31.12.25

Sexάρχεια

 


V

Ο δρόμος είχε την δική του μοχθηρία, στην είσοδο του πιο μεγάλου πάρκου του δήμου της Αθήνας, για λίγα χρόνια του βίου της πρωτεύουσας τουλάχιστον, όταν το Πεδίον του Άρεως έγινε καταφύγιο απόκληρων (άστεγοι και τζάνκις), πάντοτε συγχρονίζονταν με τους ρυθμούς των αλλαγών, των αναγκών, των καταστροφών, και των γλεντιών της πόλης,

αρχικά, επί βασιλείας του Όθωνα (1832-1862), φιλοξένησε το ιππικό, οφείλει το όνομα του στο ρωμαϊκό Campus Martius, το Βασίλειο της Ελλάδας απέκτησε Σύνταγμα το 1844, λίγα χρόνια αργότερα, στις 10 και 11 Μαΐου του 1859, έλαβαν χώρα βίαια επεισόδια όταν η Αστυνομία επενέβη κατά των μαθητών και φοιτητών που διαμαρτύρονταν με αίτημα την υποστήριξη των ντόπιων προϊόντων, φορούσαν ψάθινα Σιφνέϊκα καπέλα, αντί για τις μοδάτες εισαγόμενες Ευρωπαϊκές καπελαδούρες, το 1861 κατασκευάστηκε το Ιπποδρόμιο της Φρουράς των Αθηνών, το 1870 εκτελέστηκαν με την λαιμητόμο δέκα επτά θανατοποινίτες, το Σχολείο Ιππευτικής ιδρύθηκε το 1884, τον Ιούνιο του 1887 ο Μ. Αρτόζης έχασε το κεφάλι του από την γκιλοτίνα για την δολοφονία του ανηψιού του, τον Ιούλιο εγκρίθηκε η ρύθμιση του χώρου ως υπαίθριου τόπου αναψυχής, δεν θα περιελάμβανε πλέον δημόσιες εκτελέσεις εγκληματιών προς παραδειγματισμό (και τέρψιν) του λαού, αλλά βόλτες, περιπάτους, εορταστικές εκδηλώσεις μετά μουσικής, το 1900, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ernst Ziller οικοδομήθηκε η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, φιλοξένησε την Γεωγραφική Υπηρεσία του Στρατού, κύριος σκοπός της ήταν η δημιουργία κτηματολογίου, καθώς άλλωστε, λίγες ημέρες έπειτα από την αποπομπή του Όθωνα είχε καταστραφεί των Βαυαρών, ο καιρός πέρασε, δίχως να κοιτάζει την δική μας την αμηχανία, 163 χρόνια για την ακρίβεια, μέχρι την ανεπίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα της πρώην καγκελάριου της Γερμανίας Angela Dorothea Merkel (2005-2021), η οποία,

υπενθύμισε στους Έλληνες πως το κτηματολόγιο παραμένει project ημιτελές, work in progress, κατά την διάρκεια μιας δημόσιας ομιλίας της στο Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Ξιάρχος, της οικογένειας των δισεκατομμυριούχων εφοπλιστών, μια διοργάνωση της Καλημερινής, εφημερίδα με αναγνωστικό κοινό μεσαία-ανώτερα και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ακροατήριο δηλαδή, που απαρτίζονταν από τους απευθείας, ή έμμεσους, απογόνους των γαιοκτήμονων, των τσιφλικάδων, που έριξαν στην πυρά το Βαυαρικό κτηματολόγιο το 1862, «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», κατά συνέπεια, η αντικειμενική παρατήρηση της Καγκελαρίου δεν ήγειρε αντιδράσεις, σε αντίθεση με την θετική αποτίμηση υποκειμενικής φύσης για τον πρώην Πρωθυπουργό της αριστεράς Αλέξη Τσίπρα (2015-2019), ανέφερε πως «ήταν ειλικρινής, δεν προσπάθησε να παραπλανήσει», η δήλωση που προκάλεσε δύσπνοια, δυσθυμία, καρδιακή αρρυθμία ανάμεσα στους παρευρισκομένους, την λιποθυμία της αρχισυντάκτριας μεγάλου ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού Ευρωσύνης Παγωνιάδου, απηχώντας το τοξικό πολωτικό πολιτικό κλίμα των ημερών, τον είχε χαρακτηρίσει απατεώνα, το υπόλοιπο της βραδιάς κύλησε χωρίς απρόοπτα,

