15.1.09
Jason Bourne: ένας action hero, διαφορετικός από τους άλλους...
14.1.09
Ελλάδα: Σε κατάσταση αναταραχής, εδώ και καιρό τώρα..
Ξεχάστε τους μαθητές και τους φοιτητές, τους κουκουλοφούρους και τα ΜΑΤ, τα Μέσα Μαζικής Παραπληροφόρησης και την ξεδιαντροπιά των δηλώσεων του 99% των κάθε λογής πολιτικών, πρυτάνεων, επίσημων φορέων, συνηγόρων υπεράσπισης-βιτρίνα ενός κράτους που αποφάσισε να δείξει τα δόντια του.
Ο κ. Κούγιας αποτελεί την ιδανικότερη των επιλογών. Η «προσωποποίηση» της υπερασπιστικής γραμμής του δολοφόνου, μιας υπερασπιστικής γραμμής «ανήθικης» αλλά και καθρέπτης της στάσης του κρατικού μηχανισμού καταστολής και βαναυσότητας απέναντι στα γεγονότα, αποτελεί μια έξυπνη επιλογή: το «ποιόν» του κ. Κούγια, η τηλεοπτική του χάρη και απήχηση, το «ακαταλόγιστο» των πράξεων ενός ανθρώπινου όντος απεχθούς που μοιάζει να προέρχεται από το αμοραλιστικό σύμπαν της ταινίας του Gaspar Noeacute;, "Seul Contre Tous", καταφέρνει να αποπροσανατολίσει.
Η έλλειψη μετάνοιας του δολοφόνου όπως αυτή (δεν) εκφράστηκε στην κατάθεση του, αντιπροσωπεύει την σκοτεινότερη πλευρά της εξουσίας... Μιας εξουσίας που αρέσκεται να καταστέλλει (καμιά φορά κάνει και τα στραβά μάτια - το σπάσιμο των μικρομάγαζων του κέντρου ξυπνά τα πολεμικά αντανακλαστικά του τηλε-πλήθους) και να κραυγάζει προς όλες τις κατευθύνσεις: πίσω και σας «φάγαμε»...
Ο Άκης Γαβριηλίδης έγραψε (ίσως με μια διάθεση υπερβολής) πως: "οι μέρες αυτές είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της σύγχρονης Ελλάδας στον παγκόσμιο πολιτισμό, και η πρώτη φορά -ίσως η δεύτερη μετά το 1821, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική και πληθυσμιακή έκταση απ' ό, τι τότε - που τα βλέμματα όλου του κόσμου είναι στραμμένα προς την Ελλάδα, με θαυμασμό και ελπίδα..." Ξεχάστε όλα τα άλλα, τούτο είναι το πρώτιστο ζήτημα των ημερών, εδώ βρίσκεται η ουσία της εβδομάδας των ταραχών: κατοικούμε σε μια χώρα «ανύπαρκτη», σε μια χώρα σε λήθαργο, σε μια χώρα βαθιά διχασμένη.
Οι Times του Λονδίνου, σε μια όχι και τόσο επιτυχημένη «ιστορική» εξήγηση των εξεγερτικών τάσεων των Ελλήνων αναφέρουν: "it is this consciousness of having been once a great civilization that lingers in the public mind and erupts in paroxysms of frustration". Μια μεγάλη αλήθεια: η σύνδεση με το μεγαλοπρεπές παρελθόν «μας» αποτελεί διαχρονικό τόπο μιας ματαίωσης, μιας απογοήτευσης για το παρόν το οποίο βρίσκεται μονίμως σε αμφισβήτηση.
