Showing posts with label Žižek. Show all posts
Showing posts with label Žižek. Show all posts

2.3.11

Ο παλιός ο κόσμος


Peder Balke: Månelys



 Ακούγοντας τον σύντροφο Καντάφι να απευθύνει το πρώτο του διάγγελμα στο λαό της Λιβύης, ένοιωσα τον παλιό κόσμο να καταρρέει.[1]

 Νταξ, ο παλιός κόσμος είναι πολυποίκιλος είναι η αλήθεια. Τι δουλειά μπορεί άλλωστε να έχει η ηχηρή κατάρρευση του Ελληνικού παλαιού κόσμου που επικυρώθηκε την αποφράδα εκείνη μέρα της 23ης Απριλίου του 2010 με το διαφαινόμενο τέλος του εκκεντρικού, και καθόλου τρελού [2], μπάσταρδου Colonel Kaddafi; Ή με τη μέγιστη απώλεια της διασταύρωσης Μπερλουσκόνι και μούμιας, στρατηγού εν αποστρατεία Χόσνι Μουμπάρακ;

 Δεν έχουν καμία σχέση όλα αυτά μεταξύ τους, όντως, εκτός από το ότι κατέρρευσαν (ή καταρρέουν). Κατέρρευσαν όμως τη στιγμή που το άλογο της Αποκαλύψεως έκανε την εμφάνιση του. Ο Σάμιουελ Χάντιγκτον επιχείρησε να μας πείσει πως αυτό το άλογο, μαύρου γυαλιστερού χρώματος με πελώρια άσπρα δόντια με κατά τόπους κοκκινωπά σημάδια (η βία στην Ιστορία), θα κοιμάται στον αιώνα τον άπαντα∙ ήταν λίγο μετά το 1989, όλων τα μυαλά είχαν πάρει λίγο αέρα.

 Καθόλου παραδόξως, και τώρα τα μυαλά μερικών έχουν πάρει αέρα. Η εκκίνηση δόθηκε από το Al Jazeera τη στιγμή που καλύπτοντας τα γεγονότα στην Αίγυπτο αντικατέστησε το... να ‘ταν το uprising? κάτι τέτοιο τελοσπάντων, με το REVOLUTION. Το Al Jazeera είναι ο φορέας του κακού με τον τρόπο που ήταν το CNN είκοσι χρόνια πριν, τον καιρό του Πόλεμου του Κόλπου. 

 Τότε, ο Ζαν Μποντριγιάρ μας δήλωσε πως ο πόλεμος  δε συνέβη ποτέ, ορμώμενος από  τις πράσινες ακτίνες στις οθόνες μας που αντικαταστούσαν στα μάτια μας την ανθρώπινη σάρκα που καιγόταν εκείνες τις στιγμές στους δρόμους της Βαγδάτης, τρανό παράδειγμα του πως ο άνθρωπος δε δύναται πια να ελέγξει το τι συμβαίνει μιας και η αναπαράσταση είναι το μόνο που συμβαίνει πραγματικά, φέρνοντας μας ένα βήμα πιο κοντά στο τέλος της ιστορίας που οραματίστηκε ο αγαπητός στους ρεπουμπλικάνικους κύκλους της Αμερικής Χάντιγκτον.

 Ο Μποντριγιάρ έπεφτε έξω όσο και ο Χάντιγκτον. Ο Γάλλος θεωρητικός ήταν εν τέλει η αντεστραμμένη, ρεαλιστική-πεσιμιστική, εικόνα του τελευταίου. Ένα νόμισμα, δύο όψεις, αλλά το ίδιο νόμισμα.

 Το Al Jazeera, όπως και το CNN άλλοτε, νοηματοδοτεί από μόνο του, μιας και εμείς δεν είμαστε ακόμα σε θέση να το κάνουμε, τον Αραβικό ξεσηκωμό (ο Wadah Khanfar είναι η φωνή του, εδώ η φάτσα του δε θα μπορούσε να ανήκει σε άλλον από τον Wael Ghonim, εδώ). 
 
 Η δική μας νοηματοδότηση θα καταφθάσει ύστερα, τότε που θα βλέπουμε με τα μάτια μας το σπαραγμό όλων εκείνων που ξημεροβραδιάστηκαν στην πλατεία Ταχρίρ.

(Θα ‘ναι ξεφτιλισμένες κοσμικότροπες δημοκρατίες της επιστροφής στη σκληρότητα-βαναυσότητα με bonus δωράκι την ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο την οποία απαίτησε με σθένος ο πρόεδρας Ομπάμα κατά τις πρώτες ημέρες της Αιγυπτιακής εξέγερσης; [3]
 
Θα ‘ναι Ισλαμικά καθεστώτα με βλέψεις εναντίον του Ισραήλ συνεχίζοντας παράλληλα το εγκεκριμένο από το Θεό έργο του κάθε Καντάφι-Μουμπάρακ στην καταπίεση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού υπό τη σκέπη κάποιου άλλου ιερού λαβάρου;
 
Μήπως έχουμε να κάνουμε με μια κάποια τεκτονικού μεγέθους μετατόπιση ενδιαφερόντων στο γεωπολιτικό παιχνίδι οι λεπτομέρεις του οποίου μας είναι, λίγο πολύ, ακόμα άγνωστες, κι ας φέρνουμε στο νου μας μια σειρά από κράτη-καρχαρίες ανά την περιοχή αλλά και ανά τον πλανήτη έτοιμες για περισυλλογή των θραυσμάτων του παλαιού κόσμου;)
 

 Ο σπαραγμός των Αιγύπτιων θα ‘ναι μια εικόνα δύσκολη για όλους μας, εκτός από τους Αιγύπτιους στρατηγούς (και τους Αμερικάνους). Ο σπαραγμός των Λίβυων θα ‘ναι μια εικόνα δύσκολη για όλους μας, εκτός από τους φύλαρχους που θα αναδυθούν στον αφρό της εξουσίας (ίσως και για τους Αμερικάνους, ίσως και όχι, όλο κάπου θα σκάσουν μύτη και Ισλαμιστές).

 Η χαρά της ανατροπής φυσικά, ατελείωτη. Μια στιγμή μονάχα, προορισμένη να γαντζωθεί γερά στη μνήμη σου όμως. Ταυτόχρονα μια στιγμή Αποκάλυψης∙ ζώντας σε ενδιαφέροντες καιρούς, τραβάς και ζόρια (βία: για γερά στομάχια):

Στην Κίνα, αν πραγματικά μισείς κάποιον, τον καταριέσαι με τα λόγια: “Σου εύχομαι να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς”. Ο λόγος είναι απλός. Στην ανθρώπινη ιστορία “ενδιαφέροντες καιροί” είναι περίοδοι αναστατώσεων, πολέμων και διαμάχης εξουσιών, την ώρα που εκατομμύρια αθώοι υφίστανται τις συνέπειες. Σήμερα μπαίνουμε αναμφίβολα σε μια τέτοια εποχή- οι καιροί μας είναι “ενδιαφέροντες”. Πρόκειται για κρίση που αποτελεί σταθερά· κρίση που γίνεται πλέον τρόπος ζωής.[4]


 Δεν υπάρχει κρίση, υπάρχει μια νέα σταθερά.  Ο παλαιός ο κόσμος, μέσα στην ποικιλία του, μας αποχαιρετά. Θα ‘ναι άραγε γενναίος ο νέος κόσμος;








1. στο λαό μεν, κατά το ένα τρίτο δε, μιας και τα άλλα δύο 33άρια καλύπτονται από το Εγώ του και από τη διεθνή κοινότητα, που λένε και τα μίντια, σε μια κλασική κίνηση κάθε αρχηγού κράτους που σέβεται τον τριτοκοσμικό του χαρακήρα, μιας και είναι συνήθως οι διπλωματικές σχέσεις αλά Wikileaks cables ξεκατίνιασμα που μονοπωλούν το ενδιαφέρον τους στη διάρκεια της ένδοξης πορείας τους στο διάβα της ιστορίας, αποτελώντας την ωραιότερη παιδική χαρά που μπορεί να βρει κανείς αναλαμβάνοντας το έργο της καταβαράθρωσης μιας χώρας∙ από τον Νικολάε Τσαουσέσκου μέχρι και τη θεότητα Χάϊλε Σελασιέ, το κοσμικότροπο αλισβερίσι στο λαμπερό κόσμο της διπλωματίας τιμήθηκε ποικιλοτρόπως.
 
