25.3.12

Στη Ρουμανία XVIΙ


Σάββατο 31/12/2011, 23:59:49

zehn, neun, acht, sieben, sechs, fünf, vier, drei, zwei, eins, null

Καλή χρονιάαα!! και τα ρέστα. Αλλά και μπουυυ... Βρισκόμαστε στο Kulturhaus στο Βουκουρέστι, παραμονή Πρωτοχρονιάς, και η επιλογή των οικοδεσποτών για αντίστροφη μέτρηση αλά Γερμανικά προκαλεί κάποιες χλιαρές διαμαρτυρίες μεταξύ των macho παρευρισκομένων. Αμέσως μετά, άφθονη δωρεάν φθηνή σαμπάνια ξεδιψά τα λαρύγγια τους. Πνίγηκαν δηλαδή οι διαμαρτυρίες τους στη γνωστή παραζάλη μιας ψευδαισθητικής σαμπανιζέ καλοπέρασης.

Στη Ρουμανία XVI


(μια μέρα πριν τις 28/12 , μεσημεράκι προς απόγευμα)



Casa Poporului

Βγαίνοντας από το Μετρό, λίγα βήματα και μια ζαμπονοτυρόπιτα των 2,5 ρον (θύμιζε αυτές που έτρωγα στο δημοτικό) πιο πέρα, το βλέμμα συναντά, δεν αιχμαλωτίζεται, κάθε άλλο, σίγουρα σκοντάφτει όμως λόγω όγκου, το Casa Poporului. Από το πάρκο μπροστά από την κεντρική είσοδο, ρίχνω ματιές προς το οικοδομικό τέρας που ισοπέδωσε κάτι παραπάνω από μια γειτονιά. Ισοπέδωσε την ιστορία την ίδια. Ένα πανέμορφο κορίτσι περνά από δίπλα μου σε ταχύτητα rollerblade και ίσα που προλαβαίνω να ξεκουράσω το βλέμμα μου που μέλλει να λογαριαστεί μ' ένα τόσο υπέρβαρο κτήνος για απόψε το απόγευμα.

Πρέπει να περπατήσουμε για κάμποσο γύρω γύρω από τον ογκόλιθο μέχρι να φθάσουμε στον προορισμό μας στο αριστερό πλευρό του τέρατος, το Muzeul National de Arta Contemporana. Θα δούμε τα πεπραγμένα των Fluxus στην Γερμανία μεταξύ των ετών 1962-1994, θέαμα for free όπως αποδείχτηκε.

«Πληρώνετε στην έξοδο, απολαύστε πρώτα» μας λέει στο ταμείο μια κυρία. Όταν πια τελείωσε η επίσκεψη μας στην έκθεση και βρεθήκαμε κοντά στην έξοδο του μουσείου, ένα νόημα της μας απέτρεψε από το να την πλησιάσουμε με σκοπό να πληρώσουμε το χρηματικό αντίτιμο της έκθεσης. Είμασταν ελεύθεροι να αποχωρήσουμε με γεμάτες τις τσέπες. Την ευχαριστήσαμε σιωπηλά με ένα χαμόγελο απολαμβάνοντας ιδιαίτερα το γεγονός πως η  αυτόματη εχθρότητα μιας μεσήλικης Ρουμάνας υπαλλήλου προς της μοντέρας τέχνης τα ελευθεριακά και φαινομενικά ακατανότητα καμώματα λειτουργούν προς όφελος του ανυποψίαστου για τούτη την άγρια κόντρα καταναλωτή κουλτούρας.
Κατά τα άλλα, ο έλεγχος στην είσοδο ήταν σχετικά αυστηρός, βρισκόμασταν άλλωστε μια ανάσα από τη Ρουμάνικη Βουλή που φιλοξενείται σε κάποιο άλλο τμήμα του θηρίου, τόση χλιδή και πολυτέλεια δεν μπορούσε να πάει χαμένη μετά το τέλος του καθεστώτος Τσαουσέσκου.

