25.3.11

a scam


Είναι αρκούντως ενοχλητική η «Αμερικανίλα» του Quentin Tarantino στο Inglourious Basterds (2009)? Ναι, είναι. Ο Tarantino είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να κατανοήσει την ιστορία. Αν θέλουμε να το πούμε καλύτερα, είναι ο άνθρωπος που πασχίζοντας να κατανοήσει κάποια ψήγματα αλήθειας που αυτή μας προσφέρει ύστερα από την επίπονη δοκιμασία να μελετήσουμε τα ψίχουλα της (βιβλία και τα ρέστα), τρώει τα μούτρα του παταγωδώς.

 Δε θα είμασταν τόσο σκληροί μαζί του αν δεν ακολουθούσε από πλευράς του μια παιδιάστικη, αυτιστική αντίδραση που θυμίζει μια βρωμερή πορδή. Αέρας κοπανιστός δηλαδή, προορισμένος να αντέξει μια τόση δα χρονική στιγμή κατά την οποία αποσπά ετσιθελικά την προσοχή μας. Οι μάτσο ονειρώξεις με ρόπαλα του μπέιζμπολ (ναι ναι, το υπονομεύει κιόλας αυτοσαρκαζόμενος, μα ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας πια, πρόκειται περί μιας άδειας χειρονομίας), φέρνουν στο νου ένα ελαφρώς συμπλεγματικό Αμερικάνο έφηβο. Αν όχι συμπλεγματικό, τότε έναν Αμερικάνο έφηβο που όσο δικαιολογητικά και να του δώσεις για το ανέμελο και αναρχικό της ηλικίας του, οφείλεις να παραδεχτείς πως δεν τον αντέχεις ούτε λεπτό δίπλα σου.

 Αν σκεφτείς ότι βάζει μια παρέα από αλάνια του Μπρονξ να εξολοθρεύουν όλους μαζί τους κακούς ναζί, αν το σκεφτείς αυτό έτσι από μόνο του, βγάλε την κινηματογράφηση, είναι εξωφρενικό. Είναι ο θρίαμβος του Jean Baudrillard:

So it is enough to reverse the idea of a mass alienated by the media to evaluate how much the whole universe of the media, and perhaps the whole technical universe, is the result of a secret strategy of this mass which is claimed to be alienated, of a secret form of the refusal of will, of an in-voluntary challenge to everything which was demanded of the subject by philosophy — that is to say, to all rationality of choice and to all exercise of will, of knowledge, and of liberty.[...] We have always had a sad vision of the masses (alienated), a sad vision of the unconscious (repressed). On all our philosophy weighs this sad correlation. Even if only for a change, it would be interesting to conceive the mass, the object-mass, as the repository of a finally delusive, illusive, and allusive strategy, the correlative of an ironic, joyful, and seductive unconscious.[1]

 Αυτή η γενναιόδωρη κίνηση του Baudrillard βρίσκει την εφαρμογή της στο κακόγουστο αστείο του Αμερικάνου σκηνοθέτη που φυσικά δρα ως ένας από τη μάζα (δε ξεχωρίζει από αυτή, αναδύεται ίσα για μια στιγμή πριν καταδυθεί ξανά στην ασφάλεια της). Το σημείο εκκίνησης μοιάζει να είναι σωστό: πως να ξεφύγεις από τη σκληρή μοίρα που θέλει να σε καθηλώσει στη μάζα, αιωνίως επίπεδος. Αυτά τα πράγματα όμως λειτουργούν κάπως διαφορετικά. Η υπόθεση εργασίας του Γάλλου θεωρητικού αποτελεί ένα φάρο κατανόησης των πραγμάτων και όχι ένα κάποιο manual του πως να γίνεις δημιουργός. Ούτε αποτελεί ένα παυσίπονο, να διασκεδάσεις δηλαδή τον πόνο της αισθητικής σου φτώχειας. Αν φτάσεις να ενεργείς σύμφωνα με ένα πρόταγμα το οποίο έχει ισχύ τοπική και ειδική, καμιά φορά αποτελεί και ολόκληρο μια όμορφη και επιδέξια μεταφορά, κάποια άλλη φορά αποτελεί απλά την αποδόμηση ενός άλλους ψέματος χωρίς αυτό να σημαίνει πως αυτό δεν είναι επίσης ένα ψέμα, ψέμα αποδομητικό, τότε απέχεις από τη δημιουργία τόσο μακριά όσο και από την αλήθεια.

 Γιατί κάπως έτσι θα σου είναι πολύ εύκολο να φθάσεις στη διαπίστωση πως η μάζα επέλεξε την πανωλεθρία της μιας χούφτας παρανοικών αρχιΝαζί θέλοντας να βάλει ένα συμβολικό θριαμβευτικό τέλος στο βάσανο της μνήμης του ολέθρου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Έτσι έπρεπε να έρθει το τέλος τους, σαν ένα κακόγουστο αστείο. Σαν να ήταν η ιστορία ένα κακόγουστο αστείο που έλαβε χώρα σε ένα σινεμά. Σαν να ήταν η ιστορία το προνομιακό πεδίο μιας χούφτας «τρελών» που αποτελείται από αδίστακτους Ναζί, δικτάτορες της Αφρικής σαν τον «τελευταίο βασιλιά της Σκωτίας» στην... Ουγκάντα, Ιντί Αμίν, και τον πρασινοαίματο Καντάφι, τζογαδόρους της Wall Street, πολεμαχορείς neo-con Αμερικάνους, νευροεπιστήμονες που επιθύμησαν τη θέση του Θεού, και άλλους διάφορους.

