22.1.13

Επιστροφή στη Ρουμανία XXV



Από βουνό σε βουνό. Η πόλη της Sinaia υποδέχεται επισκέπτες με λυμένο το βιοποριστικό πρόβλημα από κάθε μεριά της χώρας. Χιονοδρομικό κέντρο, τελεφερίκ, πολυτελή ξενοδοχεία· η Sinaia προσφέρει διακοπές πολυτελείας, κάτι σαν Αράχωβα. «Σε τελεφερίκ δεν ανεβαίνω ούτε με έπαθλο μεγάλη χρηματική αμοιβή» σκέφτομαι σε ύψος 800 μέτρων ενόσω συνειδητοποιώ πως θα είναι η ωρίμανση της, τρομακτικής τη δεδομένη στιγμή, ιδέας αυτής, ωρίμανση που μπορεί να έχει χρονικό ορίζοντα μερικών ετών φυσικά, που θα με οδηγήσει κάποτε στην ουρά έξω από ένα βαγόνι τελεφερίκ. Εν αναμονή αυτών των σπουδαίων στιγμών, αναρωτιέμαι πως θα δείχνει τόσο χιόνι μαζεμένο στα κλαδιά των δέντρων στην απέναντι βουνοπλαγιά, τα βαριά ρούχα που πρέπει να φοράς (πόσο κάτω από το μηδέν να φθάνει άραγε;) – κάνω όλες αυτές τις τετριμμένες σκέψεις υπό μορφή αναπάντητων ερωτήσεων που αναστατώνουν την ηρεμία ενός αναμφισβήτητα καλοκαιρινού τύπου.

Ολόγυρα μας σπίτια εντυπωσιακά, δίπατα και τρίπατα. Σπίτια ακριβά που μάλλον πως αποτελούν τη δεύτερη, τη τρίτη ή και τη νιοστή κατοικία εύπορων Ρουμάνων. Κάπου κοντά σε όλα αυτά, κι όχι μακριά από ένα εξιοσημείωτο μοναστήρι που δεν είχα την όρεξη να επισκεφθώ, γιατί έχει και η περιέργεια για τα απομεινάρια του χριστιανικού πολιτισμού τα όρια της, και ένα ακόμη πιο αξιοσημείωτο εστιατόριο που στεγάζεται σε ένα κτίριο παραδοσιακής μαγείας σε τόνο πράσινο στέκει, τι άλλο, το βασιλικό παλάτι. Το παλάτι λειτουργεί ως μουσείο με τσιμπημένη, Ευρωπαϊκή, τιμή (12 ευρώ) και βρίσκεται υπό την ιδιοκτησία των απογόνων της βασιλικής οικογένειας, τέσσερις θυγατέρες απ’ ότι μαθαίνω.

Ανάθεμα κι αν έχω επισκεφθεί ξανά παλάτι στη ζωή μου σκέφτομαι προς στιγμήν· αυτό βέβαια δεν ήταν απολύτως αληθές. Επισκέφθηκα το παλάτι του Brukhental στο Sibiu αλλά έμοιαζε πιο πολύ σε πολυτελή οικία μιας κλασικής εποχής · αξιώθηκα να επισκεφθώ και το παλάτι στην Timisoara που όμως ανήκει σε κατώτερη κατηγορία στην κλίμακα ομορφιάς και σπουδαιότητας· τέλος, περπάτησα στους θαυμαστούς κήπους στις Versailles όπου και δεν εισχώρησα στα βασιλικά ενδότερα πάντως χωρίς καν να θυμάμαι το γιατί. 

