18.12.16

Της Αναλήψεως




Κυκλοφορούσε η φήμη από το πρωί: «θα έρθει ο Γλέζος, γυρίζουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του». Η φήμη αποδείχτηκε αληθής. Ένα Γερμανικό τηλεοπτικό κανάλι όντως ετοίμαζε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Μανώλη Γλέζου. Μερικές λήψεις στα πέριξ της Ακρόπολης κρίθηκαν απαραίτητες για ευνόητους λόγους. Ήταν άλλωστε το μακρινό 1941 όταν ο δεκαεννιάχρονος τότε Μανώλης Γλέζος, μαζί με το φίλο του Λάκη Σάντα, αποκαθήλωσαν τη σημαία των ναζί που κυμάτιζε στον Ιερό Βράχο.

Εβδομήντα τέσσερα χρόνια μετά, ο Γλέζος θα επέστρεφε στον τόπο όπου δόξασε το πνεύμα της αντίστασης στον κατακτητή ώστε να διηγηθεί, για μία ακόμη φορά, την ιστορία εκείνης της βραδιάς.

Γύρω στις 10:30 έκανε την εμφάνιση του ένα πολυτελές βανάκι. Μετέφερε το συνεργείο και τους ανθρώπους της παραγωγής, Γερμανικής την εθνικότητα. Το βανάκι ήταν πολυτελές, made in Germany εννοείται. Η ομάδα της παραγωγής εμφανίστηκε ακριβοθώρητη, κομματάκι σνομπ, ο εξοπλισμός τους ήταν φυσικά τελευταίας τεχνολογίας. Ένας Έλληνας ανά μεταξύ τους κανόνιζε τις λεπτομέρειες της άφιξης του Γλέζου ο οποίος αναμενόταν κατά τις 11:00.

Όντως, είκοσι λεπτά αργότερα, ένα δεύτερο αυτοκίνητο, μικρό αυτή τη φορά, έκανε την εμφάνιση του στην έξοδο του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης. Του δόθηκε η άδεια να προχωρήσει στα ενδότερα. Ο οδηγός του αυτοκινήτου πάρκαρε ακριβώς κάτω από τον ανελκυστήρα της Ακρόπολης. Ήταν γύρω στα σαράντα και συνόδευε τον Μανώλη Γλέζο στην επίσκεψη του.Υπήρχε μια ιδιαίτερη οικειότητα μεταξύ τους, περνούσαν άλλωστε πολλές ώρες μαζί κάθε μέρα. Ήταν κάτι περισσότερο από οδηγός· ήταν το δεξί του χέρι. 

Αμέσως ξεκίνησαν οι προετοιμασίες για το γύρισμα. Μπροστά από τα σκαλιά που οδηγούν στον ανελκυστήρα, ο Έλληνας της ομάδας της παραγωγής μαζί με τον Γερμανό σκηνοθέτη του ντοκυμαντέρ ξεκίνησαν να κουβεντιάζουν με τον Γλέζο κάποιες λεπτομέρειες αναφορικά με το γύρισμα. Ο Έλληνας πολιτικός όμως, είχε απολύτως ξεκαθαρισμένο μέσα του πως ακριβώς επιθυμούσε να εξελιχθούν τα πράγματα. 

Δήλωσε πως δεν προτίθεται να μιλήσει μπροστά στην κάμερα για όσο θα βρισκόταν στον Ιερό Βράχο. Θα παρέμενε σιωπηλός, η συνέντευξη θα μπορούσε να γίνει οπουδήποτε αλλού, πάντως σίγουρα όχι δίπλα στον Παρθενώνα: «μπροστά από τον Παρθενώνα δε θα πω τίποτα απολύτως» όπως ξεκάθαρα το έθεσε στους δύο συνομιλητές του.

Θα τους έδειχνε τη διαδρομή που ακολούθησε εκείνο το βράδυ του ’41 όταν μαζί με τον Λάκη Σάντα κατόρθωσαν να τρυπώσουν κάτω από τη μύτη των Γερμανών στρατιωτών που περιφρουρούσαν το χώρο και να θάψουν τη ναζιστική σημαία στα έγκατα του Ιερού Βράχου. Η σημαία δε βρέθηκε ποτέ· σαν να αποφάσισε ο Ιερός Βράχος να την κάνει μια χαψιά ώστε να να σβηστούν για πάντα τα ίχνη μιας ατιμωτικής πράξης. 

