29.4.09

Plein Soleil



Το Plein Soleil (Γυμνοί στον Ήλιο) του Réne Clément είναι μία από τις δύο επανεκδόσεις αυτής της εβδομάδας. Γαλλική παραγωγή του 1960, αποτελεί εξαίρετο δείγμα αστυνομικού φιλμ με νουάρ αποχρώσεις, είδος που ευδοκίμησε στην Γαλλία επί σειρά ετών. Βασισμένο στο μυθιστόρημα της Patricia Highsmith, The Talented Mr. Ripley, το story ακολουθεί τον ραδιούργο (και ταλαντούχο), Tom Ripley.

Ο Tom Ripley (Alain Delon) αναλαμβάνει να φέρει πίσω στις Η.Π.Α. (έναντι αμοιβής) τον φίλο του - και άσωτο υιό - Philippe Greenleaf (Maurice Ronet) ο οποίος διάγει la vida loca στην κοσμική Ιταλία. Επιλέγοντας να... ξεχάσει την αποστολή του, δείχνει να απολαμβάνει την παρέα (και τις ανέσεις που αυτή προσφέρει) του φίλου του, αγνοώντας την κατά τόπους περιφρονητική συμπεριφορά απέναντι του. Σε μια μίνι-κρουαζιέρα με το σκάφος του Greenleaf με την παρουσία της Marge (Marie Laforêt), της φιλενάδας του νεαρού playboy, ο Ripley ανακοινώνει στο φίλο του την πρόθεση να τον σκοτώσει, παίρνοντας κατόπιν την θέση του, σ’ ένα παιχνίδι εξουσίας υπό τον καυτό ήλιο...

Ο λογοτεχνικός ήρωας Ripley είναι ένας ακαταμάχητα συναρπαστικός δολοπλόκος, ένας wannabe bon viveur διψασμένος για κοινωνική αναγνώριση και πλούτη. Ο Clément είχε την τύχη να πέσει πάνω σ’ έναν επίσης διψασμένο (για κινηματογραφική - και όχι μόνο - αναγνώριση) Alain Delon. Στην ταινία που τον καθιέρωσε, ο Delon – ο μεγάλος των «γόηδων» του δεύτερου μισού του αιώνα στο σινεμά– , ίσως και εν αγνοία του, ενασαρκώνει τον Ripley όπως θα τον ήθελε κάθε αναγνώστης με... στοιχειώδες γούστο: ακαταμάχητα ποθητός τις στιγμές που αποδεικνύει την (κάποιες στιγμές και νοσηρή) εϋφυία του∙ πειστικά αινιγματικός όταν σχεδιάζει τα επόμενα σχέδια του∙ ανυπόφορα αποκρουστικός όταν εκβιάζει τα φιλιά και τα χάδια των θηλυκών.

Η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Ripley δεν είναι πιστή στην original περσόνα που έπλασε η Patricia Highsmith. Απουσιάζει η αμφισημία του λογοτεχνικού χαρακτήρα ενώ παραλείπονται και οι νύξεις για την (καταπιεσμένη) ομοφυλοφιλία του. Ωστόσο, η επιλογή του ο οποίος έγραψε και το σενάριο μοιάζει ορθή. Η υπεροψία ενός εκτυφλωτικού βλέμματος –σήματος κατατεθέν μιας διαχρονικής γοητείας, η ναρκισσιστική αυταρέσκεια, η αρσενική υπεροχή ενός εκκολαπτόμενου καρδιοκατακτητή που άκουγε στο όνομα Alain Delon, παρείχαν την ευχέρεια στον Clément να πλάσει έναν τρόπον τινά, δικό του ήρωα.

Το φιλμ είναι σκηνοθετημένο επαρκώς από τον Clément με την ανάδειξη του τοπίου της Μεσογείου να αποτελεί μέλημα, μα όχι και αυτοσκοπό, και τα διάφορα σκηνοθετικά τρικ (ο καθρέπτης που ανοίγει -τυχαία- μπροστά από τον Ripley ενόσω τον ανακρίνει ένας ντετέκτιβ, το κάδρο με το out of focus πρόσωπο της αστυνομικού που κρυφακούει προσπαθώντας να ξετυλίξει το κουβάρι των υποθέσεων που ανοίγει στο πέρασμα του ο Ripley) να εμπλουτίζουν ευχάριστα την ταινία.

Στο αρκούντως στυλιζαρισμένο αυτό φιλμ, απουσιάζει μια ενδελεχή ματιά στο ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων, η ταινία ωστόσο, διατηρεί το ψυχαγωγικό χαρακτήρα της αφήγησης μιας αστυνομικής ιστορίας και τη (σκοτεινή) γοητεία ενός (σχεδόν) noir κομψοτεχνήματος.

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα: από την εσωτερίκευση του πόνου, στην εξιδανίκευση του.



Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου με καταθλίβει, εντόνως θα έλεγα. Αναφέρομαι στη μουσική που έχει συνθέσει για τις ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου, ότι άλλο έχει κυκλοφορήσει δεν με ενδιαφέρει ιδαίτερα.

