1.1.26

Sexάρχεια

 

 


Οι έλληνες πρόσφυγες σταδιακά ενσωματώθηκαν στην κοινωνία, οι σκηνές απομακρύνθηκαν από το πάρκο όπου, το 1938, θεμελιώθηκε το γυμναστήριο του Πανελλήνιου Συλλόγου, στην Κατοχή ήταν απροσπέλαστο, μεταπολεμικά εισήλθε στην εποχή του άρτου και θεάματος,

οι Αθηναίοι ξεδιψούσαν στο θερινό αναψυκτήριο Άλσος, ψυχαγωγούνταν στο Λαϊκό Θέατρο, και ένα ακόμη υπαίθριο, ξενυχτούσαν στο κοσμικό κέντρο Green Park με επιθεώρηση, εγκαινιάστηκε στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1950,

στα 1970ς, οι νεολαίοι παίζουν μπάλα στην πλατεία, τα ζευγάρια προχωράνε βιαστικά, στρίβουν από την γωνία, ραντεβουδάκι στα κρυφά, τα πλέον τολμηρά ανταλλάσσουνε υγρά, όσο για τα νεότερα παιδιά, έχουν πάντοτε το νου στα παγωτά,

το 1985, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιχειρώντας να αναστρέψει τον εμπορικό χαρακτήρα του πάρκου κλείνει τα θέατρα, η λειτουργία του Green Park περιορίζεται, τις νύχτες γίνεται ψωνιστήρι (αναζήτηση gay εφήμερου ερωτικού συντρόφου σε δημόσιους χώρους), το cruising κατέληγε σε ξενοδοχείο ή σεξ πίσω από τις φυλλωσιές, η πλειοψηφία των επαφών ήταν αποκλειστικά ερωτικού χαρακτήρα και δεν συμπεριελάμβαναν οικονομική δραστηριότητα, όπως ήταν ο κανόνας στα μεγάλα πάρκα της Ευρώπης, έπειτα έφθασε το AIDS,

στα 1990s οργανώνονται εκθέσεις βιβλίου και ανθοκομικής, στα 2000s εορταστικά παζάρια με φθηνά καταναλωτικά προϊόντα made in China, βράδια το πάρκο παρέμενε κλειστό, προηγουμένως, άποροι οικονομικοί μετανάστες (από τις χώρες του πρώην Σιδηρού Παραπετάσματος) παρείχαν σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής,

την ίδια περίοδο, η Κ.Δ.Ο.Α. (Καμμένα Δίκτυα Όμορφη Άγνοια), μια ομάδα ακτιβιστών από τα Εξάρχεια αφιερωμένη στην κοινωνική αλληλεγγύη των γιορτών της αυτονομίας στον δημόσιο χώρο, ξεκίνησε να διοργανώνει το μουσικό φεστιβάλ Ανεξάρτητη Ανταρσία, διεξαγόταν κάθε χρόνο τον Ιούνιο, έληγε ανά διετία με εκατέρωθεν ρίψεις μολότωφ και χημικών μεταξύ νεολαίων και των Μονάδων Αποκατάστασης Τάξης, την Δύναμη Ελέγχου Ταχείας Αντίδρασης των ομάδων δίκυκλης αστυνόμευσης, παρευρέθηκα στο φεστιβάλ το 2005, για την φάση, η Μάρα είχε πάει για το το desert rock των Alpha Waves, χτύπησε έναν γκόμενο (έκαναν ευκαιριακό σεξ στις 03:30 ανάμεσα σε μια ακακία και έναν λιγούστρο θάμνο), χτύπησα το πόδι μία ώρα αργότερα στην προσπάθεια να ξεφύγω από τα δακρυγόνα που μετέφερε ο ζεστός αέρας, κατά την διάρκεια των επεισοδίων κάηκε η πρόσοψη μιας τράπεζας, μια Mercedes ιδιοκτησίας του γειτονικού Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, ένα Citroen DS του 1970, μια Alfa Romeo, το περιεχόμενο τριών κάδων αποριμμάτων,

