31.3.08

Νίκος Γκάλης: μια διαφορετική προσέγγιση ενός μύθου





 Ο Νίκος Γκάλης είναι ο μεγαλύτερος αθλητής που έχει εμφανιστεί ποτέ στην Ελλάδα. Ποτέ άλλοτε ένας αθλητής δεν κατάφερε τόσο πολλά. Το μπάσκετ εκτινάχθηκε στα ύψη του πανελλήνιου ενδιαφέροντος επί 15 συναπτά έτη· ο Νίκος Γκάλης ήταν η αρχή και το (άδοξο) τέλος του. 

  Τα αξεπέραστα ρεκόρ πόντων και οι εξωπραγματικοί μέσοι όροι που είχε καθόλη τη διάρκεια της καριέρας του[1] , είναι δεδομένο ότι σήμερα δεν είναι δυνατόν να ξεπερασθούν. Το μπάσκετ είναι εδώ και κάμποσο καιρό διαφορετικό: πιο επαγγελματικό, λιγότερο επιθετικό, πιο εχθρικό για έναν μεγάλο σκόρερ. Σαφέστατα, τα ποσοστά του Γκάλη θα ήταν μικρότερα σε τέτοιου είδους συνθήκες, αυτό που θα παρέμενε ίδιο όμως, θα ήταν η μεγάλη διαφορά που θα τον χώριζε από το δεύτερο.

 Ο Γκάλης αγωνίστηκε σε μια εποχή που ακόμα αναζητούσε ήρωες για να δοξάσει. Λατρεύτηκε σαν ήρωας αλλά δεν ήταν τέτοιος· ο χαρακτηρισμός ταιριάζει γάντι στον έτερο μεγάλο του ελληνικού μπάσκετ, τον Παναγιώτη Γιαννάκη. Αρχηγός της ομάδας, αγωνιζόταν με αυτοθυσία και αυταπάρνηση και συχνά τον παρέσερνε το πάθος και η ένταση του αγώνα. Λατρεύτηκε σε μια εποχή όπου το κλάμα, ύστερα από μια ήττα, χτυπούσε ευαίσθητες χορδές του φιλοθεάμονος κοινού· σε μια εποχή όπου οι κινηματογραφικοί ήρωες του Κισλόφσκι, με τα πάθη τους, τις αδυναμίες τους, τις αρετές τους και την ανθρωπιά τους, εξέφραζαν ακόμη την πραγματικότητα. Οι εποχές αλλάζουν, οι όροι ύπαρξης επίσης, και σήμερα οι άνθρωποι που περιγράφει ο Κισλόφσκι στις ταινίες του, είναι είδος υπό εξαφάνιση. Ο Γ. Καραγκούνης, που θυμίζει Γιαννάκη όσον αφορά την θεατρική εκφραστικότητα που συμπεριλαμβάνει στο παιχνίδι του, προκαλεί μονάχα το γέλιο ενώ η εκρηκτική ψυχοσύνθεση του Νέρι Καστίγιο στέκεται ανυπέρβλητο εμπόδιο για την εξέλιξη της καριέρας του.






 Ο Νίκος Γκάλης, λοιπόν, δεν ήταν ήρωας. Ο Βασίλης Γκούμας (παλαίμαχος καλαθοσφαιριστής) τον είχε αποκαλέσει κομπιούτερ· ο Αλεξάντερ Γκομέλσκι (προπονητής της Ε.Σ.Σ.Δ. στον αλησμόνητο τελικό του 1987) τον είχε χαρακτηρίσει παίκτη του 21ου αιώνα, και είχε απόλυτο δίκιο. Ο Γκάλης ήταν μπροστά από την εποχή του, επαγγελματίας σε εποχές ερασιτεχνικής οργάνωσης, ένα κομπιούτερ ή μια μηχανή παραγωγής πόντων, ο Γκάλης παρέμενε πάντοτε συγκεντρωμένος στο στόχο του, που δεν ήταν άλλος από την επιτυχία. Εγωϊστής και ανταγωνιστικός, δεν μπορούσε να αποδεχθεί την ήττα ενώ ταυτόχρονα η επιτυχία δεν είχε ποτέ ταβάνι: «αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη, μέχρι την επόμενη», είχε δηλώσει κάποτε.[2]
 Ψυχρός σαν... αλλοτριωμένος αστός, ορθολογιστής σαν επιτυχημένος επιχειρηματίας (όπως και έγινε όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση), λάτρης της πειθαρχίας. Ο Νίκος Γκάλης προσηλωμένος απόλυτα στο στόχο του έφερε εις πέρας την αποστολή του. Το επικοινωνιακό κομμάτι της δουλειάς του, ποτέ δεν τον απασχόλησε ιδαίτερα. Ο Νίκος Γκάλης είχε ένα πράγμα μονάχα στο μυαλό του: να γίνει ο καλύτερος όλων. Τα κατάφερε, μιας και κατά γενική ομολογία, είναι ο μεγαλύτερος αθλητής στην ιστορία του Ελληνικού αθλητισμού.




[1] Έπαιξε σε 854 επίσημα παιχνίδια και σημείωσε 25.995 πόντους, 30.4 κατά μέσο όρο. Σε 384 αγώνες στη μεγάλη κατηγορία του μπάσκετ σημείωσε 12.849 πόντους (33.4 κατά μέσο όρο) και είναι ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών.
[2] Στο ευρωμπάσκετ του 1987, μετά τον ημιτελικό με τη Γιουγκοσλαβία και σε ερώτηση εάν αυτή η νίκη ήταν η μεγαλύτερη στιγμή του Ελληνικού μπάσκετ, απάντησε... «μέχρι την επόμενη».






22.3.08

Βία.




Η βία, ανέκαθεν, ήταν ένα ζήτημα αμφιλεγόμενο. Ταμπού για την Αριστερά αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας, είναι ένα διαχρονικό θέμα για αντιπαράθεση. Σύμφωνα με τον Καντ, είναι δομικό στοιχείο της κοινωνίας, ενώ κάθε ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής (από τον Φρόιντ μέχρι τον Ντοστογιέφσκι) αντιμέτωπισε τη βία ως μια υπαρκτή πραγματικότητα. Εντούτοις, η διαφορά από τη θεωρητική ανάλυση του φαινομένου με τον αντίκτυπο που φέρει μια πράξη βίας στον ψυχισμό του ανθρώπου, είναι το σημείο το οποίο σηματοδοτεί την έναρξη του προβληματισμού.

Ειδικότερα στο θέμα της βίας ως πράξη εξέγερσης και εναντίωσης, τα πράγματα είναι επίσης περίπλοκα. Η βία ως μέσο απορρύθμισης μιας δεδομένης κατάστασης πραγμάτων, σίγουρα έχει κάποια χρησιμότητα. Εν προκειμένω, στα πλαίσια ενός καπιταλιστικού συστήματος με την καταπίεση και την αδικία να λειτουργούν ως κύρια συστατικά της παντοδυναμίας του, μια πράξη βίας που επιφέρει αναταραχή και αναστάτωση στο κοινωνικό σύνολο, σαφέστατα έχει νόημα. Είναι ωστόσο η θεσμοποίηση της βίας που ελλοχεύει έναν κίνδυνο· να καταστεί αυτού του είδους η βία σε μια ιεροτελεστία άνευ ουσίας. Η «κοινωνία του θεάματος» παραμονεύει και με την πρώτη ευκαιρία την συσκευάζει σε τηλεοπτικό προϊόν άμεσης κατανάλωσης: οι τηλεθεατές την καταναλώνουν με βαριά ψυχή και κατόπιν τη χωνεύουν με μια είδηση που αναδεικνύει την εθνική ομοψυχία.