Στην έκθεση ο χρόνος κύλησε ευχάριστα. Ανώδυνα, ίσως. Μια αίθουσα είναι αφιερωμένη στον Joseph Beuys, εκεί ξοδεύουμε τον περισσότερο χρόνο καθώς πιο όμορφο παιδότοπο δεν έχω ξαναματαβρεί. Φορώ ένα ζευγάρι ακουστικά που βρίσκω στην άκρη της ψηλοτάβανης αίθουσας, άναρθρες κραυγές ταράσσουν ευχάριστα τα αυτιά μου. Οι σωριασμένες στο πάτωμα και παρατεταγμένες σε σχηματισμό Y τηλεοράσεις εκπέμπουν επιμόνως παράσιτα και συντονίζονται με τον τρόμο που διοχετεύεται στα αυτιά μου. 

Στη επόμενη αίθουσα θα συναντήσουμε τον Alexandru Solomon και τα ντοκυμαντέρ του, Ρουμάνικης θεματολογίας ως επί το πλείστον (αδέσποτα στο Βουκουρέστι, ο Ion Luca Caragiale, ληστεία σε τράπεζα το μακρινό κομμουνιστικό 1959, ξέφρενα καπιταλιστικά πάρτυ στα χρόνια μετά το '89.) Χαζεύουμε για λίγο τις περιπέτειες των αδέσποτων σκύλων αλλά ο ξύλινος πάγκος δεν βοηθά ιδιαίτερα, ονειρεύομαι μαξιλάρες στο πάτωμα. Ή, ακόμα καλύτερα, εκείνο το δίχτυ που κρεμόταν στον αέρα και εσύ ξάπλωνες αναπαυτικά (συν μαξιλάρες) στο μουσείο Museum Boijmans Van Beuningen στο Ρότερνταμ. Προβάλλονταν βιντεάκια, δύο παιδάκια έπαιξαν ένα μίνι μαξιλαροπόλεμο. 

Στο τέλος μας περιμένει το καφέ στον τελευταίο όροφο. Μπόνους στην απόλαυση ενός φθηνού καφέ φίλτρου, πάντα σκέτου, είναι η θέα από το μεγάλο μπαλκόνι. Ήταν η ώρα της δύσης του ηλίου. Παρατηρώ καλύτερα τις χοντροκομμένες λεπτομέρειες-στολίδια στις μαρμάρινες κολώνες, θυμάμαι την είσοδο του μουσείου (έμοιαζε εντελώς ξεκάρφωτη από το υπόλοιπο κτίριο), αντικρύζω τα γειτονικά κτίρια που στέκουν ολόγυρα από το παλάτι, κτίρια προορισμένα για τους υπασπιστές του καθεστώτος, κτίρια που οριοθετούσαν τη νέα γειτονιά σκεπάζοντας οτιδήποτε έστεκε από πίσω τους. Βρίσκομαι μέσα σε ερείπια του μέλλοντος που δε θα κλαφτούν κι από πολλούς, ερείπια που έπρεπε να δημιουργήσουν άλλα ερείπια ώστε να κερδίσουν τα εκατόν πενήντα χρόνια της δημοσιότητας τους.
(Οι σωροί των ερειπίων διαδέχονται ο ένας τον άλλον στο ρου της ιστορίας. Τα ερείπια αποτελούν μια πένθιμη αντικειμενική πραγματικότητα. Είναι μονάχα η χρονική απόσταση που δύναται να μετριάσει τη θλίψη ώστε να τη μετατρέψει σε περιέργεια για το πεπερασμένο.)

Όσο το κοιτάω καλύτερα, το παλάτι του Τσαουσέσκου αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια μου γι' αυτό ακριβώς που είναι: βαθιά πληγή, παλιά πληγή, πάνω στο Ρουμάνικο σώμα. Το γεγονός ότι αποτελεί τουριστικό προορισμό (και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει;) ρίχνει λίγο λίγο το αλάτι πάνω στην πληγή, οπωσδήποτε ανοιχτή. Αντιλαμβάνομαι πως πολλοί, ή έστω κάποιοι, επισκέπτες είναι ενήμεροι για το κακόγουστο θέαμα και κρατούν για τον εαυτό τους μια απόσταση ασφαλείας από το κτήνος. Κι όμως, η μεταμοντέρνα θηριωδία της αποδοχής του γκροτέσκου μετά «κατανόησης» και χαλαρής διάθεσης, ανεπαίσθητης ειρωνίας και ωφελιμιστικής οικειοποίησης, δεν σε βοηθά να αποφύγεις το μοιραίο: το σοκ των αισθήσεων.