 Αποτελεί η ιστορία το προνομιακό πεδίο αυτών των ολίγων ισχυρών «αρχιτρελών»; Όχι. Είμαστε άλλωστε ένα σώμα. Ένα άρρωστο σώμα. Δεν αρρώστησε έτσι ξαφνικά∙ υφίσταται μονάχα κατ' αυτόν τον τρόπο. Πορεύεται αιωνίως άρρωστο. Το κρανίο αυτοί οι ολίγοι ισχυροί, η μάζα οι τρίχες του. Κι όταν αποφασίζει να ξυριστεί το κεφάλι, πάρτους κάτω να κείτονται νεκροί. Η σκέψη όμως δεν ανήκει σε κανέναν από τους δύο. Δεν είναι οι πρώτοι οι πανούργοι εκφυλιστές της ανθρωπότητας. Δεν είναι η μάζα το πανούργο υποσυνείδητο που εκφράζεται παιχνιδιάρικα ανατρέποντας το σκηνικό. Είναι τα δυο τους το σώμα στο οποίο όμως απουσιάζει η σκέψη, προνόμιο των λιγοστών, όχι ισχυρών «αρχιτρελών», μα των άλλων, των πραγματικών τρελών: αυτών που βλέπουν εκείνο που δεν υπάρχει και το μορφοποιούν. Κατά το δοκούν φυσικά (δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς). Προσπαθώντας να το εμφυτεύσουν στο σώμα, αποτυχάνουν παταγωδώς∙ πάντοτε (δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς).

 Αποτελεί η δημιουργική προσπάθεια του Tarantino μια κάποια ανακούφιση στο πονεμένο σώμα της μάζας; Όχι. Αυτό γιατί ένας καλλιτέχνης αναζητεί την αλήθεια. Κατασκευάζει, σχεδιάζει, εφευρίσκει αυτό που δεν υπάρχει, αυτό που δεν είναι ορατό από τους άλλους. Ο δημιουργός σχετίζεται με τη μεταφορά, με τη σύνθεση∙ απασχολεί τον εαυτό του με την επιτυχία μιας σύνδεσης φαινομενικά ασύνδετων μεταξύ τους αντικειμένων-ιδεών. Ο δημιουργός ζει, συνήθως, αλλού. Υπό αυτήν την έννοια ο Baudrillard είναι ο μόνος καλλιτέχνης της υπόθεσης. Ο Tarantino είναι χαμένος, εντελώς, στο λαβύρινθο της μετάφρασης του «ειρωνικού, παιχνιδιάρικου, σαγηνευτικού υποσυνείδητου του». Αποτελεί μονάχα τη βαρετή, αρκετά βαρετή, επανάληψη της στιγμής της δημιουργίας. Είναι ο ίδιος ένα ακόμα κακόγουστο αστείο.
 
 Ο θεωρητικός έγινε καλλιτέχνης. Ο καλλιτέχνης βρίσκεται lost in translation (with a little help of our joyful times). Και η σκέψη έμεινε ορφανή. Για τώρα.


[1] Baudrillard, Jean. Jean Baudrillard: Selected Writings. Stanford Univ Pr, 1988. Print, p.215, 217.  




 

17.3.11

a visit






[When I was younger, I felt like inhabiting this song. Later on, as I grew older, I realized how crowded it would be so, naturally, I changed my mind. Still, it always feels great to visit.]


Busy at home I was happy for a while But the joke is over // In this elegant chaos I stand to one side // It’s neither one thing or the other My big fear Is to dig it at last And have it taken away // Did I learn to breathe to be killed like this? Faces to the glass I see them televise my death Oh, and here comes the part Where I break down and cry // People I see Just remind me of mooing Like a cow on the grass And that’s not to say That there’s anything wrong With being a cow anyway // But people are people With the added advantage Of the spoken word We’re getting on fine But I feel more of a man When I get with the herd.



10.3.11

III. Στους δρόμους





Αντι-εξουσιαστές

 Εντός του παιχνιδιού αυτού που περιγράφουμε, βρίσκονται και οι αντι-εξουσιαστές. Οι κανόνες του παιχνιδιού, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν καθορίζονται από δαύτους. Αυτοί λειτουργούν σαν δρώντα υποκείμενα μεν, στη σκακιέρα αλλωνών όμως. Το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους της πορείας, άλλωστε.

 Τη στιγμή που οι κλώνοι εκσφεδόνισαν τα πρώτα πυρομαχικά στο κάτω μέρος της πλατείας, δε βρίσκονταν μόνοι τους. Στις μάχες που ακολούθησαν, πολλοί μαυροφορεμένοι με αντι-ασφυξιογόνες μάσκες ρίχνονταν με πάθος στο παιχνίδι φυσική εξόντωση του εχθρού – δολιοφθορές στο σύστημα εξουσίας. Να ισχυριστεί κανείς πως η δράση των αντι-εξουσιαστών καθορίζεται πάντοτε από την πρωτοβουλία των εργαζόμενων κλώνων τους, ή έστω ότι επισκιάζεται πλήρως απ’ αυτή, θα ήταν σχεδόν παράλογο.

  Στο Σιάτλ, το 1999, κατά τη διάρκεια των απαραίτητων συνεννοήσεων των οργανωτών των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας με την ηγεσία της αστυνομίας, είχε συμφωνηθεί ο αριθμός των συλλήψεων αφότου οι διαδηλωτές θα εξασκούνταν στο πατροπαράδοτο sit-in. Τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά τελικά, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Στην Ελλάδα, και παρότι δεν υπάρχει μια τέτοιου είδους συννενόηση, δείχνει να υφίσταται μια ανάλογη αντιστοιχία. Η δράση των μπαχαλάκηδων, που όπως αναφέραμε ήδη, σχηματίζονται άτυπα από διάφορες ξεχωριστές μεταξύ τους κατηγορίες ενδιαφερομένων, μοιάζει να είναι νομιμοποιημένη κατά τον ίδιο τρόπο, είναι σαν να υπάρχει μια ανείπωτη συνεννόηση μεταξύ των δύο ενδιαφερόμενων μερών δηλαδή. Όπως και στο παράδειγμα made in USA, έτσι και εδώ, τα όρια μιας εκδήλωσης διαμαρτυρίας φανερώνονται στενά. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα, ζούμε σε κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, πρώην εύπορες κιόλας, άλλωστε με ότι συνεπάγεται αυτό για τη χαλάρωση των αγωνιστικών αντανακλαστικών μιας κοινωνίας.