η Καγκελάριος δεν δέχτηκε κατάρες εκείνη την βραδιά, την καταριόνταν το 2012, όσοι θα ψήφιζαν αργότερα τον Τσίπρα, τον οποίο ουκ ολίγοι καταράστηκαν το 2016 που δεν ήταν φυσικά η μόνη χρονιά στην ιστορία της πολιτικής ζωής του τόπου όπου έπεφταν κατάρες σωρηδόν, ακριβώς έναν αιώνα προηγουμένως,

στις 12 Δεκεμβρίου 1916, διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το Πεδίον του Άρεως για να αναθεματίσουν τον σατανά Ελευθέριο Βενιζέλο, κάθε διαδηλωτής έριχνε από μία πέτρα σε μια στοίβα και επαναλάμβανε την κατάρα του αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεόκλητου στο σημείο του κήπου (μείξη γαλλικού jardin και αγγλικού garden), όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα της Προμάχου Αθηνάς, η τελετή του αναθέματος αποτελούσε συμβολικό μέρος των εχθροπραξιών του ελληνικού Εθνικού Διχασμού (1915–1922), την διένεξη δηλαδή μεταξύ του πρωθυπουργού της Ελλάδας και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄, σχετικά με την είσοδο, ή μη, της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κατάρες έπιασαν, ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920, τα λάθη των πολιτικών του αντιπάλων συνέβαλλαν να οδηγηθεί η χώρα στην Μικρασιατική Καταστροφή,

δύο χρόνια αργότερα, χιλιάδες έλληνες της Μικράς Ασίας, πρόσφυγες πλέον, φιλοξενούνταν σε δυσμενείς συνθήκες σε σκηνές στο Πεδίον του Άρεως.





27.12.25

Sexάρχεια


IV

Άγρυπνος στα Εξάρχεια (140 λεπτά σε δόσεις), το βράδυ της Παρασκευής που προηγήθηκε του άκαρπου τρίτου ραντεβού, στην τηλεόραση του Star Channel έπαιζε το Sleepless in Seattle (1993),

σκόνταφτα συχνά, στο zapping προ 25ετίας, στην αισθηματική ταινία της Nora Ephron, την πρόβαλλε τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο το ίδιο ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι, έκλεισα τον ήχο, άφησα την τηλεόραση ανοιχτή, έβαλα You Tube στον υπολογιστή, μελαγχολικός αλγόριθμος, με spamαρε Nirvana, MTV Unplugged in New York, βιντεοσκοπήθηκε το 1993, κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα, χρονιά του θανάτου του Kurt Cobain,

η εικόνα, το πρόσωπο της Meg Ryan στις 41” ίντσες της SONY, έφερε στο νου το προεφηβικό fling για την ξανθιά Αμερικάνα ηθοποιό στις 21” ίντσες μιας Grundig ,

ο ήχος, με ταξίδεψε σ’ ένα φθινοπωρινό απόγευμα της μετεφηβικής ηλικίας, στο 2002, στην παρθενική επίσκεψη στο Starbucks, με έτος ίδρυσης το 1971, στο Seattle, και logo μια γοργόνα σε προκλητική πόζα με γυμνά στήθη, καλύφθηκαν καθώς το brand γιγαντωνόταν (32.000 καταστήματα σε 80 χώρες), η μεγαλύτερη αλυσίδα καφέ στον κόσμο είχε πρόσφατα επεκταθεί στην ελληνική αγορά, το πρώτο κατάστημα στην Ελλάδα, στο τουριστικό Μοναστηράκι της Αθήνας, διέθετε ισόγειο, ημιώροφο, και εξωτερικό καθιστικό χώρο στον πεζόδρομο, στα 264 τετραγωνικά μέτρα του επικρατούσε πρωτόγνωρη ησυχία για τα στάνταρντς μιας τυπικής ελληνικής καφετέριας, ακόμα πιο περίεργο, στα όρια του σουρεάλ, ήταν το απαράβατο, και απαραβίαστο, No Smoking, η χρήση φυσικών υλικών (ξύλο και μάρμαρο) ανέδιδε μια lounge ατμόσφαιρα, έμοιαζε με διασταύρωση σαλονιού και λέσχης όπου κυριαρχούσε η μυρωδιά του καφέ, σαν καφεκοπτείο, παρέες φοιτητών δούλευαν ομαδικά τις εργασίες τους, ψιθυρίζοντας, ενήλικες κατά μόνας σκάλιζαν τις τσάντες τους, μελετούσαν έγγραφα, ευθυγράμμιζαν χαρτιά, επέλεξα τον ημιώροφο, δίπλα από μια σκαλιστή σε μάρμαρο γοργόνα σε φυσικό μέγεθος, αναπαύθηκα στην αγκαλιά μιας μαύρης δερμάτινης πολυθρόνας παρέα με ένα (δανεικό) βιβλίο,

