30.10.10

ΙΙΙ. Porn






                         IV. Σεξουαλική πράξις: η αναπαράσταση



Οι αίθουσες δεν είναι πρατήρια αφηγήσεων ή καλλιτεχνικής ενημέρωσης· είναι οπιοποτεία μετά μουσικής.
Του Ευγένιου Αρανίτση


Το Hardcore (2004) του Ντένη Ηλιάδη ενθουσίασε διάφορα παιδάκια της πόλης. Δεν άφησε όμως αδιάφορα ούτε κάποια άλλα μεγαλύτερα παιδάκια, που τα συναντάμε με την κωδική ονομασία «κριτικός», ευρέως γνωστοί όμως - εκεί που ευδοκιμεί η σκέψη - ως διαφημιστές. Αν πάρουμε στα σοβαρά μια φωνή από το μέλλον όμως, ίσως και να είναι αθώοι.

Η αλήθεια είναι ότι, έπειτα από 16 χρόνια Facebook, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και έτσι λένε μόνο ευγενικά λόγια για τα έργα τέχνης των άλλων. Οπότε, τι άλλο θέλουμε; Η τέχνη πλέον παράγει μόνο αριστουργήματα. Ολες οι ταινίες που βγαίνουν είναι στις 250 καλύτερες όλων των εποχών στο imdb. [1]

