4.4.22

ΜΑΥΡΗ ΜΟΡΑ ΜΑΥΡΗ ΩΡΑ ΜΑΥΡΗ ΧΩΡΑ

 

 


Βαδίζω πίσω μου τη μόρα στην Βασιλίσσης Όλγας, σύντομα θα γίνει πεζόδρομος.

Κοντοζυγώνει η μέρα· κάποτε τα αυτοκίνητα θα μπαίνουν με διόδια στο κέντρο της Αθήνας -αν το θελήσουμε να μπαίνουν-, ονειρεύομαι λιγότερα αυτοκίνητα, από το Φιξ ως την Φωκίωνος Νέγρη, διότι υπολόγιζα, ορμώμενος από την αισιοδοξία των σεναριογράφων του Back to the Future IΙ, πως τέτοια εποχή θα taxiδεύαμε με ιπτάμενα οχήματα απευθείας από το Μετρό του Συντάγματος σ’ όποιο καράβι θα ευκαιρούσε για Κυκλάδες στην πύλη επτά του λιμανιού του Πειραιά.

Στο τέλος, βολευτήκαμε με απορρύθμιση εργασίας, δηλαδή φτωχοποίηση, τύπου Uber· για τους λάτρεις των ίσων αποστάσεων διατίθεται στην αγορά το app της Taxi Beat.

 

*      

Λίγο αργότερα, στο υπόγειο της νέας Εθνικής Πινακοθήκης, πλημμυρίζομαι από συναισθήματα· ποτίζονται από την κριτική που δέχτηκε το έργο επέκτασης και αναβάθμισης του μουσείου, κυρίως όμως που αντικρύζω τη σκηνή ενός εγκλήματος: La Mort de Marat.

Στέκομαι μπροστά από τον δολοφονημένο επαναστάτη Jean-Paul Marat, στα χέρια του ομοϊδεάτη του ζωγράφου Jacques-Louis David, η αναπαράσταση του θανάτου του, ελαιογραφία πάνω σε καμβά, το biopic της εποχής, γίνεται αγιογραφία.

Plot twist: ο αυθεντικός πίνακας του David βρίσκεται στο Βέλγιο, στην Αθήνα εκτίθεται, για τις ανάγκες της έκθεσης «Αναζητώντας την Αθανασία – Η τέχνη του πορτραίτου στις συλλογές του Λούβρου», το αντίγραφο που φιλοξενείται στο Παρίσι. Original vs copy, ορίστε ένα ερώτημα που πυροδοτεί παραξηγήσεις μεταξύ αλλότριων κόσμων:

·        «Το 2007 αποκαλύφθηκε ότι οι πολεμιστές του πήλινου στρατού που είχαν έρθει από την Κίνα ήταν αντίγραφα και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης του Αμβούργου έσπευσε αμέσως να ακυρώσει ολόκληρη την έκθεση. Οι Κινέζοι στέλνουν συχνά στο εξωτερικό αντίγραφα στη θέση των πρωτοτύπων, πιστεύοντας ακράδαντα ότι δεν έχουν καμία ουσιαστική διαφορά από τα πρωτότυπα. Η απόρριψη που ακολουθεί από τα Δυτικά μουσεία θεωρείται προσβολή για τους Κινέζους».

 

·        "Ise Grand Shrine, in Japan, is 1,300 years old and rebuilt every two decades. From the Japanese perspective, the Ise Shrine’s reproducibility is outside of the original/copy dichotomy. This non-metaphysical use of the shrine has even led to resistance to registering it as a UNESCO world heritage site."[1]

 

Ξεμακραίνω από το άψυχο κορμί του κυνηγού αντεπαναστατικών κεφαλών - let the fun begin:

συναντώ τον υιό του Αυτοκράτορα στο Portrait de Luis María de Cistué y Martínez, διά χειρός  Francisco José de Goya y Lucientes, αναρωτιέμαι μισοφωναχτά αν ο Ισπανός ζωγράφος trollαρε τον άρχοντα του εμπνεόμενος από επαναστατικά ιδεώδη, αγνοούσα τον Théophile Gautier τότε ακόμη, μάλλον με δικαιώνει - ο πίνακας μοιάζει στα μάτια μου unapologetic kitsch,

kitsch arrived in the 19th century as a substitute for the other kinds of human illusion, religious and chiliastic, which were withering away.