πληγωμένο, κορεσμένο, ταλαιπωρημένο, το πάρκο έπαψε να υποδέχεται επισκέπτες για πρώτη φορά έπειτα από την δεκαετία του 1940, η ανάπλαση του (2007-2011) κόστισε 9.663.990 ευρώ, χρηματοδοτήθηκε από το τρίτο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και εθνικούς πόρους, φυτεύτηκαν 1.200 δέντρα, ανθόφυτα και θάμνοι, 2.500 τριανταφυλλιές, προστέθηκαν εννέα στρέμματα χλοοτάπητα, χωμάτινες διαδρομές αντικατέστησαν τις ασφάλτινες, εγκαταστάθηκαν 8.800 τετραγωνικά μέτρα μαρμάρου σε μεγάλες τετράγωνες πλάκες, αναβαθμίστηκαν οι υποδομές, έως ότου δηλαδή ο εργολάβος κήρυξε πτώχευση, το έργο έμεινε ανεκτέλεστο κατά το 1/3, τα συντριβάνια έπαψαν να μας δροσίζουν, πολλά φυτά μαράθηκαν λόγω της έλλειψης προγραμματισμού για την συντήρηση τους,

η επισκεψιμότητα του πάρκου, ούτως ή άλλως, έβαινε σταθερά μειούμενη κατά τις πρώτες δύο δεκαετίες του 21ου αιώνα, πόσο μάλλον την ολιγόμηνη περίοδο που φιλοξενούσε τις υφασμάτινες σκηνές εκατοντάδων Σύριων και Αφγανών, όπως το 1922, το πάρκο είχε γίνει προσωρινός καταυλισμός προσφύγων (και άστεγων τοξικοεξαρτημένων), υπήρξε τόπος αναψυχής, ήταν πλέον αποφυγής, όπως επίσης μία εκ των τεσσάρων οδών που περικλείουν το Πεδίον του Άρεως,

απέναντι από την διατηρητέα Πολυκατοικία Σπαθάρη (1924), με τον συνδυασμό από στοιχεία του εκλεκτικισμού και της art deco, και τo Βανκούβερ Απαρτμάν (1930), το τριώροφο γωνιακό κτίριο με αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία που τονίζονται από τα μπαλκόνια με τα κάγκελα νεοκλασικού σχεδίου και ανάγλυφα φουρούσια που πέρασαν στην δικαιοδοσία του κράτους και ακολούθως εγκαταλειφθεί, το κτίριο με τα πορτοπαράθυρα χτισμένα με γκρίζους τσιμεντόλιθους το χρησιμοποιούσαν πλέον νεκροζώντανοι περιθωριακοί,

στο ευρύχωρο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο της Μαυρομματαίων, (αργά) την νύχτα ψώνιζαν (φθηνά) ναρκωτικά οι Αθηναίοι,

I said, "man give me what I need,"

he said, "there's death and misery,"

"my sweet oblivion," είχα βρεθεί εκεί, ώστε να μην σκέφτομαι άρα υπάρχω άρα ανησυχώ, τυχαίνει να συμπίπτουν κάποια χρονική στιγμή, στην Ελλάδα της κρίσης, έκλειναν όλων των ειδών οι μικρές επιχειρήσεις, άνοιγαν κουρεία, φαρμακεία, όπου, σύμφωνα με το νόμο, έναντι χρηματικής αμοιβής, παρέχεται η ασφαλής επιλογή στην άσκηση του πανανθρώπινου δικαιώματος στην λήθη:

"Lethe, the river of oblivion rolls her watery labyrinth whereof who drinks, forthwith his former state and being forgets, forgets both joy and grief, pleasure and pain,"[1]

βουτιά σε κρύα ποταμίσια νερά, δεν το γνωρίζεις προκαταβολικά, αν οδηγούν στην πύλη προς τον Κάτω Κόσμο, του μύθου των αρχαίων Ελλήνων, ή αν εκβάλλουν στην κάθαρση του Dante Alighieri, θα έφθανε κάποτε για το εγκαταλελειμμένο Green Park,

