11.4.19

Φα: Lάθως




Το ΚΠΙΣΝ είναι ένα κολοσσιαίο, σαν το μέγεθος του, Lάθως.

Lάθως 1ο:  
Ξεκίνησε να κατασκεύαζεται μεσούσης της οικονομικής κρίσης, κόντρα στο γενικό κλίμα το οποίο δεν ευνοούσε τις μεγάλες επενδύσεις.

Lάθως 2ο: 
Οι εργασίες αποπεράτωσης του δεν καθυστέρησαν ιδιαίτερα, σπάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια παράδοση, όχι μονάχα Ελληνική, αλλά παγκόσμια όταν πρόκειται για μεγάλα κατασκευαστικά έργα.

Lάθως 3ο: 
Το ΚΠΙΣΝ δεν είναι κτίριο – είναι καράβι. Καράβι το οποίο έδεσε στην στεριά αντί να ξανοιχτεί στη θάλασσα.

Lάθως 4ο: 
Σαν να μην έφτανε το γεγονός πως η μέχρι πρότινος ξεχασμένη Καλλιθέα βρέθηκε με ένα καράβι στα νότια της, το συγκεκριμένο καράβι δεν κοιτάει καν προς τη θάλασσα! Γυρνώντας την πλάτη στο Αιγαίο, αποφάσισε να αντικρύσει κατάματα την πόλη. 

Από το κατάστρωμα του πλοίου του Renzo Piano, τόπο λατρείας για την πόλη των Αθηνών όπου οι πολίτες της δύναται να φανούν συνεπείς ως προς τα πνευματικά τους καθήκοντα, αντικρύζεις τον Ιερό Βράχο, το λόφο του Λυκαβηττού και τον Υμηττό (ολόγυρα τους, χιλιάδες νησιά-πολυκατοικίες, Ελληνική πατέντα που ήρθε να απαντήσει στο κάποτε επείγον ζήτημα της στέγασης των ανθρώπων που εγκατέλειπαν την επαρχία και την αγροτική ζωή ώστε να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον σε κάποιο αστικό κέντρο, μοντέλο οικιστικής ανάπτυξης πιθανόν πιο θελκτικό και σίγουρα εγγύτερα στην ανθρώπινη κλίμακα, από εκείνο της brutalist architecture, αρχιτεκτονική πρόταση του μοντερνισμού η οποία φυσικά δεν περιορίζεται στους γνωστούς άγνωστους της πρώην «Ανατολικής Ευρώπης», Πολωνία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία μεταξύ άλλων, των κρατών υπό Σοβιετική επιρροή δηλαδή, αλλά συμπεριλαμβάνει φυσικά και χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία) να δεσπόζουν μιας πόλης την οποία έως πρόσφατα αρκετοί εσωτερικοί μετανάστες αντιμετώπιζαν ως προσωρινό σταθμό πριν την καλοκαιρινή απόβαση στα νησιά και την επιστροφή στο χωριό το Πάσχα.

Ο Ιταλός αρχιτέκτονας, κρίνοντας από το αισθητικό αποτέλεσμα, αρνήθηκε να ενδώσει στον πειρασμό της αρχιτεκτονικής ως παραγωγή εξεζητημένων νέων τοπόσημων μιας πόλης. Αν το Μπιλμπάο, μια άσημη αποβιομηχανοποιημένη Ευρωπαϊκή πόλη μεσαίου μεγέθους χρειαζόταν το οξυγόνο του μουσείου Γκούγκενχαϊμ ώστε να εισέλθει στον χάρτη του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, η Αθήνα έχει αναμφισβήτητα άλλου είδους ανάγκες. 

Η Αθήνα δε δύναται να σβηστεί από το χάρτη, οι σκαλωσιές στον Παρθενώνα δεν στηρίζουν τα μάρμαρα, στηρίζουν ολόκληρο το Δυτικό Πολιτισμό, κατ’ αυτόν τον τρόπο λύνεται αυτομάτως το μυστήριο της μόνιμης παρουσίας τους στον Ιερό Βράχο, κάθε μεταλλική σκαλωσιά και μια διαπραγμάτευση των όρων ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.