Ο Γλέζος ήταν κάθετος· η αμηχανία των ανθρώπων της παραγωγής δε στάθηκε ικανός παράγοντας ώστε να μεταπειστεί. Μάλλον δεν επρόκειτο περί πείσματος. Ο γηραιός Μανώλης Γλέζος γνώριζε καλά, μέσα από τη μακρότατη σταδιοδρομία του στην πολιτική, τους κανόνες του παιχνιδιού. 

Ανέβηκαν όλοι πάνω κι όταν πια ήταν όλα έτοιμα, ο Γλέζος πάτησε γκάζι. Ξεκίνησε να περπατά με γοργό βήμα, αναπαραστώντας τη διαδρομή που είχε κάνει μαζί με τον Σάντα εκείνο το βράδυ. Ο καμεραμάν μαζί με το υπόλοιπο συνεργείο ξεχύθηκε πίσω του. Ο Γλέζος πήδησε το σκοινί της περισχοίνησης και βρέθηκε εντός του ναού του Ερέχθειου απ’ όπου είχαν αναδυθεί στην επιφάνεια οι δύο νεαροί αντιστασιακοί το μακρινό 1941, λίγα μέτρα μακριά από το στόχο τους, τη ναζιστική σημαία. 

Το όλο νταβαντούρι του γυρίσματος διήρκησε περίπου πέντε λεπτά με τον Γλέζο να μην πατάει φρένο ούτε για μια στιγμή. Στο τέλος, όλα έληξαν στην σιωπή. 

Έπειτα από το σπριντ που ξάφνιασε ευχάριστα όλους τους παρισταμένους, ο ενενηντατριάχρονος πολιτικός έπρεπε να πάρει μια ανάσα. Ενόσω το κινηματογραφικό συνεργείο μάζευε τον εξοπλισμό, εκείνος αποφάσισε να κατέβει κάτω χρησιμοποιώντας φυσικά τον ανελκυστήρα. 

Είχε για παρέα του τον εποχικό εργαζόμενο της Ακρόπολης σε μία από τις τελευταίες του μέρες στη δουλειά, λίγο πριν τη γνώριμη επίσκεψη στον Ο.Α.Ε.Δ. της γειτονιάς δηλαδή. Ο τελευταίος είχε παρακολουθήσει διακριτικά το γηραιό πολιτικό στο σιωπηλό, μιας και δεν άνοιξε στιγμή το στόμα του, κρεσέντο του στα πέριξ του Παρθενώνα.

Βγαίνοντας από τον ανελκυστήρα, θα καθίσει δίπλα του σε ένα από τα έξι πλατιά τσιμεντένια σκαλοπάτια που οδηγούν στη σπηλιά της Έρσης (η οποία ήταν κάποτε μια μυκηναϊκή κρήνη), το σημείο όπου ο Γλέζος και ο Σάντας τρύπωσαν πριν από εβδομήντα τέσσερα χρόνια βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους.  Είχαν αναρριχηθεί μέσα από το σπήλαιο έως ότου να αναδυθούν μέσα από το ναό του Ερέχθειου λίγα μέτρα μακριά από το σημείο που έστεκε το σύμβολο του εχθρού. Λίγα λεπτά αργότερα, κι αφότου είχαν καταφέρει το σκοπό τους, η σημαία των ναζί θα κατέληγε στα έγκατα της σπηλιάς, ή αλλιώς, στα σκουπίδια της ιστορίας.

«Ο μόνος λόγος που το έκανα αυτό σήμερα ήταν γιατί θέλω οι Γερμανοί πολίτες να μάθουν περισσότερα για το τι συνέβη στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Έχω δώσει τόσες συνεντεύξεις στη ζωή μου, δεν είναι πως ήθελα να πω κάτι περισσότερο, απλά ήθελα όσο πιο πολλοί Γερμανοί να μάθουν το κακό που συνέβη στη χώρα μας στην Κατοχή, ειδικά στις μέρες μας με όλα αυτά που γίνονται... όχι, δεν είμαι πια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παραιτήθηκα πέρυσι, ποτέ στη ζωή μου δεν με ενδιέφεραν οι θέσεις αγόρι μου... Στάσου, θέλω να σου δώσω κάτι...»