εκείνη την βραδιά, στην είσοδο του, κάθονταν σε πλαστική λευκή καρέκλα ένας Αφγανός, τα μικρά, βαθουλωτά, λοξά, κατάμαυρα μάτια ανήκαν στις στέπες της Κεντρικής Ασίας, δεν έμοιαζε Παστούν, ίσως Ουζμπέκος, δεν θύμιζε σιίτη μουσουλμάνο Χαζάρα, μάλλον Τατζίκος, το ένα δέκατο του πληθυσμού, η μειονότητα διώκονταν, όπως όλες, από τους Ταλιμπάν, το βιολογικό του τέλος δεν έδειχνε πολύ μακριά, εξέπεμπε θάνατο, επικείμενο ή μη, είχε βασανίσει και βασανιστεί, κόντεψε να σκοτωθεί, για το υπόλοιπο της ζωής του θα έδειχνε πως του έχει απομείνει λιγοστή πνοή, κι ας μην είχε κλείσει τα σαράντα, το δέρμα του προσώπου του είχε κίτρινη χροιά, ικτερική, η περίκκριση χολερυθρίνης από το συκώτι του υποδήλωνε κίρρωση, ηπατίτιδα, ή ακόμα και καρκίνο, πάντως αδιάγνωστα, αντάξιες του William Dafoe σε ρόλο villain οι αυλακιές, παρομοίως πλατύ το κούτελο, όταν χαμογέλασε δεν έφερε στο νου την εικόνα του Αμερικάνου ηθοποιού, ήταν πέρα για πέρα creepy, δεν έδειχνε καθόλου να κρυώνει, φορούσε μάλλινο καρό πουκάμισο, χωρίς μπουφάν, και τζην παντελόνι, τα πόδια του μετά βίας έφθαναν στο έδαφος όπου,

μισό αιώνα προηγουμένως, στα 1960s, ο κήπος ήταν στρωμένος με χαλίκι, όνειρα, και φιλοδοξίες, στο στρογγυλό κτίριο με τα παράθυρα με θέα στο πάρκο και το μέλλον, η αστική τάξη της Αθήνας διασκέδαζε με variété, έλληνες και ξένους τραγουδιστές, κορίτσια ρώσικων μπαλέτων, τα αστεία, τις κρυάδες του conférancier, νάνους που χόρευαν με foxtrot και mambo ανάμεσα στα τραπέζια,

στα 2010s είχα παρευρεθεί σε diy συναυλίες, τις διοργάνωναν καταληψίες καλλιτέχνες εντός, εκτός, και επί τα αυτά, των ερειπίων του μαγαζιού,

τέλος, στα 2020s, το Green Park ανακαινίστηκε, έγινε all day προορισμός για γαστρονομικές απολαύσεις,

δεκαπέντε λεπτά απόσταση με τα πόδια από το διαμέρισμα της Μάρας, θα το επισκεπτόμουν είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα για το αποτυχημένο τρίτο ραντεβού, όπου θα ένοιωθα πανευτυχής έπειτα από τρεις εβδομάδες.





[1] Paradise Lost, Book II, Lines 582-586, John Milton.


31.12.25

Sexάρχεια

 


V

Ο δρόμος είχε την δική του μοχθηρία, στην είσοδο του πιο μεγάλου πάρκου του δήμου της Αθήνας, για λίγα χρόνια του βίου της πρωτεύουσας τουλάχιστον, όταν το Πεδίον του Άρεως έγινε καταφύγιο απόκληρων (άστεγοι και τζάνκις), πάντοτε συγχρονίζονταν με τους ρυθμούς των αλλαγών, των αναγκών, των καταστροφών, και των γλεντιών της πόλης,

αρχικά, επί βασιλείας του Όθωνα (1832-1862), φιλοξένησε το ιππικό, οφείλει το όνομα του στο ρωμαϊκό Campus Martius, το Βασίλειο της Ελλάδας απέκτησε Σύνταγμα το 1844, λίγα χρόνια αργότερα, στις 10 και 11 Μαΐου του 1859, έλαβαν χώρα βίαια επεισόδια όταν η Αστυνομία επενέβη κατά των μαθητών και φοιτητών που διαμαρτύρονταν με αίτημα την υποστήριξη των ντόπιων προϊόντων, φορούσαν ψάθινα Σιφνέϊκα καπέλα, αντί για τις μοδάτες εισαγόμενες Ευρωπαϊκές καπελαδούρες, το 1861 κατασκευάστηκε το Ιπποδρόμιο της Φρουράς των Αθηνών, το 1870 εκτελέστηκαν με την λαιμητόμο δέκα επτά θανατοποινίτες, το Σχολείο Ιππευτικής ιδρύθηκε το 1884, τον Ιούνιο του 1887 ο Μ. Αρτόζης έχασε το κεφάλι του από την γκιλοτίνα για την δολοφονία του ανηψιού του, τον Ιούλιο εγκρίθηκε η ρύθμιση του χώρου ως υπαίθριου τόπου αναψυχής, δεν θα περιελάμβανε πλέον δημόσιες εκτελέσεις εγκληματιών προς παραδειγματισμό (και τέρψιν) του λαού, αλλά βόλτες, περιπάτους, εορταστικές εκδηλώσεις μετά μουσικής, το 1900, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ernst Ziller οικοδομήθηκε η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, φιλοξένησε την Γεωγραφική Υπηρεσία του Στρατού, κύριος σκοπός της ήταν η δημιουργία κτηματολογίου, καθώς άλλωστε, λίγες ημέρες έπειτα από την αποπομπή του Όθωνα είχε καταστραφεί των Βαυαρών, ο καιρός πέρασε, δίχως να κοιτάζει την δική μας την αμηχανία, 163 χρόνια για την ακρίβεια, μέχρι την ανεπίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα της πρώην καγκελάριου της Γερμανίας Angela Dorothea Merkel (2005-2021), η οποία,