2. «Ο Καντάφι μάλλον είναι ψυχοπαθής, και αν θεωρήσει ότι δεν υπάρχει διέξοδος διαφυγής μπορεί να προκαλέσει λουτρό αίματος» [μεταξύ μας τώρα, αυτά είναι μαλακίες].

3. Συνέντευξη του Σλαβόι Ζϊζεκ στον Σεραφείμ Σεφεριάδη, http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=359657&ct=32&dt=10/10/2010#ixzz1Es6Au7iZ
 
4. Στην περίπτωση αυτή οφείλουμε να μη παραβλέψουμε την χαρά ενός Αιγύπτιου. Αυτού του είδους την ευλογία τη γιόρτασαν με την επισημότητα που τους επέτρεπαν οι πενιχρές τους οικονομικές απολαβές (φθηνή ιμιτασιόν σαμπάνια) στους δρόμους του Βουκουρεστίου οι Ρουμάνοι πολίτες πριν από 22 χρόνια. Δυστυχώς γι’ αυτούς, ύστερα από αυτό το σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα που πέρασε πάλι με ψεύτικη σαμπάνια τη βγάζουν.

1.2.11

Αίτηση διαζυγίου: so Zizek is basically over, right?*





[Το παρόν κείμενο γράφτηκε λίγο μετά την παρακολούθηση της διάλεξης του Ζίζεκ στο Πολυτεχνείο. Νωρίτερα δηλαδή από το κείμενο του radical desire περί Ζίζεκ και ελληνικής αριστεράς. Προτρέπω τον αναγνώστη να ανατρέξει σε εκείνο το κείμενο [εδώ] μιας και καταθέτει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν, με ακαδημαϊκή ακρίβεια δηλαδή. Κατόπιν, δε θα έχει και πολύ νόημα να διαβάσει το παρόν κείμενο το οποίο άλλωστε, αν και αντι-Ζιζεκικό, γράφτηκε με μια Ζιζεκική «ασέβεια» και χαλαρότητα η οποία ίσως και να πεταχτεί στα σκουπίδια ύστερα από το διαφαινόμενο διαζύγιο, εκτός κι αν πρόκειται, ο Ζίζεκ μέσα μου, απλά για ένα σύμπτωμα, να αποτελεί δηλαδή ο Σλοβένος την αφορμή και όχι την αιτία.]

 Για όσους έχουν παρακολουθήσει διαλέξεις του Ζίζεκ στο you tube, η πρόσφατη εμφάνιση του στο Πολυτεχνείο δεν προσέφερε νέο υλικό. Με δυο λόγια, όλα όσα ακούστηκαν από το στόμα του είχαν ειπωθεί από τον ίδιο παλαιότερα (όλα όμως, ονόματα, αναφορές, ανέκδοτα, ατάκες, λεκτικές ακροβασίες κτλ).

 Χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα από μόνο του - παρότι κατηγορείται από πολλούς για τις συνεχείς του επαναλήψεις - ο Ζίζεκ προσέφερε ακόμα ένα, απολαυστικό για πολλούς, λεκτικό σφυροκόπημα συνοδευόμενο ως συνήθως από λογής λογής χειρονομίες, γκριμάτσες κτλ.
 
 Οι διαλέξεις του, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, δεν αποτελούν μια κάποια παρουσίαση των θεωρητικών του θέσεων - εισαγωγή στη σκέψη του (ο Λακάν και ο Χέγκελ ίσα που φανερώνονται στα λόγια του), μα πιο πολύ αποτελεί ένα κάλεσμα, ένα λάιβ αριστερότροπο μανιφέστο για το τι συμβαίνει σήμερα και τι μπορούμε να κάνουμε επ’ αυτού.

 Νεο-φιλελεύθερες πολιτικές, ρεπουμπλικάνοι, κόμματα της αριστεράς, οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες ανά τον κόσμο, η Μέρκελ, διανοούμενοι, όλοι παρελαύνουν σε μια άτακτη σειρά στο λόγο του. Άλλοτε αποδομεί, άλλοτε συνηγορεί, συχνά κατηγορεί, ενίοτε μπερδεύει, χωρίς όμως να έχει κατά νου να επενδύσει σε μια κατηγορία περισσότερο από τις άλλες.

 Οπορτουνιστής; Αντιφατικός; Ασόβαρος;

 Ο Ζίζεκ, πάνω απ’ όλα, είναι άνθρωπος των καιρών μας. Υπό μια έννοια, είναι αυτός ο ίδιος ακριβώς που οφείλουμε να αφήσουμε πίσω μας, εμείς του όποιου, πολλές φορές αταξινόμητου, ριζοσπαστισμού των ασαφών προθέσεων-διαθέσεων.

 Δεν είναι μόνο που ο Ζίζεκ διακρίθηκε ως πολιτισμικός κριτικός, κριτικός της κουλτούρας ή όπως αλλιώς λέγεται αυτό το πράμα, στον καιρό (καιρός που αρχίζει να απομακρύνεται συνεχώς υπό το βάρος των... διεθνών εξελίξεων ας το πούμε κι έτσι ουδέτερα, προς μεγάλη απογόητευση των απανταχού θαυμαστών του δήθεν αξιωματικά "συγκλονιστικού" [εδώ] βαπτισμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο από λογής λογής "πολιτισμικοποιημένους" εκφραστές του ανώδυνου εφησυχασμού, ή αλλιώς, φυγόπονους ψεύτες) μιας ασυγκράτητης κυριαρχίας του πολιτισμικού έναντι του πολιτικού (υποκαθιστώντας το! Quelle tragédie, God damn you Sixties!), είναι επιπλέον και που ο Σλοβένος είναι ο ορισμός του one-man show.

 Ο Alain Badiou, μιλώντας για το φίλοτου, ανέφερε πως “η απουσία σύνδεσης με οποιαδήποτε ομάδα ψυχαναλυτών τού δίνει μια ελευθερία την οποία απολαμβάνει καταχρηστικά ανέκδοτα, επαναλήψεις, ένα μεταδοτικό πάθος για τις χειρότερες ταινίες, ευφυής πορνογραφία, εννοιακή δημοσιογραφία, υπολογιστικές υστερίες, λογοπαίγνια” [εδώ] και αυτό ίσως και να μας υποδεικνύει κάτι χρήσιμο.

 Ο Ζίζεκ, μοναχικός καβαλάρης, μοιάζει να πατάει με το ένα πόδι στα εδάφη της θεωρίας και με το άλλο στο εξίσου γόνιμο, μα και σίγουρα καθόλου ταξινομήσιμο, έδαφος που βρίσκεται ένας λογοτέχνης σημαντικού εκτοπίσματος, ένας τυχοδιώκτης ακροβάτης σε τσίρκο, ένας ποιητής με πολιτικές αιχμές στο έργο του, ένας ντοκιμαντερίστας του λαογραφικού σινεμά που τριγυρνά στα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, ένας επικεφαλής του υπουργείου των Εσωτερικών Υποθέσεων μιας χώρας της Ανατολικής Ευρώπης (αυτό όχι και τόσο γόνιμο εδώ που τα λέμε μα δεδηλωμένη χαριτωμενιά του ίδιου του Ζίζεκ), ή και οτιδήποτε άλλο.

 Ο Ζίζεκ μοιάζει να είναι αχαλίνωτος όπως είναι άλλωστε οι σεξουαλικώς απελευθερωμένοι νεανίες στον καιρό του you porn και του aggressive vulgar flirt μέσω γραπτών μηνυμάτων στο κινητό∙ ασεβής όπως είναι άλλωστε οι κυνικά αποστασιοποιημένοι ευφυείς, ή και όχι, είρωνες μεσήλικες∙ αντιφατικός με τον τρόπο που είναι οι λογής ανασφαλείς και αναποφάσιστοι νέοι που αναζητούν εργασία (νέοι που μεγάλωσαν σε καιρούς, αυτούς που πέρασαν, που ο καθένας μας πείστηκε πως δικαιούται να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη διαμόρφωση του καλλιτεχνίζοντος τοπίου της πόλης του, ελέω ελεύθερου χρόνου, μη επαφής με την πραγματικότητα, νευρωτικής παράκρουσης που σε κάνει να θέλεις να είσαι πολυπράγμων όσο και ο Λεονάρντο ντα Βίντσι κτλ κτλ)∙ πολυπρισματικός με τον τρόπο εκείνου που μοιάζει να μη θέλει να φτάσει κάπου μα αντίθετα να επιθυμεί να παραμείνει οιωνεί πασπαρτού, κολλαζ-άκιας, αμετανόητα "μοντέρνος", βαρετά dadaϊστής∙ Eurocentric όπως είναι άλλωστε ο ξεδιάντροπος ευρωλιγούρης που δεν αδυνατεί, αλλά δεν επιθυμεί να σκεφτεί τον εαυτό του όξω από τον καπιταλισμό (κι ας μετατρέπεται αυτός ο τελευταίος σε αδελφάκι του προγόνου του, πίσω στον 19ο αιώνα)∙ θεαματικός όπως ο ξελιγωμένος για κάμερες πολλών megapixels και c(r)opιαρισμένες φωτογραφίες έφηβος του Δυτικού κόσμου∙ κακόγουστος όπως οι μυριάδες σκουπιδοφάγοι pop culture aficionados της ("κοινής") λογικής “anything goes.”

