναμμένα φώτα των περιπολικών που σταθμεύουν στην Αρδηττού. Οι οδηγοί, αν και σταματημένοι στο φανάρι, φαίνονται βιαστικοί. Ανυπόμονοι. Βαδίζω γρήγορα, no breaks. Τα ποδάρια μου δεν θυμίζουν εκείνα του πλάνη με το κινητό στην τσέπη του παντελονιού έτοιμο να shootάρει οτιδήποτε ετερόδοξο φύτρωσε εντός του σχεδίου πόλεως περνώντας απαρατήρητο - άρα απαρηγόρητο - από τα πλήθη, αλλά τσιτωμένου έτσι κι έτσι πληρωμένου εργαζόμενου που φοβάται μην αργήσει στο μαγαζί, στο μίτινγκ, στο γραφείο. Που καιρός για αέρινες σόλες!

Δεν γνωρίζω ακριβώς τι απαγορεύεται. Είναι νόμιμο να περπατήσω από τη δουλειά ως το σπίτι για δέκα χιλιόμετρα περιφρονώντας τους σταθμούς Μετρό που θα βρεθούν στο δρόμο μου; ΔΞ/ΔΑ. Αντιλαμβάνεται κανείς ωστόσο πως εισήλθαμε, εκ νέου, στην εποχή των μικροκακοποιών. Για τους ένθερμους της διεύρυνσης της νομιμοφροσύνης των πολιτών υπάρχει και το δηλητήριο υπό μορφήν χιονοστιβάδας ανακοινώσεων της Πολιτικής Προστασίας. Καθείς και το ξόρκι του.

Διασχίζω την πόλη, τη νύχτα, το σκοτάδι· οι ξενιστές της μητροπολιτικής εμπειρίας δεν πατάμε πάνω σε λάσπες και σκατά όπως οι πρόγονοι μας στην ύπαιθρο και τα χωράφια, περίπου τις ίδιες ώρες. Αναζητούμε την αστρόσκονη της ύπαρξης, την ίδια από την οποία είναι φτιαγμένο το σώμα μας, σκοπός μας να σκορπίσουμε με κάθε μας κίνηση κοσμική σκόνη «και συγκίνηση σε όσους είναι σαν και εμάς καμωμένοι», δηλαδή δυνητικά οι πάντες.