υπενθύμισε στους Έλληνες πως το κτηματολόγιο παραμένει project ημιτελές, work in progress, κατά την διάρκεια μιας δημόσιας ομιλίας της στο Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Ξιάρχος, της οικογένειας των δισεκατομμυριούχων εφοπλιστών, μια διοργάνωση της Καλημερινής, εφημερίδα με αναγνωστικό κοινό μεσαία-ανώτερα και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ακροατήριο δηλαδή, που απαρτίζονταν από τους απευθείας, ή έμμεσους, απογόνους των γαιοκτήμονων, των τσιφλικάδων, που έριξαν στην πυρά το Βαυαρικό κτηματολόγιο το 1862, «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», κατά συνέπεια, η αντικειμενική παρατήρηση της Καγκελαρίου δεν ήγειρε αντιδράσεις, σε αντίθεση με την θετική αποτίμηση υποκειμενικής φύσης για τον πρώην Πρωθυπουργό της αριστεράς Αλέξη Τσίπρα (2015-2019), ανέφερε πως «ήταν ειλικρινής, δεν προσπάθησε να παραπλανήσει», η δήλωση που προκάλεσε δύσπνοια, δυσθυμία, καρδιακή αρρυθμία ανάμεσα στους παρευρισκομένους, την λιποθυμία της αρχισυντάκτριας μεγάλου ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού Ευρωσύνης Παγωνιάδου, απηχώντας το τοξικό πολωτικό πολιτικό κλίμα των ημερών, τον είχε χαρακτηρίσει απατεώνα, το υπόλοιπο της βραδιάς κύλησε χωρίς απρόοπτα,

η Καγκελάριος δεν δέχτηκε κατάρες εκείνη την βραδιά, την καταριόνταν το 2012, όσοι θα ψήφιζαν αργότερα τον Τσίπρα, τον οποίο ουκ ολίγοι καταράστηκαν το 2016 που δεν ήταν φυσικά η μόνη χρονιά στην ιστορία της πολιτικής ζωής του τόπου όπου έπεφταν κατάρες σωρηδόν, ακριβώς έναν αιώνα προηγουμένως,

στις 12 Δεκεμβρίου 1916, διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το Πεδίον του Άρεως για να αναθεματίσουν τον σατανά Ελευθέριο Βενιζέλο, κάθε διαδηλωτής έριχνε από μία πέτρα σε μια στοίβα και επαναλάμβανε την κατάρα του αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεόκλητου στο σημείο του κήπου (μείξη γαλλικού jardin και αγγλικού garden), όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα της Προμάχου Αθηνάς, η τελετή του αναθέματος αποτελούσε συμβολικό μέρος των εχθροπραξιών του ελληνικού Εθνικού Διχασμού (1915–1922), την διένεξη δηλαδή μεταξύ του πρωθυπουργού της Ελλάδας και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄, σχετικά με την είσοδο, ή μη, της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κατάρες έπιασαν, ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920, τα λάθη των πολιτικών του αντιπάλων συνέβαλλαν να οδηγηθεί η χώρα στην Μικρασιατική Καταστροφή,

δύο χρόνια αργότερα, χιλιάδες έλληνες της Μικράς Ασίας, πρόσφυγες πλέον, φιλοξενούνταν σε δυσμενείς συνθήκες σε σκηνές στο Πεδίον του Άρεως.