 Κατά τη διάρκεια της διάλεξης του στην Αθήνα, πολύ ορθά συνέστησε την προσοχή σε όλους όσους θαμπώνονται με το αλησμόνητο, είναι η αλήθεια, θέαμα των φλεγόμενων Ελληνικών διαδηλώσεων, επισημαίνοντας την έως και καταστρεπτική διάσταση για ένα κάποιο επαναστατικό εγχείρημα του "καρναβαλίζειν." (Η κ. Πορτάλιου διαφώνησε πασχίζοντας να τονίσει το λαϊκό στοιχείο της γιορτής του καρναβαλιού, μάλλον μην έχοντας κατανοήσει καθόλου τα λεγόμενα του Ζίζεκ έχοντας το μυαλό της ακόμα στην προεκλογική της εκστρατεία).

 Το τελευταίο το αντιπαραθέτει με την πίστη του για οργάνωση, δομή, τάξη, απαραίτητα συστατικά για το σχηματισμό μιας επαναστατικής διαδικασίας, καταθέτοντας φυσικά ένα λογικό επιχείρημα. Συνήθως όμως, αυτό που ακολουθεί είναι ένα αστείο για τον "Σταλινισμό μέσα του" (υψώνοντας χαριτωμένα τη γροθιά του) ή για τη θητεία του στον Σλοβένικο στρατό ο οποίος του φάνηκε εντελώς ξεχαρβαλωμένος προς μεγάλη του απογόητευση, ή και για το πόσο του άρεσαν οι 300 διά χειρός Hollywood, ή κάτι σχετικό τελοσπάντων.

 Ο Ζίζεκ το λοιπόν, δεν υπονομεύει τον εαυτό του, μα απλά μας φανερώνει τα όρια του. Ο Ζίζεκ αναλώνεται (και ξεδιπλώνεται) σ’ ένα ιδιωτικό παιχνίδι, ένα παιχνίδι που αφορά δηλαδή τον ίδιο τον γκατζετάκια-παιχνιδιάρη Σλοβένο, ένα παιχνίδι σαν κι αυτό που παίζει ο φωνάσκων τοξικομανής τη στιγμή της αλήθειας (πρέζες υπάρχουνε πολλές μα η ηρωίνη σκοτώνει, μα δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς και θα ξανασουτάρω) ή και ο εθισμένος ρουλετάκιας, και πάει λέγοντας. Γιατί άλλωστε, ο Ζίζεκ, δε ξέρω πως ακούγεται αυτό, είναι εθισμένος στο παιχνίδι του εντυπωσιασμού, αυτό φανερώνεται και στο συγγραφικό του έργο. Πρόκειται περί εθισμού, μάλιστα.

 Χωρίς να θέλω να υπονοήσω μια φτηνή ερμηνεία που να προσανατολίζεται γύρω από ψυχολογία, ψυχανάλυση και λοιπές αντιδραστικές δυνάμεις, λέω απλά πως ο Ζίζεκ ως Ζίζεκ φαντάζει να είναι ένα εμπόδιο που οφείλουμε να υπερσκελίσουμε στην αναζήτηση της διαμόρφωσης του καινούργιου.

 Η εξίσωση του καφέ χωρίς καφεΐνη, μπύρας χωρίς αλκοόλ κτλ., μια εξίσωση που εξασφαλίζει τη ψυχική γαλήνη του “individual at risk,” δε θα μας εγκαταλείψει σύντομα, θαρρώ. Το ίδιο τολμώ να προβλέψω θα συμβεί και με τον ίδιο τον Ζίζεκ: Ζίζεκ (Χέγκελ, Λακάν, Μαρξ, συγγραφέας, θεωρητικός, καθηγητής) δύσκολα θα υπάρξει χωρίς Ζίζεκ (κακόγουστες ταινίες, παιχνίδισμα, Εγώ, αρθρογράφος, κριτικός κουλτούρας, show-man).

 Από την άλλη πλευρά όμως, αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που ασχολούμα(ι)-στε μαζί του. Αν κατόρθωνε να υπάρξει αλλιώς, κάτι που θαρρώ πως θα επιθυμούσε, ίσως και να μην κατόρθωνε να "υπάρξει" at all.


*via traxus4420





24.12.10

Στα ενδότερα της επιθυμίας: Fuck safe distance


Μπορεί εκείνο το ταξίδι στη Λατινική Αμερική να πήρε αναβολή, πάει καιρός τώρα, και μπορεί να με απασχολεί σοβαρά το γεγονός ότι η αναβολή ίσως να γίνει και ακύρωση, έτσι, χωρίς να το πάρω χαμπάρι, μα είναι που υπάρχει κάτι να απαλύνει τον πόνο μου.
 Βλέπετε, ο κύριος στόχος του ταξιδιού μου ήταν ένα θερμό σφιχταγκάλιασμα με μια πραγματικότητα που γνωρίζω μόνο μέσα από φωτογραφικά άλμπουμ του πρακτορείου Magnum. Επιθυμούσα να την αντικρύσω, τη φτώχεια και την εξαθλίωση, διασχίζοντας χώρες και ατελείωτες υπαίθρους, για επισκέψεις στις φαβέλες θα το σκεφτόμουν κομματάκι παραπάνω φυσικά. Ήθελα να πάρω μια γεύση του πως είναι να ζεις όντας μια αναλώσιμη μονάδα, όντας ένα ανδροειδές [εδώ]. 
 Όταν άνοιξα τα μάτια μου για τα καλά, συνειδητοποίησα, με μια κάποια έκπληξη, πως δεν ήταν ανάγκη να φτάσω στην άλλη άκρη του πολύπαθου πλανήτη μας για να κατορθώσω το στόχο μου. Όταν έφτασε η ώρα να θελήσω πραγματικά αυτό που είχε καρφωθεί στο μυαλό μου, απλά πήρα το λεωφορείο που σε αφήνει στην Ομόνοια και ξεκίνησα να περπατώ τριγύρω.
 Κατανόησα τότε, αν και το είχα ψυλλιαστεί, πως το να επισκεφθείς το Μαρόκο, και την Ταγγέρη για την ακρίβεια, αναζητώντας ίχνη της ιδιοφυΐας του William Burroughs στο πάτωμα του ξενοδοχείου που τον φιλοξένησε για χρόνια, ίχνη χυμένα όπως και τα μυαλά ενός δολοφονηθέντα με μια μεγάλου διαμετρήματος σφαίρα που σφηνώθηκε κατευθείαν στο δόξα πατρί, δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και τους γύρω σου∙ κοροϊδεύεις και την τσέπη σου, σταθερά και αμετάκλητα ορθολογική εκ κατασκευής, η οποία μάλλον θα προτιμούσε την Τυνησία για μπάνια ή την Αίγυπτο για τις πυραμίδες της. 
 Ο William Burroughs, ξέχωρα από το γεγονός ότι κρύβεται μέσα σου, γνωστό αυτό και ταυτόχρονα καθόλου κλισέ για όσους δε βλέπουν τηλεόραση, βρίσκεται και δίπλα σου, στην πόλη σου, εκεί που δεν έχεις μάθει ποτέ σου να κοιτάς, όχι γιατί έτσι σου είπαν κάποιοι, μα γιατί έτσι υποδεικνύει το συμφέρον σου. Αυτό υποδεικνύει η λογική σου. 
 Αν κάποιοι επιλέγουν την «παράνοια» [εδώ, ξανά] είναι είτε γιατί δεν αναγνωρίζουν μια πραγματικότητα, είτε γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως “Nothing is true. Everything is permitted.”

