30.5.13

TEDιγόηδες

Yue Minjun
Ποιός θα τολμούσε να φανταστεί άλλωστε πως εκείνο το απαίσιο, βγαλμένο μέσα από τη κοιλιά κατακρεουργημένου θηλαστικού, μηχανικό ψευδο-γέλιο των Αμερικάνικων sitcoms αμφιβόλου ποιότητας θα μεταφερόταν αυτούσιο σε κατάμεστες συνεδριακές αίθουσες ανά τον κόσμο?

Κι όμως, μέσα σε λίγα χρόνια, οι πληρωμένοι κομπάρσοι με αποστολή να χαχανίζουν ανά τρία λεπτά μετανσαρκώθηκαν στους αυριανούς TED καινοτόμους οι οποίοι, standard αυτό, ξενυχτούσαν με Αμερικάνικα sitcoms πριν καταλήξουν να σπέρνουν χάχανα ενδιαμέσως της διάδοσης ιδεών που όντως ενίοτε αξίζει να διαδοθούν. 

Φυσικά, υποτίθεται πως δε γελάνε χωρίς λόγο καθότι σε μία παράξενη συμφωνία χαρακτήρων η αφήγηση των ιδεών που αξίζει να διαδοθούν κατακλύζεται από σκερτσάκια που ενεργοποιούν εκείνα τα μηχανικά χάχανα. 

Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά στην περίπτωση όπου ένας μικρο-μηχανισμός της pop κουλτούρας με σκοπό την κατασκευή υπάκουων τηλεθεατών εφαρμόζεται με άριστη επιτυχία στο πείραμα της κατασκευής υπάκουων μελλοντικών καινοτόμων που στεκόμενοι αηδιασμένοι μίλια μακριά από far-fetched θεωρητικού τύπου ασχολίες και λαχταρώντας τις ανούσιες περιπέτειες μιας παρέας (αντικαπνιστών!) εικοσάρηδων κάπου στην Νέα Υόρκη στα μέσα της ευφορικής δεκαετίας του ’90, έγιναν μια χαψιά από το θηρίο. 

Και αν αναρωτηθήκατε ποτέ τι σόϊ θόρυβοι είναι εκείνοι που ακούγονται μέσα από τη χορτάτη κοιλιά του κτήνους, μιμούμενοι τη διαδικασία χώνεψης, να ξέρετε πως δεν ήταν άλλο από τα σκουριασμένα χάχανα του πλήθους.


Τα θηρία άλλωστε δε χορταίνουν ποτέ. 



24.5.13

ΚεΦταίς







Η καύλα γεννά το λυρισμό / και η σκέψη τον σκοτώνει / η πίστη τον αναζωογονεί / και η τρέλα τον γλυκαίνει / να μη ξεχάσω την ηρωίνη / ετούτη τον ναρκώνει

και τούτο είναι άλλωστε το παιχνίδι του ποιητή

Ο λυρισμός του μέλλοντος / θα είναι / είναι ήδη / θα είναι μια κλανιά / εγκλωβισμένη σε βρακί / ραμμένο μέσα από τη φούστα της Ελληνίδας μάνας / θα είναι κόκκινο βρακί / θα ακτινοβολεί / σαν neon πινακίδα / θα έχει γεύση αλμυρή, μυρωδιά περιόδου / θα τρέχουνε ξοπίσω της / κρατώντας μια απόχη / οι ‘Τρομοκράτες της Καρδιάς’ / κρατώντας μια απόχη / κι όχι τη μύτη τους / οι ‘Τρομοκράτες της Καρδιάς’ / θα εκδράμουν / για άλλη μια φορά / στο γκροτέσκο.