Kundera makes a nice distinction.

Kitsch causes two tears to flow in quick succession.

The first tear says:

How nice to see children running on the grass!

The second tear says:

How nice to be moved, together with all mankind, by children running on the grass!

It is the second tear that makes kitsch kitsch[2]

 

προκαλώ τη διακριτική αποδοκιμασία απόφοιτης Καλών Τεχνών, την εκφράζει με κόσμια ξινίλα στο όμορφο άβαφο εκφραστικό της πρόσωπο·

λίγο πιο κάτω, ο Botticelli, νοιώθω, ζωγραφίζει τούτη τη φορά διαικπεραιωτικά, εκνευρίζω μια καλοντυμένη ξεναγό·

ερωτεύομαι με παροιμιώδη, σκανδαλώδη, ευκολία την Élisabeth Louise Vigée Le Brun σε έκδοση γλυπτού εκ μέρους του Pajou, για λίγο το βουλώνω·

τέλος, στο Portrait of an Artist in His Studio του Théodore Géricault βάζω το καλό μου το σουέτ σακάκι της στοχαστικής μελαγχολίας μήπως και τσιμπήσει κάποια σέξυ, συγκινητική συνάμα, δασκάλα, όμως τζίφος, «όποιος δεν έχει μυαλό, έχει ποδάρια» ακούω μια φωνή, πράγματι, ποδάρες η σπουδάστρια σχολής Μαγειρικής Τέχνης, κοιτάμε μαζί τον πίνακα, εστιάζω στον συμβολισμό της νεκροκεφαλής, το βάζει στα πόδια.

Ο χρόνος κυλάει καθόλου εις βάρος μου για όσο βρίσκομαι στην Πινακοθήκη· «οι ετεροτοπικοί χώροι συνδέονται με τμήματα του χρόνου και λειτουργούν όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε ρήξη με τον παραδοσιακό χρόνο τους, οι ετεροτοπίες του χρόνου μπορούν να συσσωρεύονται στο άπειρο (μουσεία, βιβλιοθήκες) ή να είναι εφήμερες (γιορτές και πανηγύρια)». Θα συνδυάσω μουσείο και (κινηματογραφική) γιορτή:

αδύνατο το σπριντ λόγω στενότης χώρου, απέχουμε κιόλας αρκετά από το 1964 του Jean Luc Godard, όσο μάλλον δυστυχώς και από το Dreamers (2003) του Bernardo Bertolucci·

μια ξανθιά με μπεζ πανωφόρι μέχρι το γόνατο κάθεται απέναντι από την Madame Le Brun, έχει αποκτήσει εμμονή με την διάσημη Γαλλίδα ζωγράφο του 19ου αιώνα, είναι η Kim Novak από το Vertigo – μιλάει στο τηλέφωνο στην κολλητή, λέει θα αργήσει να πληρώσει την ΔΕΗ·

απέναντι στο Night At The Museum αναπτύσσω γραμμή άμυνας Ζιζεκική - “the film is ultimately not worth seeing – which is why I also wrote this review without seeing it”·

δεν έχω άπειρες επιλογές, τι κι αν έχω θάψει, ήδη από χρόνια, την φιλμογραφία του Woody Allen στα βάθη του σκληρού δίσκου, μιας και γελάω πια πολύ λιγότερο, σχεδόν καθόλου, μαζί του (γελάω με Cervantes, Coen Brothers, Aki Olavi Kaurismäki, και Καλό Στρατιώτη Σβέικ), όφειλα ωστόσο να αποτίσω φόρο τιμής...