 Ωστόσο, μετά το Δεκέμβρη, και αφότου ο όρος αντι-εξουσιαστής έφθασε κοντά στο να γίνει ακόμα και αποκριάτικη φορεσιά, τα αντανακλαστικά της οργής έγιναν περισσότερο ελαστικά. Στις πορείες σωρό από νεανίες υποδύονται τον αντι-εξουσιαστή της γειτονιάς σας, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, είναι ωστόσο ένα στοιχείο που εκμεταλλεύεται το αντίπαλο στρατόπεδο.

 Ξέχωρα από τους κλώνους κομάντο αντι-εξουσιαστές, λογής λογής νεανίες και κορασίδες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το μπουλούκι που έπιασε ο φακός της κάμερας στην πορεία της 6ης Δεκέμβρη, ξαμολύονται ανάμεσα στο σώμα της πορείας διαρρηγνύοντας τη με έναν αποτελεσματικό τρόπο. Ίσως να ήταν ακραίο να ισχυριστεί κανείς ότι η αστυνομία επιθυμεί να δυσφημήσει στο ευρύ κοινό μια εκ κατασκευής μη φιλική οντότητα για τα ήθη των νοικοκυραίων. Ωστόσο, καταφέρνει αποτελεσματικά να σπείρει τον καρπό της αμφιβολίας ανάμεσα στους πρωταγωνιστές∙ επιτυγχάνει να ιδιοποιηθεί, καταστρέφοντας το ταυτόχρονα, το κέρδος, μιλάμε αυστηρά σε όρους πολιτικής του δρόμου, του Δεκέμβρη: μάχιμους νέους, έτοιμους για αντιπαράθεση με τον αντίπαλο. Νέους σαν τους μαθητές στην πορεία της 6ης Δεκέμβρη, όταν και παρέμειναν μεταξύ της εισόδου του Μετρό και της πλατεία Συντάγματος έως αργά το απόγευμα παίζοντας πετροπόλεμο με τα ΜΑΤ σε ένα παιχνίδι με σίγουρο νικητή την αντίπαλη πλευρά. Ήταν το πάθος.

 Η ομάδα των κλώνων που εθεάθη από το πλήθος αποτελεί την τρομακτική παραμορφωμένη εικόνα αυτών των μαθητών (έχει μια ολοφάνερη πρακτική λειτουργία, αυτή του σκιάχτρου) ∙ οι αδέσποτοι αστυνομικοί με πολιτικά ετών 19, ενσαρκώνουν τον υποσυνείδητο φόβο των συμμετοχόντων με βλέψεις συγκρουσιακές.

 Το συνεπαγόμενο κλείδωμα της πιθανότητας μαζικής εξεγερσιακής έκφρασης του πλήθους, ούτως ή άλλως μακρινό σενάριο βέβαια, όπως αυτό διαμορφώνεται από την αυξανόμενη αποτελεσματικότητα των δυνάμεων της τάξης και ασφάλειας, θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για επαναδιαπραγμάτευση των όρων λειτουργίας της αντίστασης κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης από την πλευρά του μάχιμου συγκρουσιακού κομματιού του. Η συγκρουσιακή βία κατά τη διάρκεια μιας πορείας λειτουργεί ανασταλτικά, ο κλεφτοπόλεμος μπορεί να πάρει άλλες μορφές στο χώρο. Να, κάπως έτσι:

We have already rejected any idea of a frontal attack. Mind cannot withstand matter (brute force) in open battle. It is rather a question of perceiving clearly and without prejudice what are the forces that are at work in the world and out of whose interaction tomorrow must come to be; and then, calmly, without indignation, by a kind of mental ju-jitsu that is ours by virtue of intelligence, of modifying, correcting, polluting, deflecting, corrupting, eroding, outflanking . . . inspiring what we might call the invisible insurrection. It will come on the mass of men, if it comes at all, not as something they have voted for, fought for, but like the changing season; they will find themselves in and stimulated by the situation consciously at last to recreate it within and without as their own.[i]




Μετά την πορεία

 Η Δεκεμβριανή κληρονομιά του σαμποτάζ, βλ. σαμποτάζ στα ακυρωτικά μηχανήματα των Μ.Μ.Μ., είναι κάτι στο οποίο θα μπορούσαμε να στρέψουμε την προσοχή μας. Σ’ αυτό πάνω, απαιτείται αυξημένη προσοχή όμως, για διαφορετικούς λόγους αυτήν τη φορά. Το κίνημα “Δεν Πληρώνω” που βγήκε στον αφρό τελευταία, όσο πετυχημένο κι αν φαίνεται, κατά τόπους ήταν κιόλας, βλ. τις περιπτώσεις με τα διόδια στα Βόρεια Προάστια όπου γίνηκε γνωστό το πρόβλημα (η κλεψιά), φανερώνει ένα φαινόμενο κομματάκι σύγχρονο.