Η θεσμοποίηση της βίας μέσω των καθιερωμένων επεισοδίων σε πορείες και λοιπές εκδηλώσεις, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν αποτελεί μια απολύτως υγιή έκφραση δυσαρέσκειας· από την άλλη, το κύμα βίας που ξεσπά π.χ. σε μια αντιπολεμική πορεία, δεν είναι απαραίτητα στο σύνολο του «πακεταρισμένο» από πριν. Σε τέτοιου είδους ακραίες συνθήκες με την καταστολή των γκλομπς και των χημικών να κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια την διαδηλωτών, πολλές φορές η έκλυση της βίας έχει τη μορφή μιας άμεσης, αυθόρμητης και λυτρωτικής αντίστασης.

Η μονολιθική σκέψη όμως που θέλει την αντίσταση να εκφράζεται μονάχα μέσω των μολότωφ, είναι παραπλανητική. Η απαίτηση να οπλιστεί το χέρι καθενός, είναι παράλογη και εκβιαστική. Η ευρύτητα της δράσης ενάντια στην απολυταρχικότητα και την πίεση για προσαρμογή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί· οι ρωγμές ενός διάτρητου καπιταλιστικού συστήματος είναι πολλές και η δυνατότητα να διαχέονται ριζοσπαστικές ιδέες και αντιλήψεις διαμέσου αυτών, δεν πρέπει να μας διαφεύγει. Το γεγονός ότι αυτές καταλήγουν συνήθως στα σκουπίδια, ανάμεσα στους τόνους ανοησίας που μας περικλείει, είναι ένα άλλο θέμα.

Η άρνηση της υφιστάμενης πραγματικότητας παίρνει πολλές μορφές και μια θεωρητική σύμπραξη τους, μοιάζει αναγκαία. Από καλλιτέχνες που δρουν στο περιθώριο και πυροδοτούν αντιδράσεις με το έργο τους μέχρι αυτούς που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία και από «αλλοπαρμένους» που προσβάλλουν τα μικροαστικά ήθη με τον τρόπο ζωής τους μέχρι αυτούς που ξημεροβραδιάζονται με τον Φουκώ και τον Μπάροουζ, ο δρόμος της υπέρβασης γνωρίζει πολλά μονοπάτια. Είναι αυτονόητο, ότι αν η άρνηση δεν μετουσιωθεί σε κάτι γόνιμο και δημιουργικό, αν δηλαδή το σπέρμα της αμφιβολίας δεν γονιμοποιηθεί σε στέρεα κριτική, δεν καταφέρνεις (σχεδόν) τίποτα· η ανάγκη επαναπροσδιορισμού του όρου και της λειτουργίας του αντιεξουσιαστή, με σκοπό την αντικατάσταση του με αυτόν του ελευθεριακού (η φαντασία στην αντι-εξουσία, δηλαδή), μοιάζει επιτακτική.

Συμπερασματικά: Από το «νησί» του Ψυρρή κατά τις βραδινές ώρες, με τη φυσική βία να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της «ψυχαγωγίας» των επισκεπτών έως την ψυχολογική βία των δελτίων ειδήσεων, με το αόρατο χέρι της εξουσίας να προσγειώνεται άκομψα στο σβέρκο των φιλήσυχων τηλεθεατών βουλιάζοντας τους λίγο πιο βαθιά στον καναπέ, η βία είναι μονίμως παρούσα· η βία είναι... βίος και όποιος το αρνείται αυτό, εθελοτυφλεί.

13.3.08

Infotainment: ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι ή μήπως... κάρβουνο;



Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας. Η πληροφορία βρίσκεται παντού, διαχέεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της κοινωνικής σφαίρας και το να ξεφύγεις από αυτή μοιάζει απίθανο. Η ογκώδης συσσώρευση τόνων πληροφορίας στον ανθρώπινο εγκέφαλο δεν μπορεί παρά να μπλοκάρει τις διαδικασίες της σκέψης. Μια σειρά παράγοντες συντελούν στην παντοδυναμία της πληροφορίας στην εποχή μας.


Η ματαιοδοξία του ανθρώπου, διαχρονική όσο και η επιθυμία του για εξουσία, τον μετατρέπουν σε ένα αδηφάγο τέρας: έτοιμος να καταβροχθίσει οτιδήποτε του προσφέρεται, και δίχως να συνειδητοποιεί το πλεόνασμα από junk food του χείριστου είδους που καταναλώνει, βρίσκεται αντιμέτωπος με προβλήματα χώνεψης. Η ανάγκη αυτοπροβολής και η δίψα του για υπεροχή διαμορφώνουν μια σκέψη δυσκοίλια και η γνώση, γυμνή από κάθε κριτική διάσταση καθίσταται άχρηστη και περιττή.

Η αδυναμία συγκρότησης μιας ενιαίας προσωπικότητας σε ένα μοντέλο ανθρώπου πολυσυλλεκτικό και πολυδιασπασμένο, ενισχύει την αβασάνιστη αποδοχή της υπερ-πληροφόρησης. Αναζητώντας παντού μικρά κομματάκια για να συνθέσει το άλυτο παζλ της διαμόρφωσης ενός συνεκτικού και όσο το δυνατόν αυτόνομου Εγώ, μετατρέπεται σε ένα τέλειο αγωγό στην ανεξέλεγκτη διάχυση πληροφορίας που συντελείται στο κοινωνικό πεδίο.
Ταυτόχρονα, σε μια προσπάθεια να ξεδιπλώσει την πολυσύνθετη απεραντοσύνη του εσωτερικού κόσμου του, ο μοντέρνος άνθρωπος καταπιάνεται ευκαιριακά με πολλά και διάφορα με την ελπίδα ό,τι όλα αυτά θα τον οδηγήσουν σ’ αυτό που πραγματικά αποζητεί: να κατανοήσει ποιος είναι. Οι ανάγκες της αγοράς για έναν πολυπράγμονα άνθρωπο-καταναλωτή με εντυπωσιακό βιογραφικό, τον οδηγούν από σεμινάριο σε σεμινάριο· στα μονοπάτια της αντι-εξειδίκευσης η ουσία των πραγμάτων δεν αλλάζει, ο άνθρωπος εξακολουθεί να νοιώθει μετέωρος.