Γενικά μιλώντας, το "στρίβειν διά του καλλωπίζειν", μοιάζει να αποδίδει στο ακέραιο τα ενδόψυχα ετούτης της φωνής και αυτό θα ήταν τελείως άσχετο με το προκείμενο του κειμένου αν δεν εντοπίζαμε το ίδιο τέχνασμα και στην κινηματογραφική δημιουργία του Ηλιάδη. (Σίγουρα πάντως, η ταινία κυλάει σχετικά ανώδυνα με το βυζάκι και το βρακάκι που κυκλοφορεί στην οθόνη επί μιάμιση ώρα). 
Λογικό και επόμενο ήταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης να ενίσταται στις κατηγορίες μιας και η ταινία του, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν ήθελε να αποδώσει στο ακέραιο το δράμα της ανήλικης πορνείας, ή τα του υποκόσμου ή οτιδήποτε άλλο επιφανειακά μονάχα πλασάρεται στην οθόνη μας. Ένα παραμύθι∙ η ταινία μου είναι ένα παραμύθι, μας πληροφορεί ο σκηνοθέτης και εδώ μπαίνουμε για τα καλά σε μια αναζήτηση γλωσσολογικού ενδιαφέροντος.
Ωραία θα ακούγονταν όλα αυτά και δε θα είχαμε αντίρρηση να συγκατανεύσουμε αν δεν είχαμε ένα θεματάκι με τις λέξεις και τι πραγματικά σημαίνουν αυτές (όλοι εμείς που ψάχνουμε τον ψύλλο στα άχυρα κι ας φωνάζουμε χρόνια (sic) πως δεν είναι ψύλλος απ’ αυτούς που ξέρουμε, μα έχει το μέγεθος της μύγας του Κρόνεμπεργκ). Η ταινία δεν είναι παραμύθι λοιπόν, αλλά «παραμύθα», αυτήν που έλεγαν κάποτε «άσπρη» δηλαδή.
Υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο, μα πολύ επεξηγηγματικό, σκετσάκι στην ταινία. Είναι ένας τύπος λοιπόν, στη δούλεψη του αφεντικού-προαγωγού, ο οποίος και πλασάρει διάφορες ναρκωτικές ουσίες στους ανήλικους πόρνους. Κάθε φορά όμως που τους πουλάει λίγο θάνατο φροντίζει να απαλύνει τον πόνο τους λέγοντας τους παράλληλα τι προβλέπει το ζώδιο τους για το νέο έτος. Πρόκειται σαφέστατα περί ενός ανείπωτου, μακάβριου inside joke. Ο Ηλιάδης μας πλασάρει την «παραμύθα» του, την ταινία ολάκερη δηλαδή, ενόσω μας φλομώνει με καλλωπιστικές φανφάρες με τις οποίες μένουμε να πορευόμαστε αγκαλιά στην ελπίδα μας απάνω για λίγη ακόμη κινηματογραφική ηδονοβλεπτική απόλαυση. Το ζωδιακό new age βάλσαμο που μοιάζει να προσφέρει μια ανακούφιση στους ταλαίπωρους εργάτες του σεξ, ευγενική προσφορά του πρεζέμπορα, αντιστοιχεί στο οπτικό βάλσαμο, για βάλσαμο ψυχής ούτε λόγος, που μας προσφέρει η Hollywood made δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη.
Για να ξεφύγει από τις δαγκάνες του εμπορικού σινεμά (λέμε τώρα), ο Ηλιάδης σκαρφίζεται ένα τέχνασμα. Χρησιμοποιεί άπειρους πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς, φοιτητές σε δραματικές σχολές ακόμη, ώστε να προσδώσει κάποια αληθοφάνεια και φρεσκάδα στις τολμηρές σκηνές της ταινίας. Η προσπάθεια του αυτή βρίσκεται σε μια ολότελα εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του Κωνσταντίνου Γιάνναρη στο Από την άκρη της πόλης (1998). Οι ηθοποιοί του Hardcore θυμίζουν τους άβγαλτους ποπ τραγουδιστές των αμερικάνικων σουξέ της R&B, του hip hop και φυσικά της mainstream pop, όπως αυτοί επιδεικνύονται ορμητικά και αποκαλυπτικά σαν τα επόμενα χρυσά πουλέν της μουσικής βιομηχανίας. Φυσικά, πάντα επιδεικνύονται ως μεγάλα στήθη, ως τολμηρά λικνίσματα των γοφών, ως χορευτικές φιγούρες εξτραβαγκάντζα, ως ανέμελοι διψασμένοι για επιτυχία νέοι. Η βιντεοκλιπίστικη κινηματογράφηση της ταινίας (που από μόνο του δεν είναι και κανά έγκλημα εδώ που τα λέμε), φέρνει στο νου τα προαναφερθέντα βίντεοκλιπ, με τους ηθοποιούς του Ηλιάδη τελικά να απλώνονται στον κινηματογραφικό καμβά ωσάν κιτς χρυσοποίκιλτα τιραντάκια και μίνι φουστανάκια.
Ο Γιάνναρης, που ανήκει σε ένα τελείως διαφορετικό φιλμικό σύμπαν, διάλεγε κοινούς θνητούς, παντελώς άσχετους με την ηθοποιία, με απώτερο σκοπό την κινηματογράφηση περισσότερης αλήθειας∙ ο Ηλιάδης διαλέγει για την ταινία του άγουρους ηθοποιούς για να τους βγάλει στο κλαρί. Στην ουσία πιο πολλά μαθαίνουμε πως βγαίνεις στο κλαρί της κινηματογραφικής βιομηχανίας, αυτό ισχύει και για τους ηθοποιούς αλλά και για τον σκηνοθέτη -που εκσφεδονίστηκε ως το Αμέρικα-, παρά για το τι σημαίνει να κάνεις σεξ επί πληρωμή στα δεκαέξι σου. 
Γιατί στον Γιάνναρη μάθαμε τι σημαίνει να υποφέρεις όταν ζεις στην άκρη της πόλης (δυσκολίες και αδιέξοδα). Με τον Ηλιάδη μαθαίνουμε τι σημαίνει να ζεις στο κέντρο της πόλης όπου και πίνεις το mojito σου συζητώντας ανέμελα περί ανέμων και σεξουαλικών υγρών, ταινιών και επαγγελματικών ευκαιριών (καμία σχέση με ότι «πραγματεύεται» η ταινία δηλαδή). Το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα popular video clip∙ πρωτεύον είναι ότι συμβαίνει εκτός, ότι συμβαίνει μετά, πριν και αλλού. Αλλού από το έργο∙ αλλού κι από εμάς.   






No comments:

Post a Comment