δύο σελίδες αργότερα, στην βιογραφία των Nirvana, ο Cobain αντιμετώπιζε τον χρόνιο στομαχόπονο με την ηρωίνη, οι διαμαρτυρίες της δικής μου κοιλιάς δεν είχαν έντονο, ή μόνιμο, χαρακτήρα, ήταν απλά το soundtrack της ημέρας (5 ώρες ξύπνιος, 4 τσιγάρα, 3 σκέτοι καφέδες, 1 βόλτα, 0 φαγώσιμα), είχα όμως αναστατωθεί, τα μάλα, σφηνώθηκε στο μυαλό μου η ιδέα πως το ροκ είδωλο πιθανόν να υπέφερε από μια σπάνια, ανίατη ασθένεια, προκαλούσε ανεπιθύμητες βαριές παρενέργειες στην κοιλιακή χώρα, η σύντομη ζωή του είχε σημαδευτεί από μια αρρώστεια, εξίσου ασυνήθιστη με το μουσικό ταλέντο του front man του αγαπημένου rock συγκροτήματος της grunge σκηνής του Seattle, η τραγωδία ήταν δίχως διαφυγή, είχα ταραχτεί, πόσο μάλλον που δεν έμοιαζε ασφαλές να αποκλείσουμε την πιθανότητα ο ιός να επέδραμε κάποια στιγμή στα στομάχια των ευαίσθητων ψυχών των εκατομμύριων νεαρών φαν της εναλλακτικής ροκ ανά τον πλανήτη, όλων εμάς, ούτως ή άλλως, την είχαμε βάψει, έτσι πιστεύαμε, στον άδικο, σκληρό, γαμημένο καπιταλιστικό κόσμο που είχαν οικοδομήσει οι γονείς μας, δεν μου πέρασε από το μυαλό, στην πολυθρόνα παρέα με την γοργόνα, όταν άναψα το Winston στο πεζοδρόμιο μπροστά από τα Starbucks, στο βαγόνι του Μετρό στον δρόμο της επιστροφής, ούτε τα χρόνια που ακολούθησαν, πως ο Cobain δεν τα κατάφερε να αποδεχθεί το μέλλον του ως διάσημος rock star, “thats my future, either Ive accepted it, or gone beyond insane[1], όπως το έθεσε λίγους μήνες πριν τον θάνατο του, όσο για το απόλυτο σύμβολο της monoculture των Nineties,

την σύντομη περίοδο που ακολούθησε την νικηφόρα για τον δημοκρατικό κόσμο λήξη του Ψυχρού Πολέμου, από τις Επαναστάσεις του 1989 μέχρι τις Επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, μάλλον πως αλάλιασε λιγάκι ο Michael Jackson,

η Madonna χρειάστηκε να αλλάξει πρόσωπο, στην κυριολεξία (η Courtney Love επίσης, σύζυγος του Kurt Cobain), οι περισσότεροι ηθοποιοί των Friends, Beverly Hills 90210, και Baywatch, συνδέθηκαν οριστικά στην μνήμη του φιλοθεάμονος κοινού με τους συγκεκριμένους ρόλους, ο Macaulay Culkin (Home Alone) δεν συνέχισε, ο Edward Furlong (Terminator) δεν άντεξε, ο Michael Jordan πέταξε, τέλος, το MTV, μέσω 24ωρου τηλεοπτικού προγράμματος, ήταν τόσο influential στην μουσική, την ποπ κουλτούρα, όσο είναι αδύνατον πλέον να συμβεί λόγω world wide web,

I'm so tired I can't sleep, sit and drink pennyroyal tea, distill the life that's inside of me, sit and drink pennyroyal tea" τραγουδούσε ειρωνικά ο Cobain στα μισά του Unplugged, δεν αρκούσε για τον πόνο στο στομάχι, όσο για το φλισκούνι, το ιαματικό βότανο της Σάμου παρέμεινε στο βαζάκι στο ντουλάπι της κουζίνας, δεν συνέβαλλε καθόλου στην νιρβάνα της νύχτας, η οποία,

είχε την σφραγίδα της επιστήμης της φαρμακολογίας περισσότερο, έναντι της φαρμακευτικής, η πρώτη επεκτείνει το ενδιαφέρον της στα δηλητήρια και τις πειραματικές ουσίες, στις οποίες μάλλον πως εμπίμπτει το -άγνωστης προέλευσης, αμφίβολης ποιότητας- special K, που προμηθεύτηκα από έναν Αφγανό στην οδό Μαυρομματαίων στην αφετηρία εκείνης της μακράς βραδιάς...