Από την άλλη πλευρά, η ίδια η πληροφορία καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αυτή προσλαμβάνεται, έχει υποστεί μια μετάλλαξη. Ο όρος «infotainment» που έχει επικρατήσει μας δίνει το περίγραμμα για να αντιληφθούμε ορισμένα πράγματα. Η πληροφορία πλασάρεται σε όρους θεάματος και κατά συνέπεια καταναλώνεται με τρόπο ...θεαματικό. Ένα παράδειγμα: παρακολουθώντας ένα ντοκυμαντέρ για τον κόσμο των ζώων όπου θα έπρεπε να περιγράφονται οι συνήθειες τους με βάση τα ένστικτα τους -ελλείψει λογικής- η προσπάθεια που γίνεται να ενδιαφερθεί ο τηλεθεατής γίνεται με μέσα άστοχα και παράλογα. Προσδίδοντας μια συναισθηματική προσέγγιση (με την βοήθεια υποβλητικής μουσικής και ανόητων σχολιασμών) στον τρόπο με τον οποίο τα ζώα συμπεριφέρονται το ένα στο άλλο (νοιώθεις πως τα ζώα «διαχείριζονται» τα πράγματα με τρόπο... μελό), προσπαθώντας με άλλα λόγια να κάνουν πιο ελκυστικό το προϊόν τους στον αποχαυνωμένο τηλεθεατή, διαστρέφουν την αλήθεια. Η μάνα-λύκαινα θυμίζει μάνα τηλεοπτικής σαπουνόπερας και ο σουρεαλισμός κάνει την επανεμφάνιση του κατά τρόπο, τουλάχιστον διαστροφικό.

Η «κοινωνία του θεάματος» όμως, έχει διαταράξει τη σχέση της με την αλήθεια εδώ και καιρό. Η ουσία μιας είδησης συνήθως παραμένει μυστική από το δέκτη, μιας και αυτός γρήγορα περνά στην επόμενη. Η Αριστερά αναλώνεται σε μια καταμέτρηση των αδικιών ανά τον κόσμο, μα δεν τολμά να προχωρήσει σε ουσιαστικές αναζητήσεις των αιτιών· το δυναμικό κομμάτι μιας νεολαίας που αντιστέκεται, αδυνατεί να συλλάβει πολλές παραμέτρους των προβλημάτων που την απασχολούν. Η συσσώρευση όγκου πληροφορίας για τα δεινά που μας ταλανίζουν, δίχως την λύτρωση που επιφέρει η κοπιαστική αναζήτηση στα έγκατα του πυρήνα της αλήθειας (με άλλα λόγια η επίμονη μελέτη), καταντά αφόρητη. Η απολιτίκ γενιά συναντά την απαισιόδοξη (εν δυνάμει καταθλιπτική) και το αποτέλεσμα είναι μηδέν εις το πηλίκο. Η αλήθεια ανέκαθεν ήταν ένα ακανθώδες και περίπλοκο ζήτημα, μα η αδιαφορία γι’ αυτήν είναι που θέτει το πρόβλημα σε ένα άλλο επίπεδο το ύψος του οποίου, φαντάζει δυσθεώρητο...



19.2.08

Ο Paul Thomas Anderson και ο Daniel Day-Lewis στην Αθήνα.





Στις 14-12 παρευρέθησαν στην Αθήνα, ο σκηνοθέτης Paul Thomas Anderson μαζί με τον Daniel Day-Lewis. Το ίδιο βράδυ, στο Παλλάς, είχε προγραμματιστεί η επίσημη πρεμιέρα της ταινίας του P.T. Anderson, "There Will Be Blood", σε μια βραδιά φιλανθρωπικού χαρακτήρα, καθώς τα έσοδα της εκδήλωσης διατέθηκαν στην Εταιρεία Προστασίας Σπαστικών.


 Το πρωΐ, στον Ιανό (ο όρος «εμπορευματοποίηση της κουλτούρας» δεν είναι πλέον δόκιμος· η ρήση του Jean Baudrillard περί «κουλτουροποίησης του εμπορεύματος» δένει καλύτερα με την λειτουργία του συγκεκριμένου χώρου), και εν μέσω κατανάλωσης καφέδων και κρύων σάντουιτς, έγινε μια συνέντευξη τύπου.
 Αρχικά ρωτήθηκε ο σκηνοθέτης για την έλλειψη πολιτικής ματιάς στην ταινία του. Η απάντηση του ήταν ό,τι δεν τον ενδιέφερε κάτι τέτοιο, μιας και επικεντρώθηκε στην ιστορία των δύο βασικών χαρακτήρων της ταινίας. Βέβαια μια τέτοια τοποθέτηση είναι κάπως προβληματική, μιας και μια ταινία μπορεί να είναι πολιτική (με μια πιο ευρεία έννοια) χωρίς κατ’ ανάγκην να σχολιάζει άμεσα κάποια γεγονότα. Ο τρόπος που είναι πολιτικές οι ταινίες του Godard ή και του Haneke ακόμα και όταν φαινομενικά ασχολούνται με άλλα θέματα, είναι ένα σαφές δείγμα του πως μια ταινία μπορεί να υπερβαίνει τα επιμέρους και να αποκτά πολιτική συνείδηση.

 Ο
Anderson είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης (από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους Αμερικάνους) και το σύνολο των προηγούμενων ταινιών του στέκεται σε υψηλά επίπεδα. Αγαπάει πολύ το σινεμά και προφανώς έχει μελετήσει όλους τους κλασικούς. Εντούτοις, στις ταινίες του απουσιάζει το στοιχείο που θα τις απογείωνε σε ένα άλλο επίπεδο· ενόσω περιγράφει (με αριστοτεχνικό τρόπο) το πώς, ξεχνάει να αναρωτηθεί το γιατί. Παρόλα αυτά, όντας συνεπής και παθιασμένος, αφοσιωμένος στην 7η τέχνη μακριά από μόδες και φθηνούς εντυπωσιασμούς, είναι ένας πολύ αξιόλογος σκηνοθέτης. Οι πολύ καλές ερμηνείες που αποσπά από όλους –ανεξαιρέτως- τους ηθοποιούς (ακόμα και του Tom Cruise!) είναι ενδεικτικό στοιχείο της αξίας του.


 Ο Daniel Day-Lewis, ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς των τελευταίων ετών, στάθηκε αντάξιος της φήμης του. Άνθρωπος με τόλμη, ακεραιότητα και μια συνέπεια στις πράξεις και τα λόγια του, έδωσε αφοπλιστικές απαντήσεις σε ό.τι ρωτήθηκε.
 Όταν ζητήθηκε η γνώμη του, ως δημόσιο πρόσωπο, για τους λογής πολέμους και αδικίες ανά τον κόσμο (Ιράκ, Αφγανιστάν), έθεσε το πρόβλημα στην ρεαλιστική βάση που απαιτείται. Χωρίς ίχνος επιτήδευσης, απάντησε ό,τι δεν θεωρεί πως η γνώμη του έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από οποιουδήποτε άλλου μόνο και μόνο επειδή είναι διάσημος ηθοποιός. Αποφεύγοντας να δώσει μια politically correct, μα συνάμα απλοϊκή, απάντηση του τύπου "Ο Bush είναι κακός", κατάφερε να ξεφύγει από τη νεο-φιλελεύθερη μόδα αλά Sean Penn που παρατηρείται τελευταίως στην Αμερική και αλλού.
 Σε μια επόμενη ερώτηση που αφορούσε το θέμα της ταύτισης του με τους ήρωες που υποδύεται στην μεγάλη οθόνη (αναφέρθηκε μια ιστορία όπου ήθελε τον Lewis να ζητά να τον αποκαλούν με το όνομα του χαρακτήρα της ταινίας και όχι με το αληθινό του, στα γυρίσματα του "Gangs of New York"), ήταν κατηγορηματικός: "Bollocks!" αναφώνησε, τονίζοντας ό,τι η ιστορία δεν έστεκε στην πραγματικότητα. Μιλώντας για το επάγγελμα του, το αποκάλεσε ένα παιχνίδι, ένα πείραμα, ένα αίσθημα "σαν να παίζεις σε μια παιδική χαρά, και αυτό είναι όλο". Η διάθεση του να αποποιηθεί την μυστηριακή χροιά που αποδίδεται στο επάγγελμα της υποκριτικής και η πραγματιστική του προσέγγιση, δείχνουν άνθρωπο προσγειωμένο και πάνω απ’ όλα ειλικρινή.
 Έπειτα ρωτήθηκε αν ένα βραβείο Oscar σημαίνει κάτι γι’ αυτόν. Σε μια ερώτηση η οποία αναζητούσε μια απάντηση αφοριστική, για ένα θεσμό συντηρητικό και προβλέψιμο, ο Lewis ήταν ουσιαστικός. "Σε περίπτωση ενός Oscar, η ταινία θα προβαλλόταν τρεις μήνες επιπλέον και σε αίθουσες που κανονικά δεν θα είχε διανομή· αυτό θα ήταν καλό για μας" ήταν η κοφτή απάντηση του.
 Μακριά από τους σκόπελους της τυποποίησης και των στερεοτύπων, χαράσσοντας μια δική του πορεία, η οποία δεν σημαίνει απαραιτήτως ό,τι είναι ανατρεπτική ή και αντισυμβατική, αλλά απλά ό,τι είναι η δική του προσωπική πορεία, συμβατή με τις επιθυμίες και τα πιστεύω του, ο Daniel Day-Lewis είναι ένας σπουδαίος ηθοποιός, μα και μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.