6.4.19

Μι: Lάθως





Όταν ο Γιάννης Αντετοκούμπο πίστεψε στον εαυτό του, πρώτος εκείνος απ’ όσους πίστεψαν σ’ αυτόν, έκανε μεγάλο Lάθως. Έκανε Lάθως γιατί πίστεψε στα όνειρα του τη στιγμή που θα έπρεπε να έχει το νου του στο μεροκάματο. Πώς στην ευχή ένα πάμπτωχο ψιλόλιγνο παιδί μεταναστών από την Κυψέλη ονειρεύτηκε πως μια μέρα θα κατακτήσει τον κόσμο όταν ζούσε ακόμα σε μια χώρα η οποία δεν του έδινε καν το δικαίωμα να ταξιδέψει εκτός Ελλάδας (με εξαίρεση την πατρογονική του Νιγηρία); Είδωλο για την επόμενη φουρνιά Ελλήνων πιτσιρικάδων οι οποίοι θα ανακαλύψουν το μπάσκετ μέσω του Γιάννη, ο πρώτος μύθος ισάξιος με εκείνον του Γκάλη όσον αφορά τον Ελληνικό αθλητισμό, ο Γκάλης με το made in U.S.A. mentality που έφερε στο Ελληνικό μπάσκετ υπήρξε καταλύτης για την έκρηξη του αθλήματος στη χώρα, ενώ ο Αντετοκούμπο με το made in Hollywood story του αναζωογόνησε την πίστη στο όνειρο, τόσο πολύτιμη για όποιον ονειρεύεται να φτάσει στην κορυφή, ακόμα κι αν το σημείο εκκίνησης του Γιάννη ήταν πολλά μέτρα πιο πίσω από εκείνο των ανταγωνιστών του, ο Γιάννης έκανε τεράστιο Lάθως να συνεχίσει να πιστεύει στον εαυτό του ακόμα και όταν τον ανακάλυψε σε εφηβική ηλικία ένας προπονητής του μπάσκετ στα Σεπόλια μιας και δεν ήταν απλά ένας δεκαπεντάχρονος εκτός του επαγγελματικού μπάσκετ, ήταν ένας έφηβος με έλλειψη βιταμινών χωρίς Ελληνική ιθαγένεια. Θα έπρεπε να γνωρίζει πως δεν θα κατάφερνε ποτέ να κατακτήσει τον κόσμο καθώς οι επαγγελματίες αθλητές στις μέρες μας ξεκινούν την καριέρα τους από πέντε-έξι χρονών (σ’ αυτήν την ηλικία επενδύει σε παίκτες η Μπαρτσελόνα). Όσον αφορά τις Η.Π.Α., τη γενέτειρα του μπάσκετ με το πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα του πλανήτη, εκεί ξεδιαλέγουν τους μελλοντικούς επαγγελματίες του αθλήματος το αργότερο μέχρι τα δώδεκα τους χρόνια, αφού έχουν περάσει τα προηγούμενα χρόνια μαθαίνοντας το άθλημα στις παιδικές ακαδημίες.

Πριν να γίνει μύθος, ο Γιάννης υπήρξε ο ορισμός του Lάθως.





2.4.19

Ρε: Lάθως




Μέχρι πριν κάποιο καιρό, πάνω από την κεντρική είσοδο του Θεάτρου Εμπρός, υπήρχε ένα γκραφίτι στο οποίο ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας φιλούσε, στο στόμα μάλιστα, την Καγκελάριο της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ. 

Φυσικά, ο πρωθυπουργός που φιλοδοξούσε να κονταροχτυπηθεί με τη Γερμανία δε θα μπορούσε ποτέ να δίνει ερωτικό φιλί στην Γερμανίδα Καγκελάριο. Γνωρίζουμε άλλωστε πως ο Σύριζα απέτυχε παταγωδώς να επαναδιαπραγματευτεί τους δυσμενέστατους όρους δανεισμού τους οποίους είχε επιβάλλει η Γερμανία, εν πολλοίς, στην Ελλάδα. Το γκραφίτι λοιπόν απεικονίζει ένα παράδοξο. Για την ακρίβεια, αναπαριστά οπτικά ένα Lάθως το οποίο έλαβε χώρα για πρώτη φορά το Φλεβάρη του 2015 όταν ο Σύριζα κέρδισε τις εθνικές εκλογές. 

Γιατί πώς αλλιώς από Lάθως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η νίκη στις εκλογές ενός έως πρότινος μικρού κόμματος της Αριστεράς της τάξης του 3,5% (με επικεφαλής έναν εκπρόσωπο της μεσαίας τάξης χωρίς ιδιαίτερες διασυνδέσεις στους κόλπους της εξουσίας), κόμμα το οποίο είχε θέσει τον (μάλλον μεγαλεπήβολο όπως αποδείχτηκε) ιερό στόχο να επαναδιαπραγματευτεί τις συνθήκες ύπαρξης του νεοΕλληνικού κράτους με όπλο του τη λαϊκή βούληση;

Ήταν Lάθως, συνειδητό βεβαίως, από πλευράς των Ελλήνων πολιτών. Ένα Lάθως το οποίο δεν στερείται λογικής, όπως δεν στερείται νοήματος η εκ νέου υποστήριξη του κόμματος του Τσίπρα στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, δύο μόλις μήνες έπειτα από το στραπάτσο του δημοψηφίσματος και την επακόλουθη άνευ όρων παράδοση στις - καταστροφικές για όλη την Ευρώπη – απαιτήσεις των δανειστών, υπάκουων στο πνεύμα της νεοφιλελεύθερης ρύθμισης της κοινωνίας.