Βασικά, ίσως και να με ενδιαφέρει αλλά μάλλον πως προσπαθώ να προφυλαχθώ από τα πυρά. Ελλοχεύουν οι εξής κίνδυνοι:

  1.  να θεωρηθώ ως αθεράπευτα «ρομαντικός», παλαιομοδίτης «κουλτουριάρης» από τον "κύκλο" των ανθρώπων που συναναστρέφομαι (πολλοί και διάφοροι άνθρωποι αλλά και "κύκλοι", ελαφρά συνδεδεμένοι ο ένας με τον άλλο, κάτι σαν το σήμα των Ολυμπιακών Αγώνων αν το οπτικοποιήσουμε)
  2. να θεωρηθώ ως αλλοτριωμένος, ελιτιστής από τους φαντασιακούς συναγωνιστές μου στον αγώνα κατά της κανονικότητας ο οποίος μαίνεται (;) ακόμα.
  3. να θεωρηθώ ως δήθεν... μαλάκας από την κάστα των ανθρώπων που απαρτίζουν την "σιωπηλή πλειοψηφία" (θα προτιμούσα να έσπαγε την σιωπή της, έχει να πει κάτι άραγε;) μιας και έμαθα προσφάτως ότι η εν λόγω καλλιτέχνιδα θεωρείται αρκετά εξεζητημένου «καλλιεργημένου» γούστου (τις πταίει; ο Αγγελόπουλος φαντάζομαι, για όλα αυτός ευθύνεται, είναι κάτι παραπάνω από καλός, πρέπει να πληρώσει γι’ αυτό).

Η αλήθεια είναι βέβαια, ότι αυτό που με εμποδίζει στην πραγματικότητα από το να επιχειρήσω μια επιπλέον βουτιά στη μουσική της Ε. Καραΐνδρου είναι τα συναισθήματα που με κυριεύουν όταν ακούω τη μουσική της∙ τις πιο πολλές φορές επιθυμώ να πηδήξω από το παράθυρο. Δεν είναι ότι θέλω να αυτοκτόνησω, είναι απλά ότι θέλω να ξεφύγω από το ψυχοφθόρο «βασανιστήριο» που μου προκαλεί η ακρόαση της μουσικής της.

Σαν να αποκαλύπτονται πολλά κείνες τις στιγμές, που ίσως να μην μπορώ να τα αντέξω. Ίσως πάλι, να μην χρειάζεται να μπω σ’ αυτή την διαδικασία. Οι εμμονές μου περί της χρησιμότητας του πόνου στη ζωή μας ωστόσο, με ψυχαναγκάζουν να θέλω να υποστώ τα πάνδεινα.

Διαβάζοντας σκόρπιες συνεντεύξεις του μέγιστου Κωστή Παπαγιώργη, παίρνω κουράγιο:

  • "τα βιβλία όλοι μπορούν να τα διαβάσουν, ενώ η καρδιά και το χάλι της ανήκουν μόνο σε έναν. Πιστεύω πολύ στο προσωπικό χάλι του καθενός, αυτό θεωρώ ευφυία."
  • "αν η ζωή δεν ήταν «νοσοκομείο» και «άσυλο», τότε τα «Γράμματα» τι θα είχαν να αφηγηθούν; Το πιο ενδιαφέρον πράγμα στη ζωή είναι τα βάσανα."

Ενθυμούμενος ότι, ξέχωρα από φαντασιόπληκτος ημιμαθής, είμαι και πραγματιστής, εστιάζω το ενδιαφέρον μου σε μία ακόμη φράση του σπουδαίου αυτού συγγραφέα: ύστερα από όλη αυτή την επίπονη συνδυαλλαγή με τον πόνο λοιπόν, καταλήγεις ένας "εστέτ της δυστυχίας την οποία μετά εμπορεύεσαι."

Αναζητώντας ακόμα τον τρόπο με τον οποίο θα εισέλθω στον τρομακτικό στα μάτια μου κόσμο του «εμπορίου», και εξασκούμενος προσωρινά στο πεδίο των διαπροσωπικών σχέσεων όπου ο πόνος δεν πουλάει ικανοποιητικά μεν, αλλά αν μη τι άλλο συγκινεί, και ενίοτε γοητεύει αυτούς που δεν θα διστάσουν να πάρουν μια γεύση απ’ αυτό που τους τρομάζει, (παρα)μένω μετέωρος, μα... αισιοδοξώ.

Έχοντας διανύσει ορισμένα βήματα προς τα εμπρός όσον αφορά το «καυτό» ζήτημα της μετουσίωσης των ορμών, μένει μονάχα να «νοικοκυρέψω» το ζήτημα των (ψυχικών) ρωγμών. Θα πάρει κάμποσο...

Γιόζεφ Φριτσλ: περί «τεράτων» και άλλων δεινών.



Η υπόθεση του Αυστριακού Γιόζεφ Φριτσλ, ο οποίος επί 24 χρόνια κρατούσε φυλακισμένη την κόρη του στο υπόγειο του σπιτιού του, κακοποιώντας τη σεξουαλικά, προκαλεί ναυτία. Εδώ ακριβώς βρίσκεται μια λεπτή γραμμή στην οποία ισορροπούμε, συχνά-πυκνά∙ αν η εσωτερική (ψυχική) ρωγμή που προκαλείται από τέτοιες μακάβριες αποκαλύψεις, φαρδύνει κ αποκρυσταλλωθεί στο χρόνο, τότε, το σοκ της δυσάρεστης είδησης, το σάστισμα ενώπιον του ανθρώπινου σκότους (και του εύρους που αυτό βρίσκει τρόπους να εκφραστεί), μετασχηματίζεται σε τρόμο, σε (ηθικό) πανικό.