9.2.08

Κατασκεύαζοντας συναίνεση: Από τον εκβιασμό στην... αβάσταχτη ελαφρότητα του lifestyle



"Patience is the new patriotism". Αυτή είναι η απάντηση που είχε δοθεί από τα επίσημα χείλη Αμερικανού αξιωματούχου, πίσω στο 2002, απαντώντας στα παράπονα χιλιάδων πολιτών για την κατάσταση που επικρατούσε στα αεροδρόμια των Η.Π.Α., με τους εξονυχιστικούς ελέγχους να κάνουν το βίο... αβίωτο στους ταξιδιώτες. Με άλλα λόγια, "To complain is to be unAmerican".[1]
 
  Δεν έχει αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο μέσα σ’αυτά τα έξι χρόνια. Η ασφάλεια στα αεροδρόμια ( και όχι μόνο, φυσικά) παραμένει ζήτημα υψίστης σημασίας. Προφανώς παραμένει σε ισχύ και το «αίτημα» περί υπομονής. Μόνο που δεν είναι «αίτημα», αλλά προσταγή: "Every nation, in every region, now has a decision to make. Either you are with us, or you are with the terrorists", ήταν τα ακριβή λόγια του George Bush (ή μάλλον των κειμενογράφων του), όταν κήρυξε τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Η απολυταρχική αυτή άσκηση πολιτικής μας δίνει και το περίγραμμα του εξαναγκασμού που ασκεί η δήλωση περί υπομονής και πατριωτισμού. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από ό,τι θεωρείται... πατριωτικό, σε κατατάσσει στους κακούς· στους αντιΑμερικάνους· ή... και στους τρομοκράτες. Είναι τρομακτικό να αναλογιστεί κανείς, πράξεις που χαρακτηρίζονται ως τρομοκρατικές στις Η.Π.Α. (και οσονούπω και αλλού), π.χ. ο ακτιβισμός για τα δικαιώματα των ζώων!

  Τρομακτικό επίσης είναι το γεγονός ό,τι δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης των συγκεκριμένων μέτρων (η πλειοψηφία των Αμερικανών ούτως ή άλλως δέχτηκε να θυσιάσει προσωπικές ελευθερίες για το... καλό της πατρίδας). Το όλο θέμα έχει να κάνει με την πλήρη «προσαρμογή», με μια υποδούλωση βάρβαρη, που κερδίζεται εκβιαστικά. Για το καλό της πατρίδας λοιπόν, για τη σωτηρία του Έθνους, σκάσε και υπάκουσε· ειδάλλως... «ήδη είσαι ένας εχθρός του Συντάγματος».[2]

  Η αλήθεια είναι ό,τι ο εξαναγκασμός (είτε φυσικός, είτε ψυχολογικός) δεν είναι και πολύ αναγκαίος στις μέρες μας. Αυτό είναι που ξεχωρίζει και τα κατ’επίφαση δημοκρατικά, δυτικά καθεστώτα, από τα απολυταρχικά του τύπου Ιράν (βέβαια οι κατηγορίες περί αυταρχικού-θεοκρατικού Ιρανικού καθεστώτος είναι... σχετικές, καθώς π.χ. η ομοφυλοφιλία ναι μεν τιμωρείται με λιθοβολισμό, αλλά πρόκειται για νόμο στην ουσία ανεφάρμοστο, καθώς δεν... ευδοκιμεί το είδος των ομοφυλοφίλων στην Ιρανική γη, σύμφωνα με τον πρόεδρο Ahmadinejad).[3]

  Η «κοινωνία του θεάματος» έχει επιτύχει το στόχο της. Η συναίνεση έχει κατακτηθεί και αυτός που αμφισβητεί έχει πάρει τη μορφή του αποδιοπομπαίου τράγου. Το να αμφισβητήσεις την αξία και τα αγαθά της καταναλωτικής κοινωνίας, πόσο μάλλον να αρνηθείς να γευτείς την ηδονή των καρπών της, μεταφράζεται ως πράξη ακατανόητη και παράλογη, ως μια πράξη απελπισίας και απόγνωσης. Το lifestyle μετατρέπει κάθε προϊόν σε ένα δώρο που δεν πρέπει να αρνηθείς και οι αγγελιοφόροι του (κριτικοί και λοιποί διαφημιστές) σε προστάζουν να το ξετυλίξεις μονομιάς. Ο Λόγος των «ειδικών» περιορίζεται σε κατηγορικές προσταγές του τύπου: "Μη το χάσεις!", "Πρέπει να πας!" "Άκουσε το!" και ο ενοχικός καταναλωτής γίνετε χίλια κομμάτια για να ικανοποιήσει όλα τα γούστα που δεν ήξερε ό,τι είχε, αλλά οφείλει να αποκτήσει. 

  Από την άλλη μεριά, ο καταθλιπτικός σύγχρονος άνθρωπος όπως τον περιέγραψε η E.Roudinesco[4], θέτει ο ίδιος τις βάσεις της αλλοτρίωσης του. Οι ελευθερίες που κληρονόμησε και η αδυναμία του να τις διαχειριστεί, τον φέρνουν μπροστά σε ένα αδιέξοδο. Η σεξουαλική απελευθέρωση ήρθε, αλλά η σεξουαλική μιζέρια παρέμεινε (πρέπει να αναζητήσουμε τα αίτια, όχι στην καταπίεση που ασκείται στην σεξουαλικότητα, αλλά στους τρόπους «παραγωγής» αυτής της απελευθέρωσης, έλεγε ο Foucault).  