Συνεχίζω να ατενίζω τη θέα. Ένα μεγάλο εργοτάξιο βρίσκεται στην ουρά του τέρατος του Τσαουσέσκου, αναρωτιέμαι προς τι όλο αυτό το σκάψιμο και οι γερανοί. Τα νέα καταφθάνουν γρήγορα στα αυτιά μου αφού πάρω τη βοήθεια του προσωπικού στο καφέ. Ένα νέο ΤΕΡΑΣ ετοιμάζεται να υψωθεί δίπλα ακριβώς από τη μεγάλη πληγή της πόλης, το παλάτι του Τσαουσέκσου όπου βρισκόμαστε δηλαδή, αποδεικνύοντας περίτρανα πως ο καρκίνος έχει κάνει μετάσταση. Μια νέα πληγή θα ανοίξει στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας με την κατασκευή του Romanian People’s Salvation Cathedral, το μεγαλόπρεπο νέο καθεδρικό της πόλης δηλαδή. Ο νέος Καθεδρικός ναός του Βουκουρεστίου αναμένεται να ξεπεράσει σε ύψος το Casa Poporului ενώ ο προαύλιος χώρος του θα είναι μια αντιγραφή της πλατείας του Άγιου Πέτρου στο Βατικανό. Ο μεγαλύτερος ορθόδοξος ναός του κόσμου αναμένεται να στοιχίσει πολύ ακριβά σε όλους εκείνους που ονειρεύονται μεγαλύτερη σύγκλιση με την Ευρώπη και τις δικές της... πολεοδομικές προτεραιότητες. 

Έχει δύσει πια ο ήλιος, και συνεχίζω να γυρνώ σε μια πόλη που όσο την διασχίζω με τα πόδια, τόσο εξασθενεί η ανάμνηση της εικόνας “picturesque Amsterdam”. After all, Amsterdam is not that beautiful, it's just tidy. 





17.3.12

Στη Ρουμανία XV


Τετάρτη 28/12/2011, 17:30

Κοιτάω τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Vlad Columbeanu για το Ρουμάνικο 1989. Ο φακός του Columbeanu δεν εστιάζει μόνο στις ταραγμένες και σχετικά αιματηρές μέρες των Χριστουγέννων του '89. Καταγράφει επίσης και το χειμώνα και την άνοιξη του '90, τότε που διαδηλώσεις και οδομαχίες έδιναν και έπαιρναν (έδιναν = μάχες κατά του σχεδόν καθολικά άφθαρτου παλαιού, και μασκαρεμένου σε νέο, καθεστώτος / έπαιρναν = μερικές ανθρώπινες ζωές και πάμπολλες ελπίδες). Ανθρακωρύχοι κατέφθαναν στο Βουκουρέστι κατά χιλιάδες μέσα σε ειδικά ναυλωμένα τρένα, και μία και δύο και τρεις συνολικά φορές, με σκοπό να καταπνίξουν φοιτητές και διαμαρτυρόμενους που δεν αρκέστηκαν στο συμβολικό γεγονός της θανάτωσης ενός πραγματικού αλλόφρονα, λίγους μήνες πριν. Επιζητούσαν το θάνατο του παλαιού κόσμου, πότε βίαια και πότε ειρηνικά, μα έμελλε να συναντήσουν τον πρόωρο θάνατο των ελπίδων τους υπό το βάρος ενός σχεδίου σε σύλληψη Securitate και εκτέλεση διά χειρός ανθρακωρύχων. “We work, we don't think!” το σύνθημα τους.

Βρισκόμαστε στο Museum of the Romanian Peasant, ενδιαφέρον, αλλά όχι τόσο όσο το πιο διάσημο αδελφάκι του ονόματι Village Museum. Κακοστημένη η έκθεση, άδεια η αίθουσα, βαριεστημένη και η υπάλληλος η οποία ακούει διακριτικά μουσική σε ένα ραδιοφωνάκι. Φαίνεται να σνομπάρει την έκθεση όσο κι η ταμίας στο μουσείο μοντέρνας τέχνης του Βουκουρεστίου αδιαφορούσε για τα τεκταινόμενα εντός των αχανών αιθουσών.