Σε εκείνο το σημείο είπε στο βοηθό του να φέρει από το αυτοκίνητο μερικά αντίτυπα του τελευταίου του βιβλίου, μιας συλλογικής έκδοσης με τίτλο “Η Μαύρη Βίβλος της Κατοχής”.Λίγα λεπτά αργότερα θα αρχίσει να υπογράφει τα βιβλία, «για εσένα και τους συναδέλφους σου που χειρίζεστε αυτή τη μηχανή» είπε με κουρασμένη φωνή στον εποχικό εργαζόμενο της Ακρόπολης. 

Όταν πια θα κατέβει κάτω και το συνεργείο, ο Γλέζος, έχοντας κερδίσει ανάσες όσο εκείνοι έλειπαν, θα βαδίσει προς το ιερό της Έρσης. Εκείνοι, θα τον ακολουθήσουν. Τηρώντας την υπόσχεση του θα ξεκινήσει να μιλάει μπροστά στην κάμερα για εκείνη τη βραδιά της 30ής Μαΐου 1941.






New Testament




Δε σταμάτησε να μιλάει για όση ώρα έσπρωχνε το αναπηρικό καροτσάκι από την έξοδο της Ακρόπολης έως τον ανελκυστήρα, μια απόσταση τριακοσίων πενήντα μέτρων. Μιλούσε στη μητέρα του, σε έντονο ύφος. Φαινόταν πως προσπαθούσε να της εξηγήσει κάτι με όλους τους πιθανούς τρόπους. Εκείνη πάντως μόνο άκουγε, κάπως ατάραχη κιόλας. Η φωνή του νεαρού ήταν διαπεραστική, ο εποχικός εργαζόμενος της Ακρόπολης ήταν έτοιμος να του ζητήσει ευγενικά αν θα μπορούσε να χαμηλώσει την ένταση της φωνής του. 

Εν τέλει, δε χρειάστηκε να του ζητήσει τίποτα.

“Don’t worry, we are not fighting, we are just talking, everybody always think that we are quarreling, but, in reality, this is just our way of interacting with each other” είπε στον, κάπως συνοφρυωμένο εκείνη την ώρα, συνοδό τους.

Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο του εργαζόμενου της Ακρόπολης μόλις τον άκουσε. Ήταν εξαιρετικά οικείος σε εκείνον, όπως και σε πολλούς άλλους Έλληνες, ο τρόπος που είχε δικαιολογήσει τον εαυτό του. Η δικαιολογία που είχε χρησιμοποιήσει προέβαλλε φυσικά ένα στερεότυπο, τα οποία, ως γνωστόν, εκκινούν μεν από τη δημιουργική φαντασία μιας κάποιας ομάδας ανθρώπων έπειτα απ΄οτην παρατήρηση κάποιων άλλων ανθρώπων, καταλήγουν ωστόσο να παράγουν απτά αποτελέσματα στην πραγματικότητα όλων μας. 

«So, may I ask in what language you were speaking before?” ρώτησε τον ολότελα ήρεμο τώρα νεαρό.

“Hebrew”.

Τα εβραϊκά μιλιούνται φυσικά σε κάθε γωνιά του κόσμου, όπου δηλαδή υπάρχει Εβραΐκή κοινότητα. Μητέρα και γιος ωστόσο ζούσαν στο Ισραήλ, στο Τελ Αβίβ συγκεκριμένα. Ο γιος ήταν ένας εμφανίσημος νέος, μελαχρινός με όμορφα μαύρα μάτια και σώμα ανθρώπου που του αρέσουν τα σπορ αλλά δεν ξημεροβραδιάζεται σε κάποιο γυμναστήριο ώστε να βγάλει γκόμενα. Είχε καλοσχηματισμένο, θελκτικό, κορμί αλλά χωρίς υπερβολές. Φορούσε λευκό T-shirt με τζην και είχε γένεια δύο, το πολύ τριών, ημερών. Η μητέρα του ήταν μια καλοβαλμένη μεσήλικη κυρία η οποία πρόσεχε περισσότερο το ντύσιμο της από τον γιο της. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά σε κοτσίδα, το χρώμα τους ήταν φυσικό, ελαφρώς ενισχυμένο, καστανόξανθο. 