 Το θέμα της διαφάνειας μοιάζει να είναι επιτακτικό αίτημα, είτε από τη πλευρά της δημοσιογραφίας των πολιτών, είτε ψευδεπίγραφα από την πλευρά της εξουσίας του Παπανδρέου (e-government). Όσο όμως το Twitter αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για περιπτώσεις όπως της Αιγύπτου όπου το μπλακ άουτ συσκότιζε την κατάσταση, άλλο τόσο φαντάζει εμπόδιο σε στιγμές όπου η αντίσταση οφείλει να είναι... προσεκτική.[ii] Το θέμα μας ωστόσο δεν είναι το Twitter∙ το θέμα μας είναι αν η επιθυμία του κινήματος “Δεν Πληρώνω” να αναμετρηθεί υπό των φώτων της δημοσιότητας είναι η ενδεδειγμένη.

 Χωρίς να αντλώ αυτοπεποίθηση από την ποινικοποίηση του "αδικήματος" που ίσως θα μπορούσε να υποδείξει ότι το κίνημα ακολούθησε ένα μονόδρομο που οδηγούσε σε αδιέξοδο (δεν είναι καθόλου έτσι∙ ένα εδιέξοδο μπορεί να γίνει ένας ανοιχτός δρόμος), αναρωτιέμαι αν είναι πάντοτε η ανοιχτή αντιπαράθεση αυτή που μπορεί να υπονομεύσει με αποτελεσματικό τρόπο τα σχέδια του εχθρού. Στην περίπτωση της ανυπακοής πληρωμής εισιτηρίων έχω την αίσθηση πως θα λειτουργούσε ίσως πιο ιδανικά η μεταβίβαση του εισιτηρίου χέρι με χέρι, έτσι... αυθόρμητα. Φυσικά, το κίνημα “Δεν Πληρώνω” θα μπορούσε να λειτουργήσει ενθαρρυντικά σ’ αυτήν την επιθυμητή πρακτική, μια πρακτική η οποία δυστυχώς δεν ανακοινώνεται από τα μεγάφωνα ούτε προωθείται αποκλειστικά μέσω Twitter. Προϋποθέτει πάνω απ’ όλα την ωριμότητα των δρώντων υποκειμένων και μια πηγαία έκφραση αλληλεγύης που σχηματίζεται μεν κι αλλού, παίρνει ωστόσο μορφή εκείνη τη βαρετή στιγμή που στέκεσαι στην κυλιόμενη σκάλα που βγάζει προς την έξοδο. Δύναται να υπάρξει εκείνη μονάχα τη στιγμή.

 Η διαφάνεια των προθέσεων του κινήματος μοιάζει να συνιστά μια απόπειρα διαλόγου, έστω και αν δεν το παραδέχεται ανοιχτά. Είμαι της γνώμης πως ο μόνος "διάλογος" που μπορεί να εφαρμοστεί στην συγκεκριμένη περίπτωση (αλλά και άλλες) είναι αυτός που εφάρμοσαν οι φοιτητές σε Βερολίνο και Παρίσι: «όξω πούστη από την παράγκα», δηλαδή...

 Πώς άλλωστε μπορεί να γίνει διάλογος με αυτόν που την επόμενη μέρα χρησιμοποίησε τη λέξη "τρομοκρατικό" περιγράφοντας την ακύρωση θέασης μιας ταινίας τη στιγμή που η λέξη αυτή έχει θεσμικά (σε ευρωπαϊκό επίπεδο) φορεθεί σε κάθε είδους παραβατικότητα με πολιτικό στρώμα, υπόστρωμα κτλ κτλ (κτλ... 07/01/2014: το παρόν κείμενο χαρακτηρίζεται ως κείμενο "τρομοκρατικού" θράσους∙ ο συγγραφέας του εξορίζεται από το ίντερνετ μέχρι νεωτέρας) με συνέπεια ο κινηματικός κόσμος να δέχεται ανελέητα κτυπήματα από τη βαριά μπότα του φασίστα της εξουσίας;

 Δεν μπορεί. Ούτε κατά διάνοια.

φωτό: λόκαλ


                                                                                                                                                                                                                                                                        

[i] [Λίγο εκτός της μόδας αυτό, δε νομίζετε; Όπως και ναχει, είναι μια προσέγγιση κι αυτή], Alexander Trocchi, A Revolutionary Proposal: Invisible Insurrection of a Million Minds. Published as "Technique du coupe du monde," Internationale Situationniste #8 (January 1963).

[ii] Φυσικά, και στην πρώτη περίπτωση χρειάζεται προσοχή. Κάπου το πήρε το μάτι μου, σε μια Αφρικάνικη χώρα λέει, έκαναν ένα κάλεσμα για διαδήλωση μέσω Facebook. Όσοι έσκασαν μύτη πιάστηκαν στη φάκα. Το σκηνικό ήταν στημένο.






7.3.11

II. Στους δρόμους






 Η πλατεία Συντάγματος: το σημείο G.

 Δεκέμβρης, 2008. Το κάψιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην πλατεία Συντάγματος αποτέλεσε μια νίκη των διαδηλωτών, η κίνηση αυτή ήταν απρόβλεπτη. Οι φωτογραφίες που βγήκαν, εξόχως θεαματικές, απ’ αυτές που αναμεταδίδουν ενθουσιασμένα τα διεθνή πρακτορεία. Το ρεζιλίκι που ακολούθησε με το φρουρούμενο δέντρο, προσέθεσε ακόμα μερικά πόιντς στην εφήμερη νίκη των διαδηλωτών. Δύο χρόνια αργότερα, Άγγλοι φοιτητές επιχειρούν να κάψουν το δικό τους λαμπερό σύμβολο των Χριστουγέννων στη Τραφάλγκαρ επαληθεύοντας τη διεθνή καριέρα της εμπρηστικής νίκης εκείνης της βραδυάς.