+
“Έτσι λοιπόν, έρχεται σήμερα και για τους αριστερούς διανοούμενους η στιγμή της αλήθειας: Θέλατε πραγματική αλλαγή, ωραία λοιπόν, τώρα θα την έχετε! Πίσω στο 1937, στο έργο του «Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν», ο Τζορτζ Όργουελ περιέγραφε θαυμάσια αυτή τη στάση όταν έγραφε ότι «κάθε επαναστατική γνώμη οφείλει μέρος της δύναμης της στην ανομολόγητη πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει». Οι ριζοσπάστες επικαλούνται την ανάγκη επαναστατικής αλλαγής εν είδει δεισιδαιμονικής τελετουργίας που θα πετύχει το αντίθετο της, εμποδίζοντας να εκδηλωθεί η πραγματική αλλαγή. Κι αν είναι να εκδηλωθεί πραγματική επανάσταση, αυτό πρέπει να συμβεί σε ασφαλή απόσταση: Στην Κούβα, τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα… έτσι ώστε, ενώ η καρδιά μου θα ζεσταίνεται όσο σκέφτομαι τα μακρινά γεγονότα, εγώ θα μπορώ να συνεχίζω την ακαδημαϊκή μου καριέρα.” [1]






2.12.10

Searching for painkiller






Love: for the generous, for the righteous, for the imperfect.

“…even if I were to possess all knowledge, without love I would be nothing, is not simple that with love, I am ‘something’—in love, I am also nothing but, as it were, a Nothing humbly aware of itself, a Nothing paradoxically made rich through the very awareness of its lack.  Only a lacking, vulnerable being is capable of love: the ultimate mystery of love is therefore that incompleteness is in a way higher than completion…. Only an imperfect, lacking being loves: we love because we do not know all.” [1]

"There is no final enough - of wisdom, experience - any fucking thing. No Holy Grail, No Final Satori, no final solution. Just conflict. Only thing that can resolve conflict is love... What I feel for my cats... Most natural painkiller what there is..." [2]


Πρέζα: for the weak, for the freak, for the imperfect.

A hug from God.


Work [΄to create΄]: for the courageous, for the willing, for the imperfect.



[1] Slavoj Zizek, The Fragile Absolute: Or, Why is the Christian Legacy Worth Fighting For? (London: Verso, 2000), p. 146-47. http://crestondavis.wordpress.com/2010/12/01/zizek-on-love-and-lack/