26.12.25

Sexάρχεια

 





IIΙ

Περπατώντας και μοιρολογώντας, για το χάλι της πλατείας, δεν άργησε, με διέκοψε χαμογελώντας: «από τις φωτογραφίες σου κατάλαβα πως είσαι φλώρος!», αιφνιδιάστηκα διπλά, εκείνη την βραδιά,

αρχικά, έστειλε μήνυμα στις 23:30, ζήτησε να συναντηθούμε σε μία ώρα, έβγαλα μια Fischer από το ψυγείο, όταν βρεθήκαμε, πρότεινε να πάμε απευθείας στο διαμέρισμα της, αμφιταλαντευόμουν ακόμα αν θα παράγγελνα Metaxa ή βότκα τόνικ οπουδήποτε επιλέγαμε να πάμε για ποτό εκεί κοντά, ήπια μιάμιση μπύρα στον καναπέ της, αφού πρώτα με σύστησε στην γάτα που μας περίμενε στην πόρτα, βαπτίστηκε με απώτερο σκοπό την εκπλήρωση μιας λαϊκής παροιμίας: «η Μάρα και η Σάρα»,

γέλασα, χαλάρωσα, ακολούθως ξεκινήσαμε να συζητάμε, αναφέρθηκε, επανέρχονταν συχνά, σε θέματα οικονομικής ανασφάλειας και δυσπραγίας, αφηγήθηκε δυσάρεστες ιστορίες με πρώην γκόμενους, μικροεπεισόδια ενδοοικογενειακής βίας, δράματα του παρελθόντος, άγχη σε χρόνο ενεστώτα, ανησυχία για το αβέβαιο μέλλον πότισαν σεξοκτόνο δηλητήριο την ακριβής τοποθεσία, όπου έναν μήνα αργότερα θα κάναμε σεξ καθιστό, παθιασμένο, όσο και χαοτικό, έφερε το χάπι της επόμενης ημέρας,

«πρέπει να γνωρίζεις τα πάντα για εμένα» ανέφερε χαϊδεύοντας ταυτόχρονα την πλάτη μου, μάλλον παρηγορητικά, ήδη, βέβαια, από το chatting στο OkCupid, σταδιακά πιο άμεσο και ειλικρινές, το βαρύ συναισθηματικό φορτίο της υποψήφιας ερωτικής παρτενέρ ήταν προφανές, γενικά μιλώντας, είμασταν απροπόνητοι, ελάχιστα εξοικοιωμένοι, με το know how της εποχής, διεθνώς και εγχώρια, σύμφωνα με το οποίο δύο εν δυνάμει εραστές ενσαρκώνουν ρόλους comédie, πρόκειται για ένα ελαφρύ θεατρικό, κινηματογραφικό, ή τηλεοπτικό είδος, με εύθυμα στοιχεία και λιγοστά alcohol free δραματικά, έτσι ώστε να κυλήσει χωρίς εκπλήξεις η βραδιά, να επιβιβαστούν σε ταξί, να αποβιβαστούν σε όποιο διαμέρισμα βολεύει, να κάνουν σεξ εθιμοτυπικά, λυτρωτικά, ψυχαγωγικά, ή διαδικαστικά,

θα ήταν αναληθές ωστόσο, αν ισχυριζόμουν πως δεν σκιάχτηκα όταν στα προεόρτια -αναμενόμενων- ερωτοτροπιών, στις τρεις τα ξημερώματα, η Μάρα διηγιόταν βάσανα λεπτομερώς, συμφορές προ δεκαπενταετίας, όπως δεν είναι ανακριβές πως, πράγματι, στην Ελλάδα, τότε, το παράπονο μας έφερνε κοντά, η κοινή μας απαισιοδοξία έστεκε ως φάρος συνεννόησης, η μίρλα λειτουργούσε ως μαγνητική πυξίδα, όργανο πλοήγησης με βελόνα που ευθυγραμμίζονταν με το μαγνητικό πεδίο της γκρίνιας επί της Γης, περιστρεφόταν ελεύθερα, βοηθώντας στον αποπροσανατολισμό στο ίντερνετ και στην εύρεση, αντί για του Βορρά, του πουθενά, όπου άλλωστε,