Όσον αφορά τα καμώματα του Τσαουσέσκου, τ’ ομολογώ πως κατά βάση τα σνόμπαρα, ή σχεδόν· αν και δε θέλησα να επισκεφθώ ολόκληρο το παλάτι είχα εν τέλει την ευκαιρία να τυφλωθώ από το χρυσάφι του όταν και βρέθηκα στα ενδότερα με αφορμή την επίσκεψη μου σε μια περιοδική έκθεση εντός του παλατιού, που κατ’ αυτόν τον τρόπο, ξέχωρα από το να φιλοξενεί τους βουλευτές, καταφέρνει να είναι κάπως χρήσιμο και στους πολίτες... Χρυσάφι λοιπόν· χρυσάφι σε γενναιόδωρες ποσότητες στόλιζε τους τοίχους ενώ μέτρησα και γύρω στους οκτώ πολυέλαιους, ή μήπως ήταν έξι;, ήταν πολλοί πάντως για εκείνο το οπωσδήποτε ευρύχωρο δωμάτιο. Τοίχοι πανύψηλοι φορτωμένοι από ένα σωρό καλούδια με ακολουθούσαν κατά μήκος της πορείας μου προς την κεντρική είσοδο. Στάθηκα στις πελώριες σκάλες που οδηγούσαν στον δεύτερο όροφο· τεράστιες κουρτίνες και γιγαντιαία χαλιά σε ένα μέρος όπου όλα βρισκόντουσαν σε κλίμακα Κυκλώπων· μια περίεργη αίσθησε με κατέλαβε. Λίγο πριν τις τουαλέτες, η κλίμακα γίνεται ανθρώπινη ξανά όταν κοιτάζω τα καλοριφέρ που στριμώχνονται σε μια γωνία σε έναν αποθηκευτικό χώρο. 

Κλασικότροπο στα όρια της παρωδίας, το «παλάτι του λαού» παραδίνεται αμαχητί στην αμηχανία εκείνων που το «οραματίστηκαν»· είναι εύκολο να υποθέσει κανείς άλλωστε πως το ζεύγος Τσαουσέσκου πρέπει να είχει ονειρευτεί κάτι ευρύχωρο με πολύ πολύ χρυσάφι για τις μοναχικές νύχτες και Ρωμαϊκές κολώνες να προσδίδουν ιστορικό βάρος στο ανοσιούργημα τους.


19.1.13

Επιστροφή στη Ρουμανία XXIV




Το βουνό που μας φιλοξενεί βρίσκεται στα ανατολικά της Τρανσυλβάνιας και μοιράζεται ανάμεσα στα γεωγραφικά διαμερίσματα της Covasna και της Hargita που αποτελούν την είσοδο-έξοδο της σπουδαίας από κάθε άποψη αυτής περιοχής. Η Ουγγρική μεινότητα της Ρουμανίας συγκεντρώνεται κυρίως σ’ αυτές τις δύο περιοχές της χώρας καθώς πάνω από το 80% του πληθυσμού σ’ αυτές τις δύο πολιτείες είναι Ουγγρικής καταγωγής. Άλλοτε καταπιεσμένοι, όπως για μερικές δεκαετίες κατά τα χρόνια τα κομμουνιστικά που ενώ στην αρχή τους άφησε στην ησυχία τους, έπειτα, και με τη στροφή που πήρε προς τη διαμόρφωση μιας νέας εθνικής ιδεολογίας, τους στρίμωξε λιγάκι στη γωνία, κι άλλοτε λιγότερο ή καθόλου καταπιεσμένοι. 

Η Ουγγρική αυθάδεια όπως αυτή εκφράσθηκε στο πηγάδι ίσως να εξηγείται και από το γεγονός πως ανέκαθεν αντίκρυζαν το Ρουμάνικο πληθυσμό με μια κάποια περιφρόνηση. Ρουμάνοι peasants από τη μία, Ούγγροι αριστοκράτες από την άλλη σχημάτιζαν επί αιώνες την αδιατάρακτη κοινωνική ιεραρχία της Τρανσυλβάνιας. 