 

 

 

 

28.3.22

ΜΑΥΡΗ ΜΟΡΑ ΜΑΥΡΗ ΩΡΑ ΜΑΥΡΗ ΧΩΡΑ

 

 


«Τα βιβλία φταίνε...» επιδράμει το υποσυνείδητο γυρεύοντας εξηγήσεις από τα δύο μυθιστορήματα που βρίσκονταν πάνω στο κρεβάτι μου λίγες ώρες πριν τη μόρα.

 

*      

Στο L’attentat της Yasmina Khadra, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του αξιωματικού του Αλγερινού στρατού Mohammed Moulessehoul, ο Amin Jaafari, καταξιωμένος χειρούργος, Παλαιστίνιος με Ισραηλινή υπηκόοτητα που απολαμβάνει μια άνετη ζωή στο Τελ Αβίβ, χάνει τον κόσμο του, την σύζυγο του δηλαδή, όταν εκείνη θα ζωστεί μια βόμβα.

«Κάτι άνοιξε στα δύο τον ουρανό και έλαμψε στη μέση του δρόμου, σαν αστραπή· το ωστικό κύμα με χτύπησε κατά μέτωπο. Ένας χείμαρρος από σκόνη και φωτιά έρχεται και με γραπώνει, εκσφεδονίζοντας με μέσα από μυριάδες θραύσματα. Έχω την απροσδιόριστη αίσθηση πως κομματιάζομαι, πως διαλύομαι μέσα στη λαίλαπα της έκρηξης... Μια ξαφνική απώλεια ακοής με παίρνει μακριά από τους θορύβους της πόλης. Δεν ακούω τίποτα, δεν αισθάνομαι τίποτα· αιωρούμαι, μονάχα αιωρούμαι...»

Ο Amin θα ποτίσει τον εαυτό του με δηλητήριο διπλής απόσταξης· θεωρεί πως οι ισλαμιστές έκαναν πλύση εγκεφάλου στην Siham, πείθεται κιόλας πως τον απατούσε με τον ανηψιό του, η (υποθετική) απιστία της γυναίκας του σταδιακά αρχίζει και τον βαραίνει περισσότερο. Η λύτρωση του γιατρού, πιθανόν και του ίδιου του συγγραφέα (ο Αλγερινός είδε, εκ των έσω, την χώρα του να σπαράσσεται από εμφύλιο πόλεμο τη δεκαετία του ’90 μεταξύ του καθεστώτος και των ισλαμιστών ~150,000 θύματα), κατέφθασε μέσω των ονείρων της χαμένης πατρίδας:

«Ένας ισλαμιστής είναι ένα πολιτικός αγωνιστής. Έχει μία και μόνο φιλοδοξία, να ιδρύσει ένα θεοκρατικό κράτος στην πατρίδα του. Ένας φονταμενταλιστής είναι κάποιος που διεξάγει τον ιερό πόλεμο ως τα άκρα, ονειρεύεται ένα μοναδικό και αιδιαίρετο ούμα, που θα εξαπλώνεται από την Ινδονησία ως το Μαρόκο με σκοπό, αν όχι να προσηλυτίσει τη Δύση στο Ισλάμ, τουλάχιστον να την υποτάξει ή να την καταστρέψει... Εμείς δεν είμαστε ούτε ισλαμιστές, ούτε φονταμενταλιστές. Είμαστε μονάχα τα παιδιά ενός λεηλατημένου και ταπεινωμένου λαού που παλεύουν με ό,τι μέσα διαθέτουν για να ανακτήσουν την πατρίδα τους και την αξιοπρέπεια τους, τίποτα περισσότερο.»