κατέληξε η βραδιά, οι σκελετοί από την ντουλάπα που ρίχτηκαν άγαρμπα στα πόδια μου, ο κομφορμισμός της by the book επιλογής «1η φορά σεξ στο 3ο ραντεβού», προσέδωσαν στην νύχτα μια ανυπόφορη αίσθηση του pity sex, δεν την ακολούθησα όταν πέρασε το χέρι της στον ώμο μου, έδειξα συγκαταβατική κατανόηση σε διακριτικά χάδια, λίγο μετά τις 04:00, η Μάρα συνειδητοποίησε πως δεν θα άλλαζε σεντόνια, πρωί προς μεσημέρι Κυριακής, το άδοξο τέλος του Σαββατόβραδου ήταν μονόδρομος, ζήτησε επιτακτικά να φύγω.





24.12.25

Sexάρχεια

 


II

Η ζουζού ήταν démodé, ήδη από τον Ιούνιο του 1997, όταν οι Dandy Warhols από το Portland, του Oregon, κυκλοφόρησαν το Not If You Were the Last Junkie on Earth, ο Courtney Taylor-Taylor τραγούδησε με νόημα πως "heroin is so passé",

χρήστες ουσιών, η δερματοστιξία στο σώμα τους σημάδια από πληγές, δερματικές παθήσεις, διαταραχές, αντί για ανεξίτηλα σχέδια από χρωστικές ουσίες, σέρνονταν έξω από τον Γρηγόρη μικρογεύματα, το πρώτο κατάστημα άνοιξε στην Αθήνα το 1972, πωλούνταν τυρόπιτες, λουκανικόπιτες, ζαμπονοτυρόπιτες, λουκουμάδες και παγωτό από πρόβειο γάλα, όταν γιόρτασε τα πεντηκοστά της γενέθλια, η επιχείρηση, μέσω μιας αλυσίδας franchise 367 καταστημάτων σε Ελλάδα, Κύπρο, Ρουμανία, και Γερμανία, εμπορεύονταν πλέον καφέ, ροφήματα, χυμούς, πίτες, σαλάτες, γλυκίσματα, vegan & wellbeing επιλογές,

ασυνήθιστα πολλές, προσέφερε το κεντρικό περίπτερο της πλατείας, όπου περίμενα την Μάρα, μαζί με snacks, τσιγάρα, παγωτά, νερά, αναψυκτικά, και μπύρες, έβρισκες μπροσούρες, fanzines, φυλλάδια, περιοδικά-βιβλία εκτός εμπορίου, παραγεμισμένα με ευφάνταστες εξηγήσεις, ανόθευτες τρέλες, γνήσιες παρανοήσεις, θεωρίες για την επανάσταση, την συλλογική χειραφέτηση, την καταστροφή του κράτους, το τέλος του καπιταλισμού, και ό,τι άλλο βάζει ο εξεγερμένος νους, ο δικός μου είχε επιλέξει το σημείο ώστε να αποφύγω το μπουλούκι των τοξικοεξαρτημένων,

η εποχή που ανιχνεύονταν στο αίμα brown sugar μαζί, ή χώρια, με βαρβιτουρικά είχε περάσει προ πολλού, από τα 1970s έως τα 1990s, ανάμεσα σε άλλους, στου Sonny Clark, της Janis Joplin, του Alan Wilson, του Gram Parsons, του Jim Morrison, του Tim Buckley, του Leny Bruce, της Donyale Luna, του Emmett Grogan, του John Belushi, του Jean-Michel Basquiat, του River Phoenix, του Eric Show, σε ένα παράξενο στριφογύρισμα της μοίρας, το τελευταίο διάσημο θύμα της white nurse (το 2014) ήταν ο δραματικός των δραματικών ηθοποιών του κινηματογράφου Richard Seymour Hoffman, ασυναγώνιστος όταν ενσάρκωνε το εύρος, τα δαιδαλώδη βάθη της ανθρώπινης περιπέτειας, της ακροβασίας από την στιγμή που γεννιόμαστε (χωρίς να έχουμε ερωτηθεί) μέχρι τον θάνατο, στα βαθιά γεράματα, έστω, παρά την θέληση μας συμβαίνει, οικειοθελώς αποχώρησαν, δι’ απαγχονισμού, ο Chris Cornell τον Μάϊο του 2017, Ιούλιο ο Chester Bennington, ο Anthony Bourdain το 2018, έναν χρόνο αργότερα ο Keith Flint, απέδρασαν από το σπιράλ καθόδου της κατάχρησης, ξέμεινε μια δόση από απελπισία,