Κοιτώντας λίγο πιο καλά την κατάσταση στο εσωτερικό της Ουγγαρίας σήμερα, δε γίνεται να μην σε πιάσει πόνος στο στομάχι. Χωρίς αμφιβολία, οι Ούγγροι βρίσκονται στην πρωτοπορία της τάσης εναγκαλισμού με τη ξενοφοβία, την αυταρχικότητα, την οπισθοδρόμηση, το ρατσισμό ή ακόμα και τον εκφασισμό. Ότι συμβαίνει στην Ουγγαρία τώρα, τόσο σε επίπεδο θεσμών όσο και στους κόλπους της κοινωνίας, είναι σίγουρα πιο τρομακτικό απ’ ότι συμβαίνει π.χ. στην Ελλάδα. Περιέργως, οι δέκα χιλιάδες που διαδήλωσαν πρόσφατα στο κέντρο της Βουδαπέστης εναντίον των δηλώσεων ενός υπουργού της κυβέρνησης που έκανε δημόσια επίκληση στα πιο βάρβαρα ένστικτα των νοσταλγών του τρόμου και της βαρβαρότητας καλώντας προς μια γενική απογραφή του Εβραϊκού πληθυσμού της χώρας, δεν φαίνεται να είναι αρκετοί σε μία χώρα που δεν σταματά να αναστατώνει το θυμικό και να προσβάλλει θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες σε κάθε της βήμα τα τελευταία χρόνια. 

«Τι λέτε να ‘ναι; Ουκρανοί; Βούλγαροι; Τσιγκάνοι;» σχολίασε δυνατά στη γλώσσα του, τα Ουγγρικά. Εκείνη την ατάκα του πάντως την καταλάβαμε όλοι, ακόμα κι αν δε μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Τα δύο κορίτσια της παρέας μαζεύονται· μάλιστα το ένα του επισείει την προσοχή πως μπορεί να έγινε κατανοητός. Νομίζω πως ντράπηκαν κιόλας λίγο. Ήταν εκείνη η φλογερή και παγωμένη συνάμα σοβαρότητα , εκείνη η θανατερή εχθρότητα, η έκφραση του ανόθευτου μίσους όπως εκφράστηκαν στο βλέμμα του που δεν σου άφηνε περιθώρια αμφιβολίας: εκείνο το νέο αγόρι αποτελεί κομμάτι εκείνης της νεολαίας η νοσηρότητα της οποίας απασχολεί εσχάτως και την Ελλάδα. 


*
Στη λίμνη της Αγίας Άννας ένας Ρουμάνος κοντεύει να πιαστεί στα χέρια με τους υπεύθυνους (Ουγγρικής καταγωγής)· τους κατηγορεί ότι εξυπηρετούν τους «δικούς τους», δηλαδή τα αυτοκίνητα με Ουγγρικές πινακίδες. Λίγο αργότερα, ένας μεσήλικας κύριος δεν κρύβει την ενόχληση τους για το γεγονός πως στην πινακίδα με τις οδηγίες προς ναυτιλλομένους σχετικά με τη λίμνη της Αγίας Άννας η πρώτη γλώσσα που διαβάζει κανείς από πάνω προς τα κάτω είναι τα Ουγγρικά. Δύο παιδάκια, Ουγγράκια, τον χλευάζουν μέσα στα μούτρα του· εκείνος κοκκινίζει από το θυμό του. Τέλος, κι αφού είχε πέσει πια ο ήλιος, πίσω στην κατασκήνωση οι ψησταριές έχουν πάρει μπρος. Μια παρέα διασκεδάζει ζωηρά· ο ήχος στα ηχεία δυναμώνει αισθητά όταν έρχεται η σειρά του Tudor Gheorghe. Ένα τραγούδι φαίνεται να παθιάζει ιδιαίτερα την παρέα· αφορά έναν κάποιον αγώνα του Ρουμάνικου λαού που δόθηκε ενάντια στον κακό κατακτητή, αυτός δεν είναι άλλος φυσικά από τους Μαγυάρους. Μια παρέα κάπου κοντά τερματίζει τον ήχο στο δικό της μίνι στέρεο ως απάντηση: τραγούδια και λόγια Ουγγρικά. 