Ο πανικός μιας συντάκτριας εβδομαδιαίου περιοδικού, μετατρέπεται σε οργή: "όχι απλώς δεν εφαρμόζεται η θανατική ποινή σε περιπτώσεις όπως αυτή του «αυστριακού τύραννου», αλλά νομιμοποιείται να αιτείται ψυχιατρικού εγκλεισμού."[1] Η οργή της προέρχεται από το φόβο ενώ την ίδια στιγμή τον αναπαράγει∙ τέτοιου είδους είναι και ο φόβος που (ανά περιστάσεις) κινητοποιεί τα πολεμοχαρή αντανακλαστικά των μαζών.

Το έγκλημα του Φριτσλ, είναι επίπονο μόνο και το να φέρνεις στο νου σου∙ στο κελάρι που κρατούσε έγκλειστη τη κόρη του, ζούσαν και τα τρία παιδιά του (καρπός της αιμομικτικής σχέσης) τα οποία δεν είχαν δει ποτέ το φως του ήλιου. Η πιθανότητα να είχε συνεργό δεν αποκλείεται, η αστυνομία παρόλα αυτά το αρνείται κατηγορηματικά.[2] Η λύτρωση (για το κοινωνικό σύνολο) πρόερχεται από τη κατασκευή ενός «τέρατος», ενός διεστραμμένου ψυχοπαθούς - εξαίρεση στην κοινωνία. "Το βασικό είναι να μη διαταραχθούν τα βάθρα της ευρωπαικής κοινωνίας, οι εδραιωμένες αξίες, η παράδοση της χριστιανικής ηθικής. Πιο απλά: ο χόμο εροπέους είναι εκ καταβολής και αρχών ηθική οντότητα – η διαστροφή αποτελεί λάθος του Θεού. Μόνο που τα λάθη πληθαίνουν...", έγραψε, ορθότατα, προ ημερών ο Κωστής Παπαγιώργης.[3]

Η εξόντωση ενός αποδοπομπιαίου τράγου, ίσως να φαντάζει λογική και ενδεχομένως να προσφέρει ψυχική ανακούφιση σε κάποιους. Δυστυχώς όμως, ο κατάλογος -των «ανθρωπόμορφων τράγων»- μπορεί να είναι μακρύς. Παιδεραστές στην αγχόνη, serial killers στην ηλεκτρική καρέκλα, εγκληματίες πολέμου στο εκτελεστικό απόσπασμα. Επιπρόσθετα, οι έμποροι - σκοτώνουν τα παιδιά μας - ναρκωτικών μπορούν κάλλιστα να παραδίδονται στους εξαγριωμένους πολίτες οι τελευταίοι, θα τους ξεσκίζουν με τα ίδια τους τα χέρια.

Ο Κ. Παπαγιώργης επιμένει: "από τη φύση του ο άνθρωπος ουδέποτε ήταν ηθικός. Αντίθετα, ήταν και είναι ικανός για όλα. Απλώς η ηθικότητα είναι η πλέον αποδεκτή μορφή κοινωνικής συμπεριφοράς".[4] Η ψυχιατρική προσπαθεί να εντάξει τη διαστροφή σε ποικίλλους τύπους ψυχικών παθήσεων για να απαλλάξει τον άνθρωπο από έναν υποτιθέμενο κακοήθη όγκο. Οι θρησκευόμενοι, κατηγορούν τους αντιπρόσωπους του Διαβόλου επί γης (W. S. Burroughs ο αρχιερέας τους), για τη διαφθορά που καλλιεργούν στις καρδιές των νέων. Οι μάζες, αναπολούν τις μέρες της ηθικότητας όπου κανένας πατέρας δεν θα έκανε κακό στο σπλάχνο του επιλέγοντας να ξεχάσουν τη διαχρονικότητα του φαινομένου της αιμομιξίας.

Εν κατακλείδι, ο φόβος τρώει τα σωθικά∙ αφού ξεμείνεις από σωθικά λοιπόν, δεν έχεις άλλη επιλογή από το να κατασπαράξεις τα σωθικά κάποιου άλλου. Στην περίπτωση παραστρατήματος ενός εκ των υποψήφιων θυμάτων, το άλλοθι είναι ιδανικό. Ο φόβος είναι ματαίωση, απόρριψη της ίδιας της ζωής, αυτήν που απέρριψε και ο Γιόζεφ Φριτσλ προσπαθώντας να κατασκευάσει μια («αρρωστημένη») άλλη: "ήξερα όλο αυτό το διάστημα ότι έκανα κάτι που δεν ήταν σωστό, αλλά ήταν γεγονός για μένα ότι είχα μια δεύτερη ζωή που βρισκόταν στο κελάρι του σπιτιού μου" δήλωσε στον δικηγόρο του.[5] Η μόνη διαστροφή, είναι η άρνηση της ζωής∙ διαστροφή που γεννά θάνατο και καταστροφή.



