26.9.14

Leningrad Cowboys


:SARA_be:



Βλέποντας τα Leningrad cowboys του Aki Kaurismäki σκέφτομαι πως αυτά τα τρελόπαιδα είναι για τη νεότερη ιστορία του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου (άγραφη ακόμα, ελλείψει σοβαρού ενδιαφέροντος), ό,τι δεν κατόρθωσαν ποτέ να γίνουν, άθελα τους βέβαια, οι τσιγκάνοι του Emir Kusturica. Ο Φινλανδός κατορθώνει ένα μικρό κωμικό φιλμικό θαύμα, η ταινία του είναι ένα χαρμόσυνο σάλπισμα λίγο πριν το Ευρωπαϊκό σινεμά ξεψυχήσει στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τότε περίπου ολοκλήρωνε την τριλογία του ο Kieslowski, την ίδια εποχή ο Kusturica βραβευόταν στις Κάννες αντί του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Την κηδεία στο σινεμά της ηπείρου μας, οπωσδήποτε γηραιάς πια, και όχι μόνο κατ’ όνομα, την έχουμε κάνει ήδη, αλλά ό,τι ενταφιάζεται δεν σταματά να αναπνέει απαραίτητα. Αυτήν την αλήθεια φαντάζομαι  πως την γνωρίζει ακόμα και ο Quentin Tarantino. Ας θυμηθούμε την καλογυρισμένη κινηματογραφική σκηνή στο Kill Bill, όταν η ανεξάντλητη ξανθιά ομορφιά της Uma Thurman απειλείται με εξαφάνιση· κι όμως, η ηρωίδα μας καταφέρνει να αποδράσει μέσα από ένα φαινομενικά ανίκητο ξύλινο φέρετρο ώστε να πάρει την εκδίκηση που τόσο ποθούσε. Μ’ αυτόν τον απλουστευτικό τρόπο, ο Αμερικάνος σκηνοθέτης θέλησε να μας εξομολογηθεί πως είναι ενήμερος πως η ζωή, η τέχνη, η επιθυμία, δεν σταματάνε να υπάρχουν ακόμα κι αν πρώτα στηθούν στο απόσμασμα κι έπειτα θαφτούν σε ομαδικό τάφο δέκα μέτρα κάτω από το χώμα.

Μου έρχεται στο νου η απεικόνιση του δαιμόνιου στην πετυχημένη με όρους τηλεθέασης, αλλά και αξιοσημείωτης τοξικότητας και εθιστικότητας που μπορεί να περιέχει ένα pop culture τηλεοπτικό πυροτέχνημα, τηλεοπτική σειρά Dexter· εμβρόντητο το τηλεοπτικό κοινό παρακολουθεί έναν μανιακό δολοφόνο να συνομιλεί συχνά πυκνά σε χαλαρό τόνο με τον από καιρό πεθαμένο πατέρα του, πατέρας-τέρας που αντιπροσωπεύει το προαναφερθέν δαιμόνιο, διάβολος που εμφανίζεται στις οθόνες μας να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στον serial killer γιο του. Ο ανομολόγητος, μα τόσο εύκολα ανιχνεύσιμος, σκοπός των δημιουργών της σειράς είναι να κατανοήσει μέχρι και ο τελευταίος θεατής το υπεραξιακό ντελίριο και τον εξεζητημένο ψυχισμό ενός κατά συρροήν δολοφόνου ο οποίος συνομιλεί με τους νεκρούς οι οποίοι, παραδόξως, δείχνουν να είναι ενεργά παρόντες στα τεκταινόμενα των ζωντανών. Τίποτα δεν πεθαίνει από μόνο του δείχνουν να θέλουν να μας πουν οι δημιουργοί της σειράς, με έναν τρόπο που ο Tarantino αντιλαμβάνεται πλήρως, ίσως και οι θαυμαστές του ανά τον κόσμο δηλαδή, έναν τρόπο που ίσως να ξενίζει κάποιους άλλους βέβαια, ανθρώπους των οποίων η φαντασία είναι σε θέση να μορφοποιήσει, έστω και άτεχνα, δεν έχει σημασία, μία άυλη κατηγορία του τύπου «κακό», «όμορφο» κτλ. 

