4.9.22

Smog of Fate

 

«Δεν έζησα τη ζωή μου, δούλεψα πολύ, σκεφτόμουν όσους πεινούσανε...»

προσφέρει απλόχερα τους τίτλους της ταινίας της ζωής της η κυρία Ελπίδα,

μία μόλις μέρα έπειτα από το τέλος μιας κακοκαιρίας που βάπτισαν "Ελπίδα", που φαινόταν να την έχει χάσει ο πενηντάρης κύριος που πουλούσε τομάτες στην λαϊκή της Δευτέρας στην Στεφάνου Βυζαντίου,

«η ζωή είναι ωραία!» τον ενθάρρυνε πελάτης εξηντάρης δίχως να τον πατρονάρει,

«η ζωή είναι ωραία αν έχεις λεφτά... δεν έχω γκόμενα... αν δεν έχεις λεφτά, δεν έχεις γκόμενα, πως να ‘ναι ωραία η ζωή...»

«ελπίδα να ‘χεις»,

«τι ελπίδα... εγώ δεν είμαι Αλέξης, την ελπίδα την πήδηξε ο Αλέξης...»

με ταξίδεψε, η πικρόχολη ατάκα του, στην πλατεία Ομονοίας, Ιανουάριος του 2015, τότε άκουσα τον μετέπειτα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα (αγκαλιά με τον Pablo Iglesias, αρχηγό των Podemos, αποσύρθηκε από την πολιτική έπειτα από την αποτυχία του κόμματος του στις εκλογές του 2021) να υπόσχεται πως «Η Ελπίδα Έρχεται»,

όσο για την δική μου, την συγκαιρινή, ελπίδα, θα μπορούσε να αποκτήσει μακριά καστανά μαλλιά, κόκκινο κραγιόν σε ένα μεγάλο στόμα, αμυγδαλωτά καφέ μάτια και μια Μεσογειακή νηνεμία στην έκφραση του προσώπου της εγγονής της κυρίας Ελπίδας, θέλησε να μου την προξενέψει «με προίκα, σπίτι και οικόπεδο»·

εις μάτην, δεν μ’ εμπνέουν Ελληνίδες.

 

Επέστρεφε από το νοσοκομείο, η κυρία Ελπίδα, Κυψελιώτισα τα τελευταία εξήντα χρόνια, κρατώντας ακτινογραφίες και εξετάσεις για μια αδύναμη πλέον καρδιά, ήταν τυλιγμένη με ζακέτες και μπουφάν, τρία τον αριθμό.

Αποπροσανατολισμένη, στην μέση του δρόμου, ζητάει να την συνοδέψω σπίτι της, έμενε κοντά, στο επόμενο στενό, με κίνηση ματ, δηλαδή αγκαζέ, κλείδωσε τη νίκη της χωρίς να αφήσει ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία της στιγμιαίας αμφιταλάντευσης μου.

Έξω από την πόρτα του διαμερίσματος της, στον 6ο όροφο μιας τυπικής Αθηναϊκής πολυκατοικίας της δεκαετίας του ’80, αναρωτιέμαι προς στιγμήν τι πρόκειται να συναντήσω, αν θα εισέλθω δηλαδή στα ενδότερα της μοναξιάς μιας γυναίκας του κέντρου της πόλης που βρίσκεται στην τρίτη ηλικία·

κι όμως, το διαμέρισμα της έλαμπε από φως, μοσχοβολούσε καθαριότητα, εξοπλισμένο κατά το ήμισυ με έπιπλα καινούργια, τα υπόλοιπα vintage, μνήμες μιας εποχής που αναβιώνει στο Retronion στην οδό Μεγίστης.

Κάθεται στον καναπέ του σαλονιού της, μου δείχνει την πολυθρόνα απέναντι, συνεχίζει να φορά τα μεγάλα γυαλιά ηλίου μάρκας Ιταλικής με τα οποία την είχα συναντήσει, της είχαν μείνει από το stock του μαγαζιού με ρούχα που διατηρούσε στην Φωκίωνος, έκλεισε προ εικοσαετίας· μικροκαμωμένη με κοντά μαλλιά, oγδόντα δύο ετών, με βραχνή πολύ φωνή, τύφλα να ΄χει η Bacall Lauren, πασχίζει να βάλει τα λόγια της, το στόρυ της, σε μια σειρά. Ανάβει τσιγάρο.