Ίσως τελικά στο σημείο μηδέν να είναι προτιμότερο το Lάθως, όχι απαραίτητα γιατί οι μάζες έχουν αυτοκαταστροφικές διαθέσεις (τάσεις που ενίοτε στην ιστορία όντως αναπτύσσουν), αλλά γιατί είναι σαφώς σοφότερη κίνηση από την παράδοση στην παθητικότητα και την πλήρη ακινησία.
Lάθως δηλαδή είναι το ρίσκο που οφείλεις να πάρεις ακόμα κι αν είσαι βέβαιος πως πιθανότατα θα σου κοστίσει ακριβά.

***
Η κίνηση να ανατεθεί στον Γιάνη Βαρουφάκη το Υπουργείο Οικονομικών ήταν φαινομενικά Lάθως. Ο ναρκισσεύομενος ανορθόδοξος διανοούμενος επιδίωξε να επιβάλλει μια ανατροπή του υφιστάμενου στάτους κβο της οικονομικής πολιτικής των Βρυξελλών (Βερολίνου) με την υποστήριξη ενός κομματιού της liberal ελίτ των Η.Π.Α. με απόληξη το State Department. 

Περισσότερο ικανός ως έγκυρος αναλυτής της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης στο διεθνές liberal κοινό, άτυπος πρεσβευτής της κατασυκοφαντημένης χώρας καταγωγής του, πολιτικός με αποκλειστική φιλοδοξία to speak Truth to Power από το να λάβει κυνικές αποφάσεις και να προβεί σε οδυνηρούς συμβιβασμούς, ο Βαρουφάκης, ο οποίος τόνωσε τη χαμένη τιμή της δημοκρατίας στην Ευρώπη, ήταν το Lάθως άτομο για τη θέση του Υπουργού Οικονομικών.

Καθώς η πολιτική δεν εξαντλείται σε τεχνικές διαπραγματεύσεις που αφορούν το φορολογικό συντελεστή και την τιμή των spreads (sic), οι αποκαλύψεις του Βαρουφάκη σχετικά με την πλήρη αδιαφάνεια των άτυπων, ούτως ή άλλως, συνεδριάσεων του Eurogroup, συνεδρίαση Υπουργών στην οποία δεν κρατούνται ούτε πρακτικά, προσφέρουν πολύ περισσότερο υλικό στον μελλοντικό ιστορικό από ό,τι η «διαπραγμάτευση» του Γιώργου Παπακωνσταντίνου με τους ομολόγους του, ενός δευτεροτριτοκλασάτου στελέχους των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, «των Αγορών» όπως το θέλει η αργκό του νεοφιλελευθερισμού, κοινού εγκληματία του λευκού κολλάρου στην πραγματικότητα· 

αξίζει να θυμόμαστε πως ο Βασιλιάς γυμνώνεται στα μάτια του κόσμου μονάχα αν βάλει τις φωνές κάποιος, ειδάλλως όλοι θα τον δοξολογούν για τα φανταχτερά του ρούχα εις τον αιώνα τον άπαντα.
 
Γενικά μιλώντας, το Lάθως δεν μας στέλνει απευθείας στον Παράδεισο. Lάθως είναι και η εκλογή του Trump αλλά ο συγκεκριμένος μας οδηγεί κατευθείαν στην κόλαση. Σωστά το μαντέψατε, το Lάθως δεν είναι δόγμα, δεν αξιώνει την καθολική αλήθεια. Το Lάθως είναι εργαλείο το οποίο θα μας χρειαστεί ώστε να σμιλεύσουμε εκ νέου την πραγματικότητα.







29.3.19

Ντο: Lάθως






Ο υπερπληθωρισμός των συνθημάτων στους τοίχους της Αθήνας είναι εύκολο να αποπροσανατολίσει κάθε επίδοξο flâneur. Υπάρχουν όμως δύο λέξεις στους τοίχους της Αθήνας οι οποίες απέδρασαν οριστικά από την εφήμερη φύση της τέχνης του δρόμου, λέξεις από σπρέυ που τρύπησαν το παλίμψηστο των τοίχων της πόλης και έγιναν νοήματα χαραγμένα σε πέτρα. Απουσία Θεού, αντί για τις δέκα εντολές, λάβαμε δύο χρησμούς. 

Εν αρχή ήτο το βασανίζομαι.

