11.8.19

Vibrations

Χεσούς Φερρέρο, φωτό Nathalie Fytrou



ΙII

Βγαίνω από την παγωμένη θάλασσα, ο ήλιος με τυφλώνει, μέσα από τα μισόκλειστα μάτια μου αισθάνομαι την παρουσία της. Περπατάει με μεγάλα σταθερά βήματα πάνω στην άμμο, ετοιμάζεται να βουτήξει. Καταφέρνω να δω το σχεδιάγραμμα του σώματος της. Φαρδιές πλάτες, μεγάλα ακάλυπτα στήθη, τα πόδια της είναι ελαφρώς κοντύτερα σε σχέση με το κορμό του σώματος της. Τα μαλλιά της είναι ξανθά, ελαφρώς ανάστατα κατσαρωμένα μαλλιά που φθάνουν λίγο κάτω από τους ώμους.

Όταν πια θα βγει και εκείνη, σχετικά σύντομα, από τη θάλασσα (δεν είχε κολυμπήσει, είχε μπει απλά για δροσιστεί) θα την παρατηρήσω καλύτερα. Φορούσε μαύρο μαγιό, το οποίο έκρυβε το σύνολο του σχετικά πλακουτσωτού πισινού της ο οποίος διακρινόταν από χαλαρότητα. Το δέρμα της ήταν μαυρισμένο έπειτα από την πολυήμερη παραμονή της στο κάμπινγκ, δεν έκανε όμως έντονο μαύρισμα, είχε αποκτήσει το χρώμα σοκολάτας γάλακτος αντί για μαύρης. Ήταν φυσική ξανθιά, ή μάλλον, για να είμαστε ελικιρνείς, τα άνοιγε  λίγο τα μαλλιά της, καστανόξανθη είχε γεννηθεί πριν από 36 χρόνια, ήθελα όμως να την φαντασιώνομαι ξανθιά, είχε συνηθίσει να νοιώθει ξανθιά, κατά συνέπεια, ήταν ξανθιά, ξανθιά σκέτο. Το ύψος της ήταν γύρω στο 1.70.  

«Το στήθος της μπορεί να θρέψει ολόκληρο το κάμπινγκ» σκέφτομαι καθώς ζουμάρω αυτόματα στα βυζιά της. 

Η σκέψη μου με ξαφνιάζει, μοιάζει να ξεπηδά από την σύναψη κάποιων νευρώνων οι οποίοι αδιαφόρησαν ολότελα για την επιθυμία μου να αποστασιοποιηθώ από τον κόσμο των αισθήσεων εκείνο το απόγευμα, κόσμος που διαταράσσεται τόσο εύκολα μονάχα από τη φευγαλέα λάμψη μιας γυναίκας, ενίοτε μάλιστα διαταράσσεται οριστικά και αμετάκλητα για τους ζηλωτές της προσωπικής επανάστασης που φέρνει στη ζωή ενός ανθρώπου ο έρωτας, αμετανόητους ζηλωτές, υπό την έννοια πως είναι πλήρως ενήμεροι πως έπειτα από τους σκοπούς των σπουργιτιών που συνοδεύουν τις εκρήξεις χαράς των γυμνών κορμιών των εραστών τους πρώτους μήνες θα καταφθάσουν τα κρωξίματα πεινασμένων γερακιών τα οποία θα στοχεύουν απευθείας στην καρδιά. Για το συκώτι άλλωστε, υπάρχει και το αλκοόλ.

Είχα κατέβει στην παραλία με τον «Ωραίο Λοχαγό» του Μένη Κουμανταρέα ανά χείρας, με είχε ήδη συνεπάρει η ιστορία της πτώσης ενός ανθρώπου ο οποίος συνάντησε κάποτε στο διάβα του ένα ανυπέρβλητο τείχος από ανθρώπινη ανικανότητα, ανεπάρκεια, νοσηρότητα και μνησικακία – νεοελληνική τρόπον τινά και αρκούντως επίκαιρη μερικές δεκαετίες αργότερα. 