Με ρωτάει κάποιος: «έτσι δείχνουν οι διαδηλώσεις στην Αθήνα σήμερα;» Κοιτάω καλύτερα. «Όχι, δε μοιάζουν έτσι» απαντώ. Το πλήθος που κοιτώ σε άσπρο-μαύρο, δε μοιάζει μετέωρο. Γνώριζαν πως κάτι συνταρακτικό είχε συμβεί, είχε πέσει ο τύραννος. (Δεν γνώριζαν πάντως πως αυτό που συνέβη τότε δεν ονομάζεται, και με την ασφάλεια μιας απόστασης είκοσι τριών χρόνων πια, επανάσταση.) 

«Στην Ελλάδα αυτό που συνέβη, παρότι ονοματίζεται πλουσιοπάροχα ανάλογα με την μυωπική οπτική γωνία του καθενός, συνέβη εν αγνοία μας».




19.2.12

Στη Ρουμανία XIV


Παρασκευή 23/12/2011, 12:00

Στο Στόμα του Κόκκινου Δράκου      
(η συνέχεια)



Είχε πια μεσημεριάσει. Αναζητώ μια Κινέζικη λιχουδιά μα τελικά συμβιβάζομαι με μια κρεατόπιτα των τεσσάρων ρον. Τρώω βιαστικά σε ένα παγκάκι προσέχοντας ταυτόχρονα την πραμάτεια ενός Κινέζου ο οποίος και με ευχαριστεί έπειτα μέσα από την καρδιά του. Κατόπιν κατευθύνομαι προς το εμπορικό κέντρο που δεσπόζει ανάσε στις αποθήκες, το μόνο κτίριο στο χώρο που φέρνει στο νου ένα νορμάλ εμπορικό που επισκέπτεσαι με τη μητέρα σου στην γειτονιά της Αθήνας που μεγάλωσες. Έξω από το εμπορικό κέντρο συναντάμε ένα μίνι παγοδρόμιο, μια επίσης μίνι παιδική χαρά που είναι όμως τελείως άδεια, όπως και το παγοδρόμιο δηλαδή, καθώς και μια φάτνη με τους ήρωες ενός παμπάλαιου παραμυθιού να χαμογελάνε ανέμελα.

Δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο το εμπορικό, δύο όροφοι μόνο χωρίς ιδιαίτερο πλάτος. Στα δεξιά καθώς μπαίνουμε βρίσκεται ένα bowling με τοίχους που θα ξάφνιαζαν ευχάριστα έναν φαν του David Lynch, ίσως και τον ίδιο εδώ που τα λέμε. (Λάτρης του Bob's Big Boy restaurant μεταξύ άλλων σκατολοϊδίων. Επί σειρά ετών δεν έχασε ποτέ το μεσημεριανό του ραντεβού με τον εαυτό του σ' ένα απ΄αυτά τα πολύχρωμα Αμερικάνικα diner με τα δερμάτινα καθίσματα που σερβίρουν καφέ φίλτρου, ντόνατς καθώς και το πιο ανθυγιεινό πρωϊνό που συνέλαβε ποτέ ανθρώπινος νους, αυτό με τα αυγά και το μπέικον μεταξύ άλλων. Έπαιρνε πάντα milkshake.) Πανδαισία χρωμάτων, μια Μέριλυν να σε κοιτά λάγνα, η Αμερικάνικη έρημος με σύμβολο τον κάκτο, ένας αετός περήφανος, Αμερικάνος κι αυτός, δε θυμάμαι αν ξετρύπωσα και τον Έλβις που ζει άλλωστε για πάντα μέσα στις καρδιές μας. 

Απολαμβάνω τις ωραίες τούτες στιγμές μα ταυτόχρονα νοιώθω άβολα με τους ανθρώπους που τους έχει ανατεθεί η φύλαξη του χώρου, «ούτε σε πρεσβεία να ήμουν» σκέφτομαι. 