28.5.10

Ι. Τι απέγιναν τα Sixties? Η αβάσταχτη σκοπιμότητα του Vanguard




 Στις μέρες μας, το liberal περιτύλιγμα της διάτρητης δημοκρατίας της Δύσης παίρνει πολλά από τα δάνεια του από τις διεκδικήσεις-κατακτήσεις που απαιτήθηκαν-επιτεύχθηκαν κατά την διάρκεια της μεγαλύτερης δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα, των long Sixties. Οι αγώνες της τότε εποχής για πάσης φύσεως human rights παρέμειναν στην επικαιρότητα και μας έφεραν μπροστά στη γελοιότητα που μας περιρρέει σήμερα. Όλοι ζητούν λιγότερο ρατσισμό και διακρίσεις, π.χ. απέναντι στους Τσιγκάνους, ενόσω την ίδια στιγμή δεν έχουν την παραμικρή ιδέα τι είναι αυτό που μας (αν μας) διαφοροποιεί απ΄αυτούς.
 Οι ευαισθητοποιημένοι πολίτες δεν αντιμάχονται τον ρατσισμό αλλά κοιτάνε να απαλύνουν τον πόνο των θυμάτων, κάτι σαν “βαράτε τους, αλλά ας μην τους αφήσουμε μονάχους να κλαίνε, ας τους κάνουμε λίγο παρέα,” λίγο όμως. «Παρέα,» μια κουβέντα είναι αυτή τώρα. Έχω κάθε λόγο να αμφιβάλλω για το είδος της παρέας που κάνουν αυτοί που κόπτονται για τα συμφέροντα μελαμψών, μαύρων, κίτρινων αδυνάτων. Κατ΄αρχήν πολύ αμφιβάλλω αν είναι σε θέση να αντιληφθούν πως πρόκειται για ανθρώπινα όντα σαν κι αυτούς.
 Η πολύ τηλεόραση βλάπτει, το ίδιο και η πολύ ανάγνωση αριστερίστικων ανακοινώσεων-καταγγελιών. Νομίζω πως η ευρεία αντίληψη θέλει τους «νοσηλευόμενους» αδυνάτους ένα είδος - μακρινό συγγενή του ανθρώπινου - καταραμένο από Θεούς και δαίμονες, ένα είδος το οποίο θέλει αποκλειστικά περίθαλψη. Επίσης, νομίζουν, πως θέλει να χαμογελά και να νοιώθει πως είναι καλά, πως υπάρχει ελπίδα. Είμαι πεπεισμένος πως αυτή η πεποίθηση προέρχεται εξ ιδίων. Είναι πρωτίστως αυτοί που επιθυμούν να είναι καλά, είναι επίσης αυτοί που έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια το πανανθρώπινο δικαίωμα στο θρήνο. Οι «νοσοκόμοι» δεν αφήνουν τους «ασθενείς» τους να θρηνήσουν, τους υποδεικνύουν πως πρέπει να χαμογελούν και να κάνουν όνειρα. (Μα δεν είναι τα ίδια τα όνειρα - μέσα στην άγρια και έξαλλη χαοτική τους απεραντοσύνη συναισθημάτων και αισθήσεων - που δηλώνουν ρητά στον άνθρωπο πως δικαιούται να είναι κάτι περισσότερο από  ένας καλόβουλος ονειροπόλος)?
 Η προσπάθεια τους να δουν τον άλλο ως αυτό που πραγματικά είναι (άνθρωπος με Επιθυμίες) σκοντάφτει πάνω στη βαριά σκιά της Δυτικής αντίληψης τους. Η Δύση είναι παντοκράτωρ, αν δεν ανήκεις σ΄αυτήν - όχι κατ΄ανάγκην γεωγραφικά, αρκεί και το copy paste του manual της - δεν είσαι παρά ένα εξωτικό... κουκούτσι (το φρούτο μας τελείωσε, τα έφαγαν όλα οι τουρίστες). Ο χαρακτηρισμός εξωτικό που κάποτε έδινε συγχωροχάρτι για όσους είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε ένα μέρος όπως η Δομινικανή Δημοκρατία δεν έχει ισχύ πλέον. Ούτως ή άλλως βέβαια εξαρχής ήταν μια προσπάθεια να μην δεις τον Άλλο, ένας ηλίθιος εξωραϊσμός της πραγματικότητας ώστε να δημιουργήσεις μια ψευδαίσθηση δεκτικότητας ως προς τον ξένο άλλο. 
 Ανέκαθεν η Δύση όταν έκανε τις διακοπές της, τα υπαρξιακά της ταξίδια, ή και τα business plan της, έβλεπε τον Άλλο ως κάτι πολύ, μα πάρα πολύ, ξένο. Δε θα αναφερθώ στους conquistadores που είδαν τους Ινδιάνους σαν ζώα, ούτε στους παλιούς ταξιδευτές που είδαν τους Αφρικανούς σαν αιμοβόρους ή και μη, tribals on acid. Θα μιλήσω για τους απόγονους των Sixties.
 Αυτοί συνίστανται σε νέους, ωραίους (όμορφους ή και ωραίους τύπους γενικά), με κοινωνικές ευαισθησίες (του τύπου που περιέγραψα προηγουμένως), καλόγουστους, προχωρημένους, αφηρημένα liberal σε μια τρόπον τινά πολιτική τοποθέτηση (κατ’ ουσίαν παράγωγο της Sixties ελαφρότητας και ανοιχτότητας προσέγγισης του θέματος), συγκεκριμένα open σε πολιτιστικού τύπου αυτο-προσδιορισμούς (μέσες άκρες ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει, “anything goes” που έγραφε και ο Lyotard).
 Πρώτο χρήσιμο παράδειγμα, τα ντοκιμαντέρ του Vanguard. Ερευνητική δημοσιογραφία στα μοντέρνα της, με πολυφυλετικό και αρκούντως λαμπερό καστ, το Vanguard εκπέμπει στο κανάλι του γνωστού οικολόγου και αμόλυντου πολιτικού Al Gore ο οποίος χαράσσει αξιόλογη πορεία στο trend, πρώην πολιτικός νυν ευαισθητοποιημένος προαγωγός ανθρωπίνων διακιωμάτων. Οι πέντε δημοσιογράφοι της ομάδας του Vanguard εξορμούν ανά τον κόσμο για να αναδείξουν γνωστά ή άγνωστα προβλήματα με τον αέρα μιας ανεξάρτητης και to the point δημοσιογραφίας. Κατά πόσο πραγματώνουν την υπόσχεση τους είναι ένα άλλο θέμα. Τυχόν απορίες λύνονται με τη θέαση ενός ντοκιμαντέρ για τη διακίνηση ναρκωτικών στη νότια Ιταλία. Η ερευνητική δημοσιογραφία που ευαγγελίζονται οι συντελεστές φαντάζει κακόγουστο αστείο, βλέποντας το ντοκιμαντέρ νομίζεις πως διαβάζεις την ανακοίνωση Τύπου της Αστυνομίας. Το θέμα μας είναι αλλού όμως.
 Στα ντοκιμαντέρ αυτά, οι λαμπεροί δημοσιογράφοι εξορμούν σε μέρη εξωτικά με τον αέρα πεφωτισμένου και πολιτισμένου Αμερικάνου executive, είναι οι Δυτικοί που σκοπός τους είναι να αναδείξουν τον παράξενο οπισθοδρομικό χαρακτήρα των θεμάτων τους. Ουκ ολίγες φορές τα προβλήματα ανάγονται σε μια τοπική ιδιομορφία-καθυστέρηση παρότι το όλο προϊόν πλασάρεται σε ένα globalised concept. Βλέποντας τον σχιστομάτη ή την Πορτογαλέζα ρεπόρτερ ο νους σου απομακρύνεται από την αλήθεια όπως αυτή εκφράζεται πιο ικανοποιητικά με τη συμμετοχή στη δημοσιογραφική ομάδα ενός Αμερικάνου πρώην στρατιωτικού με προϋπηρεσία στο Αφγανιστάν. Appereances matter όπως γνωρίζουμε όλοι μας πολύ καλά και όπως επίσης μας δίδαξαν τα Sixties.
 Η ουσία ωστόσο δεν μπορεί παρά να είναι ο τρόπος με τον οποίο αναγνώσκουν το υλικό τους, κι αυτός ο τρόπος είναι εξοργιστικός. Στο ντοκιμαντέρ για τους Ρώσους νεοναζί το όλο θέμα ανάγεται σε μια τοπική ανωμαλία-ιδιομορφία Ρώσων με ανθρωποφαγικές ορέξεις. Αν αφήσουμε στην άκρη το πρωτεύον φυσικά θέμα το οποίο συνίσταται στον κούφιο χερισμό ενός προβλήματος όπως ο ρατσισμός, θα διαπιστώσουμε το σιχαμένο τροπάρι του αφ’ υψηλού προοδευτικού πολιτισμένου δημοκράτη της Δύσης. Το μεταμοντέρνο ειρωνικό μειδίαμα του δημοσιογράφου ενώπιον του λεκτικού οχετού του αρχηγού μιας νεοναζιστικής οργάνωσης είναι μια κούφια χειρονομία αποδοκιμασίας που ικανοποιεί μονάχα τον αυτάρεσκο χαρακτήρα των λαμπερών δημοσιογράφων και των απανταχού ακολούθων τους, Δυτικούς νεανίες με ευαισθησίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικώς και αορίστως.
 Ο ίδιος δημοσιογράφος δρα πιο απροκάλυπτα στο ντοκιμαντέρ για τη μαφία της κοκαΐνης στην Ιταλία. Όταν επισκέπτεται (στην ουσία συνοδεύοντας την Ιταλική αστυνομία) ένα αχούρι στο οποίο αράζουν Αφρικανοί τοξικομανείς θα συναντήσει μια πόρνη, Αφρικάνα κι αυτή, η οποία θα δεχτεί να μιλήσει στο φακό της κάμερας. Ένα ακόμη θύμα του trafficking, η κοπέλα εκμυστηρεύεται στον δημοσιογράφο ότι για να αποκτήσει την ελευθερία της πρέπει να «πάρει» έναν, ας πούμε αρκετά μεγάλο, αριθμό πελατών. Ο δημοσιογράφος τη στιγμή που συνειδητοποιεί το νούμερο αντιδρά με τον τρόπο που θα αντιδρούσε ένας ήρωας Αμερικάνικης σαχλοκωμωδίας βάζοντας την να επαναλάβει τον αριθμό. Την ίδια στιγμή η κάμερα που συνήθως κρύβει το πρόσωπο των συνεντευξιαζόμενων σε τέτοιες περιπτώσεις, κάνοντας διάφορα τσαλιμάκια, στην ουσία αποκαλύπτει το πρόσωπο της στα αχόρταγα βλέμματα των θεατών.
 Σ’ ένα ακόμη προβληματικό (λέγε με βρώμικο) ντοκιμαντέρ της ομάδας, με θέμα τη μετά τον εμφύλιο Σρι Λάνκα, η βία που αποτυπώνεται σε raw images μπροστά στα μάτια μας είναι τόσο σοκαριστική που φέρνει στο νου τον Slavoj Žižek όταν μας έλεγε πως τα Μ.Μ.Ε. αρέσκονται να μας δείχνουν διαμελισμένα πτώματα όταν αυτά βρίσκονται στη Σομαλία ή στη Βοσνία, μα δεν κάνουν το ίδιο όταν πρόκειται για τα καθ’ ημάς, την αγαπημένη μας Δύση:
the same "derealization" of the horror went on after the WTC bombings: while the number of victims is repeated all the time, it is surprising how little of the actual carnage we see - no dismembered bodies, no blood, no desperate faces of the dying people... in clear contrast to the reporting from the Third World catastrophies where the whole point was to produce a scoop of some gruesome detail: Somalis dying of hunger, raped Bosnian women, men with throats cut. These shots were always accompanied with the advance-warning that "some of the images you will see are extremely graphic and may hurt children" - a warning which we NEVER heard in the reports on the WTC collapse. Is this not yet another proof of how, even in this tragic moments, the distance which separates Us from Them, from their reality, is maintained: the real horror happens THERE, not HERE?[1]

 Με άλλα λόγια, μπορεί να έχουμε τα προβληματάκια μας και μεις εδώ στη Δύση αλλά σαν αυτούς (δόξα σοι ο Steve Jobs), δεν είμαστε.

Φοτο: -icy-


[1] Welcome To The Desert Of The Real, - 10/7/01 - Reflections on WTC - third version -by Slavoj Zizek, http://www.lacan.com/reflections.htm#2

6.4.10

Η εξαφάνιση της Πολιτικής: η Ισλαμοφοβία και ένα πανηγυράκι (δημοκρατικό).


  
 Ο Geert Wilders και το κόμμα του (Freedom Party [PVV]) ήταν ένας από τους νικητές στις δημοτικές εκλογές που διεξήχθησαν πρόσφατα στην Ολλανδία. Κυριάρχησαν στο ΄Αλμερε και ήρθαν δεύτεροι στη Χάγη. Στην τελευταία άλλωστε έσκισαν και στις Ευρωεκλογές, όπου το κόμμα έκανε το breakthrough στην Ολλανδική πολιτική πραγματικότητα.