Αυτό από μόνο του δεν εξηγεί και πολλά, φυσικά. Η Ελλάδα βρίσκεται μονίμως σε ένα ψυχοφθόρο «δίλημμα». Οι Έλληνες είναι βαθιά διχασμένοι, προσπαθώντας χρόνια τώρα να επιλέξουν ανάμεσα στις δυνάμεις του «μοντέρνου» κόσμου και σε «παλαιές» πρακτικές, αντιλήψεις, κοσμοθεωρίες. Η «Δυτική» πλευρά της Ελληνικής πραγματικότητας, ίσως, να υπερέχει. Δεν αμφιβάλλει κανείς πως μοιραζόμαστε κοινά βιώματα (η παγκοσμιοποίηση των πολιτιστικών ανταλλαγών), ανησυχίες (στενά συνδεόμενες με επαγγελματική επιτυχία και την εκπλήρωση προσεκτικά δομημένων φιλοδοξιών), αδιέξοδα (κατάθλιψη), με το κομμάτι του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου.
Από την άλλη πλευρά, η πίστη στην Ορθοδοξία και o ενεργός ρόλος της εκκλησίας στην... απορρύθμιση της κοινωνικής ζωής, η σύσταση και λειτουργία του κράτους που προσομοιάζει σε χώρα του υπανάπτυκτου κόσμου (όποιος το αρνείται αυτό, εθελοτυφλεί) και η οποία συμπληρώνεται από ιδεοληψίες, συμπεριφορές και αντιλήψεις που βρίσκονται σε εμφανή αντίθεση με τις δομές και τύπους συμπεριφοράς Ευρωπαίων και λοιπών δυνάμεων ορθολογικής «προοδευτικότητας», συμπληρώνουν το άλλο μισό της Ελληνικής πραγματικότητας.
Μια κοινωνία συντηρητική όπου η κυρίαρχη δύναμη στην αριστερά είναι το φοβικό, υπερ-συντηρητικό, Κ.Κ.Ε., ένα κόμμα σε πλήρη δυσαρμονία με την πραγματικότητα που δυστυχώς εκφράζει μια σεβαστή μερίδα νεολαίας (βλ. Κ.Ν.Ε.). Μιας «νεολαίας» που βρίσκεται σε αρμονία με τους ταξικούς εχθρούς της ΔΑΠ όσον αφορά στην στενομυαλιά, την έλλειψη προτάσεων και, δεν είναι υπερβολή αυτό, μια κρυπτο-φασιστική νοοτροπία. Μια «νεολαία» που παρότι «βγαίνει» στους δρόμους, θα ήταν καλύτερο να μην το έκανε.
Στους κόλπους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς όπως αυτή αντικατοπτρίζεται κυρίως στις φοιτητικές παρατάξεις και συλλογικότητες καθώς και στο χώρο των αντι-εξουσιαστών παρατηρείται μια κάποια άλλη μορφή (θεωρητικού) «συντηρητισμού»: ένας Λόγος αντι-καπιταλιστικός, περιχαρακωμένος στην σκληρή αλήθεια ενός καταπιεστικού συστήματος, ο οποίος διεκδικεί τα πάντα παίρνοντας ως αντάλλαγμα το απόλυτο μηδέν. Ο Σλοβένος θεωρητικός Slavoj Zizek σε πρόσφατο άρθρο του αναφέρει τα εξής:
"The lesson here is that the truly subversive thing is not to insist on "infinite" demands we know those in power cannot fulfill. Since they know that we know it, such an "infinitely demanding" attitude presents no problem for those in power: "So wonderful that, with your critical demands, you remind us what kind of world we would all like to live in. Unfortunately, we live in the real world, where we have to make do with what is possible" The thing to do is, on the contrary, to bombard those in power with strategically well-selected, precise, finite demands, which can't be met with the same excuse".
Οι καιροί είναι περίεργοι, η αριστερά δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί προς όφελος της, την υπάρχουσα κοινωνική κρίση. Η αριστερά είναι πολυδιασπασμένη, απενεργοποιημένη, βρίσκεται σε χειμερία νάρκη. Ο Μάης του '68 και τα όνειρα μιας συλλογικής δράσης είναι παρελθόν, χωρίς αυτό φυσικά να αποτελεί καταδίκη για τις όποιες προσπάθειες εξέγερσης και κριτικής εναντίωσης απέναντι στην όποια μορφή εξουσίας.