(Το ίδιο συναίσθημα ένοιωσα και σε κάποια από τα μουσεία που επισκέφθηκα στο Βουκουρέστι με τους φύλακες να ακολουθούν κάθε σου βήμα στα συνήθως άδεια από επισκέπτες δωμάτια. Σ' αυτό το σημείο θαρρώ πως αξίζει να αναφέρω πως στα περισσότερα από τα μουσεία που επισκέφθηκα τα φώτα άναβαν με την είσοδο μας στο χώρο και έσβηναν με την έξοδο μας απ' αυτόν, χειροκίνητα εννοείται. «Κάνουν οικονομία, αααχ αυτή η κρίση» σκέφτηκα. Ίσως πάλι να ευθυνόταν αυτός ο προσανατολισμός της σκέψης μας προς την κρίση, τώρα που σύνορα δεν γνωρίζουν πια, οι σκέψεις περί κρίσης αλλά και οι διεθνείς κρίσεις, ο οποίος καταδυναστεύει, λιγοστεύει, την σκέψη μου και ο οποίος με οδήγησε άλλωστε σε ένα αβασάνιστο συμπέρασμα. Είμαι πεπεισμένος, κατόπιν εορτής πια [όπου γιορτή βάλε επίσκεψη σε μουσείο], πως υπάρχει άλλη λογική εξήγηση για το σβήσιμο των φώτων όπως είμαι σίγουρος ότι μου ήταν αδύνατο να την προκρίνω στο στίβο των αστήριχτων υποθέσεων που έκανα εκείνο το μεσημέρι. Ακόμα δυσκολεύομαι δηλαδή.)

Είναι όλοι τους Ρουμάνοι. Γκαρσόνια της Ευρώπης κάποιοι στον Νότο, security αυτοί. Κατ' αυτόν τον τρόπο μάλιστα κεφαλοποιούν και την μακρά παράδοση της περιβόητης Securitate που άλλωστε ανήκει σε εκείνους τους παίκτες που δεν έχασαν απολύτως τίποτα σε εκείνη τη ζαριά του μακρινού Δεκέμβρη του 1989. Πώς θα μπορούσε να συμβεί άλλωστε; Όλα συνέχισαν να δουλεύουν ρολόι, ήταν τα ονόματα και οι ταμπέλες μονάχα που άλλαξαν. Οι διευθύνσεις παρέμειναν οι ίδιες. 

Στον δεύτερο όροφο συναντώ τρία junk φαγάδικα, ένα Κινέζικο, ένα Λυβικό και ένα Ρουμάνικο. Η παρουσία της Λιβύης μάλιστα δεν θα έπρεπε να παραξενεύει κανέναν. Η πάλαι ποτέ κομμουνιστική Ρουμανία πουλούσε στα κρυφά όπλα στον Καντάφι εκείνα τα χρόνια, όπως έκανε άλλωστε και με λογής λογής επαναστατικές οργανώσεις και χώρες του Αραβικού κόσμου. Οι ίδιοι οι Ρουμάνοι τα κατασκεύαζαν επίσης στα κρυφά σε εργοστάσια βιτρίνες, ή και εργοστάσια δύο ταχυτήτων.

Δεν τρώω, εννοείται, τίποτις. Αφότου απογοητεύομαι από ένα Κινέζικο μίνι μάρκετ στο οποίο δεν βρήκα κάτι που να μην είναι κατεψυγμένο φαΐ βγαίνω έξω για τσιγάρο. Κρύο πολύ, ως συνήθως. Κοιτώ τις μεγάλου μεγέθους κορνιζαρισμένες φωτογραφίες που διακοσμούν το εντελώς βαρετό, μάλλον απαίσιο, κτίριο: μια χαρούμενη οικογένεια Κινέζων επιστρέφει από τα ψώνια κρατώντας σακούλες, το μικρό κοριτσάκι σχεδόν χορεύει· ένας δρόμος γεμάτος από νέον φώτα και εμπορικές πινακίδες, μάλλον κάπου στην Σανγκάη· το Σινικό Τοίχος· ουρανοξύστες στο Πεκίνο. Τέλος, από την είσοδο της «Απαγορευμένης Πόλης» με κοιτά επίπονα ο Μεγάλος Τιμονιέρης.









17.2.12

Στη Ρουμανία ΧΙII


Παρασκευή 23/12/2011, 07:15


Στο Στόμα του Κόκκινου Δράκου 

Δεν έχει ξημερώσει ακόμα και οδηγούμε μέσα στην ομίχλη σ’ ένα δρόμο που διασχίζει μεγάλο μέρος μιας έκτασης εξήντα εκταρίων. Έχει κίνηση. Κοιτώντας έξω από το αυτοκίνητο, είτε δεξιά είτε αριστερά, η όποια θέα αποκρύπτεται καθώς ο δρόμος είναι περιφραγμένος και από τις δυο πλευρές με κιγκλιδώματα. Είναι ντυμένα με ένα πανί που απεικονίζει ένα γκρι τοίχο. Η αρμονία που  σχηματίζουν αμέτρητα γκρι τουβλάκια διαταράσσεται μόνο από μια διαφήμιση που απεικονίζει έναν κόκκινο δράκο. Σκέφτομαι εκείνο το σφυρί των Pink Floyd που γκρεμίζει τον τοίχο της εξουσίας ενόσω ο κόκκινος δράκος με κοιτά απειλητικά. Αναρωτιέμαι προς στιγμήν αν διαβάζει τις σκέψεις μου. 