 Στην πραγματικότητα, το κόμμα συμμετείχε μόνο σ΄αυτές τις δύο περιφέρειες σε σύνολο τριακοσίων ενενήντα τεσσάρων. Πέρα από μια πολιτική μανούβρα δημιουργίας εντυπώσεων, η κίνηση αυτή δύναται να εξηγηθεί και με άλλο τρόπο. Το κόμμα, δεν είχε τον απαραίτητο αριθμό υποψηφίων:
-          we should also keep in mind that the PVV only took part in two municipal elections -- and not just for strategic and PR reasons. The fact is that the PVV just doesn't have the manpower to compete on the national level. Even the two leading party candidates who ran in the Almere and The Hague elections were already members of the party's faction in the lower house of the federal parliament. Even if the party confirms the poll numbers by winning 24 of the 150 seats in the parliamentary elections in June, no one knows where the party -- which is lacking in local and regional structures -- is going to find the necessary representatives.[1]

 Σιγά το δύσκολο. Το ουσιώδες είναι η δύναμη που εκφράζει το κόμμα μέσα από τη ψήφο της μάζας, η ψήφος εμπιστοσύνης από τον λαό, τα στελέχη τα βρίσκει κανείς μετά. Το παν είναι οι «ιδέες» και από αυτές υπάρχουν αρκετές, η εξής μία: fight Islam. Η Ισλαμοφοβία άλλωστε ήρθε για να μείνει και χώρες όπως η Γαλλία και η Ολλανδία αποτελούν τους μπροστάρηδες στον αγώνα.
 Με την πολυβραβευμένη ταινία Un Prophéte, οι Γάλλοι κινητοποιούν την βαριά βιομηχανία του σινεμά υποτίθεται για να μας δείξουν - σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της ταινίας- ότι οι Άραβες υπάρχουν κι αυτοί ανάμεσα μας, αλλά στην πραγματικότητα για να μας πουν ότι βρίσκονται (δικαιωματικά) στη φυλακή. Ο ήρωας της ταινίας εκτίει ποινή 6 χρόνων γιατί επιτέθηκε σε αστυνομικό∙ αυτός το αρνείται μα δε μπορεί παρά να ψεύδεται. Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και ήταν αναλφάβητος, παιδί των ghetto. Δε θα μάθουμε ποτέ αν επιτέθηκε στον αστυνομικό επειδή η αστυνομία τον παρενόχλησε και αυτός αντέδρασε βίαια (όπως συμβαίνει στο La Haine [1995], πολλά έχουν αλλάξει από τότε). Αυτή τη φορά, δεν χρειάζεται να ψάξουμε για απαντήσεις, πρόκειται για έναν ακόμη Άραβα που προέρχεται από τα ghetto.
 Επίσης, θέλουν να μας πουν ότι οι Άραβες αυξάνονται και πληθύνονται κι αυτό μόνο καλό δε μπορεί να είναι, απειλείται ο κοινωνικός ιστός. Η Κορσικανή μαφία Ιταλικής προελεύσεως λύνει και δένει στην φυλακή. Για λόγους που εξυπηρετούν το σενάριο, οι Κορσικανοί από 20 απομένουν μόνο 5 ωστόσο έχουν ακόμη το πάνω χέρι στης φυλακής την κόλαση. Μαφία με τα όλα της, έχει το know how, ελέγχει τους φύλακες, και ουσιαστικά δεν απειλείται από το πλήθος των μουσουλμάνων που απειλούν λόγω του αυξανόμενου αριθμού τους και μόνο.
 Ο φόβος των Ισλαμοφάγων αφορά την ποσότητα, και κατόπιν την ποιότητα. Οι μουσουλμάνοι απειλούν με τον αυξανόμενο αριθμό τους στην Γαλλική κοινωνία. Πρέπει πάση θυσία να μείνουν εκεί που τους αξίζει, στο περιθώριο. Γι΄αυτό άλλωστε οι μουσουλμάνοι αν και αποτελούν το  5% - 9% του πληθυσμού της Γαλλίας, δεν εκλέγουν κανέναν μουσουλμάνο αντιπρόσωπο στην Γαλλική Βουλή. Το λάθος της Κορσικανής μαφίας στην ταινία είναι το ότι δέχτηκε ως μέλος της έναν απ’ αυτούς, λάθος που απέβηκε μοιραίο. Ο εμφύλιος μεταξύ των Σαρκοζικών και των Γάλλων που στέκονται απέναντι του (οι οικολόγοι του Daniel Cohn-Bendit, οι σοσιαλιστές, η αντικαπιταλιστική αριστερά, οι διανοούμενοι) πρέπει να πάψει άμεσα.
 Ειδάλλως, η μουσουλμανική λάβα θα λιώσει τα πάντα στο πέρασμα της. Εκεί βασίζεται και η ρητορική του Wilders. Η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει άλλους μουσουλμάνους, απειλείται η ταυτότητα μας. Ο λαϊκιστής Ολλανδός πολιτικός έκανε το μπαμ με μια ταινία-μανιφέστο όπου ανέδειξε το δεύτερο πυλώνα της αντι-μουσουλμανικής του ρητορείας: οι μουσουλμάνοι είναι ποτισμένοι από το δηλητήριο του Ισλάμ. Το Ισλάμ είναι ο πυρήνας του Κακού, είναι όχι το όπιο αλλά το δαιμονικό ελιξήριο των μουσουλμάνων.
 Ο ήρωας της ταινίας, όταν μπαίνει στην φυλακή, είναι ένας δεκαεννιάχρονος που δεν ξέρει καλά καλά ούτε πως να διαβάζει. Η ενηλικίωση του θα έρθει μέσω ενός φόνου - ενός Άραβα - κατόπιν απαίτησης της Κορσικανής μαφίας, άτυπο μέλος της οποίας θα γίνει αμέσως μετά έστω και αν θα βρίσκεται στο περιθώριο λόγω της καταγωγής του. Το δίδαγμα της ταινίας είναι ότι ακόμα κι αυτή η υπό όρους ενσωμάτωση του στην ομάδα ήταν ένα οδυνηρό λάθος. Εκπαιδεύεται από την Κορσικανή μαφία, αντιγράφει τις τεχνικές τους, μαθαίνει πως να παίζει διπλό παιχνίδι. Είναι φιλόδοξος, ατομιστής, δε δεσμεύεται από τα θρησκευτικά πιστεύω των υπόλοιπων μουσουλμάνων που θα αποτελούσαν τροχοπέδη στην ανέλιξη του στην καριέρα του εγκλήματος. Την ίδια στιγμή όμως που περιφρονεί τους υπόλοιπους μουσουλμάνους για την αποτυχία τους να είναι τα αφεντικά παρά την αριθμητική τους δύναμη, παρόλο που δεν εκφράζει καμία συμπάθεια προς τους σκοπούς τους ή και τις πρακτικές τους, εν ολίγοις, παρότι είναι στη ουσία όσο Δυτικός όσο και οι μαφιόζοι μέντορες του, οι δεσμοί του με αυτό που αναγκαστικά πρέπει να είναι λόγω χρώματος ή... γονιδίων, υποτίθεται πως δεν μπορούν να κοπούν.
 Το φάντασμα του δολοφονημένου από τα χέρια του Άραβα τον συντροφεύει σ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας σαν να πρόκειται για το φάντασμα του Ισλάμ που πετάει πάνω από την Ευρώπη. Ο ήρωας της ταινίας δεν έχει τύψεις για την πράξη του, δεν μετάνοιωσε ποτέ (χαρακτηριστική σκηνή εκείνη που επιπλήττει το φάντασμα λέγοντας του πως δεν θα έπρεπε να εμφανίζεται μπροστά του με την ανοικτή πληγή στον λαιμό, γίνεται ξεκάθαρο πως αδιαφορεί για τον θάνατο του, ήταν μια παράπλευρη απώλεια). Κάτι τέτοιο άλλωστε θα αποτελούσε μια μη ορθολογική άρνηση της δικής του πραγματικότητας, το κυνήγι δηλαδή προς την επιτυχία η οποία δύναται να μεταφραστεί σε χρήματα και ηδονική εξουσία μαφιόζικου τύπου. 
 Σε μια άλλη σκηνή, ο πρωταγωνιστής χρήζεται προφήτης από έναν αδίστακτο γκάνγκστερ, Άραβας κι αυτός, καθώς υποτίθεται πως προέβλεψε ένα ατύχημα. Στην πραγματικότητα στάθηκε τυχερός∙ έτυχε να δει κάτι που παρέβλεψαν οι υπόλοιποι. Έτσι λοιπόν ο γκάνγκστερ που μέχρι εκείνη την στιγμή τον απειλούσε με όπλο, θα παραβλέψει την κυνική ομολογία του τελευταίου πως εκείνος αφαίρεσε τη ζωή του φίλου του. Όλοι οι μουσουλμάνοι, ακόμα και εκείνοι που διάγουν βίο γκάνγκστερ σε δυτικές μεγαλουπόλεις, αναμένουν την έλευση του Προφήτη εναγωνίως. Κατόπιν, η Ευρώπη θα κατασπαραχθεί από τις ευλογημένες ορδές του Ισλάμ.