Ο λυρισμός του μέλλοντος / ανήκει στον λυράρη / όπως και το ψωμί / στο λαό ανήκει 


μα της κοντής της πούτσας / ξέρετε τι τις πταίει / η Εξουσία καλά μου παιδιά / η άτιμη αυτή Κυρία / αυτή της φταίει / κι αν το μισό ψωμί το πέταγε στο χώμα / που δήθεν φιλούσε όταν επέστρεφε στην πατρογονική γη / η άπιστη αυτή Κυρία / της φταίει / κι αν η μουσική έγινε κολάζ / η εξουσία της φταίει / κι αν το γαμήσι δεν είναι πια η ποίηση του φτωχού / ξέρετε τι της φταίει / η εξουσία της φταίει / κι αν η ουτοπία είναι δώρο των Θεών / που δε ξέρεις τι να το κάνεις / σαν το Κουτί της Πανδώρας / δε ξέρεις τι πρέπει να κάνεις / έλα που δε ξέρετε τι φταίει / η πουτάνα φταίει / πάντα μια πουτάνα τα φταίει / κι αν την είπαν εξουσία / ήταν που δε θέλησαν να την πουν Μαρία / που, δεν μπορεί, όλο και κάποιου Γιάννη θα ‘ταν η μάνα / την είπαν εξουσία / και της είπαν

Εσύ, μόνο εσύ!
Φταις για όλα
Φταις για όλα!
ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ ΓΙΑ ΟΛΑ!





23.4.13

The situation is far from perfect.

5.



Αδειάζω από βίωμα όσο γεμίζω από κουραφέξαλα ιδεών. Σ’ αυτό στέκομαι μονάχος, διαπιστώνω με θλίψη, με θλίψη ισόποση μ’ αυτήν όλου του κόσμου. Φαίνεται πως όλοι πιάνονται από κάπου· πίστεψαν τον Μποντριγιάρ όταν έλεγε πως «η ζωή δεν είναι για απελπισία αλλά πως είναι ήπια μελαγχολική». Βρήκε αδικαιολόγητη την απελπισία ο Γάλλος αλλά αναρωτιέμαι αν ταξίδεψε ποτέ του με σκοπό να συναντήσει κάποιον Νοτιοαφρικάνο ανθρακωρύχο που κρατά μαντσέτα στο χέρι, έτοιμος να κόψει χέρι αστυνομικού ή χειρότερα, χέρι απεργοσπάστη. Τι θα έκανε; Θα τον κατηγορούσε, θα τον δικαιολογούσε ή θα τον κατανοούσε;

 Στ’ αλήθεια τώρα, τι θα συνέβαινε; Ας τολμήσω να υποθέσω, να υποθέσω ξανά. 

-          Δεν θα τον κατηγορούσε γιατί δεν θα το έβρισκε ηθικά ακέραιο.
-          Δεν θα τον δικαιολογούσε γιατί θα ήταν πολύ εύκολο, θα ήταν ύποπτο.
-          Δε θα τον κατανοούσε γιατί είναι ανθρωπίνως αδύνατο. 

Νομίζω λοιπόν πως θα κατανοούσε την κατάσταση, κάτι που όμως απέχει πολύ από το να κατανοούσε τον ίδιο τον ανθρακωρύχο. Κατανοώ μια παλιοκατάσταση σημαίνει απόσταση από τα υποκείμενα που εμπλέκονται σ΄ αυτή, διαδιακασία που δηλώνει ξεκάθαρα τα όρια εκείνα τα οποία δε δύναται κανείς να ξεπεράσει· η απελπισία του ανθρακωρύχου υπάρχει, είναι δεδομένη, μα δε γίνεται να την ακουμπήσει κανείς. Αν την ακουμπήσεις καίγεσαι· αν δεχτείς πως η ζωή, καμιά φορά, είναι για απελπισία, αυτομάτως εισέρχεσαι στη θέση του άλλου, του απελπισμένου, του απεργού με τη μαντσέτα στο χέρι. Τότε είναι που χάνεται η ελπίδα και όπως και να το κάνουμε (σχεδόν) κανείς δε θέλει να πεθάνει. Μένει μονάχα ένα πράγμα να συμβεί· να κτιστεί η απόσταση, να πάρει μορφή και συνήθως η ανάγνωση βιβλίων βοηθάει αυτή τη διαδικασία που ούτως ή άλλως ενυπάρχει από μόνη της. Γιατί ποτέ κανείς δεν ακούμπησε τον άλλο όταν και θέλησε να πετύχει κάτι.

Μακριά από τον άνθρωπο είναι εκεί που γεννιέται ο νέος άνθρωπος. 