«Με λέγανε «αστέρι», Βίκυ Αστέρη, με πέρναγαν για ηθοποιό, μ’ άρεσε και τραγούδαγα στο μαγαζί...»,

«τραγουδάω που και που στον δρόμο»,

«πού;»

«στο μπάνιο στο μπάνιο...»,

επιμένει, δεν ακούει, πιάνει τα γκομενικά:

-        «άμα χωρίζεις, βρωμάει το πράγμα, αν την ξαναμαζέψεις, το ίδιο και χειρότερα θα ‘ναι»,

-        «την έστειλες στο διάολο, καλά την έκανες...»

-        «δεν πιστεύω να ‘σαι καψούρης, μην τα ξαναφτιάξεις μαζί της, όταν χαλάει δρόμο δρόμο δρόμο...»

-        σου έφαγε όλα τα λεφτά ε; τα πήρε όλα και έφυγε και σε άφησε ταπί...»,

καταθέτει τις αλήθειες της περί των δεινών του έρωτα, του χωρισμού, δίχως κάποιο ίχνος της ατομικής μου προϊστορίας, κι έπειτα μου δίνει ραντεβού Φωκίωνος για καφεδάκι ώστε «να θυμηθεί τα νιάτα της», γεμίζει τα χέρια μου με καραμέλες ευκάλυπτου που βούτηξε από το νοσοκομείο, «ευχαριστώ, θα πάρω μία», «όχι θα τις πάρεις όλες, θα τις έχεις στην τσέπη σου, να μυρίζει ωραία το στόμα».

«Δεν σου ‘πα για την Λιάνη, πετάει το βυζί μπροστά στην Μαργαρίτα στο αεροπλάνο και την ερωτεύτηκε ο τίποτας, και του παίζει τέτοιο κόλπο...» αλλάζει όμως γρήγορα θέμα, το κουβάρι της μνήμης της φτάνει στον ξάδερφο της μάνας της, παραγωγό της τηλεόρασης, Θάνο Χρυσοβέργη, που είχε έναν αδερφό που σφάχτηκε Φωκίωνος Νέγρη, μπήκε στη μέση ενός μαφιόζικου καυγά ως ειρηνοποιός («πρόσεξε μην μπεις ποτέ στη μέση»), που «έκλεψε την γκόμενα», ο Θάνος, του Αλέκου Σακελλάριου, την Νίκη Λινάρδου·

η κυρία Ελπίδα θα κάνει μια παύση στον μονόλογο της,

αδόκητο, αθέλητο, πάντοτε awkward το ταξίδι στον χωροχρόνο του σπιτιού της παιδικής ηλικίας, μπροστά από μια Sony εν προκειμένω να αναμεταδίδει Star: Καλώς ήρθε το δολλάριο.

 

 

 

 

 

29.8.22

Smog of Fate

 

Υποχρεωτική μια στάση για γλυκό, κουλουράκια για το τσάι από τον κύριο που θρέφει πανατόνε την Κυψέλη έτη πενήντα επτά (57)· επίσης κέικ και τσουρέκια.

Ορεξάτος εξηγεί τα μυστικά παρασκευής της ζάχαρης, μιλάει για μπεζέδες, φοράει στολή εργασίας ζαχαροπλάστη, ρούχα με διάσπαρτους λευκούς λεκέδες γλυκού εθισμού καλύπτουν μια πελώρια κοιλιά - δύο μπάλες ποδοσφαιρικές και μία ράγκμπυ οριζοντίως,

«η Κυψέλη ήταν Κολωνάκι» θα πέσει γρήγορα το συνθηματικό με το οποίο υποδέχονται τους νέους οι παλιοί κάτοικοι και εργαζόμενοι της γειτονιάς, κυρίως δε, τα κορίτσια της Κυψέλης άνω των 75, επιμένουν να βολτάρουνε με περμανάντ και ιστορίες από τα παλιά,