18.1.13

Επιστροφή στη Ρουμανία ΧΧΙΙΙ




Περιμένουμε υπομονετικά τη σειρά μας. Το πηγάδι βρίσκεται καμιά εκατοστή μέτρα απόσταση από το camping και διαθέτει νερό τόσο καθαρό όσο το χρειάζεσαι ώστε να πλύνεις πόδια-χέρια-δόντια. Ένας κορμός δέντρου καρφωμένος κάθετα στη γη, ένας δεύτερος, πιο λεπτός, κορμός αράζει πάνω του σε διαγώνια θέση ενώ ένα τρίτο κομμάτι ξύλου, δεμένο με σχοινί στην άκρη του δεύτερου κορμού, ελέγχει την κίνηση του· για την ακρίβεια, εσύ ελέγχεις την κίνηση του. Κάθε φορά που τραβάς προς τα κάτω και ο δεύτερος κορμός οριζοντιώνεται , ο κόκκινος πλαστικός κουβάς (φαίνεται αρκετά παλιός, ενίοτε ξεφλουδίζει κιόλας) που έχει δεθεί με αλυσίδα στην άκρη του τρίτου ξύλου, φθάνει στα έγκατα της γης. Ο κουβάς βρέχεται, εμείς δροσιζόμαστε.

Τραβώντας τον κουβά προς τα πάνω κάνεις και γυμναστική συνειδητοποιώ. Ενδιαφέρον τρόπος να ξεπιαστείς το πρωί σκέφτομαι ενόσω παρατηρώ εκείνους τους οποίους περιμένουμε να τελειώσουν ώστε να πιάσουμε δουλειά. Έχουν αρχίσει να πλένουν τα δοντάκια τους όταν μας παραχωρούν με σιωπηλά νοήματα μια θέση κάτω από τον ήλιο και δίπλα στο πηγάδι. Τέσσερις νεανίες, μάξιμουμ είκοσι ετών. Δύο κορίτσια και δύο αγόρια· τρεις hipster και ένας ακόμη. Εκείνος ο ένας πάντως εκδήλωνε με τη γλώσσα του σώματος αρχηγικές τάσεις. Τα κορίτσια είναι χαριτωμένα· ντυμένα alternative. Το ένα φοράει ένα στυλάτο κοντομάνικο με κάθετες ρίγες μεγάλου μεγέθους αλά Kurt Cobain και το άλλο ένα ριχτό μωβ μπλουζάκι τύπου H&M. Τζην σορτάκια, γυαλιά ηλίου, το ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου μάλιστα είναι τετράγωνο και αρκετά μεγάλο. Φρέσκες παρουσίες σε ξανθό και μελαχρινό τόνο μαλλιών με συνοδεία λευκών, απαλών, νεανικών επιδερμίδων. Το τρίτο hipster μέλος της παρέας, μοιάζει σχεδόν ανήλικο. Πίσω από τα κατάξανθα μαλλιά του κουρεμένα αφέλειες που σκεπάζουν ενίοτε λίγο τα μάτια του, κρύβεται ένα συνεσταλμένο εκ πρώτης όψεως μικροκαμωμένο αγόρι. Είναι κι αυτό ντυμένο μοδάτα· είπαμε, H&M. Το χρώμα της επιδερμίδας του ήταν κατάλευκο σαν το γάλα. Τέλος, το τέταρτο μέλος της παρέας είχε μια βαρετή εμφάνιση που συνίσταται σε κοντοκουρεμένο μαλλί κατράμι, τζην, κοντομάνικο, και μια χροιά από προσποιητή αντρίλα στο συνηθισμένο και κάπως clean cut πρόσωπο του.