Τα βυζιά της ήταν πεσμένα σε σχήμα καμπάνας μόνο που το πάνω τους μέρος δεν ήταν καθόλου αδύνατο, απεναντίας, τα στήθη της ήταν μια εκκωφαντική καμπάνα που θα μπορούσε να ξεσηκώσει ολόκληρο το χωριό. Στην προκειμένη περίπτωση, κάμπινγκ. Το στήθος της αποτελούσε το κέντρο βάρου του σώματος της με τον ίδιο τρόπο που ο Κριστιάνο Ρονάλντο προβάλλει ασυναίσθητα τους κοιλιακούς του, και όχι φερ ειπείν τα μπράτσα του, τρέχοντας στο χορτάρι. Ήταν πάντως στήθη τα οποία δεν πλασάρουν στην τηλεόραση, περιοδικά, και φωτογραφήσεις μόδας, με την εξαίρεση των πορνοσάιτ όπου εκεί πωλούνται τα πάντα. Τα βυζιά της χοροπηδούσαν ελαφρώς καθώς περπατούσε, χώρια οι πληθωρικές της θηλές και ρόγες οι οποίες αποτελείωσαν τις όποιες αντιστάσεις μου. Είναι κάποιες φορές άλλωστε που η ανισοβαρής σχέση μεταξύ μεγάλου στήθους-μικρής θηλής προκαλεί ρήγματα στο φαντασιακό σου – εν τω μεταξύ, οι μικρές ρόγες στα στήθη μιας γυναίκας στολίζουν σαν διαμάντια ένα μικρό στητό στήθος ενω μοιάζουν με απομίμηση πολύτιμου λίθου πάνω σε ένα μεγάλα, αληθινά ή όχι, βυζιά. 

«Το στήθος της μπορεί να θρέψει ολόκληρο το κάμπινγκ» σκέφτομαι εκ νέου, μια σκέψη που μπορεί να με έβαζε σε μπελάδες αν μια μέρα δραπέτευε από τη φαντασία μου. 

Αναρωτήθηκα προς στιγμήν πως ήταν δυνατόν να με διεγείρει τόσο το στήθος της μιας και ήταν από πάντοτε ξεκάθαρο σε εμένα, ήδη από τα χρόνια της ανήλικης ζωής μου, πως το focus point της libido μου είναι τα οπίσθια μιας γυναίκας – έπειτα από το πρόσωπο φυσικά! Ήταν ένδειξη ωριμότητας; Ή μήπως σημάδι παλιμπαιδισμού μέσω μιας υποσυνείδητης επιθυμίας για επιστροφή σε μια νηπιακή κατάσταση όπου το στήθος μιας γυναίκας αποτελεί πηγή ζωής για ένα βρέφος; 

«Αν γινόταν να κρυφτεί για λίγο αυτός ο καταραμένος ήλιος ώστε να βγάλω απερίσπαστος τα συμπεράσματα μου!» σκέφτηκα, κομματάκι θυμωμένος ξαφνικά με τις αδηφάγες ορέξεις του.

Αναζητώντας επειγόντως μια πειστική εξήγηση, χρειάστηκε εν τέλει να κάνω πολλές βουτιές στα κρύα νερά με ανοιχτά τα μάτια ώστε να υπενθυμίσω στον εαυτό μου πως είχα κάποτε αποφασίσει να αγαπώ όλες τις γυναίκες, και αυτό θα ήταν δυνατό μονάχα αν δεχόμουν πρωτίστως το δικό τους βλέμμα πάνω στο σώμα τους, θα ήταν δηλαδή καλύτερα να μην προβάλλω τις δικές μου επιθυμίες πάνω τους αλλά να εμπιστευτώ απόλυτα τη δική τους αίσθηση του σώματος τους, το βίωμα του σώματος τους, την προσωπική του ιστορία, με την ανεξαρτησία που το χαρακτηρίζει κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, με την ελπίδα φυσικά να μην είχαν οι ίδιες επιτρέψει στα όποια πρότυπα ομορφιάς επικρατούσαν ανά περίοδο (πάντοτε σύντομη εδώ που τα λέμε) να κυριαρχήσουν πάνω στο σώμα τους. 