  Το μόνο που του μένει λοιπόν, είναι να προσπαθήσει να ξεχάσει τη θλίψη του. Κάπως έτσι καταλήγει δέσμιος μιας ψευδαισθητικής φαντασίωσης ευημερίας και ευεξίας, ευγενική προσφορά της σαρωτικής επέλασης του lifestyle. Στην ουσία μια προβολή του συλλογικού υποσυνείδητου ενός πληθυσμού στα όρια της κατάρρευσης, το lifestyle αντικατοπτρίζει την επιθυμία του μοντέρνου άνθρωπου να κολυμπήσει στα ρηχά. Βάλσαμο και γιατρειά ταυτόχρονα, το lifestyle σηματοδοτεί τη ρήξη με τη σκέψη.

  Έναντι της προσδιορισμένης άρνησης, επικράτησε μια ισοπεδωτική εξομοίωση (και αφομοίωση) των πάντων. Παράγωγο αυτής της διαδικασίας είναι η κατάργηση του προσωπικού γούστου. Η άποψη καθίσταται περιττή και αχρείαστη· εφευρίσκοντας ταμπέλες και κατηγοριοποιώντας ομάδες πληθυσμών, το lifestyle προσφέρει την απαραίτητη ψευδαίσθηση διαφορετικότητας και ατομικότητας. Πρόκειται βέβαια για μια πλαστή συνθήκη, για μια εύθραστη συμφωνία. Η λάμψη του εφήμερου όμως, είναι ζωτικής σημασίας σε μια κοινωνία ραγδαίας ανάπτυξης, όπου όλα είναι αναλώσιμα και με ημερομηνία λήξης. Αγωνιόντας να προλάβει τις εξελίξεις, τρέχοντας να ανέβει σε όποιο τρένο περνά από μπροστά του, ο άνθρωπος καταφέρνει μονάχα να ξεχνάει ποιος είναι και τι πραγματικά θέλει· ό,τι πρέπει για να καταναλώνει περισσότερο και να αναρωτιέται λιγότερο, δηλαδή...


[2] Πήτερ Σνάϊντερ," ...Ήδη είσαι ένας εχθρός του Συντάγματος", εκδ. Στοχαστής,1979. Στο μυθιστόρημα του Σνάιντερ, εξιστορούνται οι περιπέτειες ενός προοδευτικού δασκάλου στη Γερμανία, γύρω στα 1970. Μια μείξη αυθεντικών περιστατικών με στοιχεία μυθοπλασίας, το βιβλίο του Σνάιντερ είναι μια καταγραφή του κυνηγιού των (αριστερών) μαγισσών στη μεταπολεμική Ευρώπη.
[4]Roudinesco στα πλαίσια μιας ψυχαναλυτικής διάγνωσης του πολιτισμού, μιλάει για μια «φιλελεύθερη-καταθλιπτική κοινωνία», για ένα πολιτισμό που περνά από την υστερία στην κατάθλιψη"(Κ. Ράντης).

22.1.08

Ψέματα: Από το Λάκη Λαζόπουλο στη... κλοπή του εγκεφάλου της Ulrike Meinhof


ΨΕΜΑΤΑ

Το να λες ψέματα δεν είναι κακό. Αρκεί βέβαια, να το κάνεις όχι προς ίδιον όφελος αλλά για την πλάκα της υπόθεσης. Όπως κάνουν τα παιδιά λόγου χάρη, που αρέσκονται να πλάθουν φανταστικές ιστορίες για να κερδίσουν την προσοχή των γονιών τους, αλλά και γιατί αναζητούν έναν τρόπο να εξηγήσουν τον κόσμο γύρω τους· μην έχοντας τα κατάλληλα εργαλεία για να το κάνουν αυτό, απλά λένε ότι τους κατέβει στο μυαλό· ψέματα δηλαδή. Αλλά ψέματα αθώα· ψέματα που αποτελούν προϊόντα μιας αχαλίνωτης και δημιουργικής φαντασίας, προτού αυτή περιχαρακωθεί από τις ατομικές ανάγκες και τις κοινωνικές συμβάσεις και εξοριστεί στο πυρ το εξώτερον.

ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ

Υπάρχουν και άλλου είδους ψέματα όμως. Ψέματα αυτοαναφορικά που χαϊδεύουν το εύθραστο Εγώ του σύγχρονου ανθρώπου και χρησιμεύουν στο χρωματισμό της ναρκισσιστικής, εγωκεντρικής μα συνάμα εξαιρετικά εύθραστης προσωπικότητας του. Ευδοκιμούν ιδιαίτερα ανάμεσα στα ζώα του ανθρώπινου είδους και εμφανίζονται άλλοτε με έναν μανδύα χαριτωμενιάς και άλλοτε ξιπασιάς. Πρόκειται πάντως για ένα διαχρονικό φαινόμενο με ιστορία χιλιάδων ετών, μιας και είναι πασιφανές ότι στο μάταιο τούτο κόσμο που κατοικούμε, ο καθένας λέει – και κυρίως κάνει – του κεφαλιού του.


ΦΟΒΟΣ

Άλλα ψέματα, πιο επικίνδυνα, είναι αυτά που περιέχουν μια πτυχή της αλήθειας, αλλά παραβλέποντας – πότε σκοπίμως, πότε όχι - τη σχετικότητα και το εύρος της, είθισται να παραπλανούν και να αποπροσανατολίζουν. Τα ναρκωτικά κάνουν κακό (ακούμε συχνά τώρα τελευταία από τους τηλε-ειδικούς) και αξίζει εδώ να αναφέρουμε την τοποθέτηση του ιδαίτερα λαοφιλούς, Λάκη Λαζόπουλου. Αναφέρθηκε λοιπόν, στον τεράστιο κίνδυνο που διατρέχουν τα ελληνόπουλα από την μάστιγα των ναρκωτικών, τονίζοντας παράλληλα ό,τι ο ίδιος δεν είχε ποτέ, ουδεμία σχέση με οποιαδήποτε ουσία. Ευφυής, ειλικρινής και στηλιτευτής της διαφθοράς στα μάτια των απανταχού κλεισμένων στο τσιμεντένιο καβούκι τους Ελλήνων ...οπισθοδρομικών, μα στην πραγματικότητα λαοπλάνος, υποκριτής, σαλτιμπάγκος της εξουσίας· ένα άριστο πιόνι στην αναπαραγωγή των στερεοτύπων, της ηλιθιότητας, του εθνοκεντρισμού. Ένας ψεύτης στην υπηρεσία του ψεύδους που παράγεται και διανέμεται από την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων με ευγενικό χορηγό την εξαθλιωμένη ύπαρξη του "homo-consumer". Σίγουρα με το να κάνεις χρήση ναρκωτικών ουσιών δεν ...τονώνεις τον οργανισμό σου, το ίδιο συμβαίνει βέβαια και με την κατανάλωση αλκοόλ ή και ...νόμιμων ναρκωτικών (απ’ αυτά που πωλούνται στα φαρμακεία για την αντιμέτωπιση της υστερίας που προκαλεί στις μαμάδες ο φόβος μπροστά στη μάστιγα που απειλεί τα παιδιά τους), σαφώς όμως τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα. Η πολιτική των απαγορεύσεων από την πλευρά της εξουσίας, ποικίλλει ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε εποχής. Η δαιμονοποίηση των ναρκωτικών (ενώ ταυτόχρονα κατέχουν σημαντικό ρόλο στο «λάδωμα της καπιταλιστικής μηχανής», κάτι καθόλου παράδοξο αν το καλοσκεφτούμε), υπαγορεύεται από τα καπιταλιστικά ήθη και αποτελεί μέρος της πολιτικής του φόβου. Ο Slavoj Žižek περιγράφει γλαφυρά την μορφή της πολιτικής στις μέρες μας· μια πολιτική "στηριζόμενη στο φόβο ως έσχατη δυνατότητα κινητοποίησης"· μια πολιτική όπου "η «πολιτική ορθότητα» είναι η χαρακτηριστική προοδευτική μορφή της "· τέλος, "μια πολιτική που χειραγωγεί τον όχλο: μια τρομοκρατική κινητοποίηση ενός τρομοκρατημένου λαού."[1]