[1] "ΒΗΜagazino", σελ.8, 11-05-2008.

[3] "Αθηνόραμα",σελ.18, 08-05-2008.

[4] "Αθηνόραμα",σελ.18, 08-05-2008.

Και τώρα ένα μουσικό διάλειμα ή, μήπως grand finale;


Όχι, φυσικά και δε βρήκα το παραμικρό νόημα στην διοργάνωση της σημερινής συναυλίας στα Προπύλαια. Εορταστικό κλείσιμο των διαδηλώσεων-συμβάντων-δρώμενων των τελευταίων δύο εβδομάδων βρωμάει η υπόθεση (από μόνη της μύρισε, δε τη βρώμισε κανένας ξένος δάκτυλος∙ αυτοί περιορίζονται να στρατολογούν στρατιές νέων με διδακτορικό στα σπασίματα μαγαζιών, οι λοστοί είναι μια δωρεά της ΕΛ.ΑΣ).

Το γλέντι που υπόσχεται μια εκδήλωση τέτοιου είδους δεν είναι κάτι κατακριτέο. Η χρονική στιγμή που συμβαίνει ωστόσο, δηλώνει ξεκάθαρα την αλήθεια: έφθασαν Χριστούγεννα, ήρθε η ώρα για ένα διάλειμα, να πούμε και τα χρόνια πολλά βρε αδερφέ (όσον αφορά το δώρο, καλό θα ήταν να το ξανασκεφτούμε∙ η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν έχει φθάσει ακόμα στην Ελλάς, φαντάσου τι έχει να γίνει όταν με το καλό μας κάνει μια επίσκεψη-‘Αρμένικη βίζιτα’, μιας και δε θα λέει να ξεκουμπιστεί, υποπτεύομαι).

Οι πανεπιστημιακοί έδωσαν ραντεβού για τις 9 Γενάρη∙ το ραντεβού είναι άλλο όμως: έχει δοθεί για τούτη ακριβώς τη στιγμή που μιλάμε στα κατελλειμένα πανεπιστήμια-σχολεία, και στον θαυμαστό κόσμο των blogs όπου η ουσιαστική κριτική και η αναμετάδοση πληροφοριών για ότι εξακολουθεί να συμβαίνει παγκοσμίως, συνεχίζει, χωρίς διακοπές αναψυχής (και χωρίς διαλείματα για διαφημίσεις).

Η πιθανολογούμενη συμμετοχή του Διονύσιου του Τσακνή στην συναυλία με τις θεραπευτικές - μυοχαλαρωτικές - new age σχεδόν θα λέγαμε, ιδιότητες, σε κάνει να αναρωτιέσαι: στο ενδεχόμενο επερχόμενης επανάστασης (ξέρετε τώρα, την διαδικασία αντικατάστασης ενός αφέντη με έναν άλλον... αφέντη) μάλλον πως θα τον τουφέκιζαν πρώτο-πρώτο, άρα ο γνωστός ‘αριστερός’ και από πάντα παρών τροβαδούρος της banalité Κνίτικης αποχαύνωσης, ‘γνωρίζει’ την αλήθεια: έχουμε να κάνουμε με την ‘επερχόμενη εξέγερση’, αυτή που δεν θα παρακολουθήσουμε στην τηλεόραση. Θα πραγματοποιηθεί εν αγνοία των πολλών μετά βασάνων των ολίγων:

- We few, we happy few, we band of brothers…


Μια βραδιά με τον Λάκη...


Ο Λάκης Λαζόπουλος, ο λαοφιλής αυτός... λαοπλάνος, παρευρέθηκε στις “Μέρες Κινηματογράφου 2008” που διοργανώνει το ΙΕΚ ΑΚΜΗ σε μια βραδιά με τιμώμενο πρόσωπο τον Θανάση Βέγγο. Το Master Class που θα έδινε είχε τον αόριστο τίτλο “Ο καλλιτέχνης αντιμέτωπος με το κοινό”. Ξεκινώντας την ομιλία του έσπευσε να ξεκαθαρίσει: “Δεν είμαι αρμόδιος να μιλάω για κινηματογράφο, δε θεωρώ ότι έχω πετύχει”. Ερωτήματα του τύπου “τότε τι γυρεύει σε μια διοργάνωση για τον κινηματογράφο”, είναι υπέρ του δέοντος αφελή.