Ούτως ή άλλως, η εξέγερση των Αθηνών δε έχει και πολλά κοινά με τον Μάη του '68, μήτε και με την κόλαση στα προάστια των Παρισίων, το 2005. Η φλεγόμενη Αθήνα ίσως να είναι η πρεμιέρα στο θέατρο νέων αγώνων και ας είναι στην ουσία μια ακόμα σελίδα στην ιστορία της αντίστασης. Η «τοπικότητα» της εξέγερσης ή η παγκοσμιοποίηση του «φαινομένου», μένει να αποκαλυφθεί οσονούπω...
18.4.08
O Ignacio Ramonet στην Αθήνα.
7.4.08
Στην Ελλάδα του... 447 π.Χ.


Η πολύκροτη ιστορία με το Νέο Μουσείο Ακρόπολης και την ενδεχόμενη κατεδάφιση των δύο κτιρίων που εμποδίζουν την απευθείας οπτική σύνδεση του κοινού, από ένα (μικρό)[1]
κομμάτι του μουσείου προς τον Ιερό Βράχο (και όχι τον Παρθενώνα), είναι μια υπόθεση η οποία μας οδηγεί σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα για την αντίληψη που επικρατεί στην Ελλάδα, όσον αφορά την πολιτιστική διαχείριση.
Η ύπαρξη ενός σημαντικού πολιτισμού στον Ελλαδικό χώρο στα αρχαία χρόνια, έχει κληροδοτήσει το σύγχρονο Ελληνικό κράτος με έναν πολιτιστικό θησαυρό ο οποίος του αποφέρει κέρδος και διεθνή αναγνώριση. Η προσπάθεια να αναδειχθεί αυτή η πολιτιστική κληρονομιά είναι απολύτως λογική· ποιο είναι όμως το πρόσωπο της νεότερης Ελλάδας? Εκτός από τον ήλιο, τη θάλασσα και το ξέφρενο γλέντι στα νησιά του Αιγαίου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, υπάρχει οτιδήποτε άλλο? Μετά το ούζο, το φραπέ και την καθιερωμένη επίσκεψη στο Ψυρρή - για μια γεύση τυποποιημένου, φολκλόρ ελληνικού γλεντιού -, τι μένει να δει ο... Γιαπωνέζος?

Το ερώτημα που τίθεται σχετικά με το ειδικό βάρος της Ακρόπολης ως τουριστικού αξιοθέατου και μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς έναντι της πολυκατοικίας του Β. Κουρεμένου επί της Διονυσίου Αεροπαγίτου, είναι εντελώς άστοχο. Εξαίρετο δείγμα νεότερης αρχιτεκτονικής (Art Deco), η πολυκατοικία του Κουρεμένου συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 113 έργα που αντιπροσωπεύουν την ελληνική αρχιτεκτονική από τα μέσα του 19ου μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα.[2] Μικρή σημασία όμως έχουν οι ακριβείς λεπτομέρειες σχετικά με την αρχιτεκτονική -και κατά συνέπεια πολιτιστική- αξία του συγκεκριμένου κτιρίου. Η ουσία του ζητήματος είναι άλλη: η «μουσειακή» αντίληψη περί πολιτισμού στην Ελλάδα πρέπει να πάψει. Σε μια από τις χειρότερες πανευρωπαϊκά πόλεις, όσον αφορά την αρχιτεκτονική της σπουδαιότητα και καλαισθησία, η κατεδάφιση ενός τέτοιου κτιρίου είναι προκλητική.
