Showing posts with label Norman Mailer. Show all posts
Showing posts with label Norman Mailer. Show all posts

10.2.11

a fight







 Στη διάσημη τηλεοπτική μονομαχία του Marshall McLuhan και του Norman Mailer, τον καιρό της φλογερής δεκαετίας του ‘60, ο πρώτος, κατά κοινή ομολογία, ήταν ο αδιαμφισβήτητος νικητής. Ο μίστερ “το μέσο είναι το μήνυμα,” ήταν ο κομιστής του νέου, μιλούσε με αποδείξεις και ονόματα (έστω και με ημερομηνία λήξης όπως άλλωστε είναι γραμμένο στο πεπρωμένο τους), κουβαλούσε στην πλάτη του επιστήμη και αριθμούς, ενσωμάτωνε παλαιές λέξεις σε νέα μηνύματα.
 Ο Mailer, αντίθετα, «ξέδωσε» χρησιμοποιώντας ίσαμε και πέντε φανταχτερές λέξεις, όλες συνώνυμες, για να αποδώσει την έννοια μιας κουρτίνας ή μιας αστραπής, τα έδωσε όλα στο πεδίο της θεατρικής εκφραστικότητας που μεταχειρίζονται οι κατά τόπους και χρόνους δημόσιοι ομιλητές (την ίδια στιγμή που ο McLuhan παραμένει ένας μικρός γιόγκι), ήταν βασικά, ο παραδοσιακός εξωστρεφής διανοούμενος, λιγάκι αντιφατικός, αρκετά αληθινός, κάπως κουραστικός και διάφορα άλλα ανθρώπινα.
 Όχι πως ο McLuhan δεν ήταν «ανθρώπινος», δεν κάνουμε αυτήν την (ατελέσφορη) κουβέντα τώρα. Η κουβέντα έχει να κάνει με τις αιτίες της ήττας του ενίοτε και συμπαθούς Αμερικανού συγγραφέα. Γνώμη μου είναι λοιπόν πως δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα γι’ αυτόν να κερδίσει τις εντυπώσεις. Αυτό συνέβη, όχι γιατί ήταν λιγότερο έξυπνος από το συνομιλητή του, διόλου απίθανο πάντως, αλλά γιατί ο αγώνας ήταν άνισος.
 Βλέπετε, ο Mailer ρίχτηκε στη μάχη γνωρίζοντας πως δε θα ήταν δυνατό να κερδίσει, η ατζέντα που υπήρχε ήταν απαγορευτική γι’ αυτόν και τους όμοιους του. Προσοχή! Δεν αναφερόμαστε σε μια κάποια τηλεοπτική ατζέντα που έπρεπε να σεβαστούν οι δύο συνομιλητές. Ομιλούμε ευθαρσώς για μια άλλη ατζέντα, αυτή στην οποία αναφέρθηκε ο Γκράμσι. Όταν μια διαπραγμάτευση διεξάγεται εντός της γλώσσας της εξουσίας λοιπόν, όταν η εξουσία καθορίζει αποφασιστικά το framework του όποιου debate, ο αγώνας είναι άνισος για ένα από τα δύο αντιπαρατιθέμενα μέρη.
 Ο άμοιρος Mailer έμενε να παριστάνει, όσο μπορούσε, το Θεό Διόνυσο στην εποχή όπου αυτός βρίσκεται φαρδιά πλατιά ευνουχισμένος. Κατά συνέπεια, ο McLuhan ήταν ο Απόλλωνας απλά και μόνο επειδή κατάφερε να τον παριστάνει επαρκώς. Η Γκραμσιανή ατζέντα ήταν σαφώς προς όφελος του∙ στο δρόμο που διανύουμε, προς μια επιστημονική-τεχνοκρατική (sic – λίγη παλιά Sixties ορολογία δεν έβλαψε ποτέ κανέναν ) ανάγνωση του κόσμου που μας περιβάλλει δηλαδή, του ήταν αρκετά εύκολο να υποδυθεί το ρόλο που υποδύονται σήμερα όλοι οι tech ειδήμονες οι οποίοι μεταφράζουν κατά το δοκούν την πραγματικότητα (την επίσημη∙ τις άλλες, αυτές που παρουσιάζονται στον ύπνο μας φερ’ ειπείν, δεν τις έχουν υπόψην τους) με λέξεις παμπάλαιες μεν, νοηματοδοτούμενες εκ νέου όμως, όπως π.χ. τη λέξη δίκτυο.
 Ο Mailer έκανε το θλιβερό λάθος να αποδεχθεί το ρόλο του ως ένας αρχαϊκός Διόνυσος τη στιγμή που αυτό ήταν ξεκάθαρα εις βάρος του. Ήταν και εις βάρος της αλήθειας. Οι Διονυσιακές αλήθειες του Mailer είναι, αναγκαστικά, και Απολλώνειες. Το ίδιο συμβαίνει και αντίστροφα φυσικά. Η διαφορά συνίσταται στο «θράσος» του McLuhan να υποδύεται τον Απόλλωνα ενσωματώνοντας με χαλαρή διάθεση και λιγάκι από Διόνυσο τη στιγμή ακριβώς που μασκαρεύει τις αλήθειες του με λέξεις όπως tribal και global village αποκτώντας σαφές πλενέκτημα έναντι του βαθιά κοιμώμενου τον ύπνο της γλυκιάς αυταρέσκειας συνομιλητή του. 
 Ο McLuhan καταφέρνει να ιδιοποιείται αυτό ακριβώς που είναι σε θέση να προσφέρει ο μονομανής, αλλά και αυθεντικός τρόπον τινά συνομιλητής του, με τον ίδιο τρόπο που η εξουσία ιδιοποιείται τις όποιες ιδιωτικές, ή και μη, αλήθειες μας. Το πανανθρώπινο δικαίωμα για παιχνίδι άλλωστε, μονοπωλείται πλέον από εκφραστές του τύπου Google headquarters όπου κανείς συναντά τσουλήθρες, πολύχρωμες κουράδες που σου φτιάχνουν καφέ, ιπτάμενα προφυλακτικά που λένε τον καιρό και άλλα τέτοια όμορφα∙ όλα αυτά στα πλαίσια ενός χαλαρωτικού διαλείμματος από την πολύωρη εργασία που προσφέρει μια αναλώσιμη ανθρώπινη μονάδα.
 Εγώ πάντως, βρίσκομαι μονίμως στην ευχάριστη θέση να καταφέρνω να καταρτίζω ατελείωτες λίστες από Διόνυσους με φανταχτερές Απολλώνειες, όχι εκλάμψεις, αλλά βαθιά χαραγμένες χαρακιές στο κορμί και στο πνεύμα. Με άλλα λόγια, ποτέ δε βρήκα λογική την ιδέα να χαρίζεις στους άλλους, στους απέναντι, ελαφρά τη καρδία, ακόμα και μετά από τέσσερα ποτήρια βότκα τόνικ μιας και γνωρίζουμε ότι ο Mailer ήταν και γαμώ τα ποτήρια, ότι σου αξίζει δικαιωματικά σε τούτη τη ζωή.
 Ο τοξικομανής (on and off στην πρέζα μέχρι τα γεράματα) συγγραφέας William Burroughs που πέρασε ατελείωτες ώρες κοιτώντας απλά το δάχτυλο του όσο η ηρωίνη έστηνε τρελό χορό μέσα στο κορμί του, είχε τόσο Απόλλωνα μέσα του όσο το μέγεθος της ηλιθιότητας εκείνων που ο ίδιος αποκαλούσε “the worst of all peasants:” 
“They are all stupid peasants, and the worst of all peasants are the so-called educated. These people should not only be prevented from learning to read, but from learning to talk as well. No need to prevent them from thinking; nature has done that.”