“I would really like to visit Israel, you know, especially Jerusalem. I like to read history and stuff, so Jerusalem matches well together I guess…”

“Then you need to know that is necessary, for me personally at least, to also visit our neighboring countries if you really want to fully understand Israel and Jewish culture, in general…”

Ο εργαζόμενος της Ακρόπολης άκουσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την άποψη του νεαρού Ισραηλινού γνωρίζοντας βεβαίως πως πολλοί συμπατριώτες του θα διαφωνούσαν. Οι Εβραίοι του Ισραήλ δεν επιθυμούν να αυτοπροσδιορίζονται λαμβάνοντας υπόψης τυχόν εκλεκτικές συγγένειες με τους γείτονες τους· είτε πρόκειται για σουνίτες μουσουλμάνους της Συρίας και της Παλαιστίνης, είτε για σιίτες μουσουλμάνους από τον Λίβανο, είτε για χριστιανούς Κόπτες από την Αίγυπτο, και πάει λέγοντας. 

Όπως και να ΄χει, η ιδέα του νέου Ισραηλινού περί Εβραϊκότητας φάνηκε απολύτως ορθή στον συνομιλητή του. Πίστευε, επιπλέον, πως δύσκολα θα διαφωνούσε μαζί του η πλειοψηφία των ιστορικών του πλανήτη μιας και οι λαοί δε ζουν ποτέ ερήμην του πολιτισμού των γειτόνων τους. Αντιθέτως, ένας λαός γίνεται φορέας ενός πολιτισμού βρισκόμενος ταυτόχρονα σε αλληλεπίδραση με γειτονικούς λαούς-πολιτισμούς

“I would be very interested to visit other countries in the region, no doubt about it. I just don’t know how safe a trip to the Middle East can be around this time... no? I know that is relatively quiet in Jordan, and maybe Lebanon, but…”

“Well, I see your point. Nevertheless, Israel is a very safe country; everyone is very concerned with issues of national security. Israelis are kind of paranoid when it comes to these issues”.

Σε εκείνο το σημείο, ο νεαρός Ισραηλίτης σχολίασε την υποχρεωτική στράτευση ανδρών και γυναικών η οποία, όχι μόνο είναι μεγάλη σε χρονική διάρκεια, αλλά, μιλώντας από προσωπική πείρα, υποστήριξε πως δεν είναι ακριβώς και ότι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί. Συνέχισε να είναι επικριτικός όσον αφορά την μέριμνα για ασφάλεια στη χώρα όπου ζούσε, ακόμα κι αν την ίδια περίοδο στο Ισραήλ είχαν ξεκινήσει οι απελπισμένες επιθέσεις Παλαιστίνιων με μαχαίρι. Είχε πάρει φόρα στη συζήτηση, ο χρόνος τους όμως είχε προσωρινά τελειώσει.

Οι δύο νεαροί, επισκέπτης και εποχικός εργαζόμενος, αντάλλαξαν μια θερμή χειραψία έξω από τον ανελκυστήρα. Υποσχέθηκαν να συνεχίσουν την κουβέντα τους αργότερα. Όπως και έγινε, ύστερα από περίπου μία ώρα.



*

“So tell me, do you know since when Athens has been inhabited?” 

“Mmm… I would say something like around 1000BC… I’m not so sure about it; classical Athens rose into prominence some centuries later anyway…” 

Ο εποχικός εργαζόμενος της Ακρόπολης δε γνώριζε να του απαντήσει ακριβώς οπότε έδωσε μια γενική απάντηση. Ωστόσο, το ίδιο μόλις απόγευμα, το Wikipedia θα τον ενημέρωνε πως η Ιερουσαλήμ αποτελεί μία από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου με έτος ίδρυσης το μακρινό 2.800 π.Χ. Θυμήθηκε το πονηρό γέλιο που σχηματίστηκε στο πρόσωπο του νεαρού Ισραηλίτη όταν του έκανε, λίγες ώρες προηγουμένως, την ερώτηση περί της ηλικίας της Αθήνας. Συνειδητοποίησε, εκ των υστέρων, πως πιθανότατα γνώριζε την παλαιότητα της ιερής πόλης των Εβραίων. «Είναι η μοίρα των αρχαίων λαών να κονταροχτυπιούνται για τις ημερομηνίες» σκέφτηκε ο υπάλληλος της Ακρόπολης διασκεδάζοντας τον εαυτό του με αυτήν την ανάλαφρη σκέψη.