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης είχε πει κάποτε, αστειευόμενος, ότι θα πρέπει να γκρεμίσουμε την Ακρόπολη για να πάει μπροστά αυτός ο τόπος. Μέσα στην υπερβολή της, αυτή η δήλωση αναδεικνύει την πραγματικότητα· μια χώρα δέσμια της αρχαίας κληρονομιάς της· μια χώρα πολιτιστικά - και όχι μόνο, φυσικά – οπισθοδρομική και συντηρητική· τέλος μια χώρα που επέλεξε να βολευτεί με μια ψευδαισθητική, μεταφυσική σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα, βάλσαμο για την σύγχρονη ανυπαρξία της.

Η ίδια η ιδέα σχεδιασμού του μουσείου, είναι προβληματική. Η μοναδικότητα του, λέει ο αρχιτέκτονας του μουσείου Μπερνάρ Τσουμί, έγκειται στο ότι «Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης είναι το μόνο Μουσείο το οποίο αφορά την αλληλεπίδραση. Είναι εκεί για να δείξει και τι υπάρχει έξω από αυτό, προς τα μέσα. Είναι το πρώτο Μουσείο το οποίο διαδραματίζει έναν τέτοιο ρόλο».[3] Επίσης το ουσιώδες για τον Μπ. Τσουμί είναι ο «διάλογος ανάμεσα στο Νέο Μουσείο και την Ακρόπολη»: «Οταν στέκομαι στον εξώστη του Μουσείου και ατενίζω αναρωτιέμαι αν θα πρέπει ο διάλογος να είναι ανάμεσα σε δύο μέρη ή αν θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά τα δύο κτίρια του 1930. Μήπως πρόκειται για μια θορυβώδη παρέμβαση»;[4]
Το ψέμα έγκειται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται περί διαλόγου αλλά μονολόγου· το μουσείο στέκει βουβό μπροστά στη μεγαλοπρέπεια του Παρθενώνα και αυτομάτως μετατρέπεται σε ένα ηλιόλουστο δωμάτιο με θέα· με το γυαλί να κυριαρχεί - στην προσπάθεια του να εκμεταλλευτεί το «μοναδικό» Αττικό φως - το μουσείο μοιάζει να αναπαράγει τα καθιερωμένα: Ελλάδα, η χώρα του φωτός - κυριολεκτικά και μεταφορικά -, Ελλάδα η χώρα του μεγάλου αρχαίου πολιτισμού.
Όλη αυτή η προσπάθεια δεν στερείται λογικής. Η Ακρόπολη, ως ανεκτίμητο κομμάτι της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, μπορεί να αναδειχθεί εκ νέου σε τουριστικό προϊόν πρώτης προτεραιότητας. Η ουσία ωστόσο, βρίσκεται αλλού: οι τουρίστες - είναι αυτονόητο - θα αναζητήσουν και κάτι άλλο• κάτι που να αναδεικνύει το παρόν, κάτι που να δηλώνει την ομορφιά και τη σπουδαιότητα του σήμερα, σε πείσμα του χθες.
Μόλις λοιπόν ξεμεθύσουν από τη μυρωδιά του ούζου, με καθαρό μυαλό πλέον, κοιτώντας ολόγυρα τους, θα συνειδητοποιήσουν το προφανές: Ελλάδα η χώρα των Θεών του Ολύμπου (η εξειδανικεύση του παρελθόντος), Ελλάδα η χώρα που οι Θεοί εγκατέλειψαν (ο ρεαλισμός του παρόντος)…
[1] http://www.thewebcoders.com/history.htm Τα διατηρητέα δεν κλείνουν τη θέα προς το βράχο της Ακρόπολης από την αίθουσα των γλυπτών του Παρθενώνα του ΝΜΑ, που έχει πάρει κατά παρέκκλιση ύψος για το σκοπό αυτό. Από το επίπεδο του εστιατορίου φαίνεται άνετα ο Παρθενώνας, όλο το τείχος, και μεγάλο μέρος του βράχου. Μόνο από την άκρη της υπαίθριας εξέδρας εστιατορίου εμποδίζεται ουσιαστικά η θέα.