Η ξανθιά των ονείρων μου είχε αποφασίσει λοιπόν να βαδίζει με τα στήθη της να μιλούν για εκείνην, θα ήμουν εντελώς κουφός, για να μην πω ανόητος, αν έκανα πως δεν άκουγα αναζητώντας πάνω στο κορμί της έναν ορθωμένο, πλατύ, ολοστρόγγυλο κώλο, ή μια καμπυλωτή μέση, ή δύο μακριά λεπτά πόδια που θα τυλίγονταν με ορμή γύρω από την πλάτη σου, δέσμιος της ηδονής πάνω στο κρεβάτι. 

Θα μπορούσε βέβαια αντί για στήθη το σημείο απογειώσεως να ήταν μια κάπως ανοιχτή λεκάνη, πόδια, ξανθά μαλλιά, γκριζογάλανα μάτια αλλά ακόμα και μια ελαφρώς στραβή μύτη, μια στρουμπουλή μύτη, φακίδες στο πρόσωπο, πλούσια μαύρα φρύδια, χείλη που σχηματίζουν το περιβόητο «τόξο του έρωτα» – η αφετηρία του ταξιδιού, που εύχομαι να μην βρει ποτέ τελικό προορισμό, πιθανόν να εντοπίζεται σε εκείνη την ελιά πάνω από τα χείλη της Σίντι Κρόφορντ, την αρχική προσωπική μου προτίμηση από την παρέα των “Big Five” των supermodels της δεκαετίας του ’90, προτού βεβαίως μια φωτογράφηση της Έβα Χερτζίγκοβα στο περιοδικό Photo μου αλλάξει γνώμη κατά τη διάρκεια μιας εφηβικής νύχτας. 

Η πιο αγαπημένη μου ξανθιά από το κάμπινγκ κατέβαινε καθημερινά στην παραλία μόνη. Άλλοτε καθόταν παρέα με την πετσέτα της, κάποιες φορές άραζε με άλλες παρέες. Συναναστρεφόταν διάφορους, αλλά πάντοτε για λίγο. Δούλευε σε κάποιο καφέ στο λιμάνι του νησιού. Βρισκόταν στο νησί για τους δικούς της προσωπικούς λόγους, πιθανότατα διαφορετικοί από την εκπρόσωπο του θεού του έρωτα στο κάμπινγκ. 






7.8.19

Vibrations


ΙΙ



Η μεσήλικη Ιταλίδα που είχα συναντήσει την πρώτη μου μέρα στην παραλία ωστόσο είχε στεριώσει καθότι παντρεμένη ήδη 14 χρόνια. Είχε καταφθάσει στην παραλία του κάμπινγκ μαζί με την οικογένεια της και το λουλουδάτο μπικίνι της κατά τις 11:00, είχαν λίγες ώρες μπροστά τους έως ότου επέστρεφαν στο γειτονικό και, πολύ μεγαλύτερο, Κυκλαδίτικο νησί όπου θα περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος των διακοπών τους. 