βρισκόμουν λίγα μέτρα μακριά από την εξαώροφη μοντερνιστική «μπλε πολυκατοικία» (1933), βαπτίστηκε από το χρώμα του κοβαλτίου που χρησιμοποιήθηκε για τις εξωτερικές επιφάνειες, ο αρχιτέκτονας είχε δανειστεί στοιχεία από τον σχεδιασμό των καραβιών, τα κοίλα τόξα στις πόρτες έμοιαζαν με φινιστρίνια, κηρυγμένο διατηρητέο, εκ κατασκευής έτοιμο για να σαλπάρει, εκείνη την στιγμή, ακόμα και ο πλέον αισιόδοξος συμφωνούσε πως θα ‘ταν για το πουθενά, οι τοίχοι του είχαν γεμίσει tags, αφίσες ανακοίνωναν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, παρουσίαζαν μανιφέστα ακτιβιστών, αναθέματα κατά της εξουσίας, κατηγορητήρια αναρχικών ομάδων, ενημέρωναν για φοιτητικά parties και συναυλίες ξένων συγκροτημάτων, στο ισόγειο το Φλοράλ Patisserie Deluxe είχε κατεβάσει ρολά, καφέ-ζαχαροπλαστείο με έτος γέννησης το 1936, η ονομασία έλκει την καταγωγή της από το Παριζιάνικο καφενείο του μεσοπολέμου Café de Flore, στον χώρο φιλοξενούνταν παρουσιάσεις βιβλίων και συναυλίες στις οποίες δεν θα παρευρίσκονταν, ούτως ή άλλως, η τραγουδίστρια Mary, κάτοικος Εξαρχείων, έμεινε στον τόπο στο διαμέρισμα της έπειτα από OD με κεταμίνη, αντί για heroin, η οποία,

σύμφωνα με το πνεύμα της άκρατης αισιοδοξίας της επιστημονικής επανάστασης του 19ου αιώνα, βαπτίστηκε ηρωίδα, η λέξη προέρχεται από το γερμανικό heroisch, παρασκευάστηκε με σκοπό να υποκαταστήσει την μορφίνη, κυκλοφόρησε ως φάρμακο από την Γερμανική φαρμακευτική εταιρεία Bayer το 1895, αφότου βγήκε στην παρανομία, έγινε γνωστή στον 20ο αιώνα ως αντιηρωίδα, απάλυνε προσωρινά από τον πόνο, έκλεψε για πάντα την ανάσα αντιηρώων, έτσι ώστε,

στις αρχές του 21ου αιώνα, τα καταπραϋντικά της οφέλη να προσφέρονται πλέον από μια σειρά από νέα νόμιμα συνταγογραφούμενα οπιοειδή φάρμακα (το 2021, στο αίμα του νεκρού 21χρονου rapper Lil Peep, ανιχνεύθηκε Hydrocodone, Hydromorphone, Oxycodone and Oxymorphone), όσο για τον δρόμο, και τις πιάτσες, την θέση της κατέλαβε η china white, ήταν αδύνατον να αγοράσεις φαιντανόλη στην πλατεία, έβρισκες μπάφους, ή και αμφεταμίνες, όσο για βιταμίνες,

έπαιρναν απουσία από τα σώματα των νεαρών που συμμετείχαν στην σύρραξη στο κέντρο της πλατείας, ξεκίνησε όταν ένας δεκαεπτάχρονος Αλγερινός έπιασε από τον λαιμό, χτύπησε στο κεφάλι με βαρύ αντικείμενο, σώριασε στο έδαφος, συνομήλικο του Πακιστανό, το soundtrack της βίαιης συμπλοκής που ακολούθησε, όταν συνέτρεξαν  ομοεθνείς, εχθροί, και φίλοι, σχημάτιζαν κραυγές εμψύχωσης, βογγητά, ουρλιαχτά, φωνές που καλούσαν σε ηρεμία, επήλθε έπειτα από δυο λεπτά, το ωστικό κύμα της βίας δεν έσπασε τα τζάμια από τα παράθυρα στις γύρω κατοικίες, προκάλεσε, ωστόσο, ρήγμα στα τσιμέντα, δεν έδειχνε, προσώρας, να φθάνει μέχρι τα καταστήματα περιμετρικά από την πλατεία...

