BOOMER, BUMMER, BUM
Ευθύ, σαφές, και περιεκτικό το μήνυμα, ρωτούσε αν θα
με ενδιέφερε «να επιχειρήσουμε να κάνουμε σεξ»,
το τρίτο ραντεβού, ομολογουμένως, δεν υποδείκνυε
την δυνατότητα εξερεύνησης ενός κοινού μέλλοντος, καθιστούσε κιόλας εντελώς
αβέβαιη, μάλλον άσκοπη, μια νέα συνάντηση, βρεθήκαμε ωστόσο και τέταρτη φορά, έτσι
ώστε να ‘ρθει η δική μου η σειρά να θεωρήσω δεδομένο το σεξάκι, αποχώρησα εκ
νέου από το διαμέρισμα της πριν προλάβουμε να φθάσουμε στα χάδια και τις
υποσχέσεις, έστω ένα φιλάκι (όρκοι δεν ταίριαζαν στην περίπτωση), δεν ειπώθηκαν
λόγια μελοδραματικά, ήταν απλά μια άχαρη βραδιά, όταν, λοιπόν, εβδομήντα δύο
ώρες αργότερα,
αναφέρθηκε, μάλιστα γραπτώς, στο επίμαχο θέμα, με
τρόπο καθημερινό, σαν να ζητάς από την σύζυγο να μην ξεχάσει να αγοράσει την γατοτροφή,
ένα κύμα ευφορίας με κυρίευσε, νοθευμένο με λαχτάρα, διέλυσε κάθε αμφιβολία, θα
κάναμε έρωτα, παρότι είχε προγραμματιστεί σεξ έπειτα από την αποστολή ενός business as usual μηνύματος, πρωτόγνωρη αίσθηση, αλλότροπη, έναντι
της οικείας σε όλους μας συμβατικότητα του τρίτου ραντεβού, πολυπαιγμένη παράσταση,
ξέχειλη από αβρότητες, μισές αλήθειες, υποσχέσεις, στριμωγμένη libido, θίασος ερασιτεχνικός, ανεξαρτήτως ζεύγους ή
συνθηκών, γεμίζει την σκηνή με content ταιριαστό για
το First Dates, reality show, ανεβαίνει καθημερινά σε μπαρ,
εστιατόρια, διαμερίσματα, παραθαλάσσιες τοποθεσίες, όλοι προσαρμοστήκαμε, λίγο
ή πολύ, για τις ανάγκες του έργου, αρκετοί με επιτυχία, ορισμένοι με
ενσυναίσθηση της ανοησίας που ενέχει η διαδικασία, κάποια ραντεβού κατέληγαν σε
φιάσκο, αέναη γιορτή αμηχανίας, συχνότερα έμπαινε σε λειτουργία ο αυτόματος
πιλότος:
είδα τα πιο cool παιδιά
με χαμόγελο μέχρι τα αυτιά
να την πέφτουν σε μωρά
μιλώντας για φαινόμενα
μετεωρολογικά
θα μπορούσαν βασικά να διαφωνούν
για ταινίες[1], τα γεωπολιτικά
warm up, feel the burn!
πριν τα ωραία σεξουαλικά
ονειρεύτηκα το μέλλον, αφότου διάβασα -τρεις τέσσερις
φορές- το μήνυμα της Μάρας, όταν με τρόπο άμεσο, λιτό, δωρικό, θα αιτούμαστε σεξ
από την ταμία του γωνιακού Coffee Island, με εχέγγυο την οικειότητα
έπειτα από αναρίθμητους caffè ristretto, πρώην συναδέλφισσες, το απωθημένο των φοιτητικών μας
χρόνων, συνταξιδιώτες στο πλοίο της θερινής απόδρασης, θα κανονίζουμε σεξ μέσω ΑΙ,
όπως ανταλλάσσουμε ανά μεταξύ μας ευχές, συνταγές μαγειρικής, βιβλία, και
κουτσομπολιά,
"nicely put; I’m in" απάντησα στην Μάρα, συμφωνήσαμε
την μέρα και την ώρα, ετοιμαζόμασταν να καληνυχτιστούμε,
«my ass is off limits... στο λέω να το ξέρεις να
μην έχουμε απρόοπτα»,
αιφνιδιάστηκα, χαμογέλασα, ξαφνιάστηκα, ένοιωσα άβολα,
δεν ορκίζομαι για την σειρά, την σαρωτική ερωτική έξαψη που είχε προκαλέσει το αρχικό
της μήνυμα διαδέχτηκε μια αστραπιαία πτώση, η εναλλαγή συναισθημάτων έμελλε να
χρωματίζει κάθε φορά την επικοινωνία μας, με κόκκινο του Bordeaux, void μαύρο κατράμι, ghost λευκό, εύλογο να το φανταστώ, αν
είχα καθαρό μυαλό, αδύνατον, οφείλω να παραδεχτώ, όταν έφερνα στο νου την Μάρα,
θόλωνε από λαχτάρα στο λεπτό,
έστειλα "ok,"
«ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε, και ό,τι
αρπάξει ο κώλος μας», ίσως να σκέφτονταν
καθώς πληκτρολογούσε, χρονικός ορίζοντας εικοσιτετράωρου, η χώρα είχε χρεωκοπήσει, ομφαλοσκοπούσε, θα
καθυστερούσε λίγα χρόνια ακόμα να ορθοποδήσει,
«ό,τι φάνε, ό,τι πιούμε,
και φύλαγε τον κώλο σου», σε ό,τι με αφορούσε, επέστρεψα σε πιο ανάλαφρες σκέψεις,
στοχάστηκα το μέλλον, όταν η αίτηση για σεξ προς την γειτόνισσα θα επιστρέφεται
μαζί με λίστα με όρους, must, I would prefer not to, kinks, και πάει λέγοντας, εις βάρος της έκπληξης, του
αυθορμητισμού, ok boomer, bummer,
θα λησμονήσουμε τουλάχιστον, σιγά σιγά, τον
πρωταγωνιστή εκείνης της ταινίας που καταλόγισε βλακεία σε μία (θελκτική)
γυναίκα επειδή τον ξεβόλεψε από την ρουτίνα του στον ρόλο του κυνηγού, σύμφωνα με
τα κοινωνικά πρότυπα, τις συμβάσεις, αλλά και τα τείχη, εκείνης της εποχής:
-
«κοίτα, άμα θέλεις να κοιμηθούμε μαζί, είναι εντάξει...»
δηλώνει άνετα στον άντρα μια δυναμική γυναίκα,
-
«ξέρεις κάτι;» απαντά εκείνος ξαφνιασμένος,
-
«τι;» παραξενεύεται εκείνη,
-
«δεν μ’αρέσει έτσι» συμπληρώνει μπλοκαρισμένος,
-
«και πως το περίμενες δηλαδή;» αναρωτιέται ειλικρινώς
η γυναίκα,
-
«δεν ξέρω... κάπως αλλιώς, πάντως όχι έτσι...»,
his way or the highway το περίμενε.
[1]
"In the polemic
‘Fantasies of the Arthouse Audience’, Kael complained about the ‘principle of
ineffability’ embraced by Michelangelo Antonioni, Alain Resnais and Ingmar
Bergman and the ‘spiritual style’ of directors such as Bresson and Yasujirō
Ozu." Leo Robson · Diary: What I Saw at the
Movies
No comments:
Post a Comment