Έπειτα, η συζήτηση είχε κατευθυνθεί γύρω από την Ελλάδα και την πολυτάραχη ζωή της τα τελευταία χρόνια. Η μητέρα του παρέμενε σιωπηλή αλλά σιγά σιγά είχε αυξηθεί το ενδιαφέρον της για την κουβέντα των δύο νεαρών. 

“You must have heard by now, I guess, that my country is performing poorly lately; it’s been a while since Pericles lived in this land anyway…”

“What do you mean?”

Ο υπάλληλος της Ακρόπολης ξαφνιάστηκε από τη διευκρινιστική ερώτηση του συνομιλητή.  Ήταν ποτέ δυνατόν να μην είχε ακούσει τίποτα για την οικονομική κρίση; Δεν συζητούσαν μήπως στο Ισραήλ για τα δεινά, ή και τα λάθη, αναλόγως την παρέα, των Ελλήνων;

“Well, you know, with the economic crisis and all that…”

“I see your point, but, honestly, I believe that Greeks are doing the best they can. I mean, they way I see it, they’re giving a fight. Maybe it is you that you see matters differently.”

“I do admit that you won’t find many Greeks sharing your optimism…”

“As I said, I truly believe that modern Greece is just fine, it sounds to me as a very nice place to live and Greeks themselves have achieved a lot. I wouldn’t say the same things for my country though; I wouldn’t imply anything similar for my fellow citizens either. I’m very critical towards Israelis…”

“Mmm… To be entirely honest with you, I always believed that Israel is in a much better shape than Greece. Despite the grave problems that your country has to deal with, I mean the problems with your neighboring countries and all, I always thought that Israel remained strong and confident…” 

Ήταν ένας σύντομος, μα περιεκτικός, και μάλλον εξίσου γόνιμος και για τους δύο, διαγωνισμός απαισιοδοξίας δύο νέων αναφορικά με τη χώρα τους και τους ανθρώπους που κατοικούν σ’ αυτές. Και οι δύο, έτειναν να εξιδανικεύσουν την κατάσταση στη χώρα του άλλου.

Ο πρώτος είχε μπουχτίσει από οικονομική κρίση, ο δεύτερος ασφυκτιούσε μέσα στο στρατιωτικοποιημένο περιβάλλον του Ισραήλ. Οσο για τη μητέρα, απολάμβανε την κουβέντα του θερμόαιμου γιου της με τον κάπως πιο ψύχραιμο Έλληνα. 

Μπροστά από τις σκάλες που οδηγούν στον ανελκυστήρα, οι δύο νέοι αντάλλαξαν μία ακόμη θερμή χειραψία πριν αποχαιρετιστούν ανταλλάσοντας ευχές για καλή τύχη.






Old Testament




Ήταν μία και είκοσι το μεσημέρι και ο εποχικός εργαζόμενος της Ακρόπολης καθόταν στο γνωστό ξύλινο παγκάκι μπροστά από το Ηρώδειο, παγκάκι που είχε τοποθετηθεί για όσο θα διαρκούσε το Φεστιβάλ Αθηνών. Τη ίδια διάρκεια ζωής θα είχαν και οι αμφορείς-κάδοι ανακύκλωσης, μια πρωτοβουλία των υπεύθυνων του Φεστιβάλ που του έφτιαχνε το κέφι κάθε μεσημέρι. Βλέπετε, στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης δεν υπήρχε κάδος ανακύκλωσης πόσο μάλλον μεταμφιεσμένος σε αμφορέα.