Θα ‘ναι αυτό το αγόρι που θα αφήσει την οδοντόβουρτσα κάτω, θα ακουμπήσει, δήθεν άνετα, τα χέρια του στον ξύλινο πάγκο κοιτώντας κατεθείαν προς το μέρος μας. Ξαφνικά, το βλέμμα του θα αποκτήσει εκείνη την repulsive έκφραση που συναντάς στα βλέμματα των αστυνομικών όταν παρατηρούν έντονα, με σκοπό να γίνουν αντιληπτοί, τα υποψήφια θύματα τους, μετανάστες ή και νέους με εκκεντρική εμφάνιση. Κοιτά προς το μέρος μας όχι με το βλέμμα καχύποπτου Βαλκάνιου μα με εκείνο του δήθεν υπερόπτη, δήθεν ανώτερου για κάποιο μυστηριώδη σε σένα λόγο, τύπου που αντλεί νομιμοποίηση και δύναμη για το βλέμμα αυτό καθ’ αυτό από κάτι που σου διαφεύγει. Σχολιάζει δυνατά στη γλώσσα του, τα Ουγγρικά:

«Τι λέτε να ‘ναι; Ουκρανοί; Βούλγαροι; Τσιγκάνοι;»

Το βλέμμα του πια είχε πάρει μια έκφραση αηδίας και μιας υποτιθέμενης ισχύς που όμως μπορούσες να συνθλίψεις πολύ εύκολα, όχι μέσω του σπασίματος της οδοντοστοιχίας του, αλλά απλά ανταποδίδοντας τις φιλοφρονήσεις σε χαλαρό τόνο. Δεν ήταν στις προθέσεις μου πάντως. 

Σ’ αυτό το σημείο όμως, θα πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω. 


16.1.13

Επιστροφή στη Ρουμανία XXII



Η ίδια μέρα περιλαμβάνει ακόμα μία επίσκεψη φυσιολατρικού ενδιαφέροντος. Εδώ στη Ρουμανία,  ο θερμός εναγκαλισμός με τη φύση είναι ότι καλύτερο μπορείς να κάνεις παραδέχομαι στον εαυτό μου. Δυσάρεστη πραγματικότητα για όλους εκείνους τους Ρουμάνους γύρω στα είκοσι που διαμένουν στα αστικά κέντρα και ονειρεύονται μεγαλύτερο συγχρονισμό με την πραγματικότητα άλλων Ευρωπαϊκών πόλεων (και όχι μεγαλουπόλεων φυσικά) όπως π.χ. Bristol, Hamburg, Valencia, Bologna, Dublin, Copenhagen, Antwerp, Utrecht. Όχι, η Ρουμανία όπως ακριβώς συμβαίνει και με την Ελλάδα, σε μικρότερο βαθμό φυσικά, δε διατείνεται πως μπορεί να προσφέρει στον επισκέπτη όλα εκείνα που τον συναρπάζουν σε πόλεις σαν τις προαναφερθείσες. Η Ρουμανία έχει το φυσικό της πλούτο, μοναδικός για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο, και η Ελλάδα την ιστορία και αυτό που θα ονομάζαμε ως Διονυσιακού τύπου ευζωΐα από τον Ζορμπά και τον Χένρυ Μίλλερ και έπειτα τουλάχιστον. Ή κάπως έτσι.

Εκεί λοιπόν που τελειώνει το δίχως περίφραξη camping και εντός του δάσους που ξεχύνεται ολόγυρα βρίσκεται ένα bog. Ο ξεναγός, προστατεύομενη περιοχή γαρ, είναι ένας νέος άνθρωπος Ουγγρικής καταγωγής. Πριν εισχωρήσουμε στα ενδότερα μας πληροφορεί για τα περιεχόμενα: αρκούδες, αλεπούδες, ένα δηλητηριώδες φίδι που δε θυμάμαι το όνομα του, έδειχνε ιδιαίτερα μεγάλο πάντως στη φωτογραφία (με χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά μας ενημέρωσε πως δεν θα μπορούσε να κάνει και πολλά ώστε να μας σώσει σε περίπτωση επίθεσης), μια σειρά από φυτά που ενδημούν μονάχα σ’ αυτή τη γειτονιά. Πολλά καλούδια.