 5η Μάη, 2010: Το πλήθος φωνάζει όξω από τη Βουλή, το πάνω μέρος της πλατείας συγκεντρώνει τη θέρμη και την έκφραση αγωνίας των διαδηλωτών στη μεγαλύτερη διαδήλωση των τελευταίων χρόνων. Ο θάνατος των υπαλλήλων της Μαρφίν, αναστέλλει, ως γνωστόν, μεγάλο μέρος του πάθους για δικαιοσύνη, του πάθους για θέληση να βάλεις μια άγρια φωνή, μετατοπίζεται αναγκαστικά η προσοχή μας.
 
 Άγνωστοι οι δράστες, δύο οι πιθανότητες: 1) παρακρατικό χτύπημα με πολλαπλά οφέλη για την εξουσία 2) η διάχυση της οργής αποκρυσταλλώθηκε με έναν βίαιο, αποκρουστικό τρόπο. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια επιτυχημένη προσπάθεια μετατόπισης του αιτήματος της διαδήλωσης, αυτό έσβησε μπροστά στη τραγωδία. Το Σύνταγμα με θέα τη Βουλή ως το σημείο G για τους διαδηλωτές απονοηματοδοτήθηκε μιας και η προσπάθεια εστιάστηκε στο να νοηματοδοτήσουμε το τραγικό γεγονός: Πώς φθάσαμε έως εδώ (αναρχικοί-άκρα αριστερά / ζητήματα στρατηγικής του δρόμου); Τι κάνουμε από εδώ και πέρα (αριστερά / ζητήματα στρατηγικής της διαδήλωσης); Πώς ανεχτήκαμε τόσο καιρό δολοφόνους ανάμεσα μας (κομμάτι της διαδήλωσης με μίσος για τους λεγόμενους αντι-εξουσιαστές);
 
 Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με τη διαπίστωση πως το αίσθημα οργής και δίψας για βία άγγιξε την κοινωνία με περίσσειο θράσος. Οι μαρτυρίες για ότι συνέβη ακριβώς απέναντι από τη Μαρφίν, στον Ιανό, όπου κάποιοι απειλούσαν να κάψουν ζωντανούς ανθρώπους αφότου εκσφεδόνισαν βενζίνες, μοιάζει να ενισχύει αυτήν την άποψη χωρίς όμως να αποκλείει την απλή σκέψη πως επρόκειτο για προβοκάτσια. 
 
 Κοιτώντας τα πρακτικά οφέλη της όλης ιστορίας, κανείς προβληματίζεται. Σε όρους street politics, η ήττα ήταν τεράστια με το προνομιακό πεδίο της συγκέντρωσης του αισθήματος οργής, οργή που εμπεριέχει τη βία, την πλατεία Συντάγματος δηλαδή, να απομακρύνεται από το ορατό πεδίο της αντιπαράθεσης. Η προσοχή μετατέθηκε στις παρυφές του βουνού με την κορυφή να κρύβεται κάτω από μαύρους καπνούς οργής για τους ενόχους. Θα ενεπλεκόταν η εξουσία σε ένα τέτοιο βρωμερό σχέδιο; Φυσικά, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. 
 
 Το όλο θέμα συνοψίζεται ως εξής: όσο εύκολο να αντιληφθείς την ομάδα των κλώνων και να πείσεις το διπλανό σου (“άραξε μεγάλε, τους ξέρουμε τους προβοκάτορες”), άλλο τόσο δύσκολο είναι να τον πείσεις για το ότι κάποιοι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας των ίδιων (“ευχαριστώ φίλε, δε θα πάρω”). Η ουσία εδώ βρίσκεται σε μια απλή, μα καθόλου εύκολη, παραδοχή: η εξουσία βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα πιο κοντά στο αποτρόπαιο από εκείνους που το απεχθάνονται εξαιτίας των, καθόλα ηθικών και νόμιμων, αναστολών τους. 
 
 Ένα επόμενο βήμα, με τις αναστολές in motion, είναι να ανακατασκευαστεί ο Δεκέμβρης στη μνήμη ως μιας περίοδος ανομίας και καταστροφής, ως ένας κακοήθης όγκος. Αυτό συνέβη ήδη∙ ο Σύριζα που κατηγορήθηκε για... υπόθαλψη κινήματος, στοχοποιείται εντόνως. Αναφέρομαι κατά χρονολογική σειρά στην επίθεση των ΜΑΤ στα γραφεία της νεολαίας ενός κόμματος που συμμετέχει στη Βουλή∙ στη συνθηματολογία των ηθοποιών μπαχαλάκηδων στο Κιλίς[i]∙ στην “τρομοκρατικού χαρακτήρα παρέμβαση Ελλήνων οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ στο Ελληνικό Σπίτι της Πανεπιστημιούπολης του Παρισιού,” κατά Πάγκαλον ευαγγέλιο.[ii] Φανταστείται που βρίσκεται ο αληθινός Δεκέμβρης –μιας και δεν υπήρξε φυσικά Δεκέμβρης του Σύριζα- στα κατάστιχα της εξουσίας (όπου Δεκέμβρης νέοι άνθρωποι με το δικό τους σκεπτικό, βλ. Faye Meyer).

23 Φλεβάρη, 2010: Πρωταρχικός στόχος της στρατηγικής της αστυνομίας μοιάζει πλέον να είναι ο αποκλεισμός της πιθανότητας να καταστεί η πλατεία Συντάγματος το σημείο απ’ όπου θα εκστομίζονται οι ιαχές “κλέφτες κλέφτες,”, “να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή”, και απ’ όπου θα ανοίγουν οι παλάμες του πλήθους σχηματίζοντας την περίφημη μούντζα. Η αστυνομία έσπρωξε το πλήθος προς την Ερμού και τους δύο παράλληλους της δρόμους, διαλύοντας φυσικά την πορεία. Κατόπιν, κατά την προσφιλή της συνήθεια, μάρσαρε με τους δίκυκλους μάγκες της πάνω στα πλακάκια της πλατείας διασχίζοντας τον κόσμο, που και που πατώντας και κάποιον απ’ αυτούς, σε μια ακόμη επαλήθευση πως ο χώρος της πλατείας είναι το πεδίο της δικής τους δράσης.
 