Ο Λαζόπουλος διέλυσε τα σύννεφα αμφιβολίας, αρκετά σύντομα. Η αναφορά στο magnum opus του, το “Αλ Τσαντίρι Νιουζ” δηλαδή, ήταν άμεση και εκτενέστατη. Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, stand-up comedian (όπως αυτοπροσδιορίστηκε έντεχνα, αν μη τι άλλο, ο ίδιος), το παιδί από την επαρχία που τα κατάφερε στη ζούγκλα της Αθήνας (όχι, δεν παρέλειψε τη σύνηθη αναφορά του στο γεγονός ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάρισα) βρέθηκε εκεί από κεκτημένη ταχύτητα. Το “Αλ Τσαντίρι Νιουζ” εξακολουθεί να ευφραίνει τις ψυχές των ταλαίπωρων ελλήνων ανά την επικράτεια. Ο ρόλος του Λάκη Λαζόπουλου είναι πλέον παιδαγωγικός∙ ως σύμβολο μιας Ελλάδας που... αντιστέκεται, υπάρχει μόνιμα μια θέση στο (όποιο) πάνελ γι’ αυτόν. Σε μια εύθυμη βραδιά η παρουσία του κρίνεται επιβεβλημένη, πως αλλιώς θα κατέφθαναν οι κάμερες στον χώρο άλλωστε;

“Δε θεωρώ τον εαυτό μου stand-up comedian, μάλλον πως είμαι sit-down comedian (sic)”, διεκρίνισε αρχικώς. Με αρκετή μαεστρία, λίγο αργότερα επανέλαβε τα λόγια του προσθέτοντας αυτή τη φορά πως “Αν σηκώθηκα από τη καρέκλα μου στην εκπομπή, το έκανα από τα νεύρα μου!”. Έξυπνος, πονηρός, με μεγάλη άνεση και ευφράδεια λόγου, ξέρει πως να κατευθύνει το κοινό του. Φυσικά ξέρει και τι θέλει να ακούσει το (υπερήφανο που είμαι έλληνας - έρχεται και το euro οσονούπω) κοινό του.

Με αφορμή ένα “εε...” (σαν και αυτά που εκστόμιζε ο Αυλωνίτης, όπως σημείωσε ο ίδιος) ξεκίνησε να φλυαρεί για το... «συναισθηματικό λεξικό» που φέρει ο έλληνας και πόσο όμορφα και... ελληνικά το εξέφραζαν οι ηθοποιοί του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Κατόπιν, τα έβαλε με τους ηθοποιούς σήμερα, οι οποίοι δε δουλεύουν όσο οι παλαιότεροι (εντελώς παράλογο επιχείρημα), ενδιαφέρονται μόνο για «κοντινά», ενώ τέλος δε καταφέρνουν να εκφέρουν πειστικά την έκφραση “Φρέσκα Ψάρια”!!

Σε ένα παραλήρημα λαϊκισμού, προασπιζόμενος μια απωλεσθείσα λαϊκότητα και βάλλοντας κατά των νέων ηθοποιών οι οποίοι δε δύναται “να φανταστούν τους εαυτούς τους να πωλούν ψάρια», το «λαϊκό παιδί» από τη Λάρισα προσπάθησε να χτυπήσει τις ευαίσθητες (ενοχικές) χορδές του ακροατήριου. Αναφερόμενος άλλωστε στο “Αλ Τσαντίρι Νιουζ”, δήλωσε πως δεν τον ενδιαφέρει να προβάλλει τον διανοούμενο (“μορφώνονται με αποτέλεσμα να μη τους καταλαβαίνει η μάνα τους, το θέμα είναι να μορφώσουμε και τη μάνα μας”!) παρά προτιμά “αυτούς που λένε τα πράγματα όπως τα σκέφτονται, αυτούς που μου θυμίζουν τους ανθρώπους στη γειτονιά που μεγάλωσα”.

Λίγη νοσταλγία, μπόλικος λαϊκισμός, πολύ φαντασία (η φαντασιακή κατασκευή μιας παλιάς - αγνής - Ελλάδας αλά Φιλοποίμην Φίνος) και μια δόση από μεταφυσική (τι σου είναι αυτή η ελληνική ψυχή, όλοι μοιάζουν να την έχουν... στις επιτυχίες), η συνταγή είναι γνώριμη και δοκιμασμένη.

Στο ουσιαστικό κομμάτι της βραδιάς, ο Θανάσης Βέγγος, ο μεγάλος αυτός κωμικός - και όχι μόνο – ηθοποιός, στα 82 του πια, εμφανώς καταβεβλημένος, απηύθυνε ένα χαιρετισμό. Ο άνθρωπος που έκανε μαθήματα λαογραφίας χωρίς να γίνει... αντιληπτός, έκανε μια από τις λιγοστές δημόσιες εμφανίσεις του.

ΥΓ. Στο video που προβλήθηκε με χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τη καριέρα του Θ. Βέγγου, η απουσία του πράκτορα Θου Βου ήταν αισθητή. Αμέλεια, άγνοια ή... «κουλτουροσυμφορά»;