...το Corto, ένα καφέ μπαρ με πελατεία άντρες και γυναίκες 45 με 50 ετών, κάτοικοι της περιοχής, εισοδηματικά μικρομεσαίοι, κάθονταν έξω, έπιναν μπύρες και ουίσκι με πλάτη στην πλατεία, μέσα από το κατάστημα έβγαιναν χορευτικά beats από playlist, στον ίδιο χώρο, είχε λειτουργήσει το gay friendly Wunderbar, οι djs έδειχναν προτίμηση στην eclectic electronic, ένα μίνι μάρκετ, ένα κλειστό μπαρ, ένα στέκι για τσάι και ναργιλέ, το βιβλιοπωλείο της πλατείας, αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας των Εξαρχείων, φιλοξενούσε διαχρονικά περισσότερους εκδοτικούς οίκους από κάθε άλλη της Αθήνας, ένα καλαίσθητο café με μαρμάρινα τραπέζια και καφέ στην χόβολη, ένα μεζεδοπωλείο, ένα φαρμακείο, ένα φαγάδικο, μια καφετέρια, ένα old school hard rock bar,

τέλος, η ταράτσα ενός γωνιακού διώροφου κτιρίου φιλοξενούσε τον θερινό κινηματογράφο ΒΟΞ, διέθετε λαστιχένιες καρέκλες, τραπεζάκια, λίγες γλάστρες, και λευκό πανί στον τοίχο πάνω στον οποίο έπεφτε η μηχανή, προβάλλονταν arthouse ταινίες και επανεκδόσεις του κλασικού κινηματογράφου, τα εγκαίνια είχε κάνει, τον Ιούνιο του 1938, η Κυρία με τας Καμελίας: «το αισθηματικώτερο αριστούργημα της Γαλλικής Φιλολογίας, το έργο που εξακολουθεί να συγκλονίζη και να γοητεύη όλον τον κόσμο», σύμφωνα με την διαφημιστική προώθηση της εποχής, το café στο ισόγειο, με τις μεγάλες τζαμαρίες, τις vintage ξύλινες καρέκλες, και την δανειστική βιβλιοθήκη, έκλεισε λόγω της οικονομικής κρίσης το 2011,

ο χώρος καταλήφθηκε από μέλη της συλλογικότητας Ρούκουνας, σημαίνει ο ακλόνητος, ο σταθερός, στην Κρήτη ρούκουνα ονόμαζαν την γωνιά του πετρόκτιστου σπιτιού που ήταν το ποιο γερό σημείο του κτίσματος, για κακή τους τύχη, δεν γνώριζαν πως στην αθηναϊκή αργκό ήταν κάποτε συνώνυμο με τον μεθύστακα, χρησιμοποιούνταν επίσης ως προσβλητικός χαρακτηρισμός για κάποιον που αργεί να γυρίσει ένα τσιγαρλίκι, οι καταληψίες σέρβιραν σε φιλικές τιμές τσίπουρο, κατάρες για την εξουσία, χύμα αφορολόγητο κρασί και μπύρες, απειλές για το Σύστημα, τα τελευταία τρία χρόνια ο χώρος είχε σφραγιστεί από την αστυνομία τρεις φορές Παρασκευή το βράδυ, άνοιξε εκ νέου το πρωί της Δευτέρας,

η ζωή συνεχιζόταν, στου Ρούκουνα, στην μυθική Ιθάκη της Πηνελόπης, στα Εξάρχεια, και την Αθήνα, επεκτείνονταν, επίσης, ο χρόνος της αναμονής, η Amstel στο κουτί κόντευε να αδειάσει, είχε λήξει ο καυγάς τουλάχιστον, τώρα είχε ανάψει, ως συνήθως, μια μικρή φωτιά (έκαιγαν χαρτόκουτες, ξερά φύλλα και χόρτα, πλαστικές και χάρτινες συσκευασίες), είχαμε βέβαια συνηθίσει τα πάντα: τα άσκοπα μπάχαλα, την διατάραξη κοινής ησυχίας από τα καταστήματα εστίασης, τις αναίτιες επιθέσεις της αστυνομίας και τις συλλήψεις στον σωρό, την τυφλή βία των χουλιγκάνων, την περιέφεραν μεταξύ ποδοσφαιρικών γηπέδων, Εξαρχείων, και συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας για τα μέτρα λιτότητας στην πλατεία Συντάγματος, το tagάρισμα -εντός 48ωρου-της φρεσκοβαμμένης πρόσοψης οποιουδήποτε κτιρίου βρίσκονταν γεωγραφικά εντός των ορίων των εννιακοσίων στρεμμάτων, την γκρίνια, το ημίφως, την απαισιοδοξία, την ματαίωση, διότι, σαφώς,