ΑΓΝΟΙΑ

Η αναζήτηση της αλήθειας είναι επίπονη διαδικασία και τα νερά στα οποία λιμνάζει, βρώμικα και θολά. Σε μια εποχή όπου η επιστήμη έχει κυριαρχήσει και ο ορθολογισμός διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις, η αναμενόμενη (σε όρους νεανικής επιπολαιότητας, ας μη ξεγελιόμαστε) κάθαρση από τα αλόγιστα ψεύδη, δεν έφτασε ποτέ. Η επιστήμη στην υπηρεσία της ανθρώπινης ματαιοδοξίας και στενομυαλιάς σε αγαστή συνεργασία με τα συμφέροντα των κυρίαρχων δυνάμεων, έρχεται να επικυρώσει το ψεύδος.

Αυτό είναι και το πιο τρομακτικό ψέμα απ’ όλα· φέροντας μια επιστημονική σφραγίδα, η ισχύς του μη-πραγματικού, του ψευδούς δηλαδή, πολλαπλασιάζεται. Μια χαρακτηριστική περίπτωση αφορά την ιστορία με την ...κλοπή του εγκεφάλου της Ulrike Meinhof (μέλος της RAF, ακροαριστερή ένοπλη οργάνωση που έδρασε -κυρίως- στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’70, στη Γερμανία). Μετά το θάνατο της λοιπόν (το 1976), της αφαιρέθηκε κρυφά ο εγκέφαλος. Η μελέτη ενός νευρολόγου και του διευθυντή μιας ψυχιατρικής κλινικής (ο δεύτερος συνέκρινε τον εγκέφαλο της με τον εγκέφαλο ενός serial killer) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια εγχείρηση αφαίρεσης όγκου από τον εγκέφαλο στην οποία είχε υποβληθεί σε νεαρή ηλικία η Meinhof, ίσως να οδήγησε στην επιθετική συμπεριφορά της. Για την ακρίβεια, υποστήριξαν ότι υπήρξε ζημιά στο κομμάτι του εγκεφάλου που ευθύνεται για τα συναισθήματα.[2] Όλα αυτά είδαν το φως της δημοσιότητας το 2002 και με άξονα την επιστημονική ανακάλυψη που «συντελέσθη», έγινε μια προσπάθεια να εξηγηθεί η «παράλογη» συμπεριφορά της.[3] Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός, ότι είχαν αφαιρεθεί και οι εγκέφαλοι των τριών ηγετών της RAF οι οποίοι μελετήθηκαν, αλλά τα ίχνη τους... χάθηκαν κάπου στην πορεία.[4] Είναι προφανές ό,τι η «ευτυχής» συγκυρία της εγχείρησης, έδωσε ένα άλλοθι για μια τερατώδη εξήγηση (βασισμένη σε μια επιστημονική προσέγγιση που θυμίζει Lombroso[5]), των αιτιών που οδήγησαν την Meinhof να εγκαταλείψει την οικογένεια της και μια πετυχημένη δημοσιογραφική καριέρα . Οι Times, σε μια αναφορά τους στο θέμα,[6] καυτηριάζουν την άρνηση των δικηγόρων της Meinhof να συμπεριλάβουν στην υπερασπιστική τους γραμμή την έκθεση του νευρολόγου -που από τότε μιλούσε για εγκεφαλικές βλάβες που την οδήγησαν στις ακαταλόγιστες πράξεις της. "The Left, in other words, would rather have Meinhof bad than mad." Αυτό είναι το ρεζουμέ της δημοσιογραφικής άποψης του συντάκτη των Times και τα σχόλια περριτεύουν…

Σε μια κοινωνία που βρίσκεται μόνιμα στα πρόθυρα ενός "nervous breakdown", ψυχολόγοι, ψυχίατροι και ψυχαναλυτές έχουν τοποθετηθεί στη θέση που κάποτε κατείχε ο μάγος της φυλής, έλεγε ο Φουκό. Το ψεύδος αποκτά στέρεες βάσεις και η αλήθεια. πότε κρύβεται τρομαγμένη κάτω από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή και πότε τεμαχίζεται στις αποστειρωμένες αίθουσες υπερσύγχρονων εργαστηρίων που πασχίζουν να αποκρυπτογραφήσουν το αχαρτογράφητο των ανθρώπινων επιθυμιών.[7] Αυτό που έχει σημασία όμως, είναι ό,τι οι άνθρωποι είναι πάντοτε πρόθυμοι να πεισθούν· να πεισθούν ό,τι όσοι στρέφουν ένα όπλο ενάντια στη κρατική τρομοκρατία είναι ψυχικά ασθενείς· ό,τι τα ναρκωτικά διαφθείρουν τη νεολαία· ό,τι ξαπλώνοντας σε έναν καναπέ... θεραπεύονται, ενώ στην πραγματικότητα απλά ξεκουράζουν το κορμί τους περιμένοντας τη «μαγική συνταγή»· μια συνταγή, τόσο μαγική, ώστε να μπορέσουν ξεχάσουν τα ψέματα...

7.1.08

Το νόημα της ζωής και... πως να μελαγχολήσετε.


Τι είναι η ζωή;
Ένα αδιάκοπο, μονότονο βασανιστήριο ή μήπως ένα υπέροχο ταξίδι στην δημιουργία του οποίου, έχουμε τη χαρά να συμμετάσχουμε;
Τι είναι πιο σημαντικό, το καθήκον και η συμμόρφωση με τις κοινωνικές επιταγές ή οι καταπιεσμένες ορμές και επιθυμίες μας;
Με δύο λόγια, σκάσε και δούλευε ή κατέστρεψε και ...απόλαυσε;
Είναι δυνατόν μέσα σε οκτώ λεπτά και ένα δευτερόλεπτο να δοθούν οι απαντήσεις;






Μάλλον όχι, αλλά παρόλα αυτά, σε τούτη τη μικρού μήκους τανία του Patrice Lecont (Le Batteur Du Bolero, 1992), η αλήθεια ξεδιπλώνεται σε όλη της - σχεδόν - την απεραντοσύνη.

Μια ορχήστρα εκτελεί με ακρίβεια και χάρη, τη μεγαλειώδη σύνθεση του Maurice Ravel, Bolero. Η ανεπανάληπτη αυτή μουσική δημιουργία είναι η ζωή, αυτή που μας προσφέρεται και εμείς καλούμαστε να εκπληρώσουμε κατά τρόπο... ιδανικό (το πως μας καθορίζεται αυτός ο τρόπος, είναι μια άλλη κουβέντα, αρκετά επίπονη και αυτή).