Είχε φτάσει η ιερή για κάθε εργαζόμενο ώρα του διαλλείματος αλλά εκείνο το μεσημέρι, σπάνια συνέβαινε αυτό, το παγκάκι ήταν πιασμένο κατά τα δύο τρίτα. Ένα ζευγάρι καθόταν αναπαυτικά στο παγκάκι του απολαμβάνοντας ο καθένας τους από ένα πράσινο μήλο. 

Ήταν σίγουρα μετά τα εξήντα, είχαν τον αέρα και την αύρα του συνταξιούχου. Πράγματι, όπως θα μάθαινε λίγο αργότερα ο υπάλληλος της Ακρόπολης, ο κύριος Malachi είχε εγκαταλείψει τη δικηγορία εδώ και περίπου μια δεκαετία. Το ζευγάρι ζούσε στο Ισραήλ, σε μια πόλη ανάμεσα από την Haifa και το Tel Aviv

Ο κύριος Malachi εντόπισε γρήγορα το κορδόνι από την εργασιακή ταυτότητα που κρεμόταν μέσα από το πουκάμισο του νεαρού με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο παγκάκι. Δεν έχασε καθόλου χρόνο. Θέλησε να μάθει την τιμή του εισιτηρίου του αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης (έδωσε την εντύπωση στον συνομιλητή του πως το ενδιαφέρον του ήταν περισσότερο φιλολογικό), αν το ίδιο εισιτήριο περιλάμβανε κι άλλους αρχαιολογικούς χώρους, τις ώρες λειτουργίας τους, και άλλα διάφορα πρακτικής φύσης ζητήματα.

Ο υπάλληλος της Ακρόπολης φάνηκε πρόθυμος να λύσει κάθε τυχόν απορία των ανθρώπων με τους οποίους μοιραζόταν για εκείνη τη μέρα το παγκάκι, χωρίς όμως να σταματήσει να καταβροχθίζει παράλληλα μια σπιτική χορτόπιτα με φέτα.

“Your country is very beautiful, I have visited Greece several times, I’ve been to Rhodes, to Crete, to Santorini and Corfu”.

Glad to hear, sir ”.

Ο υπάλληλος της Ακρόπολης καθόταν στο παγκάκι οκλαδόν, τα σανδάλια του βρίσκονταν πεταμένα στο μαρμάρινο έδαφος. Τα χιλιόμετρα που κατάπινε καθημερινά, έξι μέρες την εβδομάδα, τον είχαν φιλοδωρήσει από έναν κάλο σε κάθε πόδι. Το βλέμμα του κύριου Malachi καρφώθηκε πάνω τους για λίγα δευτερόλεπτα, ήταν βλέμμα μισοαπορημένου, μισοδυσαρεστημένου συνταξιούχου, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή κοινωνικής τάξης. 

Ο κύριος Malachi ήταν ντυμένος σε στυλ Αμερικάνου τουρίστα: γκρίζα βερμούδα με μεγάλες τσέπες, κοντομάνικο Polo, καλοκαιρινά σπορ παπούτσια. ‘Οσο για τη γυναίκα του φορούσε επίσης βερμούδα σε συνδυασμό με κοντομάνικο. Ο κύριος Malachi έμοιαζε κιόλας φυσιογνωμικά με Αμερικάνο τουρίστα με τα περιποιημένα, αν και κάπως αραιά, γκριζωπά μαλλιά του και το πεντακάθαρο από ρυτίδες τροφαντό πρόσωπο του. Η κοιλιά του ήταν μεγάλη σε σχέση τόσο με τα κοντά του πόδια αλλά και το συνολικό του ύψος, το οποίο μετά βίας ίσως να ξεπερνούσε το ένα μέτρο και εξήντα εκατοστά. Είχε βλέμμα καχύποπτο, ερευνητικό, εξεταστικό.

Όσο για τη γυναίκα του, δεν έμοιαζε καθόλου, παρά το ντύσιμο, με Αμερικάνο τουρίστα. Είχε βλέμμα και έκφραση γυναίκας της Ανατολικής Μεσογείου γύρω στα εξήντα πέντε χρόνια, γυναίκα που δεν εργάστηκε ποτέ και έζησε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της στην επαρχία της χώρας της και δεν νοιάστηκε ιδιαίτερα ποτέ της για κρέμες προσώπου, εξού και το γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο της. Είχε κατάμαυρα μάλλια και εύσωμο, κάπως τετράγωνο, σώμα.