31.3.08
Νίκος Γκάλης: μια διαφορετική προσέγγιση ενός μύθου
22.3.08
Βία.

Η βία, ανέκαθεν, ήταν ένα ζήτημα αμφιλεγόμενο. Ταμπού για την Αριστερά αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας, είναι ένα διαχρονικό θέμα για αντιπαράθεση. Σύμφωνα με τον Καντ, είναι δομικό στοιχείο της κοινωνίας, ενώ κάθε ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής (από τον Φρόιντ μέχρι τον Ντοστογιέφσκι) αντιμέτωπισε τη βία ως μια υπαρκτή πραγματικότητα. Εντούτοις, η διαφορά από τη θεωρητική ανάλυση του φαινομένου με τον αντίκτυπο που φέρει μια πράξη βίας στον ψυχισμό του ανθρώπου, είναι το σημείο το οποίο σηματοδοτεί την έναρξη του προβληματισμού.
Ειδικότερα στο θέμα της βίας ως πράξη εξέγερσης και εναντίωσης, τα πράγματα είναι επίσης περίπλοκα. Η βία ως μέσο απορρύθμισης μιας δεδομένης κατάστασης πραγμάτων, σίγουρα έχει κάποια χρησιμότητα. Εν προκειμένω, στα πλαίσια ενός καπιταλιστικού συστήματος με την καταπίεση και την αδικία να λειτουργούν ως κύρια συστατικά της παντοδυναμίας του, μια πράξη βίας που επιφέρει αναταραχή και αναστάτωση στο κοινωνικό σύνολο, σαφέστατα έχει νόημα. Είναι ωστόσο η θεσμοποίηση της βίας που ελλοχεύει έναν κίνδυνο· να καταστεί αυτού του είδους η βία σε μια ιεροτελεστία άνευ ουσίας. Η «κοινωνία του θεάματος» παραμονεύει και με την πρώτη ευκαιρία την συσκευάζει σε τηλεοπτικό προϊόν άμεσης κατανάλωσης: οι τηλεθεατές την καταναλώνουν με βαριά ψυχή και κατόπιν τη χωνεύουν με μια είδηση που αναδεικνύει την εθνική ομοψυχία.
Η θεσμοποίηση της βίας μέσω των καθιερωμένων επεισοδίων σε πορείες και λοιπές εκδηλώσεις, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν αποτελεί μια απολύτως υγιή έκφραση δυσαρέσκειας· από την άλλη, το κύμα βίας που ξεσπά π.χ. σε μια αντιπολεμική πορεία, δεν είναι απαραίτητα στο σύνολο του «πακεταρισμένο» από πριν. Σε τέτοιου είδους ακραίες συνθήκες με την καταστολή των γκλομπς και των χημικών να κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια την διαδηλωτών, πολλές φορές η έκλυση της βίας έχει τη μορφή μιας άμεσης, αυθόρμητης και λυτρωτικής αντίστασης.
Η μονολιθική σκέψη όμως που θέλει την αντίσταση να εκφράζεται μονάχα μέσω των μολότωφ, είναι παραπλανητική. Η απαίτηση να οπλιστεί το χέρι καθενός, είναι παράλογη και εκβιαστική. Η ευρύτητα της δράσης ενάντια στην απολυταρχικότητα και την πίεση για προσαρμογή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί· οι ρωγμές ενός διάτρητου καπιταλιστικού συστήματος είναι πολλές και η δυνατότητα να διαχέονται ριζοσπαστικές ιδέες και αντιλήψεις διαμέσου αυτών, δεν πρέπει να μας διαφεύγει. Το γεγονός ότι αυτές καταλήγουν συνήθως στα σκουπίδια, ανάμεσα στους τόνους ανοησίας που μας περικλείει, είναι ένα άλλο θέμα.