 O Burroughs, ένα ατελείωτα μοναχικό μεγαλοπρεπές Εγώ, δεν άφησε στον εχθρό να καταλάβει το ζωτικό χώρο για τον οποίο μονομαχεί μεγάλος μέρος της σκεπτόμενης ανθρωπότητας εδώ και χρόνια: το πεδίο στο οποίο ευδοκιμεί η Σκέψη. Γνωρίζοντας πολύ καλά πως το αναπόδραστο, σαν άλλο φουκωϊκό σύστημα, πεδίο στο οποίο η εξουσία καθορίζει αμετάκλητα τους όρους διαξαγωγής του όποιου debate θα ήταν γι’ αυτόν κάτι σαν νεκροτομείο της ύπαρξης, όρισε τη Λέξη ως Ιό και ξεμπέρδεψε μια και καλή. (The Word is a Virus). O Burroughs, πονηρός γαρ, αναποδογύρισε το τεχνητά αναπόδραστο σύστημα στο οποίο εισέρχεσαι όταν αυτό που διατυπώνεις προσκρούει στα δεδομένα (data) στα οποία βασίζουμε με φλογερό πάθος την ύπαρξη μας, αυτά εννοείται πως μεταλλάσσονται ανάλογα με το σύστημα σκέψης στο οποίο έχουμε προσγειωθεί την κάθε δεδομένη ιστορική περίοδο, δεδομένα όμως, τόσο ευμετάβλητα όσο και το γούστο ενός fashion victim, εδώ που τα λέμε.
 Παμπόνηρος γαρ, δεν έχασε την ευκαιρία να αντλήσει υλικό από τη διαθέσιμη δεξαμενή του καιρού που έζησε, Mallarmé, γλωσσολογία, επιστήμη της ιατρικής και τα ρέστα. Κορόϊδο δεν ήταν∙ μεταχειρίστηκε προς όφελος του τις Απολλώνειες αλήθειες, αυτός, ο (αυτο)καταστροφικός Διόνυσος, πατώντας βεβαίως πάνω στη μία και μοναδική μη αναστρέψιμη αλήθεια αυτού του κόσμου: “There is no final solution.” 
 Global village: εκεί που το Facebook συναντά την ACTA [εδώ]. Tribal: εκεί που η new age αφασία συναντά τη χυδαία απόλαυση μιας χυδαίας μαζικής κουλτούρας.