27.12.25

Sexάρχεια


IV

Άγρυπνος στα Εξάρχεια (140 λεπτά σε δόσεις), το βράδυ της Παρασκευής που προηγήθηκε του άκαρπου τρίτου ραντεβού, στην τηλεόραση του Star Channel έπαιζε το Sleepless in Seattle (1993),

σκόνταφτα συχνά, στο zapping προ 25ετίας, στην αισθηματική ταινία της Nora Ephron, την πρόβαλλε τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο το ίδιο ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι, έκλεισα τον ήχο, άφησα την τηλεόραση ανοιχτή, έβαλα You Tube στον υπολογιστή, μελαγχολικός αλγόριθμος, με spamαρε Nirvana, MTV Unplugged in New York, βιντεοσκοπήθηκε το 1993, κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα, χρονιά του θανάτου του Kurt Cobain,

η εικόνα, το πρόσωπο της Meg Ryan στις 41” ίντσες της SONY, έφερε στο νου το προεφηβικό fling για την ξανθιά Αμερικάνα ηθοποιό στις 21” ίντσες μιας Grundig ,

ο ήχος, με ταξίδεψε σ’ ένα φθινοπωρινό απόγευμα της μετεφηβικής ηλικίας, στο 2002, στην παρθενική επίσκεψη στο Starbucks, με έτος ίδρυσης το 1971, στο Seattle, και logo μια γοργόνα σε προκλητική πόζα με γυμνά στήθη, καλύφθηκαν καθώς το brand γιγαντωνόταν (32.000 καταστήματα σε 80 χώρες), η μεγαλύτερη αλυσίδα καφέ στον κόσμο είχε πρόσφατα επεκταθεί στην ελληνική αγορά, το πρώτο κατάστημα στην Ελλάδα, στο τουριστικό Μοναστηράκι της Αθήνας, διέθετε ισόγειο, ημιώροφο, και εξωτερικό καθιστικό χώρο στον πεζόδρομο, στα 264 τετραγωνικά μέτρα του επικρατούσε πρωτόγνωρη ησυχία για τα στάνταρντς μιας τυπικής ελληνικής καφετέριας, ακόμα πιο περίεργο, στα όρια του σουρεάλ, ήταν το απαράβατο, και απαραβίαστο, No Smoking, η χρήση φυσικών υλικών (ξύλο και μάρμαρο) ανέδιδε μια lounge ατμόσφαιρα, έμοιαζε με διασταύρωση σαλονιού και λέσχης όπου κυριαρχούσε η μυρωδιά του καφέ, σαν καφεκοπτείο, παρέες φοιτητών δούλευαν ομαδικά τις εργασίες τους, ψιθυρίζοντας, ενήλικες κατά μόνας σκάλιζαν τις τσάντες τους, μελετούσαν έγγραφα, ευθυγράμμιζαν χαρτιά, επέλεξα τον ημιώροφο, δίπλα από μια σκαλιστή σε μάρμαρο γοργόνα σε φυσικό μέγεθος, αναπαύθηκα στην αγκαλιά μιας μαύρης δερμάτινης πολυθρόνας παρέα με ένα (δανεικό) βιβλίο,