Η ηλικία της ήταν γύρω στα 45-50, ξανθιά, με ύψος λίγο πάνω από το 1.75. Είχε κάποια περιττά κιλά, κυρίως στους γοφούς (όπου το δέρμα της είχε χαλαρώσει αρκετά) που έρχονταν σε αντίθεση με τα λεπτά της άκρα. Αν ήταν ζώο, θα ήταν σίγουρα ελαφίνα. Συνοδευόταν από τον περίπου συνομήλικο καλοστεκούμενο γκριζομάλλη σύζυγο της, τα δύο ανήλικα ζωηρά παιδιά της, αλλά και τη μητέρα της. Η γηραιά γυναίκα, μόνο σύμφωνα με την ηλικία που αναγραφόταν στην ταυτότητα της, είχε αγορέ λευκό μαλλί με γκρίζες ανταύγειες και ένα ιδιαίτερα έντονο διαπεραστικό βλέμμα. Δεν έδειχνε καθόλου κουρασμένη, ούτε από τη ζωή, πόσο μάλλον από τις ολιγοήμερες διακοπές της στην Ελλάδα. Καθώς περπατούσε, κοσμήματα κουδούνιζαν στα χέρια και τα πόδια της. Ήταν αγέρωχη, σοβαρή, με μεγάλη αυτοπεποίθηση. Οι δύο γυναίκες, μαζί με τα παιδιά, τσαλαβουτούσαν στα ρηχά, έκοβαν βόλτες στην παραλία. Ο άντρας αναπαυόταν ξαπλωμένος στην πετσέτα του, με το αριστερό χέρι στήριζε το κεφάλι του μέσω του οποίου επόπτευε την παραλία, και τους κώλους των κοριτσιών εδώ που τα λέμε, εναλλάξ με την ανάγνωση μιας οικονομικής εφημερίδας. 

Κάποια στιγμή, η Ιταλίδα θα αποχωριστεί τον στηθόδεσμο της, ο σύζυγος της θα αποχωρούσε λίγο αργότερα προτιμώντας τη σκιά (και το μενού) στο παρακείμενο καφέ. Το στήθος της ήταν μεσαίου μεγέθους, κάπως ρυτιδιασμένο, πεσμένο φυσικά, οι ρόγες της ήταν μικρές, αδιάφορες. Τα παιδιά συνέχιζαν αδιατάρακτα το παιχνίδι τους στα ιδιαίτερα κρύα νερά της θάλασσας. Όσο για τη γιαγιά, θα στεκόταν δίπλα στην κόρη της όταν εκείνη θα αποχωριζόταν και το μπικίνι της ώστε να αποκαλυφθεί το μουνί της - είχε μεγάλα παχιά χείλη, ήταν πλήρως αποτριχωμένη. Ολόγυμνη πλέον, χαμογελούσε πότε προς τη θάλασσα, πότε προς τον ουρανό, αναπολώντας ολοφάνερα τα νεανικά της χρόνια, τότε που ο γυμνισμός ήταν πάντοτε στο μενού των διακοπών εκείνης και της πολυάριθμης παρέας της. Όταν τα πιτσιρίκια κατευθυνθούν ανυπόμονα προς το παρακείμενο καφέ μπιτς μπαρ, λαχταρώντας να λάβει χώρα η ιεροτελεστία των παιδικών διακοπών, της παραγγελίας παγωμένου αναψυκτικού συνοδεία από τηγανητές πατατούλες δηλαδή, θα μείνουν πλέον οι δυο τους. 

Η μητέρα θα κοιτάξει αυστηρά, ανυπόμονα, προς τη μεριά της κόρης της η οποία όλα αυτή την ώρα στέκεται όρθια – δεν είχε ξαπλώσει στην πετσέτα της ούτε για μια στιγμή. Μοιάζει να της λέει «ντύσου, μάζεψε τα πράγματα σου, και πάμε να βρούμε την οικογένεια σου». Στο τέλος, θα αποχωρήσει μόνη της, κάπως δυσαρεστημένη είναι η αλήθεια.

Η μεσήλικη Ιταλίδα θα περάσει λίγα λεπτά κάτω από τον καυτό ήλιο ολομόναχη. Για λίγα λεπτά η γύμνια της δεν έμοιαζε με εκείνη των υπολοίπων παραθεριστών, έμοιαζε παράταιρη, αρκούσε ένα βλέμμα αποδοκιμασίας από τη μητέρα της ώστε να εξατμιστεί το συννεφάκι της νοσταλγίας της νεότητας. Εμφανώς ηττημένη, θα φορέσει με γρήγορες κινήσεις το μπικίνι της και θα κατευθυνθεί προς το καφέ.