 




29.4.10

Το America που αγάπησα: ο αξιότιμος κ. Mailer




The White Negro (Fall, 1957)
By Norman Mailer

 the American existentialist—the hipster, the man who knows that if our collective condition is to live with instant death by atomic war, relatively quick death by the State as l’univers concentrationnaire, or with a slow death by conformity with every creative and rebellious instinct stifled (at what damage to the mind and the heart and the liver and the nerves no research foundation for cancer will discover in a hurry), if the fate of twentieth century man is to live with death from adolescence to premature senescence, why then the only life-giving answer is to accept the terms of death, to live with death as immediate danger, to divorce oneself from society, to exist without roots, to set out on that uncharted journey into the rebellious imperatives of the self.
 In short, whether the life is criminal or not, the decision is to encourage the psychopath in oneself, to explore that domain of experience where security is boredom and therefore sickness, and one exists in the present, in that enormous present which is without past or future, memory or planned intention, the life where a man must go until he is beat, where he must gamble with his energies through all those small or large crises of courage and unforeseen situations which beset his day, where he must be with it or doomed not to swing. The unstated essence of Hip, its psychopathic brilliance, quivers with the knowledge that new kinds of victories increase one’s power for new kinds of perception; and defeats, the wrong kind of defeats, attack the body and imprison one’s energy until one is jailed in the prison air of other people’s habits, other people’s defeats, boredom, quiet desperation, and muted icy self- destroying rage.
 One is Hip or one is Square (the alternative which each new generation coming into American life is beginning to feel) one is a rebel or one conforms, one is a frontiersman in the Wild West of American night life, or else a Square cell, trapped in the totalitarian tissues of American society, doomed willy-nilly to conform if one is to succeed.


 In the dialogue between the atheist and the mystic, the atheist is on the side of life, rational life, undialectical life—since he conceives of death as emptiness, he can, no matter how weary or despairing, wish for nothing but more life; his pride is that he does not transpose his weakness and spiritual fatigue into a romantic longing for death, for such appreciation of death is then all too capable of being elaborated by his imagination into a universe of meaningful structure and moral orchestration.
 The mystic can accept the atheist’s description of his weakness; he can agree that his mysticism was a response to despair. And yet…and yet his argument is that he, the mystic, is the one finally who has chosen to live with death, and so death is his experience and not the atheist’s, and the atheist by eschewing the limitless dimensions of profound despair has rendered himself incapable to judge the experience. The real argument which the mystic must always advance is the very intensity of his private vision—his argument depends from the vision precisely because what was felt in the vision is so extraordinary that no rational argument, no hypotheses of ‘oceanic feelings” and certainly no skeptical reductions can explain away what has become for him the reality more real than the reality of closely reasoned logic. His inner experience of the possibilities within death is his logic. So, too, for the existentialist. And the psychopath. And the saint and the bullfighter and the lover. The common denominator for all of them is their burning consciousness of the present, exactly: that incandescent consciousness which the possibilities within death have opened for them. There is a depth of desperation to the condition which enables one to remain in life only by engaging death, but the reward is their knowledge that what is happening at each instant of the electric present is good or bad for them, good or bad for their cause, their love, their action, their need.