Εν τω μεταξύ, ο κύριος Malachi είχε κατευθύνει την κουβέντα σε μέρη μακρινά από την τουριστική ζώνη που απλώνεται γύρω από το λόφο της Ακρόπολης. Ρώτησε για τις διαφορές μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων όσον αφορά το μυστήριο του γάμου, αναφέρθηκε στη Σύνοδο της Νίκαιας το 325μ.Χ., ενώ προσέθετε ανάλαφρες σφήνες ρωτώντας να μάθει την Ελληνική λέξη για διάφορα πράγματα που του έρχονταν στο νου, όπως π.χ. το μήλο, που μόλις είχε καταβροχθίσει άλλωστε.
 Έπειτα, πέρασε στο κυρίως θέμα.

“Venizelos was a great historical figure, my friend; an important man that did great things for Greeks. Greece was saved when the exchange of population was decided between him and Ataturk, back in 1923. If only if the same thing had happened for us as well, Israel wouldn’t have had the problems it faces today…”

“Yes sir, Eleftherios Venizelos was indeed the most notable leader of Greece during the 20th century”.
Ο εργαζόμενος της Ακρόπολης ένοιωσε την ανάγκη να απαντήσει γενικόλογα διότι ένοιωσε πως ο κύριος Malachi δεν μιλούσε για την ανταλλαγή πληθυσμών ως λησμονημένη ιστορική πιθανότητα επίλυσης του Παλαιστινιακού ζητήματος· ο κύριος Malachi, μάλλον αναφερόταν στο σήμερα. Κατά συνέπεια, ίσως να απηχούσε τις απόψεις του Σχεδίου Λίμπερμαν. 

Σύμφωνα με το σχέδιο Λίμπερμαν, η λύση του προβλήματος μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστίνιων προϋποθέτει τη μετανάστευση ή ακόμα και την εκδίωξη, αν αναφερόμαστε στο πιο απεχθές σενάριο, όλων των Αράβων από τη γη που κατέχει το Ισραήλ, μιας και προφανώς δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα για ανταλλαγή πληθυσμών. 

Ο κύριος Malachi από πλευράς του, δε χρειαζόταν να ακούσει τον υπάλληλο της Ακρόπολης να εκφράζει τη διαφωνία του καθώς τη γνώριζε ήδη. Μια στιγμή αμηχανίας και ένα βλέμμα στο υπερπέραν αργότερα, ο κύριος Malachi, μαζί με τη γυναίκα του, είχαν σηκωθεί απότομα από το παγκάκι. Χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω, αφότου είχε ήδη διανύσει μερικά μέτρα, θα μονολογήσει δυνατόφωνα:

“Greece is a wonderful country”.


*
Μία ημέρα μετά, περίπου την ίδια ώρα, ο εποχικός εργαζόμενος της Ακρόπολης στέκεται ακριβώς δίπλα από τον φράχτη της εξόδου του αρχαιολογικού χώρου απαντώντας στις ερωτήσεις ενός γκρουπ επίμονων, αλλά φιλομαθών, Κινέζων επισκεπτών. 

Εκείνη τη στιγμή, θα ξεχωρίσει ανάμεσα στο πλήθος τον κύριο Malachi μαζί με τη γυναίκα του. Είχαν αποφασίσει τελικά να επισκεφθούν τον Παρθενώνα μία ημέρα μετά τη συνάντηση τους. Χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, άπλωσε το χέρι του προς τη μεριά του κυρίου Malachi.

Ο κύριος Malachi, φορώντας το βλέμμα της γριάς αλεπούς της δικηγορίας, τον ρώτησε χαμογελαστός κατά που πέφτει η Αρχαία Αγορά, συνήθως η επόμενη στάση έπειτα από μία επίσκεψη στον Παρθενώνα για τον ενημερωμένο ταξιδιώτη ή τουρίστα. Το χέρι του παρέμεινε κοντά στο σώμα του. 

Ο εποχικός εργαζόμενος της Ακρόπολης του έδειξε την κατεύθυνση αποσύροντας αμήχανα το χέρι του από μια χειραψία που δε συνέβη ποτέ.