 Η πλατεία Συντάγματος όμως, πέρα από το πεζόδρομο στον οποίο κάνουν τις επικίνδυνες σούζες τους οι αργόσχολοι των ΔΙΑΣ μαρκάροντας το χώρο, εν μέσω μιας μεγάλης διαδήλωσης, ως no entry zone, μετατρέπεται στο χώρο στον οποίο οι διαδηλωτές βήχουν, φτύνουν, πέρνουν μια ανάσα δίπλα από φλεγόμενους κάδους σκουπιδιών∙ η εικόνα θύμιζε ένα υπαίθριο νοσοκομείο.
 
 Όσοι δεν έφυγαν, στέκονταν στις γωνίες, με εκείνη στη Καραγιώργη Σερβίας να είναι η πιο πυκνοκατοικημένη. Αντικρύζοντας τη βία, η απώθηση μοιάζει να είναι βέβαιη. Μην έχοντας φθάσει στο σημείο βρασμού (δεν προβλέπεται σύντομα) η απώθηση αυτή δε σου δημιουργεί αγωνιστικά αντανακλαστικά. Αντίθετα, σου προκαλεί ένα αίσθημα οργισμένης ματαίωσης. Ένας αστυνομικός με πολιτικά ρούχα προσπαθούσε να αντισταθμίσει τη φωνή ενός διαδηλωτή με ντουντούκα ο οποίος καλούσε τον κόσμο να πάει να μπαστακωθεί στην πλατεία: “εδώ κοντά ρε δεν έχει ένα υπουργείοο; Πάμε ρεε...”
 
 Στο υπουργείο οικονομικών, συνέβησαν διάφορα μπάχαλα. Ήταν επίσης το μέρος στο οποίο συνελήφθη μια κοπέλα η οποία πάει γραμμή για Κορυδαλλό. Ο ρόλος της αστυνομίας με τα μαύρα, δεν μπορεί παρά να είναι η τελική απόληξη ενός γενικότερου στρατηγικού σχεδίου. Το σχέδιο “την πλατεία και τα μάτια σας,” δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Ταχρίρ δεν υπήρχε περίπτωση να κοπιαριστεί.
 
 Η προσπάθεια κάποιων να το κάνουν, χλευάστηκε∙ η κριτική όντως μοιάζει να είναι δόκιμη. Γιατί άλλωστε αυτά τα πράγματα, δε γίνονται με το... ζόρι. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει πως στο σχεδιασμό της ασυνομίας αυτό δεν λαμβάνεται υπόψην. Το “προσέχουμε για να έχουμε ”ή το γεγονός πως οι δυνάμεις ασφαλείας προετοιμάζονται για τα πιθανά έως και τα πιο απίθανα χειρότερα, είναι αδιαμφισβήτητο. Σ’ αυτή τη λογική ανήκει και η πρόσφατη στρατιωτική άσκηση καταστολής πλήθους στο Κιλκίς άλλωστε. Το λένε καλύτερα οι διωκόμενοι της υπόθεσης Ταρνάκ: 
 
αυτό που σε εμάς φαίνεται παρανοϊκή μέριμνα ασφαλείας δεν είναι παρά αστυνομικός πραγματισμός, λελογισμένη αντιτρομοκρατία.[iii]

5.3.11

I. Στους δρόμους


Otto Griebel - The International [1928]


Ας μιλήσουμε για street politics λοιπόν.


Δεκέμβρης 2008: ένα μπαμ.

 Είναι Δεκέμβρης του 2008, και στην Αθήνα ξεσπά ένα κύμα αμφισβήτησης και οργής. Στις διαδηλώσεις αυτό εκφράζεται με έναν τρόπο εκρηκτικό, ειδικά τις πρώτες ημέρες. 
 Στον αφρό της επικαιρότητας αναδύονται οι ονομαζόμενοι από τα Μ.Μ.Ε. ως κουκουλοφόροι, η λέξη αντι-εξουσιαστής γίνεται της μόδας (εκείνα τα βράδυα στη μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή του Σκάι, ο ένας στους δύο αυτοσυστηνόταν ως αντι-εξουσιαστής∙ καλούν οι αντι-εξουσιαστές τηλέφωνο τον Σκάι να πουν τον πόνο  τους; Καλούν όταν ο όρος διαχυθεί στη συλλογική συνείδηση και ο καθένας τον χρησιμοποιεί καταχραστικά), οι μπαχαλάκηδες γίνονται ξαφνικά πολλοί, όλοι μας μπερδευόμαστε λιγουλάκι.
 Πολλοί πιτσιρικάδες του Λυκείου ενεργούν ως ερασιτέχνες μπαχαλάκηδες, διάφοροι νεανίες, φοιτητές ή και όχι, ενεργούν σαν κανονικοί μπαχαλάκηδες στο βρασμό της στιγμής απάνω, συνοδεύοντας τους παντός καιρού μπαχαλάκηδες (χούλιγκανς, παραστρατημένοι νέοι [sic], ρεμάλια, κάφροι κτλ – σημειώνω πως αυτοί δεν είναι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί εκ μέρους μου) και κομμάτι των αναρχικών οι οποίοι επιλέγουν συνειδητά τη στοχευμένη βία (αστυνομία και τράπεζες κοντολογίς) για να πλήξουν τον εχθρό.
 Όχι μόνο η αστυνομία αλλά και η κοινωνία ολάκερη πιάνεται απροετοίμαστη μπροστά στο ξέσπασμα της βίας (αναφέρομαι στη βία χωρίς όμως να παραγνωρίζω, ίσα ίσα, μη βίαιες πρακτικές που χρησιμοποιήθηκαν εκείνες τις ημέρες). Φυσικά η αστυνομία, κατά την προσφιλή της τακτική επέτρεψε κάποιες καταστροφές∙ επίσης, συμμετείχε κιόλας με τους παρακρατικούς της, όπως συμβαίνει πάντοτε, υπήρξαν και φωτό για τους δύσπιστους. Αυτό το γεγονός όμως δεν αλλοιώνει την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα συνίσταται στην απλή παραδοχή πως το συμβάν των ημερών ήταν εν μέρει απρόβλεπτο, αυθόρμητο, ανήκε στο φορέα λαός-πολίτες.