Η άρνηση της υφιστάμενης πραγματικότητας παίρνει πολλές μορφές και μια θεωρητική σύμπραξη τους, μοιάζει αναγκαία. Από καλλιτέχνες που δρουν στο περιθώριο και πυροδοτούν αντιδράσεις με το έργο τους μέχρι αυτούς που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία και από «αλλοπαρμένους» που προσβάλλουν τα μικροαστικά ήθη με τον τρόπο ζωής τους μέχρι αυτούς που ξημεροβραδιάζονται με τον Φουκώ και τον Μπάροουζ, ο δρόμος της υπέρβασης γνωρίζει πολλά μονοπάτια. Είναι αυτονόητο, ότι αν η άρνηση δεν μετουσιωθεί σε κάτι γόνιμο και δημιουργικό, αν δηλαδή το σπέρμα της αμφιβολίας δεν γονιμοποιηθεί σε στέρεα κριτική, δεν καταφέρνεις (σχεδόν) τίποτα· η ανάγκη επαναπροσδιορισμού του όρου και της λειτουργίας του αντιεξουσιαστή, με σκοπό την αντικατάσταση του με αυτόν του ελευθεριακού (η φαντασία στην αντι-εξουσία, δηλαδή), μοιάζει επιτακτική.
Συμπερασματικά: Από το «νησί» του Ψυρρή κατά τις βραδινές ώρες, με τη φυσική βία να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της «ψυχαγωγίας» των επισκεπτών έως την ψυχολογική βία των δελτίων ειδήσεων, με το αόρατο χέρι της εξουσίας να προσγειώνεται άκομψα στο σβέρκο των φιλήσυχων τηλεθεατών βουλιάζοντας τους λίγο πιο βαθιά στον καναπέ, η βία είναι μονίμως παρούσα· η βία είναι... βίος και όποιος το αρνείται αυτό, εθελοτυφλεί.
13.3.08
Infotainment: ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι ή μήπως... κάρβουνο;


Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας. Η πληροφορία βρίσκεται παντού, διαχέεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της κοινωνικής σφαίρας και το να ξεφύγεις από αυτή μοιάζει απίθανο. Η ογκώδης συσσώρευση τόνων πληροφορίας στον ανθρώπινο εγκέφαλο δεν μπορεί παρά να μπλοκάρει τις διαδικασίες της σκέψης. Μια σειρά παράγοντες συντελούν στην παντοδυναμία της πληροφορίας στην εποχή μας.
Η ματαιοδοξία του ανθρώπου, διαχρονική όσο και η επιθυμία του για εξουσία, τον μετατρέπουν σε ένα αδηφάγο τέρας: έτοιμος να καταβροχθίσει οτιδήποτε του προσφέρεται, και δίχως να συνειδητοποιεί το πλεόνασμα από junk food του χείριστου είδους που καταναλώνει, βρίσκεται αντιμέτωπος με προβλήματα χώνεψης. Η ανάγκη αυτοπροβολής και η δίψα του για υπεροχή διαμορφώνουν μια σκέψη δυσκοίλια και η γνώση, γυμνή από κάθε κριτική διάσταση καθίσταται άχρηστη και περιττή.
Η αδυναμία συγκρότησης μιας ενιαίας προσωπικότητας σε ένα μοντέλο ανθρώπου πολυσυλλεκτικό και πολυδιασπασμένο, ενισχύει την αβασάνιστη αποδοχή της υπερ-πληροφόρησης. Αναζητώντας παντού μικρά κομματάκια για να συνθέσει το άλυτο παζλ της διαμόρφωσης ενός συνεκτικού και όσο το δυνατόν αυτόνομου Εγώ, μετατρέπεται σε ένα τέλειο αγωγό στην ανεξέλεγκτη διάχυση πληροφορίας που συντελείται στο κοινωνικό πεδίο.