Άβυσσος η ψυχή των μαζών.

Στο Hollywood πάντως, η φαντασία του θεατή δεν αφήνεται καθόλου στην τύχη της καθότι το ρίσκο θα ήταν μεγάλο· τι θα γινόταν φερ’ ειπείν στην απευκταία περίπτωση που το φαντασιακό του κοινού θα επαναστατούσε εντός τη σκοτεινής αίθουσας απαιτώντας μία απελευθέρωση της φαντασίας κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην χρειάζεται καμία, δήθεν απαραίτητη για εμάς το κοινό, χαλιναγώγηση του σουρεάλ στοιχείου στην σεναριακή πλοκή μια ταινίας προς όφελος ενός ρεαλισμού ο οποίος είναι τόσο κυνικός, ή βαρετός, ή και τα δύο, ώστε να στοχεύει μονάχα στην κατάκτηση μιας υποψηφιότητας για όσκαρ;

Με άλλα λόγια, τι θα ήταν οι ταινίες του Kusturica χωρίς ρεαλιστικές ιστορικές απλουστευτικές φανφάρες; Ρητορικό το ερώτημα αλλά να σας απαντήσω. Θα ήταν αξιόλογος Ευρωπαϊκός κινηματογράφος, όσο Ευρωπαϊκή δηλαδή είναι η κινηματογραφική ματιά και γλώσσα του Roy Andersson, κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια έπειτα από την συμβολική κηδεία του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου, ενώ θα κατάφερναν, ίσως, να αγγίξουν τα σύνορα της απελευθερωτικής φαντασίας, σύνορα ανοιχτά μεν, οριοθετημένα από τον Kaurismäki δε, την στιγμή που εμπνεύστηκε να ταξιδέψει μια τρελοπαρέα Ρώσων στην καρδιά του Αμερικάνικου όνειρου το οποίο θα βρισκόταν τελικά στον, πάντοτε πιο φιλόξενο για τους φυγάδες αλλά και τους φευγάτους, Μεξικάνικο νότο!

Τα cowboys του Aki Kaurismäki καβάλησαν την ιστορία του κινηματογράφου με την αυθάδεια του πότη σκηνοθέτη τους και ενθουσιασμό εφάμιλλο των Ανατολικοευρωπαίων, όπως καθιερώθηκε να τους ονομάζουμε κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, μετά την κατάρρευση του «Σιδηρούν Παραπετάσματος» όταν πια θέλησαν να ανοίξουν, αν όχι Γαλλικές σαμπάνιες, τότε τουλάχιστον ανεξάντλητο αριθμό από Γερμανικά κουτάκια μπύρας. 

Το μικρό Hollywood, το εναλλακτικό Hollywood, όπως θέλετε πείτε το, αντλώντας από την παράδοση του «New Hollywood», μας έπεισε για λίγο, άλλους για περισσότερο, ότι ταινίες σαν το «Nebraska» και το «Up in the Air» ή ο κινηματογράφος των αδερφών Coen και του Jim Jarmusch γενικότερα, αποτελούν το νέο κλασικό κινηματογράφο τον οποίο θα τιμήσουν οι επόμενες γενιές κινηματογραφόφιλων. Αυτή είναι μία διαπίστωση εν μέρει σωστή, μονάχα όμως αν συνυπολογίσουμε το γεγονός πως στην Ευρώπη, και αλλού στον κόσμο βέβαια, σίγουρα πάντως στην Ασία,  οι ιδέες, όπως και τα ζόμπι στο Hollywood, δεν πεθαίνουν άπαξ και τις ενταφιάσουμε.

Ο τρόπος, η τεχνοτροπία, η μαγιά γίνονται μνήμη και αναπνέουν (ναι! ακόμα και θαμμένα κάτω από εκατομμύρια τόνους pixel) μέσα στο στόμα μας, μας δίνουν το φιλί της ζωής, μας λένε: before rocknroll, there was polka





No comments:

Post a Comment