 

*      

«Τα βιβλία φταίνε» διαχρονικά άλλωστε, τουλάχιστον από την τρυφερή ηλικία της μετεφηβείας, όταν η μητέρα εξέφρασε τον προβληματισμό της, πανικοβλήθηκε αν θέλετε, μπροστά στην θέα ενός τόσου δα βιβλίου, το Junkie του William Burroughs, αδυνατώντας να αποκωδικοποιήσει το μυστικό, παραβλέποντας το γεγονός πως ότι βιβλίο υπήρχε κάποτε στην εφηβική βιβλιοθήκη, δηλαδή τα άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Ξενόπουλου σε σκληρόδετη έκδοση, και μόνο, είχαν απομακρυνθεί κακήν κακώς ώστε να γίνει ο χώρος για περιοδικά για σινεμά και pop/rock μουσική, αποφάσισε να πάρει την βοήθεια του κοινού, μιας νεότερης συναδέλφου στο γραφείο δηλαδή, με στενότερη σχέση με την λογοτεχνία, «ο Burroughs είναι ο αντιπρόσωπος του Διαβόλου επί γης» ήταν το συνθηματικό που έλαβε, απέμενε λοιπόν μονάχα να παραδοθώ ψυχή τε, κυρίως σώματι, στον “el hombre invisible” τον οποίο αρχικά προσέγγισα ως brand name της εναλλακτικής κουλτούρας, έπειτα ως μύστη της Αμερικάνικης λογοτεχνίας, πλέον δεν με ξενίζει εντελώς η κρίση του ικανότερου λογοτέχνη Mario Vargas Llosa που έβρισκε (με ελαφρώς σνομπ διάθεση) το Junkie ως το καλύτερο βιβλίο του Αμερικάνου συγγραφέα, το έργο που έφερνε σε αμηχανία τον ίδιο τον Burroughs δηλαδή, επιδραστικότερο ωστόσο καλλιτέχνη σε σχέση με τον Χιλιανό μυθιστορηματογράφο, το μητρικό απαγορευτικό, έστω συμβολικής ισχύος, ακολουθούσε την οικογενειακή παράδοση, όσο το επέτρεπε τελοσπάντων η εποχή, μια γενιά προηγουμένως o πατέρας της είχε κάνει, με πάσα αυστηρότητα, την αρχή:

Γιοβάννα, Εύα Στυλ, Χατζιδάκης, ή και Θεοδωράκης, Αττίκ, Edith Piaf και Dalida, in·

Στέλιος Καζαντζίδης, και τα λαϊκά συμπαρομαρτούντα, out.

 

 

 

*      

«Ακούω τώρα τη βοή. Ένας ήχος απόκοσμος υψώνεται στον ουρανό σαν τραγούδι, νομίζω πως ακούω φωνές παιδιών, νότες ψηλές πολύπλοκες. Το κύμα πλησιάζει. Τρέχω παράλληλα με το κύμα. Βλέπω από κοντά την κοιλότητα στη μέση: μοιάζει με τα σωθικά κάποιου τεράστιου κήτους. Κοιτάζω την κορυφή: τρέχει ιλιγγιωδώς, καταβροχθίζει τον αέρα, ενώ στη βάση του το κύμα παραμένει ακίνητο, σαν ριζωμένο στους βυθούς. Πέφτω ξανά, το κεφάλι μου χτυπάει σε μια πέτρα, το στόμα μου γεμίζει φύκια, ζαλίζομαι. Ένα καβούρι γαντζώνεται κάτω από ένα βράχο, προσπαθεί κι αυτό να κρυφτεί. Το κύμα τώρα φράζει όλο τον ορίζοντα, γύρω μου έχει σκοτενιάσει τελείως. Θέλω να σηκωθώ, αλλά δεν μπορώ, μια έλξη ακατάμαχητη με κρατάει ξαπλωμένο, παράλυτο, παραδομένο στο τέρας που έρχεται.»

 

Εντυπωσιακό αφήγημα, κομψοτέχνημα του λόγου Ο Υπνοβάτης της Μαργαρίτας Καραπάνου, συγγραφικό κατόρθωμα που ωστόσο λανθάνει:

 


το δίκιο που την έπνιγε, έπνιξε και τον αναγνώστη,