θυμάται τα σοκολατένια Πασχαλινά λαγουδάκια με blueberry των εκατό τριάντα ευρώ για εκλεκτές πελάτισσες που δεν έμοιαζαν καθόλου με την ασκούμενη δικηγόρο την οποία «πέταξε έξω από το μαγαζί με τις κλωτσιές», είχε παραπονεθεί για τις τιμές στα κουλουράκια με ταχίνι και την βρώμη (14 ευρώ το κιλό), στην συνέχεια υπέπεσε στο ασυγχώρετο ατόπημα της αμφισβήτησης της ποιότητας των υλικών της επιχείρησης,

«εγώ δεν θα την προσλάμβανα με τέτοια εμφάνιση» (ελαφρά σκισμένο τζην και πάνινα Converse παπούτσια), ενέκρινε ωστόσο τα παπούτσια που κρατούσα σε μια τσάντα,

«με γειά» μου λέει,

«από τον τσαγκάρη έρχομαι» δεν λέω,

«είχα κι εγώ λόξα με τα καστόρινα» εξομολογείται,

«εγώ να δεις λόξα με τα ανθρώπινα» σκέφτομαι και γράφω.

Με ξεπροβοδίζει γκρινιάζοντας, κανένα από τα τρία παιδιά του δεν πρόκειται να αναλάβει την επιχείρηση, «ξεκινήσαμε στο Μεταξουργείο με το εργοστάσιο, μετά ήρθαμε Κυψέλη, 5η γενιά ζαχαροπλάστες...»,

ένας Ολλανδός τυχαίνει να περνάει από το στενό, δυσφορεί για την κατάσταση των πεζοδρομίων, ένα μηχανάκι, μισό τραπέζι τύπου ikea, και ένα πλαστικό μπουκαλάκι νερό του κλείνουν το δρόμο, εργάζεται στα γραφεία -επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας- του Ολλανδικού όμιλου Ten Brinke με παράδοση 119 ετών και παρουσία στην Ελλάδα από το 2008 μέσω της θυγατρικής Ten Brinke Ελλάς, προέδρος και CEO ο 60χρονος Albert Τen Brinke, ηγείται ενός ομίλου με ετήσιο τζίρο άνω του 1 δισ. ευρώ, ανταγωνίζονται, μεταξύ άλλων, την Wessels, που ελέγχει την ολλανδική Reggeborgh Invest BV, που ελέγχει την Ελλάκτωρ, πρώην Μπόμπολα, αφουγκράζεται το παράπονο του ζαχαροπλάστη και δηλώνει περιχαρής - «14η γενιά στο Ρόττερνταμ my friends…»,

aaaand… we have a winner από το απέναντι πεζοδρόμιο καθώς χαμογελάει τελευταίος ένας Γαλλόφωνος μουσουλμάνος από το Μάλι, καπνίζει Winston, βαδίζει αργά, οι πρόγονοι του συνδέονται με τους Diabaté - εβδομήντα δύο (72) γενιές αφηγητές ιστοριών της Δυτικής Αφρικής, griot is a West African historian, storyteller, praise singer, poet, or musician·

συνέβαιναν τούτα τα υπέροχα όμως ο νους μου είχε ήδη λοξοδρομήσει προς την δικηγόρο με τα All Star, pocket version της Amal Alamuddin, μια μέρα θα γυρίσει σπίτι κουρασμένη απ’ τη δουλειά, θα προσθέσει το παλτό στο βουνό από ρούχα δίπλα από την πόρτα, στην πολυθρόνα, θα θυμώσω τόσο όσο να της βγάλω τα παπούτσια να της βάλω τα πατούσια σε λεκάνη με ζεστό νερό, με μασάζ να διώξω από πάνω τους όλη την σκουριά, έπειτα από την ορθοστασία στα σκαλιά, της Ευελπίδων, θα αφηγείται, ως αντάλλαγμα, ιστορίες διαφθοράς και δικαστικής πλάνης, καταδίκες ενόχων και αθώων, αθώος ουδείς,

«αμάλ  أمل» θα πει ελπίδα,

για κάποιους δεν πεθαίνει ποτέ, γι’ άλλους ψοφάει τελευταία, όσο για εμένα, σχημάτιζε πάντοτε το πρόσωπο γυναίκας.