  Ο ήρωας έχοντας κερδίσει τη εύνοια του βαρυσήμαντου (και χρήσιμου γι΄αυτόν) γκάνγκστερ, θα αρνηθεί την πρόσκληση του νέου του φίλου για κολατσιό και γλέντι και θα κατευθυνθεί προς την παραλία όπου σαν άλλος στερεοτυπικός ήρωας Αμερικάνικης ταινίας θα βρέξει τα πόδια του στην ανοιχτή θάλασσα για πρώτη φορά, ατενίζοντας το μέλλον. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν (μας λέει η ταινία) είναι το φάντασμα του Ισλάμ προσωποποιημένο το οποίο ποτισμένο από Δυτικές αξίες και εξοπλισμένο με Δυτική τεχνογνωσία, θα καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα.
 Στο κλείσιμο της ταινίας με μια κίνηση ματ θα εξολοθρεύσει του μαφιόζους οι οποίοι και θα αλληλοσπαραχτούν. Θα απομείνει μόνο ο αρχηγός, επικεφαλής ενός ανύπαρκτου στρατού. Απέναντι του στέκεται ο πρώην στρατιώτης του μαζί με τους νέους του συντρόφους. Πλησιάζοντας προς το μέρος του σε αναζήτηση στηρίγματος, θα βρεθεί ξαπλωμένος στο έδαφος. Ο αγώνας έχει χαθεί. Το Ισλάμ, με όχημα την ανεκτικότητα των εχθρών του, θα θριαμβεύσει. Κατά την έξοδο του από την φυλακή, ένα κομβόϊ από αυτοκίνητα Αράβων «αδερφών» θα τον συνοδεύσει στη νέα του ζωή με τη γυναίκα του νεκρού πια Άραβα φίλου του (σαν άλλος μοναχικός καβαλάρης Αμερικάνος μπάτσος στον αγώνα κατά της σήψης της κοινωνίας σε μια από τις μυριάδες αστυνομικές ταινίες του Hollywood με το ίδιο story).
 Για να επιστρέψουμε στον Wilders, είναι κοινώς αποδεκτό ότι το κόμμα του δεν έχει καμία πολιτική ατζέντα, κανένα πολιτικό πρόγραμμα, καμία ιδέα να ρίξει στο τραπέζι. Η ψήφος των Ολλανδών δεν είναι ψήφος διαμαρτυρίας αλλά ταυτόχρονα δεν αποτελεί και ψήφο εμπιστοσύνης μιας και αυτό είναι αδύνατον. Η ψήφος τους δεν αποκαλύπτει τη δύναμη του κόμματος, κάθε άλλο, η ανυπαρξία, ακόμα και σε έμψυχο υλικό όπως είδαμε, του PPV είναι πασιφανής.
 Η ψήφος της μάζας εκμαιεύεται από το φόβο. Ο φόβος είναι διάχυτος στις Δυτικές κοινωνίες at risk, με πρώτη διδάξασα την Αμερικάνικη κοινωνία η οποία απειλείται καθημερινά: τρομοκρατία (μουσουλμάνοι), εγκληματικότητα (ισπανόφωνοι-συμμορίες), ηλεκτρονική εγκληματικότητα (Κίνέζοι hackers), πυρηνικό πόλεμο (Ιράν). Παραδόξως η απειλή εκ των έσω εκφράζεται μεμονωμένα μόνο από τους πιστολέρο που θερίζουν ζωές σε παροξυσμικές κρίσεις σχιζοφρένειας. Η Αμερικάνικη κοινωνία αρνείται να αποδεχτεί την ίδια της την παθογένεια∙ οι πιστολέρο είναι ψυχικά άρρωστοι άνθρωποι, αποτελούν την εξαίρεση, είναι μια μικρή παραφωνία σε μία χώρα που το ίδιο της το όραμα, το American suburban dream, αποτέλεσε την αρχή ενός κάποιου τέλους (βλ. η φούσκα των ακινήτων και η βαθιά οικονομική κρίση που ακολούθησε).
 Οι Ολλανδοί φοβούνται κι αυτοί με την σειρά τους και ψηφίζουν Wilders. Η μάζα ωστόσο ψηφίζει μια ανύπαρκτη πολιτική οντότητα. Το πρόβλημα προκύπτει από την αναντιστοιχία που παράγεται από την στόχευση της ψήφου προς μια πολιτική δύναμη που παίρνει μορφή μόνο μέσω Wilders όταν αυτός αναπαράγει τους φόβους του πλήθους σε τηλεοπτικά show, όταν αυτός διώκεται -υπό τα φώτα της δημοσιότητας- από την Δικαοσύνη κτλ.
 Έχω την εντύπωση πως δεν πρόκειται για παραφωνία παρά για μια ακόμη πτυχή της αλήθειας. Η Πολιτική στα πλαίσια της φθίνουσας πορείας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δυτικού τύπου έχει εξαφανιστεί. Πρόσφατα η Ολλανδική κυβέρνηση (προιόν συνασπισμού τριών κομμάτων, κάτι σύνηθες στη χώρα) κατέρρευσε, ήταν η τέταρτη φορά που ο πρωθυπουργός της χώρας απέτυχε να συμπληρώσει τετραετία. Θα έλεγε κανείς πως μέσα σ΄αυτές τις συνθήκες θα υπήρχε μια κινητικότητα, μια ανησυχία του κόσμου ως προς την συνεχόμενη αποτυχία σταθερής διακυβέρνησης της χώρας. Αυτό δεν συμβαίνει. Δεν συμβαίνει ούτε στο ελάχιστο. Στη χώρα δεν υπάρχει έλλειμμα πολιτικής, υπάρχει απουσία της Πολιτικής. Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει θέμα σταθερότητας, κρίση πουθενά στον ορίζοντα. Είναι θέμα «προόδου», η Ολλανδία είναι σαν την Αγορά, αυτορυθμίζεται επιτυχώς, όλα κινούνται ρολόϊ στη χώρα.
 Η χώρα είναι ένα περίεργο παζλ. Διαθέτει σίγουρα κάτι από το χρώμα της Ελβετίας λόγω της Ολλανδικής ουδετέροτητας τα τελευταία 200 περίπου χρόνια η οποία παραβιάστηκε μονάχα από τις δυνάμεις των Ναζί, ένα μεγάλο σοκ τότε για τους Ολλανδούς. Το Ολλανδικό προτεσταντικό work ethic τους φέρνει κοντά με τους Βρετανούς. Με την Γερμανία φυσικά μοιράζεται πολλά παραπάνω από μια γλώσσα που βρίσκεται κοντά η μία στην άλλη και δεν αναφερόμαστε μονάχα στην εκφορά των λέξεων αλλά και στην γλώσσα του σώματος, των συναισθημάτων κτλ. Τέλος, αν η Νέα Υόρκη είναι η Ευρώπη των Η.Π.Α. τότε η Ολλανδία είναι η Αμερική της Ευρώπης:     
-          Υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση που θέλει τα supermarket, με αδιαφιλονίκητο κυρίαρχο τα Albert Heijn (που είναι και royal, τίτλος τιμής στη χώρα), να αποτελούν κάτι μεταξύ εξαγώγιμου πολιτιστικού προιόντος και ιερής αγελάδας.
-          Η πολυπολιτισμικότητα της θυμίζει εκείνη των Αμερικανικών μεγαλουπόλεων (κατ’ επίφασην δημοκρατικός πλουραλισμός και στην πραγματικότητα καπιταλιστικός χυλός ομογενοποιημένων συνειδήσεων και ταυτοτήτων).
-          Το Άμστερνταμ, όπως και η Νέα Υόρκη, είναι δύο τουριστικοί «παράδεισοι» που προσφέρουν λίγο πολύ τα πάντα σε ένα liberal περιτύλιγμα και αποτελούν συνάμα τις άτυπες πρωτεύουσες των δύο χωρών, παρόλο που στην πραγματικότητα η Ουάσινγκτον και η Χάγη (οι πραγματικές πρωτεύουσες των δύο χωρών) δηλώνουν πολλά περισσότερα για τις δύο αυτές χώρες.
-          Οι κοινοί τους δεσμοί είναι παλαιοί και στενοί. Ξεκινούν φυσικά από το Νέο Άμστερνταμ φθάνοντας έως στην εκλογή του Obama που για τους Ολλανδούς ήταν θέμα μείζονος σημασίας. Η προεκλογική μάχη του 2008, έγινε τόσο αισθητή στην Ολλανδία όσο αισθητή έγινε η άφιξη του Κλίντον στην Ελλάδα προ ετών (το κέντρο της Αθήνας γνώρισε μέρες 2008). Στην Ολλανδία ωστόσο, κυριάρχησαν τα προεκλογικά party σε club (με ντισκ τζόκευς και τέτοια, σοβαρά τώρα!) και βιβλιοπωλεία όπου φαντάζομαι ότι θα έλαβε χώρα και κάποια κουβεντούλα.
-          Τέλος, κάθε πανεπιστήμιο της χώρας έχει και από ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα American Studies (βασικά εννοούν North American, αλλά το ίδιο κάνει!).