δύο σελίδες αργότερα, στην βιογραφία των Nirvana, ο Cobain αντιμετώπιζε τον χρόνιο στομαχόπονο με την ηρωίνη, οι διαμαρτυρίες της δικής μου κοιλιάς δεν είχαν έντονο, ή μόνιμο, χαρακτήρα, ήταν απλά το soundtrack της ημέρας (5 ώρες ξύπνιος, 4 τσιγάρα, 3 σκέτοι καφέδες, 1 βόλτα, 0 φαγώσιμα), είχα όμως αναστατωθεί, τα μάλα, σφηνώθηκε στο μυαλό μου η ιδέα πως το ροκ είδωλο πιθανόν να υπέφερε από μια σπάνια, ανίατη ασθένεια, προκαλούσε ανεπιθύμητες βαριές παρενέργειες στην κοιλιακή χώρα, η σύντομη ζωή του είχε σημαδευτεί από μια αρρώστεια, εξίσου ασυνήθιστη με το μουσικό ταλέντο του front man του αγαπημένου rock συγκροτήματος της grunge σκηνής του Seattle, η τραγωδία ήταν δίχως διαφυγή, είχα ταραχτεί, πόσο μάλλον που δεν έμοιαζε ασφαλές να αποκλείσουμε την πιθανότητα ο ιός να επέδραμε κάποια στιγμή στα στομάχια των ευαίσθητων ψυχών των εκατομμύριων νεαρών φαν της εναλλακτικής ροκ ανά τον πλανήτη, όλων εμάς, ούτως ή άλλως, την είχαμε βάψει, έτσι πιστεύαμε, στον άδικο, σκληρό, γαμημένο καπιταλιστικό κόσμο που είχαν οικοδομήσει οι γονείς μας, δεν μου πέρασε από το μυαλό, στην πολυθρόνα παρέα με την γοργόνα, όταν άναψα το Winston στο πεζοδρόμιο μπροστά από τα Starbucks, στο βαγόνι του Μετρό στον δρόμο της επιστροφής, ούτε τα χρόνια που ακολούθησαν, πως ο Cobain δεν τα κατάφερε να αποδεχθεί το μέλλον του ως διάσημος rock star, “thats my future, either Ive accepted it, or gone beyond insane[1], όπως το έθεσε λίγους μήνες πριν τον θάνατο του, όσο για το απόλυτο σύμβολο της monoculture των Nineties,

την σύντομη περίοδο που ακολούθησε την νικηφόρα για τον δημοκρατικό κόσμο λήξη του Ψυχρού Πολέμου, από τις Επαναστάσεις του 1989 μέχρι τις Επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, μάλλον πως αλάλιασε λιγάκι ο Michael Jackson,

η Madonna χρειάστηκε να αλλάξει πρόσωπο, στην κυριολεξία (η Courtney Love επίσης, σύζυγος του Kurt Cobain), οι περισσότεροι ηθοποιοί των Friends, Beverly Hills 90210, και Baywatch, συνδέθηκαν οριστικά στην μνήμη του φιλοθεάμονος κοινού με τους συγκεκριμένους ρόλους, ο Macaulay Culkin (Home Alone) δεν συνέχισε, ο Edward Furlong (Terminator) δεν άντεξε, ο Michael Jordan πέταξε, τέλος, το MTV, μέσω 24ωρου τηλεοπτικού προγράμματος, ήταν τόσο influential στην μουσική, την ποπ κουλτούρα, όσο είναι αδύνατον πλέον να συμβεί λόγω world wide web,

I'm so tired I can't sleep, sit and drink pennyroyal tea, distill the life that's inside of me, sit and drink pennyroyal tea" τραγουδούσε ειρωνικά ο Cobain στα μισά του Unplugged, δεν αρκούσε για τον πόνο στο στομάχι, όσο για το φλισκούνι, το ιαματικό βότανο της Σάμου παρέμεινε στο βαζάκι στο ντουλάπι της κουζίνας, δεν συνέβαλλε καθόλου στην νιρβάνα της νύχτας, η οποία,

είχε την σφραγίδα της επιστήμης της φαρμακολογίας περισσότερο, έναντι της φαρμακευτικής, η πρώτη επεκτείνει το ενδιαφέρον της στα δηλητήρια και τις πειραματικές ουσίες, στις οποίες μάλλον πως εμπίμπτει το -άγνωστης προέλευσης, αμφίβολης ποιότητας- special K, που προμηθεύτηκα από έναν Αφγανό στην οδό Μαυρομματαίων στην αφετηρία εκείνης της μακράς βραδιάς...

26.12.25

Sexάρχεια

 





IIΙ

Περπατώντας και μοιρολογώντας, για το χάλι της πλατείας, δεν άργησε, με διέκοψε χαμογελώντας: «από τις φωτογραφίες σου κατάλαβα πως είσαι φλώρος!», αιφνιδιάστηκα διπλά, εκείνη την βραδιά,