Ταυτόχρονα, σε μια προσπάθεια να ξεδιπλώσει την πολυσύνθετη απεραντοσύνη του εσωτερικού κόσμου του, ο μοντέρνος άνθρωπος καταπιάνεται ευκαιριακά με πολλά και διάφορα με την ελπίδα ό,τι όλα αυτά θα τον οδηγήσουν σ’ αυτό που πραγματικά αποζητεί: να κατανοήσει ποιος είναι. Οι ανάγκες της αγοράς για έναν πολυπράγμονα άνθρωπο-καταναλωτή με εντυπωσιακό βιογραφικό, τον οδηγούν από σεμινάριο σε σεμινάριο· στα μονοπάτια της αντι-εξειδίκευσης η ουσία των πραγμάτων δεν αλλάζει, ο άνθρωπος εξακολουθεί να νοιώθει μετέωρος.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια η πληροφορία καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αυτή προσλαμβάνεται, έχει υποστεί μια μετάλλαξη. Ο όρος «infotainment» που έχει επικρατήσει μας δίνει το περίγραμμα για να αντιληφθούμε ορισμένα πράγματα. Η πληροφορία πλασάρεται σε όρους θεάματος και κατά συνέπεια καταναλώνεται με τρόπο ...θεαματικό. Ένα παράδειγμα: παρακολουθώντας ένα ντοκυμαντέρ για τον κόσμο των ζώων όπου θα έπρεπε να περιγράφονται οι συνήθειες τους με βάση τα ένστικτα τους -ελλείψει λογικής- η προσπάθεια που γίνεται να ενδιαφερθεί ο τηλεθεατής γίνεται με μέσα άστοχα και παράλογα. Προσδίδοντας μια συναισθηματική προσέγγιση (με την βοήθεια υποβλητικής μουσικής και ανόητων σχολιασμών) στον τρόπο με τον οποίο τα ζώα συμπεριφέρονται το ένα στο άλλο (νοιώθεις πως τα ζώα «διαχείριζονται» τα πράγματα με τρόπο... μελό), προσπαθώντας με άλλα λόγια να κάνουν πιο ελκυστικό το προϊόν τους στον αποχαυνωμένο τηλεθεατή, διαστρέφουν την αλήθεια. Η μάνα-λύκαινα θυμίζει μάνα τηλεοπτικής σαπουνόπερας και ο σουρεαλισμός κάνει την επανεμφάνιση του κατά τρόπο, τουλάχιστον διαστροφικό.
Η «κοινωνία του θεάματος» όμως, έχει διαταράξει τη σχέση της με την αλήθεια εδώ και καιρό. Η ουσία μιας είδησης συνήθως παραμένει μυστική από το δέκτη, μιας και αυτός γρήγορα περνά στην επόμενη. Η Αριστερά αναλώνεται σε μια καταμέτρηση των αδικιών ανά τον κόσμο, μα δεν τολμά να προχωρήσει σε ουσιαστικές αναζητήσεις των αιτιών· το δυναμικό κομμάτι μιας νεολαίας που αντιστέκεται, αδυνατεί να συλλάβει πολλές παραμέτρους των προβλημάτων που την απασχολούν. Η συσσώρευση όγκου πληροφορίας για τα δεινά που μας ταλανίζουν, δίχως την λύτρωση που επιφέρει η κοπιαστική αναζήτηση στα έγκατα του πυρήνα της αλήθειας (με άλλα λόγια η επίμονη μελέτη), καταντά αφόρητη. Η απολιτίκ γενιά συναντά την απαισιόδοξη (εν δυνάμει καταθλιπτική) και το αποτέλεσμα είναι μηδέν εις το πηλίκο. Η αλήθεια ανέκαθεν ήταν ένα ακανθώδες και περίπλοκο ζήτημα, μα η αδιαφορία γι’ αυτήν είναι που θέτει το πρόβλημα σε ένα άλλο επίπεδο το ύψος του οποίου, φαντάζει δυσθεώρητο...
19.2.08
Ο Paul Thomas Anderson και ο Daniel Day-Lewis στην Αθήνα.