Εξαρχής η κάμερα εστιάζει στο πρόσωπο ενός μέλους της ορχήστρας. Αυτός ο άνθρωπος καλείται να τα βγάλει πέρα με τη δουλειά που του ανατέθηκε· το κτύπημα ενός μικρού τυμπάνου στον ίδιο, μονότονο ρυθμό. Ο ρόλος του είναι σημαντικός. Είναι απλά ένα ακόμα γρανάζι, δίχως την λειτουργία του οποίου όμως, η όλη προσπάθεια θα πάει κατά διαόλου.

Αυτός, είναι Εμείς. Είναι ένας από τα μερικά δισεκατομμύρια ανθρώπων επί της γης που καλούνται να παίξουν σωστά το ρόλο τους. Σκάσε και άκουγε, λοιπόν. Ή σκάσε και μάθαινε, δούλευε και ο κατάλογος είναι μακρύς.

Ο συμπαθής ήρωας δείχνει να ασφυκτιά. Η επιλογή του Γάλλου κωμικού ηθοποιού Jacques Villeret εξυπηρετεί τους εμπορικούς σκοπούς του φιλμ, αλλά είναι παραπλανητική. Στην θέση του θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται ο καθένας μας. Η χαριτωμένη φατσούλα του Villeret με τα φουσκωτά μαγουλάκια και την παιδικότητα στο βλέμμα, αποκρύπτει την αλήθεια· όμορφος ή άσχημος, λεπτός ή χονδρός, έγχρωμος ή λευκός, χαρούμενος ή μίζερος, πλούσιος ή φτωχός, το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο.

Πολύ σύντομα κοιτώντας προς την πλευρά της κάμερας, αρχίζει να ρίχνει κλεφτές ματιές στο θεατή αποζητώντας την συγκατάνευση του. Η θυσία στην οποία υποβάλλει τον εαυτό του χρειάζεται μια ανακούφιση. Η συμπάθεια και κατανόηση του Άλλου, καλείται να τον λυτρώσει από το βασανιστικό μαρτύριο του.

Στη συνέχεια της ταινίας, στο βάθος του πλάνου εμφανίζεται ακόμα ένα πρόσωπο. Είναι άλλο ένα μέλος της ορχήστρας που σ’ εκείνο το σημείο αρχίζει να συμμετέχει στην εκτέλεση του κομματιού. Είναι μια νεαρή, εμφανίσημη κοπέλα, που στέκεται όρθια (σε αντίθεση με τον πρωταγωνιστή) και είναι και αυτή επί των κρουστών. Μόνο που κτυπάει τρία και συγχρόνως κατά πολύ μεγαλύτερα σε μέγεθος τύμπανα. Ο ρόλος της είναι σημαντικότερος και η παρουσία της επιβλητικότερη έναντι του συμπαθούς ήρωα μας

Η ταυτόχρονη κορύφωση του κομματιού τη στιγμή που η τυμπανίστρια κάνει την «είσοδο» της είναι ένα επιπλέον στοιχείο, ικανό να προκαλέσει κύματα φθόνου και αποστροφής στον συνάδελφο της. Η δυσφορία του ...μικρού τυμπανιστή αποτυπώνεται γλαφυρά στην έκφραση του προσώπου του. Για να συντελεστεί όμως το θαύμα που λέγεται Bolero, πρέπει να καταπνιγούν τέτοιου είδους συναισθήματα.
Η ιστορία της υποταγής είναι ανελέητη.

Ας μην ξεγελιόμαστε όμως. Η κοπέλα δεν αποτελεί μια εξαίρεση. Ο ιεραρχικά ανώτερος μαέστρος επιβάλλεται σ’ αυτήν κατά τον ίδιο τρόπο ή και αντίστροφα, το ίδιο συμβαίνει και με τον "κατώτερο" της συνάδελφο. Η εκτός των επιτρεπόμενων ορίων και κατά κάποιο τρόπο ανέμελη εκφραστικότητα του παιδικού προσώπου του πρωταγωνιστή, ξορκίζει το κακό σε κάποιο βαθμό. Το παγερό προσωπείο που φορεί η κοπέλα, της έχει επιβληθεί· της μένει μονάχα να υποφέρει αγκομαχώντας να σπάσει τα καταναγκαστικά δεσμά της αστικής ψυχρότητας.

Η ιστορία της καταπίεσης δεν κάνει διακρίσεις.

Η ζωή, όπως και η μουσική του Ravel, είναι υπέροχη. Εντούτοις το τίμημα είναι βαρύ. Η εκμετάλλευση, η υποταγή και η προσαρμογή στις κοινωνικές νόρμες και απαιτήσεις, είναι έννοιες σύμφυτες με το θαύμα της ζωής. Η πολυπόθητη εναντίωση και εξέγερση δεν υπόσχεται πολλά. Αυτά που υπόσχεται όμως, δεν είναι αμελητέα ποσότητα. Ο Michel Houellebecq μιλώντας για το Μάη του 1968 στη Γαλλία, ανέφερε ότι "η «μηχανή» σταμάτησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα και αυτό ήταν κάτι το μοναδικό για όσους το έζησαν, κάτι το αξέχαστο για το υπόλοιπο της ζωής τους."

Στo τέλος της ταινίας ο πρωταγωνιστής, ανακουφισμένος που το μαρτύριο του έλαβε τέλος, σηκώνεται για την καθιερωμένη υπόκλιση.


Το χειροκρότημα, ένας παρατεταμένος επιθανάτιος ρόγχος, ρίχνει την αυλαία…






28.12.07

Μεγάλη Βρετανία: Διαταγή Κατά της Αντικοινωνικής Συμπεριφοράς

Anti-Social Behaviour Order: Διαταγή Κατά της Αντικοινωνικής Συμπεριφοράς. Τι ακριβώς είναι αυτό; Είναι μια προσπάθεια της Βρετανικής κυβέρνησης να βελτιώσει την... ποιότητα ζωής των πολιτών της.

Η ιστορία έχει ως εξής: Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 εισήχθη ένας νόμος (Crime and Disorder Act 1998) ο οποίος είχε σκοπό να περιορίσει τα προβλήματα που προκύπτουν μεταξύ... γειτόνων. Σύμφωνα με τα επίσημα κείμενα, «οι εντολές ASBO θέτουν περιορισμούς στις πράξεις προσώπων των οποίων η συμπεριφορά προκαλεί ή, πιθανώς, θα προκαλέσει ενόχληση σε έναν ή περισσότερους ανθρώπους που δεν είναι στο ίδιο νοικοκυριό με το δράστη». Αφού καταγγείλλεις μέσως αίτησης αυτή τη συμπεριφορά στις επίσημες αρχές, τότε εκδίδεται για τον τον «δράστη» ένα ASBO (οι απορρίψεις για αιτήσεις ASBO κυμαίνονται από 0 έως 3%!!).

Σημαντική λεπτομέρεια: Η ανώνυμη καταγγελία και οι διαδόσεις από φήμες θεωρούνται αποδεικτικά στοιχεία!! Η ποινή αυτή δεν έχει ποινική ισχύ -πρόκειται στην ουσία για προειδοποίηση- αλλά σε περίπτωση παραβίασης εντός κάποιου χρονικού διαστήματος των όρων της ποινής, απειλείσαι με φυλάκιση έως και πέντε χρόνια (δύο για τους ανήλικους).