αρχικά, έστειλε μήνυμα στις 23:30, ζήτησε να συναντηθούμε σε μία ώρα, έβγαλα μια Fischer από το ψυγείο, όταν βρεθήκαμε, πρότεινε να πάμε απευθείας στο διαμέρισμα της, αμφιταλαντευόμουν ακόμα αν θα παράγγελνα Metaxa ή βότκα τόνικ οπουδήποτε επιλέγαμε να πάμε για ποτό εκεί κοντά, ήπια μιάμιση μπύρα στον καναπέ της, αφού πρώτα με σύστησε στην γάτα που μας περίμενε στην πόρτα, βαπτίστηκε με απώτερο σκοπό την εκπλήρωση μιας λαϊκής παροιμίας: «η Μάρα και η Σάρα»,

γέλασα, χαλάρωσα, ακολούθως ξεκινήσαμε να συζητάμε, αναφέρθηκε, επανέρχονταν συχνά, σε θέματα οικονομικής ανασφάλειας και δυσπραγίας, αφηγήθηκε δυσάρεστες ιστορίες με πρώην γκόμενους, μικροεπεισόδια ενδοοικογενειακής βίας, δράματα του παρελθόντος, άγχη σε χρόνο ενεστώτα, ανησυχία για το αβέβαιο μέλλον πότισαν σεξοκτόνο δηλητήριο την ακριβής τοποθεσία, όπου έναν μήνα αργότερα θα κάναμε σεξ καθιστό, παθιασμένο, όσο και χαοτικό, έφερε το χάπι της επόμενης ημέρας,

«πρέπει να γνωρίζεις τα πάντα για εμένα» ανέφερε χαϊδεύοντας ταυτόχρονα την πλάτη μου, μάλλον παρηγορητικά, ήδη, βέβαια, από το chatting στο OkCupid, σταδιακά πιο άμεσο και ειλικρινές, το βαρύ συναισθηματικό φορτίο της υποψήφιας ερωτικής παρτενέρ ήταν προφανές, γενικά μιλώντας, είμασταν απροπόνητοι, ελάχιστα εξοικοιωμένοι, με το know how της εποχής, διεθνώς και εγχώρια, σύμφωνα με το οποίο δύο εν δυνάμει εραστές ενσαρκώνουν ρόλους comédie, πρόκειται για ένα ελαφρύ θεατρικό, κινηματογραφικό, ή τηλεοπτικό είδος, με εύθυμα στοιχεία και λιγοστά alcohol free δραματικά, έτσι ώστε να κυλήσει χωρίς εκπλήξεις η βραδιά, να επιβιβαστούν σε ταξί, να αποβιβαστούν σε όποιο διαμέρισμα βολεύει, να κάνουν σεξ εθιμοτυπικά, λυτρωτικά, ψυχαγωγικά, ή διαδικαστικά,

θα ήταν αναληθές ωστόσο, αν ισχυριζόμουν πως δεν σκιάχτηκα όταν στα προεόρτια -αναμενόμενων- ερωτοτροπιών, στις τρεις τα ξημερώματα, η Μάρα διηγιόταν βάσανα λεπτομερώς, συμφορές προ δεκαπενταετίας, όπως δεν είναι ανακριβές πως, πράγματι, στην Ελλάδα, τότε, το παράπονο μας έφερνε κοντά, η κοινή μας απαισιοδοξία έστεκε ως φάρος συνεννόησης, η μίρλα λειτουργούσε ως μαγνητική πυξίδα, όργανο πλοήγησης με βελόνα που ευθυγραμμίζονταν με το μαγνητικό πεδίο της γκρίνιας επί της Γης, περιστρεφόταν ελεύθερα, βοηθώντας στον αποπροσανατολισμό στο ίντερνετ και στην εύρεση, αντί για του Βορρά, του πουθενά, όπου άλλωστε,

κατέληξε η βραδιά, οι σκελετοί από την ντουλάπα που ρίχτηκαν άγαρμπα στα πόδια μου, ο κομφορμισμός της by the book επιλογής «1η φορά σεξ στο 3ο ραντεβού», προσέδωσαν στην νύχτα μια ανυπόφορη αίσθηση του pity sex, δεν την ακολούθησα όταν πέρασε το χέρι της στον ώμο μου, έδειξα συγκαταβατική κατανόηση σε διακριτικά χάδια, λίγο μετά τις 04:00, η Μάρα συνειδητοποίησε πως δεν θα άλλαζε σεντόνια, πρωί προς μεσημέρι Κυριακής, το άδοξο τέλος του Σαββατόβραδου ήταν μονόδρομος, ζήτησε επιτακτικά να φύγω.