PVC-1



Το PVC-1, το ντεμπούτο του Σπύρου Σταθουλόπουλου που προβάλλεται από σήμερα στις αίθουσες, προκάλεσε αίσθηση πέρυσι κατά τη προβολή του στο φεστιβάλ των Καννών (Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών). Επίσης, στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης απέσπασε 4 βραβεία (Αργυρός Αλέξανδρος, Βραβείο Κοινού, Α' Αντρικού ρόλου, FIPRESCI).
Το αξιοσημείωτο με το PVC-1 συνίσταται στο ότι είναι όλο γυρισμένο με μία λήψη 85 λεπτών. Ο Σταθουλόπουλος, γνωρίζοντας τους περιορισμούς που έχει το γύρισμα σε φιλμ 35mm, αποφάσισε να γυρίσει την ταινία σε miniDV. Ο Alexander Sokourof με το “Russian Ark” είχε πράξει κάτι ανάλογο, ωστόσο οι δύο ταινίες είναι αρκετά διαφορετικές ως προς τις προθέσεις τους αλλά και την υλοποίηση τους.
Ο Σταθουλόπουλος χειρίστηκε ο ίδιος τη στέντι-καμ. Σε τέσσερις ημέρες έγιναν τέσσερις διαφορετικές λήψεις καλύπτοντας κάθε φορά απόσταση περίπου έξι χιλιομέτρων στην Κουντιναμάρκα της Κολομβίας. Η τέταρτη λήψη ήταν και αυτή που τελικά επιλέχθηκε.Οι ηθοποιοί - ερασιτέχνες και επαγγελματίες - είχαν θεατρική εκπαίδευση ώστε να καταφέρουν να υποδυθούν τους ρόλους τους μπροστά στην κάμερα χωρίς οδηγίες από τον σκηνοθέτη. Το φιλμ είναι low-budget, κόστισε $500.000.
Η ταινία είναι εμπνευσμένη από μια αληθινή ιστορία που συνέβη το 2000 στην Κολομβία. Μια ομάδα εγκληματιών εισβάλλει στο σπίτι μιας πενταμελούς οικογένειας, τοποθετούν μια βόμβα στο λαιμό της μητέρας (PVC-1 είναι το υλικό με το οποίο έχει κατασκευαστεί το περίβλημα της βόμβας) και ζητούν λύτρα για να μην την ενεργοποιήσουν. Ένας αγώνας δρόμου αρχίζει για την οικογένεια, ώστε η γυναίκα να σώσει τη ζωή της...
Αρχικά παρακολουθούμε την περιπλάνηση της μητέρας, του πατέρα και της μεγάλης κόρης ενώ η δραματουργία κορυφώνεται όταν θα συναντήσουν τον πυροτεχνουργό. Ένας παρατεταμένος (ανατριχιαστικός) ήχος ακούγεται κάθε τόσο από το μηχανισμό της βόμβας. Η μητέρα φωνάζει.. «τα καθάρματα μου έκλεψαν το χρόνο, δεν έχω χρόνο για κανέναν.» Η έννοια του χρόνου διατρέχει όλο το έργο, η ταινία διαδραματίζεται σε “real time”, άλλωστε. Ο σκηνοθέτης σε δηλώσεις του υποστήριξε ότι η αληθινή αυτή ιστορία τον κέντρισε γιατί θίγει δύο προβλήματα που τον απασχολούν: «Το πόσο άτεγκτος είναι ο χρόνος και το πόσο ευαίσθητη είναι η ζωή» […] η συγκεκριμένη ταινία έχει άμεση σχέση με τον χρόνο και τον χρόνο δεν μπορούμε να τον τεμαχίσουμε.»
Το φιλμ του - γεννημένου στη Θεσσαλονίκη και μεγαλωμένου στη Κολομβία -σκηνοθέτη, δεν καταφέρνει να απογειωθεί ποτέ. Προς το τέλος της της ταινίας, παρακολουθούμε τον πυροτεχνουργό να προσπαθεί να αποσυνδέσει τη βόμβα∙ την ίδια στιγμή, αφηγείται μια ιστορία στην γυναίκα, μια ιστορία που μοιάζει με «μαγικό» παραμύθι. Αυτή διψάει∙ ένας στρατιώτης της φέρνει ένα μπουκάλι νερό. Κατόπιν, η γυναίκα σκύβει και του δένει τα λυμένα κορδόνια του. Απευθύνεται σ΄αυτόν, σχεδόν μητρικά, δίνοντας του μια συμβουλή. Η όλη σκηνή (η μόνη στην οποία ο φρενήρης ρυθμός της ταινίας καταλαγιάζει), έχει μια γεύση από το μαγικό ρεαλισμό που διατρέχει τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνική παράδοση. Η ταινία ωστόσο, γρήγορα επανέρχεται στο «γυμνό»-ρεαλιστικό της μοτίβο.
Η απουσία εμβάθυνσης στα ζητήματα που θέτει η ταινία είναι αισθητή, μα ούτως ή άλλως, ο στόχος και η ουσία της είναι διαφορετικός. Ο Σταθουλόπουλος παραδίδει ένα action film μικρού προϋπολογισμού που λειτουργεί ως άσκηση ύφους και δυνατοτήτων, ταυτόχρονα. «Με τους κυνηγούς ταλέντων να αναζητούν τον επόμενο Alejandro Inarritu (“Babel”, “21 Grams”) σκηνοθέτες που επιδεικνύουν μια μοναδική σκηνοθετική γραφή όπως ο Σταθουλόπουλος, υπήρξαν από τους πιο περιζήτητους ανθρώπους στο φετινό (2007) φεστιβάλ των Καννών» σύμφωνα με το The Hollywood Reporter. Πράγματι, ο Σταθουλόπουλος ετοιμάζει αυτή τη περίοδο την επόμενη ταινία του στα studios της Warner στο Χόλιγουντ...
Εδώ


Τάκις vs Δήμος Αθηναίων: μια ρεαλιστική, (μη) «ηθική», διάσταση του προβλήματος.