22.4.13

The situation is far from perfect.


4.


Αναρωτιέμαι τι γυρεύω εδώ μέσα με ένα σωρό από κλεμμένες ιδέες, μεταφρασμένες ιδέες, ιδέες σε λινκ. Ανησυχώ· έχουν ισχύ οι ιδέες; Είχαν άραγε κάποτε;


Ideas are not to be embraced, followed or believed. Ideas should be escaped at all costs.

Ideas are formed only to bring temporary comfort to your heart; they provide you with some new angles on which to reflect on a subject.

Ideas are to be forgotten – altered – transformed.

Ideas are to be pissed against the wind.

Ideas need to be embodied; you can’t have an idealist without the embodiment of the uncanny world of an idea, any idea. Otherwise, you are dealing with an imposter.
 
*

Idealists are not to be treated seriously when still alive. After their death, humanity owes to them their eternal glorification. And this is the cruel destiny of an idealist. And so be it.

A true idealist is a Jesus Christ, a Pontius Pilatus and the cruel Roman ruler of Judea at the same time.

A genuine idealist doesn’t exist elsewhere than the warm heart of the revolutionary, the romantic, the naïve, the poet; the man of a different era, always another era.

Idealists belong to a previous era.


“I have no ideas, only obsessions. Anybody can have ideas. Ideas have never caused anybody’s downfall,”τρέχει να τονίσει ο Cioran, πάντοτε πρόθυμος άλλωστε να βομβαρδίσει ήδη βομβαρδισμένα τοπία. (Ίσως να μην έχει άδικο· δε θυμάμαι να με συγκίνησε ποτέ καμιά ιδέα τόσο πολύ όσο η απόγνωση που εφορμά και σε κατατροπώνει, που εφορμά από το Άγνωστο.) Το δικό μου βομβαρδισμένο τοπίο απλώνεται μπροστά μου κάθε που αραδιάζω ιδέες άδειες από βίωμα. Το δικό του βομβαρδισμένο τοπίο απλωνόταν μπροστά του κάθε που στεκόταν εμπρός του καθρέπτη. Ίσως. Θα μπορούσε και να προσποιούταν την απελπισία του, σαν εμμονή διαβολική, ναρκισσιστική. Σαν σε συνήθεια.

Τώρα που το σκέφτομαι, δεν μπορεί να μην προσποιούταν. Ίσως και να προσποιούνταν πολύ. Μάλλον προσποιούνταν πολύ και κατ’ αυτόν τον απλό τρόπο εξηγείται και το σνομπάρισμα του Καμύ προς τον Ρουμάνο. Υποτίθεται πως το όλο θέμα σχετιζόταν με τα υποδεέστερα Γαλλικά του Τσιοράν έναντι του Γαλλοτραφή Καμύ, μα το γνωρίζουμε καλά όλοι πως οι άνθρωποι εφευρίσκουν αστείες δικαιολογίες ώστε να μασκαρέψουν τις πραγματικές αιτίες. Ο Καμύ λοιπόν, λάτρης της αυθεντικότητας, ο Καμύ που φούσκωνε σαν παγώνι όταν τον συνέκριναν με τον άρχοντα των γοητευτικών Μπόγκαρτ, δεν μπορεί παρά να αναστατωνόταν ψυχικά με το προσποιητό σπαραχτικό ουρλιαχτό της γριάς κουκουβάγιας Τσιοράν. Ο θεατράνθρωπος Καμύ δεν ήταν και κανάς χαζός· γνώριζε από πρώτο χέρι πως όλοι οι άνθρωποι υποδυόμαστε ρόλους, κάθε μέρα, όλη μέρα. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως όλη η φασαρία προήλθε από την κακή ηθοποιΐα του Ρουμάνου, στα σίγουρα αρκετά πιο χοντροκομμένου τύπου γενικά. Χοντροκομμένος, μα τόσο λεπτεπίλεπτος στην ανατομία της ανθρώπινης απόγνωσης, ώ τι λαμπρό παράδοξο! Ένα ακόμη παράδοξο!

Δύσκολο πάντως να ενδιαφέρουν πολλούς οι καυγάδες δύο πεθαμένων εστέτ.