6ης Δεκέμβρη, 2010: μία ήττα.

 Κατόπιν, η εξουσία προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα. Έτσι συμβαίνει πάντοτε, η εξουσία ιδιοποιείται τάχιστα το αλλότριο εκμεταλλευόμενη την ξεκάθαρη υπεροχή της σε υλικούς (π)όρους. Προχωρώντας λίγο στο χρόνο, και ύστερα από το Δεκέμβρη του 2008, φθάνουμε στη διαδήλωση της 6ης Δεκέμβρη του 2010. 
 Μια μερίδα από νεαρούς, βρίσκεται στην Πανεπιστημίου, στο ύψος του Μετρό, ώρα 15:30 περίπου. Το κάλεσμα των φοιτητών ήταν για τις 16:00, σχετικά λίγος κόσμος είχε μαζευτεί έως τότε, αναμένοταν φυσικά κι άλλος, άλλωστε η πορεία θα καθυστερούσε να ξεκινήσει λιγάκι, τηρώντας το εθιμοτυπικό του πράγματος. Οι νεαροί, διστακτικά στην αρχή, λίγο πιο τσαμπουκαλεμένα αργότερα, ξεκινούν δολιοφθορές στα πέριξ και σποραδικές επιθέσεις σε ακινητοποιημένες γειτονικές διμοιρίες των ΜΑΤ. Αποτέλεσμα των σύντομων αψιμαχιών είναι η επίθεση των δυνάμεων ασφαλείας οι οποίες, προς μεγάλη έκπληξη όλων, «έσπρωξαν» την ακινητοποιημένη πορεία να ξεκινήσει (with a little help of tear gas). Ήταν 16:00 παρά κάτι. Το Μετρό, φυσιολογικά, έκλεισε ταυτόχρονα. Η πορεία ξεκίνησε άτσαλα, αρκετά νωρίτερα από το αναμενόμενο, ο κόσμος που ήταν καθοδόν, έχασε το ραντεβού.
 Το αστυνομικό σχέδιο υπονόμευσε τη διεξαγωγή της πορείας∙ μια πιθανολογούμενη συμμετοχή κάποιων εκ των νεαρών δεν ακούγεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας στ’ αυτιά μου. Κάθε άλλο. Αργότερα ακολούθησε και μια επιδρομή στα Εξάρχεια σε μια γιορτινή βραδυά για τους 6.000 αστυνομικούς που εργάστηκαν εκείνο το βράδυ.

23 Φλεβάρη, 2010: του κλώνου τα εννιάμερα.