Απομακρύνθηκαν πρόσφατα από την Διονυσίου Αεροπαγίτου, τα «Σινιάλα» του Τάκι. Εκεί τοποθετήθηκαν το 2004, στα πλαίσια της εκδήλωσης Athens By Art, λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Τα αιολικά έργα του καταξιωμένου παγκοσμίως καλλιτέχνη, αρχικά παραχωρήθηκαν δωρεάν για το σύντομο χρονικό διάστημα που θα διαρκούσαν οι Αγώνες.
Σε μια περίοδο που οι υπεύθυνοι προσπαθούσαν να συμμαζέψουν την εικόνα της πόλης, η δήμαρχος της Αθήνας Ντόρα Μπακογιάννη, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του Τάκι, ζήτησε από τον ίδιο κάποια έργα του. Ύστερα από τη λήξη των Αγώνων, του πρότεινε να παραμείνουν τα «Σινιάλα» σε δημόσια θέα. Η συμφωνία επιτεύχθηκε στις 80.000 ευρώ, όσα χρειαζόταν ο καλλιτέχνης για να καλύψει τα έξοδα του Κέντρου Επιστημών και Τεχνών (ΚΕΤΕ) που διευθύνει.
Τέσσερα χρόνια μετά, ο Δήμος – με νέο δήμαρχο πλέον - του ζήτησε να απομακρύνει το έργο του. Τα λεφτά της (μάλλον ομιχλώδους σύμφωνα με το Δ. Ρηγόπουλο της Καθημερινής) συμφωνίας, δε του δόθηκαν ποτέ. «Το θέμα είναι ηθικό κυρίως», δήλωσε ο Τάκις.
Είναι σαφές ότι το δίκιο είναι με το μέρος του. Εγείρονται όμως ερωτήματα τα οποία χρήζουν περαιτέρω επεξεργασίας. Δε θέλει πολύ φαντασία για να αντιληφθεί κάποιος τρίτος (πόσο μάλλον οι εμπλεκόμενοι) ότι το καθεστώς με το οποίο έγινε εξαρχής η συναλλαγή ήταν η προχειρότητα, σύμφωνη με τις συνήθεις πρακτικές των υπεύθυνων-ανεύθυνων του κρατικού μηχανισμού. Ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων, κρίθηκε αναγκαία μια δόση από Τάκι∙ Έλληνας με παγκόσμια απήχηση του οποίου το έργο εκτίθεται δημοσίως στο Παρίσι εδώ και χρόνια, κρίθηκε κατάλληλος για να τονώσει το κοσμοπολίτικο χαρακτήρα μιας πρωτεύουσας β΄(ευρωπαϊκής) κατηγορίας.
Η επιλεκτική κρίση αφέλειας ανθρώπων με πενήντα χρόνια καριέρας (έννοιες ολότελα ξένες η μία προς την άλλη) είναι κάτι αξιοπερίεργο. Συνήθως κάνει την εμφάνιση της στις «δύσκολες» στιγμές. Ο Τάκις ανακάλυψε στα 83 του πώς το αλισβερίσι με τους κρατικούς φορείς στα γνωστά πλαίσια της έλλειψης μακρόπνοης προοπτικής και σχεδιασμού, εκτός από τα προφανή οφέλη (σε γενικότερο επίπεδο σημαίνει εύκολα χρήματα και/ή αδιαφανείς διαδικασίες), έχει και αναποδιές.
«Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε βάλει κατ' αρχάς τη Μερκούρη, η μόνη που με στήριξε για το ίδρυμά μου. Ο Βενιζέλος πάλι, πολύ μορφωμένος άνθρωπος. Δεν έβαλαν γιατρουδάκια και καθηγητές και δεν ξέρω τι. Η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη, σημερινή υπουργός Εξωτερικών, είχε σύμβουλο τον Κώστα Βαρώτσο στα καλλιτεχνικά, που γνώριζε το αντικείμενο. Σήμερα ο δήμος έχει την κ. Δασκαλάκη, η οποία είναι ανίδεη όσον αφορά στην τέχνη». Οι καυστικές δηλώσεις-προτιμήσεις του Τάκι σε βάζουν σε δεύτερες σκέψεις. Το όλο θέμα ανάγεται στις αποφάσεις των εκάστοτε υπευθύνων με τους οποίους συνδυαλέγεσαι. Δεν τίθεται θέμα ηθικής, λοιπόν∙ τίθεται θέμα προσωπικών συμφωνιών – σχέσεων – προτιμήσεων.
Το.. «με μισούν στον τόπο μου...» λοιπόν, ακούγεται παράταιρο, άστοχο, και λαϊκίστικο. Η δήλωση αυτή εκτός του ότι είναι τετριμμένη, είναι επίσης υπερφίαλη και περιέχει μια (ενοχλητική) δόση «ελληνικότητας». Είναι αλήθεια βέβαια, ότι όσοι δρουν και δημιουργούν με επιτυχία στο εξωτερικό πολλές φορές αντιμετωπίζονται εχθρικά από συνάδελφους και παράγοντες κάθε είδους που βρίσκονται εντός των συνόρων (η αποθέωση της «μικρότητας», με άλλα λόγια).
Είναι επίσης αλήθεια όμως, ότι η μεμψιμοιρία του Τάκι ηχεί σαν μια ματαιόδοξη επίδειξη ανωτερότητας∙ είναι και αυτή η «καταραμένη» φράση περί του... «τόπου του» που δεν σου αφήνει και πολλά περιθώρια...