Ο Anderson είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης (από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους Αμερικάνους) και το σύνολο των προηγούμενων ταινιών του στέκεται σε υψηλά επίπεδα. Αγαπάει πολύ το σινεμά και προφανώς έχει μελετήσει όλους τους κλασικούς. Εντούτοις, στις ταινίες του απουσιάζει το στοιχείο που θα τις απογείωνε σε ένα άλλο επίπεδο· ενόσω περιγράφει (με αριστοτεχνικό τρόπο) το πώς, ξεχνάει να αναρωτηθεί το γιατί. Παρόλα αυτά, όντας συνεπής και παθιασμένος, αφοσιωμένος στην 7η τέχνη μακριά από μόδες και φθηνούς εντυπωσιασμούς, είναι ένας πολύ αξιόλογος σκηνοθέτης. Οι πολύ καλές ερμηνείες που αποσπά από όλους –ανεξαιρέτως- τους ηθοποιούς (ακόμα και του Tom Cruise!) είναι ενδεικτικό στοιχείο της αξίας του.
9.2.08
Κατασκεύαζοντας συναίνεση: Από τον εκβιασμό στην... αβάσταχτη ελαφρότητα του lifestyle
Τρομακτικό επίσης είναι το γεγονός ό,τι δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης των συγκεκριμένων μέτρων (η πλειοψηφία των Αμερικανών ούτως ή άλλως δέχτηκε να θυσιάσει προσωπικές ελευθερίες για το... καλό της πατρίδας). Το όλο θέμα έχει να κάνει με την πλήρη «προσαρμογή», με μια υποδούλωση βάρβαρη, που κερδίζεται εκβιαστικά. Για το καλό της πατρίδας λοιπόν, για τη σωτηρία του Έθνους, σκάσε και υπάκουσε· ειδάλλως... «ήδη είσαι ένας εχθρός του Συντάγματος».[2]
Η «κοινωνία του θεάματος» έχει επιτύχει το στόχο της. Η συναίνεση έχει κατακτηθεί και αυτός που αμφισβητεί έχει πάρει τη μορφή του αποδιοπομπαίου τράγου. Το να αμφισβητήσεις την αξία και τα αγαθά της καταναλωτικής κοινωνίας, πόσο μάλλον να αρνηθείς να γευτείς την ηδονή των καρπών της, μεταφράζεται ως πράξη ακατανόητη και παράλογη, ως μια πράξη απελπισίας και απόγνωσης. Το lifestyle μετατρέπει κάθε προϊόν σε ένα δώρο που δεν πρέπει να αρνηθείς και οι αγγελιοφόροι του (κριτικοί και λοιποί διαφημιστές) σε προστάζουν να το ξετυλίξεις μονομιάς. Ο Λόγος των «ειδικών» περιορίζεται σε κατηγορικές προσταγές του τύπου: "Μη το χάσεις!", "Πρέπει να πας!" "Άκουσε το!" και ο ενοχικός καταναλωτής γίνετε χίλια κομμάτια για να ικανοποιήσει όλα τα γούστα που δεν ήξερε ό,τι είχε, αλλά οφείλει να αποκτήσει.
Το μόνο που του μένει λοιπόν, είναι να προσπαθήσει να ξεχάσει τη θλίψη του. Κάπως έτσι καταλήγει δέσμιος μιας ψευδαισθητικής φαντασίωσης ευημερίας και ευεξίας, ευγενική προσφορά της σαρωτικής επέλασης του lifestyle. Στην ουσία μια προβολή του συλλογικού υποσυνείδητου ενός πληθυσμού στα όρια της κατάρρευσης, το lifestyle αντικατοπτρίζει την επιθυμία του μοντέρνου άνθρωπου να κολυμπήσει στα ρηχά. Βάλσαμο και γιατρειά ταυτόχρονα, το lifestyle σηματοδοτεί τη ρήξη με τη σκέψη.