Περπατάμε πάνω σ’ ένα ξύλινο μονοπάτι. Η βόλτα μας, δυστυχώς, δε διαρκεί περισσότερο από είκοσι λεπτά. Ο υπεύθυνος-ανεύθυνος ξεναγός αναλώνεται σε κακά αστειάκια. Συναντάμε πάντως ένα μικροσκοπικό φυτό που ικανοποιεί την όρεξη του με έντομα ενώ ένα άλλο φυτό που βρίσκεται παντού γύρω μας, επίσης μικρών διαστάσεων, προσφέρεται για ψυχεδελικά παραισθησιογόνα ταξίδια· τέλος, να ‘σου και μια λιμνούλα με αναβράζοντα νερά. Φυσαλίδες εκρύγνηνται στην επιφάνεια της λίμνης δήθεν απειλητικά καθότι το ηφαίστειο πάνω στο οποίο κάθεται είναι ανενεργό. Το βάθος της είναι είκοσι μέτρα. Ηφαιστεική τέφρα σκέπασε τα πάντα γύρω μας πριν... ας το πούμε πολύ καιρό· το αποτέλεσμα ήταν η γέννηση ετούτης της καρπερής όασης στην ραχοκοκκαλιά του βουνού. Έπειτα από ένα αναπάντεχο ξηρό καλοκαίρι, δυστυχώς για εμάς, η εκτυφλωτική πρασινάδα που συνήθως χαρακτηρίζει το μέρος απουσιάζει. Λίγο πριν το τέλος της βόλτας, συνειδητοποιώ πως δεν ανακαλύψαμε τα δηλητηριώδη κοκκινόασπρα μανιτάρια, σαν αυτά που βλέπαμε στα καρτούν δηλαδή· μένω λοιπόν με τη χαρά του χοροπηδήματος πάνω στο χώμα ύστερα φυσικά από τις προτροπές του οδηγού μας. Πρόκειται για το πιο fluffy υλικό που εγώ προσωπικά έχω ποτέ συναντήσει. Σαν καλά πηγμένο ζελέ καφετί χρώματος, σαν άλλο μαγικό χαλί που ξεκουράζει τα πόδια σου, σαν πλαστελίνη δίχως γλίτσα· όνειρο.

Έχει πέσει πια η νύχτα και το βλέμμα μου είναι καρφωμένο με προσήλωση, ή μάλλον με μανία, στη φωτιά που σιγοκαίει τα είκοσι κιλά ξύλα που περισυλλέχθηκαν νωρίτερα το απόγευμα. Μαζεύοντας ξύλα μάλιστα, μου δόθηκε η ευκαιρία να συνειδητοποιήσω πως υπάρχουν μανιτάρια, αντιαισθητικά μάλλον, μεγέθους ίσου με το κεφάλι ενός άντρα, και μάλιστα άνδρα – κεφάλα θα έλεγα. Την ηρεμία μου μπροστά στη φωτιά που ενίοτε φουντώνει με τεχνητό τρόπο όταν țuică αναμεμειγμένη με σάλια την αναστατώνει προσωρινά, ταράσσει μια έντονη κινητικότητα των αυτοκινήτων εκείνων των παραθεριστών που αποφάσισαν να κατασκηνώσουν απέναντι, δίχως άσφαλτο να βρίσκεται πίσω τους και δίχως σκουριασμένο μεν, φράκτη δε, να καλύπτει όσο μπορεί τα νώτα τους. Η παρέα των σκυλιών που τη βγάζει ανάμεσα μας όλο αυτόν τον καιρό (θα ‘ναι έξι-επτά, δύο εκ των οποίων με κουτσό το ένα πόδι, φαντάζομαι όχι λόγω σκυλοκαυγάδων αλλά λόγω άνισου αγώνα με άγρια θηρία πολλαπλάσιου μεγέθους), είναι αρκούντως αναστατωμένη και ξεσηκώνει τον τόπο με άγριες φωνές. 

Τρεις τον αριθμό αρκούδες έκαναν την εμφάνιση τους χθες το βράδυ μαθαίνουμε το επόμενο πρωΐ.