 Πρόσφατα στο Melkweg, ένα πιο προχωρημένο και καλαίσθητο Gagarin, διεξήχθη ένα event με τίτλο, «Γιορτή της Δημοκρατίας» (ή κάτι τέτοιο, δεν μπορώ να βρω λινκ οπότε μεταφέρω την πληροφορία όπως έφτασε στα αυτιά μου μέσω Skype). Απ΄όλα είχε ο μπαξές φυσικά, μουσικές, μπουφέδες, κουβεντούλα, ίσως και μπαλόνια. Το πανηγύρι της δημοκρατίας δεν ήταν τίποτε άλλο από έναν επιθανάτιο ρόγχο για μια έννοια, η οποία όχι μόνο έχει σκουριάσει αλλά εδώ και κάμποσο χρησιμοποιείται καταχρηστικά (και καταπραϋντικά). 
 Στη φίλα χώρα των Η.Π.Α. όπου και έχουν αντιληφθεί - ή καλύτερα, έχουν εργαστεί σκληρά πάνω σ’ αυτό - τον ξεπεσμό της έννοιας της δημοκρατίας,  έκαναν πρόσφατα μια μικρή κίνηση:
-          A far-right faction of the Texas State Board of Education succeeded Friday in injecting conservative ideals into social studies, history and economics lessons that will be taught to millions of students for the next decade […] Curriculum standards also will describe the U.S. government as a "constitutional republic," rather than democratic.[2]
 Άλλο Texas κι άλλο New York βέβαια, αλλά δε χωράει αμφισβήτηση στο ότι η φωνή της δεξιάς, και δη της σκληροπυρηνικής (και όχι μόνο στο Αμέρικα), είναι πολύ πιο κοντά στο Πραγματικό από εκείνη της αριστεράς. Αυτή η φωνή, ζαλισμένη από την επιτυχία της πρώτης διδάξασας Σιγκαπούρης και του κολοσσού που λέγεται Κίνα, ίσως να λοξοκοιτάει προς το πιο επιτυχημένο μοντέλο (στις μέρες μας) του too hard to die καπιταλισμού, capitalism with Asian values, το όνομα του.
 Την ίδια στιγμή, το πολυδιαφημισμένο liberal Obama project αιωρείται μονότονα στον παγωμένο αέρα γύρω από το Berlin Victory Column, εκεί που μπροστά σε 200.000 Βερολινέζους υποσχόταν... τι ακριβώς? Δεν γνωρίζουμε. O συγκεντρωμένος κόσμος-fans δεν άκουσε τίποτα, ήταν απασχολημένος με το να τραβάει videos. Οι δημοσιογράφοι ήταν απασχολημένοι με την πιθανότητα κατάρριψης του ρεκόρ ανεβάσματος video στο You Tube, για το μήνα Ιούλιο με θερμοκρασίες άνω των 15οC. Τέλος, οι πολιτικοί ήταν απασχολημένοι με το να φωτογραφηθούν με τον κάτοχο του ρεκόρ αποθανατίσεων του δεξιού προφίλ, και τι σπουδαίο που το προφίλ αυτό ανήκει σ’ έναν έγχρωμο!   
 Ο ξεπεσμός της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας Δυτικού τύπου δύναται να φανεί και κατά έναν άλλο τρόπο. Το παράδειγμα του Berlusconi είναι ενδεικτικό. Ο Ζίζεκ βάλλοντας εναντίον του ανέφερε ένα περιστατικό θέλοντας να δείξει την απόλυτη περιφρόνηση του Ιταλού γόη ως προς το αξίωμα του και ως προς την άσκηση πολιτικής, γενικότερα. Οι φήμες ήθελαν τη πρώην γυναίκα του να είχε σχέσεις με τον καθηγητή φιλοσοφίας και δήμαρχο της Βενετίας, Massimo Cacciari. Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με έναν ξένο διπλωμάτη τον οποίο υποδεχόταν υπό τα φώτα της δημοσιότητας, ο Ιταλός πρωθυπουργός, άγγελος μιας επερχόμενης «καταστροφής», θέλησε να αστειευτεί λέγοντας, πάνω κάτω, στον προσκεκλημένο του ... “ωραίο παιδί είσαι και του λόγου σου, μήπως σου κάνει η γυναίκα μου μπας και αφήσει τον δήμαρχο και ησυχάσουμε απ΄αυτόν?”
 Η δημοκρατία όταν κυοφορείται σε συνθήκες Berlusconi αποτελεί την επιτομή της μετατροπής της σε Θέαμα, κακόγουστο και παραπλανητικό. Τα σκάνδαλα του il Cavaliere επισκιάζουν κάθε άλλη πολιτική δραστηριότητα. Ο τρελός χορός γύρω από ιστορίες με μοντέλα, βίλες, μαφία, απιστίες, ποδόσφαιρο, πλήττει κάθε πτυχή έκφρασης στη γειτονική χώρα. Η Πολιτική από θέατρο σκιών τείνει να εξελιχθεί σε ένα σινεμά φαντασμάτων. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο είναι η αμεσότητα και η διαφάνεια.
 Φαινομενικά, ο Μπερλουσκονισμός έχει κι απ΄τα δύο. Ο Berlusconi καταργεί τα σύνορα μεταξύ στείρου πολιτικού λόγου και καφενειακής αερολογίας, και μεταξύ της politically correctness του δημόσιου βίου των πολιτικών και τη χυδαία εξωστρέφεια του δημόσιου βίου των τηλε-αστέρων. Ταυτόχρονα, όλα βγαίνουν στη φόρα: η κουβεντούλα για τα σεξουαλικά του, οι διώξεις από την Δικαιοσύνη, τα περιουσιακά του στοιχεία, το ένα το άλλο. Η αμεσότητα και η διαφάνεια, όπως αυτές εμφανίζονται μπροστά μας, παίρνουν μια μορφή διεστραβλωμένη και αρκούντως επικίνδυνη.
 Ο Berlusconi κτίζει γέφυρες με θεμέλια που αρχίζουν σιγά σιγά να φαίνονται πολύ ισχυρά. Η γέφυρα μεταξύ μιας ανήθικης αμεσότητας και μιας «διεφθαρμένης» διαφάνειας της διαφθοράς είναι η άσκηση εξουσίας μέσω μιας κυνικής ανηθικότητας:
§  Berlusconi is a significant figure, and Italy an experimental laboratory where our future is being worked out. If our political choice is between permissive-liberal technocratism and fundamentalist populism, Berlusconi’s great achievement has been to reconcile the two, to embody both at the same time. It is arguably this combination which makes him unbeatable, at least in the near future: the remains of the Italian ‘left’ are now resigned to him as their fate. This is perhaps the saddest aspect of his reign: his democracy is a democracy of those who win by default, who rule through cynical demoralisation.[3]
  
 Από τον δισεκατομμυριούχο businessman προέδρο της Χιλής μέχρι τον ερωτύλο λαϊκιστή πρόεδρο της Γαλλίας, και από τον μισογύνη Βόσνιο πολιτικό-media tycoon (Fahrudin Radončić), έως τον επόμενο αντιπρόσωπο της ανηθικότητας που θα μας απασχολήσει, ο Berlusconi θέτει standards και εμπνέει. Η στήριξη του από το μεγαλύτερο κομμάτι των Ιταλών άλλωστε, δίνει το πράσινο φως για την μεταμπαλάδευση της Ιταλικής πρωτοπορίας ανά τον κόσμο. Στην Ελλάδα, ίσως αργεί ακόμη. Εμείς (θα) τη βγάζουμε ωραιότατα με τη διαστροφική εμμονή-πίστη στα πατροπαράδοτα και παραδοσιακά τζάκια.