Βρισκόμαστε στο μέρος που οι ντόπιοι, σε μια επίδειξη καλού χιούμορ, συνήθιζαν να αποκαλούν περιπαικτικά «Europa». Ήταν αρχές δεκαετίας του ’90 και οι Ρουμάνοι είχαν αποκτήσει πια δικαίωμα στο όνειρο, το Ευρωπαϊκό όνειρο συγκεκριμένα, αφότου είχαν προσφάτως ξεφορτωθεί για τα καλά, ή έτσι τουλάχιστον πίστευαν, την νομεκλατούρα του Τσαουσέσκου μαζί με την περιβόητη Securitate. Κάθε αρχή και δύσκολη βέβαια.

Η «Ευρώπη» λοιπόν ήταν μια μεγάλη έκταση γης βορειοανατολικά του Βουκουρεστίου με κύριο χαρακτηριστικό την λάσπη και τα μεταλλικά παραπήγματα.  Εκεί ανθούσε το παράνομο εμπόριο Κινέζων μεταναστών σε συνθήκες δύσκολες και επικίνδυνες γι’ αυτούς αλλά και για τους πελάτες τους. Με άλλα λόγια, ήταν μια περιοχή στον αντίποδα του Ευρωπαϊκού ονείρου των Ρουμάνων, οι ντόποιοι θα έπρεπε να περιμένουν κάποια χρόνια ακόμα έως ότου ανεγερθούν τα πρώτα γιγαντιαία αστραφτερά εμπορικά κέντρα. 

Στις μέρες μας, η «Ευρώπη» έχει εκσυγχρονιστεί χάνοντας παράλληλα το ανεπίσημο όνομα της μιας και έχει μετατραπεί σε ένα ασφαλές «Κινέζικο κρατίδιο» από συνθετικά υφάσματα και όχι μόνο. Τα εξήντα εκτάρια της πρώην «Ευρώπης» περιλαμβάνουν μια δομημένη επιφάνεια 200.000 τ.μ. και 5.500 μαγαζιά. Το όνομα της είναι πλέον Dragonul Rosu, ή ο Κόκκινος Δράκος. 

Μια σειρά από ορθογώνια μεταλλικά κουτιά-αποθήκες στοιβάζουν εκατοντάδες εμπόρους (Κινέζους-Ρουμάνους-Άραβες και άλλους), που πουλούν, χονδρική κυρίως, τόνους εμπορευμάτων που καταφθάνουν από Κινέζικα εργοστάσια (επίσης Τούρκικα και άλλα). Φυσικά, κάποια προϊόντα είναι λαθραία, πόσα ακριβώς δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς. Τίποτα δεν θυμίζει ωστόσο τις επικίνδυνες μέρες της «Ευρώπης».

Χριστουγεννιάτικα τραγούδια ξεχύνονται ασταμάτητα από το αφρισμένο στόμα του δράκου, ξέρετε, τα γνωστά Αμερικάνικα. Πλαστικό παντού: χριστουγεννιάτικα δέντρα, στολίδια, κάγκελα, αλυσίδες διαχωριστικές, κολώνες, χαμόγελα, όλα πλαστικά, όλα εφήμερα. Φέτος, λίγο πριν το καλοκαίρι, μια φωτιά που ξέσπασε από απρόσεκτο καπνιστή, απ' ό,τι λέγεται επίσημα τουλάχιστον, έκαιγε πλαστικό για τρεις μέρες. Και σήμερα πάντως βλέπεις τσιγάρα να ανάβουν στη ζούλα από χαρμάνηδες εργαζόμενους.