Το βασανίζομαι αποδίδει ιδανικά την επίπονη, ψυχοφθόρα και μακρά διαδικασία της κατάβασης μας μέσα στο λαγούμι που ξεκινήσαμε να σκάβουμε οι ίδιοι, κατ’ απαίτηση άλλων, από το 2008 και έπειτα. Λέξη σε παθητική φωνή ώστε να μην αφήνει πολλά περιθώρια στο αυτοβασανιζόμενο υποκείμενο να ονειρεύεται την απόδραση του από την οθόνη, διαφυγή η οποία φαντάζει τόσο αδύνατη όσο να διαγράψεις διά παντός το λογαριασμό σου στο Facebook. 
 
Βασανίζομαι θα πει να βρίσκεσαι στη φυλακή, υψίστης ασφαλείας ή αγροτικής, εξαρτάται από τις εγκληματικές παραλείψεις του καθενός, εντός του ταλαιπωρημένου σου ψυχισμού στον πάτο μιας αβύσσου όπου το παιχνίδι της κατασκευής της ταυτότητας (identity politics), μια εξ ορισμού γόνιμη διαδικασία διότι άλλωστε δοκιμάζει τα όρια μας, εκπληρώνει τα όνειρα μας, αναδεικνύει τις αντοχές μας, γονιμοποιεί το πάθος μας, ξεδιψά την περιέργεια μας για τον κόσμο γύρω μας και για την ψυχοσύνθεση μας, το βάθος της ψυχής μας δηλαδή, μεταμορφώνεται στο ακριβώς αντίθετο ενός παιχνιδιού, γίνεται το επίπονο κυνήγι ενός χαμένου θησαυρού, ένα El Dorado του στρες, μια αέναη ταυτολογία, μετασχηματίζεται σε ένα ψυχοφθόρο λαβύρινθο κατασκευής ενός παζλ το οποίο άλλωστε δε δύναται να συμπληρωθεί ποτέ εξ ορισμού· ένα κομμάτι του παζλ πάντοτε θα αγνοείται, σαν άλλο ιερό δισκοπότηρο, κανείς μας δεν πορεύεται ολόκληρος, κύκλος είναι ο κόσμος, εμείς αιωρούμαστε εντός του, όσο βαθιά κι αν φτάσουν τα θεμέλια κάθε λαμπρού οικοδομήματος-πολιτισμού.  

Βασανίζομαι γιατί νοσταλγώ ένα μέλλον που δεν πρόκειται να ‘ρθει, νοσταλγώ αντί να οραματίζομαι καθώς το όραμα προϋποθέτει τη γνώση πως η ρευστότητα της ταυτότητας είναι δεδομένη και πως η πίστη είναι η αόρατη συγκολλητική ουσία του παζλ της ταυτότητας. 

Βασανίζομαι σε ενεστώτα χρόνο, με μικροποσότητες από αόριστο και παρατατικό, αλλά ευτυχώς για εμάς όταν δεν φτάναμε να κοιτάξουμε τ’ αστέρια, όπως θα το ‘θελε άλλωστε η ευγενής ψυχή του Oscar Wilde, είχαμε θέα στους τοίχους της Αθήνας, 

Πιστέψαμε λοιπόν πως ο μέλλοντας μπορεί να είναι Lάθως.

Το Lάθως διαβάζεται με δύο τρόπους. Ο πρώτος τρόπος διαγράφει παράλληλη πορεία με το βασανίζομαι. Λάθος θα πει πως όλα γύρω μας πάνε στραβά. Failed State. Τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Κι αν τύχει και αλλάξει, θα ‘ναι προς το χειρότερο. «Μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος». «Ο Τσίπρας δε μιλάει καλά αγγλικά». «Τετρακόσια χρόνια Τουρκοκρατίας μας άφησε Ανατολίτικα κουσούρια». «Η Ελλάδα δεν πέρασε Διαφωτισμό». Το παρελθόν ως ενοχή και το παρόν ως αμαρτία, όσο για το μέλλον, κανείς δε βιάζεται να έρθει.

Ο δεύτερος τρόπος να προσλάβει κανείς το Lάθως ωστόσο είναι μέσα από την αυτοαναφορικότητα του. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το Lάθως, ενώ είναι απολύτως ενήμερο της ανορθογραφίας του, αποφασίζει πως οφείλει να υπάρχει στον τοίχο ώστε να το φωτογραφίσει ο flâneur ο οποίος άλλωστε, ως γνωστόν, εργάζεται όπως ο καλός επιστήμονας ή φιλόσοφος που ενσυνείδητα προτιμά να σφάλλει δημιουργικά, παρά να ακριβολογεί με τρόπο άοσμο κι άνοστο.   

Just do it, δηλαδή. Ας είναι και Lάθως. 

Στον αντίποδα της στοχαστικής παθητικότητας του βασανίζομαι, στη χώρα του Lάθως επιβάλλεται να δράσεις. 

Κοντολογίς, είμασταν πλέον αρκετά απελπισμένοι ώστε να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας στην επικράτεια του Lάθως.