Η περιορισμένη χρησιμοποίηση των εντολών ASBO οδήγησε την κυβέρνηση στην περαιτέρω ενίσχυση του νόμου (Anti-Social Behaviour Act 2003) με τον χαρακτηρισμό και άλλων συμπεριφορών ως «αντικοινωνικών» (γκραφίτι, μικροκλοπές, βανδαλισμοί, αφισοκόλληση, ζητιανιά).
 
Τον Οκτώβρη του 2005 ανακοινώθηκε η επιβολή ASBO σε συνδυασμό με το πρόστιμο στους συχνούς παραβάτες των μέσων μαζικής μεταφοράς.

Κύριοι στόχοι του ASBO: Ανήλικοι (από το 2000 και ύστερα το όριο ηλικίας να δεχθείς εντολή ASBO μειώθηκε από τα 18 στα 10!) και κάθε λογής περιθωριακό στοιχείο (άστεγοι, ζητιάνοι, αλκοολικοί, πόρνες, τοξικομανείς, ψυχικά άρρωστοι).

Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2000 έως το 2003 το 52% των αποφάσεων αφορούσαν ανήλικους. Πάνω από το 40% παραβιάζει τους όρους της ποινής με αποτέλεσμα 10 ανήλικοι την εβδομάδα να οδηγούνται στην φυλακή. Οι όροι μπορεί να περιλαμβάνουν απαγόρευση κυκλοφορίας σε συγκεκριμένες περιοχές (προφανώς σε αυτές που συχνάζουν) καθώς και απαγόρευση συναναστροφής με συγκεκριμένα άτομα.

Εξίσου σημαντικό θέμα είναι η ποινικοποίηση από την πίσω πόρτα, της ζητιανιάς και της πορνείας καθώς και η ρατσιστική αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών. Ένας αυτιστικός 13χρονος δέχθηκε εντολή ASBO επειδή χοροπηδούσε σε τραμπολίνο και ενοχλούσε τους γείτονες (η χρήση του τραμπολίνου έχει διαπιστωθεί να έχει θεραπευτική αξία για τον αυτισμό)...

Όσον αφορά την πορνεία, παρότι δεν είναι ποινικό αδίκημα, ο νέος νόμος έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα μιας και πολλές πόρνες κατηγορούνται για πάσης φύσεως «αντικοινωνικές»» συμπεριφορές. Οι όροι που τους επιβάλλονται, πολλές φορές είναι αδύνατο να τηρηθούν (π.χ. απαγόρευση συγκέντρωσης στα σημεία που βρίσκουν πελάτες) οπότε ο δρόμος για τη φυλακή ανοίγει διάπλατα.

Ας ανακεφαλαιώσουμε: Από την μια πλευρά έχουμε ενοχλημένους γείτονες με την δυνατότητα να πετύχουν την καταδίκη συμπολιτών τους που διέπραξαν παραπτώματα τα οποία δεν ανήκουν στο ποινικό δίκαιο. Από την άλλη πλευρά, ο ρόλος της αστυνομίας παρουσιάζεται ενισχυμένος όσο ποτέ άλλοτε. Με αρμοδιότητες να εντοπίζει κάθε «αντικοινωνική» συμπεριφορά που διαπράχθηκε ή, που είναι ΠΙΘΑΝΟ να διαπραχθεί, αναλαμβάνει την βρώμικη δουλειά να «καθαρίσει» τους δρόμους. Σύμφωνα με το νέο νόμο έχει τη δυνατότητα να διαλύει συγκεντρώσεις ατόμων που λαμβάνουν χώρα σε χαρακτηρισμένα ως επικίνδυνα σημεία (π.χ. γύρω από εμπορικά κέντρα).


Η ενεργός συμμετοχή των πολιτών κρίθηκε αναγκαία. Η αστυνομία ενθαρρύνει τον κόσμο να καταγγέλει όσους παραβιάζουν την ποινή τους ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και την αμοιβή που περιμένει όποιον καταγγέλει την παραβίαση των αντικαπνιστικών μέτρων στα μπαρ.

Το 82% των Βρετανών πολιτών υποστηρίζει το νόμο περί «αντικοινωνικής» συμπεριφοράς και ορίστε μερικά παραδείγματα που αποκαλύπτουν τη συλλογική υστερία: Οικογένειες παιδιών απειλήθηκαν με εντολή ASBO από γείτονες τους γιατί ενοχλούνταν από το... παιχνίδι των παιδιών. Τα παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο στην αυλή ενός κτιρίου.
 
Σε μια άλλη περίπτωση, ένας δεκαεπτάχρονος που αναστάτωνε την γειτονιά καταδικάστηκε να μην εισέρχεται στο σπίτι του από την μπροστινή πόρτα μέχρι να συμπληρώσει τα εικοσιένα του χρόνια, καθώς του απαγορεύτηκε να έρθει σε επαφή με οποιονδήποτε μένει στον ίδιο δρόμο με αυτόν του σπιτιού του.

Σε ένα νέο που διεύθυνε έναν παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό από την ταράτσα μιας πολυκατοικίας, επιβλήθηκε ποινή απαγόρευσης εισόδου σε οποιοδήποτε κτίριο ψηλότερο των τεσσάρων ορόφων!
 
Μια κυρία 60 ετών απειλήθηκε με ASBO από γείτονες επειδή τάϊζε πουλιά στον κήπο της. Οι γείτονες διαμαρτυρήθηκαν ότι προσελκύονταν πολλά πουλιά τα οποία έκαναν θορύβους και λέρωναν τον δρόμο. Η 60χρονη συμμορφώθηκε και συμφώνησε να ταΐζει πουλιά σε άλλα μέρη και σε συγκεκριμένες ώρες!!

Οι εξοντωτικοί και μερικές φορές παράλογοι όροι, μας δείχνουν ξεκάθαρα τι συμβαίνει. Ένα κράτος-μπαμπούλας, αναλαμβάνει να ρυθμίσει κάθε είδους ανθρώπινη συμπεριφορά. Η ασάφεια του νόμου να προσδιορίσει επακριβώς τον όρο αντικοινωνική συμπεριφορά δίνει την ευκαιρία στο κράτος να δείξει το αληθινό του πρόσωπο: "Evidence continues to emerge of Asbos being used by police and local authorities as a catch-all to sweep off the streets anyone whose behaviour is eccentric or to some people is disagreeable," says Harry Fletcher, assistant general secretary of the National Association of Probation Officers (Napo).

Σε μια κοινωνία που προ πολλού έχει καθορίσει τα όρια για το τι είναι «φυσιολογικό», η επιβολή ενός τέτοιου νόμου έρχεται απλά να επικυρώσει το γεγονός. Στα πρότυπα μιας Οργουελικής κοινωνίας, η διαφορετικότητα ποινικοποιείται και το μέλλον μοιάζει πιο αβέβαιο από ποτέ...

Πηγές:
POSTCODE PUNISHMENT. By: Hunter, Mark, Community Care, 03075508, 5/12/2005, Issue 1572
A Suicidal Woman, Roaming Pigs and a Noisy Trampolinist Βy: Macdonald, Stuart, The Modern Law Review