5.8.19

Vibrations


I



Κοιτώντας γύρω μου, συνειδητοποιώ πως σε τούτη δω την παραλία η σκουριά του Μπρούνο δε χωρεί, μάλλον θα ταίριαζε πολύ περισσότερο ένας χαρακτήρας σαν τον γαμπρό της συμφοράς στο Sideways του Αλεξάντερ Πέιν. Τον είχα εντοπίσει μάλιστα στο πρόσωπο ενός 54άρη Αυστριακού ο οποίος άφηνε λευκά βότσαλα με μηνύματα γραμμένα με μαύρο μαρκαδόρο (συνθήματα για την αγάπη, χαϊκού για την ελευθερία, μαντινάδες για την ομορφιά των γυναικών) στο μικρό δρομάκι που οδηγούσε από το μπιτς μπαρ στην παραλία. 

Ήταν εντελώς ηλιοκαμμένος, γεμάτος ρυτίδες, έμοιαζε σαν να είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κάπου μεταξύ Κυκλάδων και Μαγαδασκάρης, τόσο πολύ είχε τρυπήσει το δέρμα του ο καυτός ήλιος. Ήταν ψηλός, με φαρδιές πλάτες, είχε ξανθά καρέ μαλλιά και μικρά κουρασμένα πράσινα μάτια. Στο πρόσωπο του ήταν συνήθως χαραγμένο ένα μειλίχιο, ευγενικό χαμόγελο που έβγαινε από ένα γενναιόδωρο μεγάλο στόμα το οποίο είχε ανταμώσει ένα σωρό ζευγάρια γυναικεία χείλη. Ένα βράδυ τον είδα να σηκώνεται από την καρέκλα του στο μπιτς μπαρ, θα ‘ταν δέκα και μισή το βράδυ, ώστε να ριχτεί με κέφι σε ένα σύντομο μεν, αρκετά εκφραστικό δε, ρομποτικό χορευτικό, προσπάθεια την οποία θα εγκατέλειπε γρήγορα – ήταν ακόμη πολύ νωρίς ώστε να πάρει φωτιά το dance floor. Φορούσε τα γνώριμα του αέρινα, ελαφρώς τσαλακωμένα, ρούχα, λευκό λινό παντελόνι, κρεμ λινό πουκάμισο. Μια όμορφη βαμμένη ξανθιά τριαντάχρονη γυναίκα από την παρέα του Αυστριακού θα τον κοιτάξει απορημένη γελώντας, έπειτα θα ρίξει μια ματιά προς τα γύρω τραπέζια ελαφρώς ντροπιασμένη, κάπως αμήχανη, σίγουρα μπερδεμένη. Ο Αυστριακός είχε επιδείξει υπερβάλλον ζήλο στην προσπάθεια του να διασκεδάσει τις όμορφες, οπωσδήποτε square, γυναίκες της παρέας, οι κινήσεις του ομολογουμένως θύμισαν τους χορευτές στο βίντεο κλιπ του Praise you από τον Φατμπόι Σλιμ, χώρια που το σύνολο των παρευρισκομένων του μπιτς μπαρ αναπαυόταν ακόμη στις καρέκλες τους απολαμβάνοντας το πρώτο ποτό τους. Όχι πως το πήρε βαριά, ο Αυστριακός άλλωστε δεν ήταν σεξουαλικά πεινασμένος σαν τον Μπρούνο. Είχε χαρεί τις γυναίκες από νεαρή ηλικία, είχε κοιμηθεί με τριψήφιο αριθμό από γυναίκες στη ζωή του. Είχε περάσει αρκετός καιρός ωστόσο από τις μέρες που του περνούσε από το μυαλό, έστω και φευγαλέα, η πιθανότητα να στεριώσει με κάποια απ’ αυτές.