 Στις 23 του Φλεβάρη, σε μια αρκετά μεγάλη διαδήλωση, η αστυνομία (εξουσία) γιόρτασε ακόμα μια νίκη στο παιχνίδι της στρατηγικής των πολιτικών του δρόμου. Να καταφέρεις να υπερισχύσεις έναντι του σαφώς ισχυρότερου αντιπάλου σου, δεν είναι πράμα εύκολο. Στο Σιατλ των Η.Π.Α., το 1999, οι διαδηλωτές, το κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης χονδρικά, τα είχαν καταφέρει αρκετά καλά, μιλάμε για τότε που έσκασε μούρη το Indymedia, εκμεταλλευόμενοι ιδανικά την ευλυγισία των νέων μέσων στις στρατηγικές αντιπαράθεσης με τον εχθρό. Αυτά τα πράγματα δε συμβαίνουν πολύ συχνά∙ οι κανόνες του παιχνιδιού δεν είναι με το μέρος των διαμαρτυρόμενων. Να ξεχειλώσεις λίγο τους κανόνες προς όφελος σου δεν είναι κι εύκολο να συμβεί.
 Είναι μεσημεράκι λοιπόν, κατά τις 13:00 περίπου, η πορεία μαρτσάρει στη Σταδίου, το ΠΑΜΕ είχε ήδη σουλατσάρει αλλά αυτοί δε μετράνε, δηλαδή άϊ στο διάολο να πάνε [sic], ας μην κατεβαίνουν στις πορείες, και το πρώτο, περιορισμένης έκτασης σκηνικό, σκάει μύτη στης Αιόλου τη γωνιά, όπως κι άλλες φορές στο παρελθόν άλλωστε (μάλλον σε εκείνο το σημείο η διμοιρία είναι αφηρημένη). Στην αρχή της Σταδίου δηλαδή, το δρόμο που οδηγεί στη πλατεία Συντάγματος που τελευταία μοιάζει να είναι το επίμαχο σημείο. Ίσα ίσα για να μπεις στο κλίμα της επερχόμενης αναταραχής, τα επεισόδια δε γενικεύτηκαν (γενικεύονται) σε εκείνο το χρονικό σημείο.
 Την αμέσως επόμενη στιγμή, συνήθως βλέπεις να ανεβαίνουν γρήγορα και ασύνταχτα φυσικά, αναψοκοκκινισμένοι, διάφοροι του black block, δίπλα από την πορεία ή και μέσα στις γραμμές της αφότου κάποιες διμοιρίες έχουν αρχίσει να κινούνται, δήθεν απειλητικά, προς το μέρος τους. Τσι προάλλες όμως, παρατηρήσαμε και μια μικρή ομάδα 10-12 ατόμων να ανεβαίνει το πεζοδρόμιο της Σταδίου συντεταγμένα και με γοργό βήμα, φέρνοντας στο νου εκείνη τη κεφάτη ομάδα παρακρατικών όπως τη χορογράφησε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στο Θίασο (1975). Πιτσιρικάδες, 18-21 ετών τολμώ να μαντέψω, οι πιο πολλοί με αντισφυξιογόνες μάσκες, όλοι στα μαύρα (πάνω κάτω λέμε), εξοπλισμένοι με εφόδια πολέμου, στην ουρά της ομάδας και δυο κορίτσια που θύμιζαν φαν των Cure. Βρώμαγαν τουριστίλα από μακριά.[i]
 Αυτή η ομάδα δεν ήταν του black block, ούτε φυσικά ήταν και η άλλη που πήρε το μάτι μου, μισή ώρα αργότερα. Η δεύτερη ομάδα ήταν κι αυτοί κλώνοι του black block, όπως και η πρώτη, αλλά αυτοί δε λάμβαναν οδηγίες από κανέναν άλλον παρά από τη γκαύλα τους. Από 13 έως 16 ετών, αμιά ντουζίνα άτομα, κάποιοι στα μαύρα αλλά και στα σκούρα μπλε, αρκετοί με φορεμένες τις κουκούλες των φούτερ τους, κρατώντας κοντάρια από σημαίες χωρίς τις σημαίες που λογικά μάζεψαν από χάμου, κανά δυο και με αντισφυξιογόνες μάσκες. Κουβεντούλα δυνατόφωνη, εφηβική μόστρα, αλήτικο υφάκι, ένας απ’ αυτούς έκοψε και ένα νεράντζι στο πηγαιμό για κάποιου είδους φασαρία. Αυτοί είναι οι απόγονοι του Δεκέμβρη του ’08.
 Και η πρώτη ομάδα απόγονοι του Δεκέμβρη είναι, δε λέω, αλλά αποτελούν ένα εργαστηριακό προϊόν (παρασκευάζονται στα αρχηγεία της κρατικής ασφάλειας). Οι black block κλώνοι προχωρούσαν γρήγορα γρήγορα ακολουθούμενοι από τις διμοιρίες πίσω τους. Η ύπαρξη της ομάδας αυτής είχε διπλή λειτουργία∙ η πρώτη σχετίζεται με την επικύρωση του αισθήματος που καταλαμβάνει τον κόσμο στις διαδηλώσεις ότι το παιχνίδι, πολύ σύντομα, θα ‘ναι αυτό μεταξύ του κλέφτη και του αστυνόμου, κι αυτοί Καραγιώργη Σερβίας γωνία να βήχουν και να ξερνούν χημικά. Το επιβλητικό γοργό πέρασμα της ομάδας των εργαζόμενων τσογλανιών, την ώρα που το συγκεντρωμένο πλήθος προχωρούσε αργά αργά φωνάζοντας συνθήματα στο δρόμο προς την πλατεία Συντάγματος, κωδικοποίησε οπτικοποιώντας, την αδυναμία των διαδηλωτών να κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη της διαδήλωσης (αυτό δε σημαίνει πως θα είχαμε της Ταχρίρ το κάγκελο αν αυτό συνέβαινε∙ ας είμεθα λίγο σοβαροί).
 Ταυτόχρονα, πολύ σύντομα ανέλαβαν δράση μιας και εντός ολίγων λεπτών, ο πόλεμος είχε ξεκινήσει στο κάτω μέρος της πλατείας Συντάγματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επαλήθευσαν με κατηγορηματικό τρόπο το αίσθημα της ματαιότητας στο συλλογικό συνειδητό του πλήθους το οποίο ίδιοι παρήγαγαν τη στιγμή ακριβώς που έγιναν ορατοί σ’ αυτό. Αναλαμβάνοντας δράση, όπου δράση βάλε την παραγωγή χημικής κόλασης, οι πράκτορες του χάους έφθασαν να επιτελέσουν με επιτυχία το δεύτερο σκέλος της λειτουργικότητας τους.         
                                        
 Το σημείο μπροστά από τη Βουλή είναι από καιρό το σημείο στο οποίο οι διαδηλωτές πρέπει να επιδείξουν τις ικανότητες τους στο σπριντ. Βροχή οι μολότοφ και η πορεία σε χίλια κομμάτια σπασμένη. Η κάμερα του Τριανταφυλλόπουλου παίρνει τις εικόνες που ζητούνται να καταναλωθούν, και κατόπιν, αφότου οι πολλοί από τους διαδηλωτές αρχίσουν να κατεβαίνουν άναρχα την Πανεπιστημίου μέσα σε σύννεφο χημικών δέχονται την καταστολή των γκλομπ στο σώμα τους. Όπου σώμα, βλέπε Σώμα της πορείας, βλέπε δηλαδή φοιτητές-νεανίες, καθώς αυτοί είναι που τρώνε τις ψιλές και τις χοντρές στο ύψος της Βουκουρεστίου, μακριά από τις τηλεοπτικές κάμερες. Αυτό όμως σαν να άλλαξε.


[i] Η συγκεκριμένη ομάδα έγινε ορατή και από άλλους, δες http://leftliberalsynthesis.blogspot.com/2011/02/h-coen.html