Καθώς περπατώ στους ιδιαίτερα στενούς διαδρόμους των αποθηκών κόσμος πάει και έρχεται σε ταχύτητες που αγχώνουν έναν ανέμελο επισκέπτη γεμάτο περιέργεια σαν και του λόγου μου. Δείχνω ιδιαίτερη προσοχή στους εργαζόμενους που σπρώχνουν μετά πολύ κόπου εμπορεύματα πάνω σε καρότσια πλατφόρμες. Συνειδητοποιώ γρήγορα πως έχουν απόλυτη προτεραιότητα στην κυκλοφορία, αιωνίως πράσινο το φανάρι γι' αυτούς, μονίμως να περνάς με κόκκινο εσύ. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε περίπτωση να κόψει ταχύτητα αν τυχόν και βρισκόσουν κατά λάθος στον δρόμο του. Δεν θα ΄λεγα ψέμματα πως απειλούνταν η σωματική μου ακεραιότητα. «Ίσως να σχετίζεται με το efficiency όλο αυτό» σκέφτηκα και συνέχισα πιο προσεκτικός πλέον το δρόμο μου. Χιλιάδες μαγαζιά-τρύπες στέκονται παρατεταγμένα στην σειρά με έναν αριθμό να ξεχωρίζει το ένα από το άλλο. Αραιά και που συναντάς και μια πινακίδα-brandname.

Ανάμεσα στα θλιβερά αυτά κτίσματα εκατοντάδες άνθρωποι κυκλοφορούν αναζητώντας το αυτοκίνητο τους στο αχανές πάρκινγκ. Φορτωμένοι με μαύρες ή και διάφανες σακούλες με εμπόρευμα, βιάζονται να ξεκινήσουν το ταξίδι της επιστροφής. Έμποροι από όλη την χώρα έρχονται εδώ για τα ψώνια τους. Ξεκινάνε από νωρίς τα χαράματα, ο δράκος άλλωστε ανοίγει το στόμα του λίγο μετά τις 04:00 το πρωί και διατηρεί την καυτή του ανάσα έως και τις 14:00 το μεσημέρι περίπου. Κάπου παίρνει το μάτι μου κι ένα σταθευμένο λεωφορείο. Είναι το λεωφορείο του Κόκκινου Δράκου που σε μεταφέρει από το κέντρο του Βουκουρεστίου στον Κινέζικο παράδεισο. Δωρεάν. 

Ήταν η πρώτη προσπάθεια κατασκευής μιας Chinatown, όπως αναιδώς είχαν βιαστεί να ονομάσουν οι ιθύνοντες τούτο το εμπορικό κέντρο που εγκαινιάστηκε το 2004. Υπάρχουν όμως σχέδια, καθώς και Ρουμάνικα-Κινέζικα κεφάλαια, για μια διόλου ευκαταφρόνητη επιχειρηματική επένδυση που προβλέπουν την κατασκευή ενός οικιστικού συγκροτήματος δώδεκα οικοδομικών τετραγώνων που θα περιλαμβάνει εξακόσια διαμερισμάτα καθώς και ένα νηπιαγωγείο και ένα σχολείο.

Δίπλα σ' αυτά τα ενδιαφέροντα, το καλοκαίρι του 2011, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας*, εγκαινίασε μια άλλη «Κινέζικη Πόλη», αυτή τη φορά στο γειτονικό Afumaţi, δεκαέξι χιλιόμετρα από το Βουκουρέστι. Η μεγαλύτερη Chinatown της Ευρώπης τη δεδομένη στιγμή, όπως τη διαφημίζουν τουλάχιστον, απλώνεται σε μία έκταση σαράντα εκταρίων όπου μέχρι το 2020 θα περιλαμβάνει 3.200 μαγαζιά, 1.380 αποθηκευτικούς χώρους και 300 παραδοσιακές Κινέζικες κατοικίες. Τέλος, δεκαπέντε χιλιάδες οικογένειες αναμένεται να βολευτούν στα πέριξ. 







* Είχαμε αλλαγή φρουράς μόλις στις 9 του Φλεβάρη του 2012. Ο νέος, στην κυριολεξία, είναι μόλις 43 ετών, πρωθυπουργός ονόματι Mihai Răzvan Ungureanu αξίζει μια σύντομη αναφορά καθότι μέχρι πρότινος ήταν επικεφαλής του Foreign Intelligent Service της Ρουμανίας ενώ στη μία και μοναδική φωτογραφία του στη Wikipedia τον συναντά κανείς χέρι χέρι με το αλήστου μνήμης γεράκι ονόματι Condoleezza Rice. Ομορφιές.