Εξάγοντας την δυσφορία: συγκέντρωση διαμαρτυρίας στη Χάγη, 09/12/2008.

















Οι φωτογραφίες προέρχονται από την συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Χάγη της Ολλανδίας στις 9 Δεκέμβρη. Περίπου 200 άτομα, στην πλειοψηφία τους Έλληνες φοιτητές αλλά και Ολλανδοί της ακρο-αριστερής πτέρυγας, συμμετείχαν στη πορεία προς την Ελληνική πρεσβεία. Ειδικές δυνάμεις της Ολλανδικής αστυνομίας απέκλεισαν το δρόμο που βρίσκεται η πρεσβεία απαγορεύοντας στους διαδηλωτές να προσεγγίσουν το σημείο.

 Ύστερα από την διαμαρτυρία, βαδίζοντας προς τον σταθμό των τραίνων μετά συνοδείας περιπολικών και ισχυρής αστυνομικής παρουσίας, ειδικές δυνάμεις έκαναν δύο φορές «εντυπωσιακή» εμφάνιση βγαίνοντας από στενά και τρέχοντας προς το μέρος των διαδηλωτών με προτεταμένες τις ασπίδες τους, σε θέση μάχης, διατηρώντας βέβαια μια απόσταση ασφαλείας. Η Χάγη, έδρα πολλών θεσμών των Ηνωμένων Εθνών, δεν ήταν διατεθειμένη να ανεκτεί ταραχές (όχι πως και η υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να συμβούν).




Η διαμαρτυρία στην Χάγη ήρθε να προστεθεί στις (ειρηνικές) καταλήψεις των πρεσβειών σε Λονδίνο και Βερολίνο καθώς και τη σειρά κινητοποιήσεων σε πολλές γωνιές της Ευρώπης και του κόσμου (Παρίσι, Βρυξέλλες, Εδιμβούργο, Δουβλίνο, Ρώμη, Κοπεγχάγη, Μόσχα, Νέα Υόρκη, Μελβούρνη, Μαδρίτη και σε πολλές πόλεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, μεταξύ άλλων).



Φωνή διαμαρτυρίας κατά της διαφθοράς στο αστυνομικό σώμα, κατά της διαινιζόμενης ατιμωρησίας, αλλά και όχι μόνο. Το κύμα δυσαρέσκειας-διαμαρτυρίας που ρέει στη χώρα σχετίζεται με μια γενικότερη νεολαϊίστικη απογοήτευση.

Στον τομέα της εκπαίδευσης, η χώρα μας βρίσκεται στον πάτο. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Έλληνας φοιτητής δεν συναντώνται σε καμία χώρα της προηγμένης Ευρώπης. Η... (α)πιθανότητα εύρεσης εργασίας ενός απόφοιτου Ελληνικού πανεπιστημίου προκαλεί τουλάχιστον ανασφάλεια που συχνά μετατρέπεται σε απογοήτευση∙ η έκρηξη οργής των τελευταίων ημερών ήταν θέμα χρόνου.

Πρόσφατα στο Άμστερνταμ φοιτητές πραγματοποίησαν συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Κεντρικό αίτημα ήταν η απόσυρση του σχεδίου για μια κάποια αύξηση των λιγοστών διδάκτρων που υποχρεώνονται να πληρώνουν οι Ολλανδοί φοιτητές. Επιπροσθέτως, ζήτησαν τη χρήση “environmental friendly” υλικών, organic food στις καντίνες και άλλα σχετικά...




Η δευτερεύουσα σημασία των αιτημάτων τους υποδηλώνει το προφανές: κάποια «βασικά» προβλήματα έχουν ήδη λυθεί. Δεν είναι πρόθεση του γραφόντος να εξιδανικεύσει την Ολλανδική πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πουθενά η “Neverland” που κάποιοι φαντασιώνονται.


Είδος προς εξαφάνιση στα μέρη μας (στην γερασμένη ελληνική κοινωνία), με μεγάλα ποσοστά ανεργίας (η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό όχι μόνο στην ευρωζώνη αλλά και στην Ευρώπη των "27" στην ανεργία νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών), ο «νέος» είναι το κεντρικό πρόσωπο της κρίσης των ημερών.
Ούτε οι κουκουλοφόροι, ούτε οι καταστροφές∙ ούτε ο δολοφόνος, ούτε ο Καραμανλής∙ ούτε η Ασφάλεια, ούτε το άσυλο∙ ούτε τα κατεστραμμένα μαγαζιά, ούτε οι έκτακτες εκπομπές των Μ.Μ.Ε..

Ο Μόνος πρωταγωνιστής των ημερών είναι ο νέος που βρίσκεται στους δρόμους και οφείλει να απαιτήσει ριζοσπαστικές αλλαγές, ανατροπές, εκτροπές κάθε είδους και με κάθε τρόπο...