κάπως αλλιώς είχαμε φανταστεί την μετάβαση του κέντρου της πόλης, από την εποχή που η Αθήνα διαβιούσε ως «κλεινόν άστυ» (κλεινόν σημαίνει ένδοξο στα αρχαία ελληνικά, το άστυ είναι η πόλη), ο αυτοχαρακτηρισμός της αποδόθηκε, μάλλον αρχοντοχωριάτικα, στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα από τους νιόφερτους κατοίκους της, την περίοδο 1961-2001 ο πληθυσμός της πρωτεύουσας αυξήθηκε κατά 82% ως αποτέλεσμα μιας αναγκαστικής εσωτερικής μετανάστευσης από την επαρχία για οικονομικούς λόγους,

προς μία urban μητροπολιτική καθημερινή εμπειρία τύπου 100 Global Cities, θα προκαλούσε μια νέου τύπου αισθητηριακή διέγερση σε μόνιμους κατοίκους, τουρίστες, επισκέπτες, και digital nomads, ανάλογη και σχετική με εκείνη που μνημόνευε ένας Έλληνας, στα 2000s-2010s, για πόλεις όπως η Βαρκελώνη, η Λυόν, το Άμστερνταμ, η Πράγα, η Μπολόνια, και η Κοπεγχάγη, όπου είχε βρεθεί για διακοπές, εργάζονταν μόνιμα, ή είχε επιλέξει για σπουδές, άπαξ της επιστροφής καθόλου σπάνιο δεν ήταν να γκρίνιαζε για την Βαλκανική μας μοίρα, θα την εξέφραζαν, μορφοποιούσαν, μετέφραζαν, επικοινωνούσαν, θα την εδαφικοποιούσαν:

φούρνοι νέας γενιάς (θα διατίθεται επίσης φρέσκο ψωμί, αντί αρτοσκευασμάτων αποκλειστικά), wine bars, boutique hotels, concept stores, όπου συνυπάρχουν η τέχνη, η μόδα, η διακόσμηση και το design,

η pizza al taglio, ψήνεται σε μεγάλο ορθογώνιο δίσκο και στη συνέχεια πωλείται σε μεγάλες φέτες των 20x10 εκατοστών σε 36 γεύσεις (με κρέας, χορτοφαγικές, και Hawaiian γλυκές!), την απολαμβάνουν στην Ρώμη, στα slice shops της Νέας Υόρκης,

σουβλατζίδικα, falafel houses, kosher deli, Asian, Mexican, Indian, κι ό,τι άλλο θέλει, παραδοσιακά καφενεία, Chinese Tea stores, café σκανδιναβικής αισθητικής για την Gen Z, vintage μαγαζιά, street bars, βιβλιοπωλεία, art spaces, 3rd wave coffee

...όσο για το κύμα βρώμας που εισέπνευσα, οφείλονταν σε άνδρα με απλυσιά εβδομάδων και μακρύ λαδιάρικο μαλλί, ζήτησε κέρματα να πάρει τσιγάρα, ένας με πυκνή γενιάδα ρώτησε την ώρα, οι τρίχες είχαν κιτρινίσει στο μουστάκι, η ανάσα του ξινή από το κόκκινο κρασί, δεν ρώτησε, αν και ήθελε να μάθει, τι γύρευα τόση ώρα εκεί, είχα φθάσει δέκα λεπτά νωρίτερα, άλλο τόσο αργοπόρησε η Μάρα,

σκεφτόμουν, προβληματιζόμουν δηλαδή, ανάμεσα σε ζευγαράκια, λούμπεν γυρολόγους, μαυροντυμένους αντιεξουσιαστές, βιαστικούς περαστικούς, ασφαλίτες, κεφάτους φοιτητές, στο ακριβές σημείο όπου,

κινούμενοι από αντίθετες κατευθύνσεις σε βάθος 32-35 μέτρων, σκάβοντας ημερησίως 10-15 μέτρα ώστε να ολοκληρωθεί μια σήραγγα 12,8 χιλιομέτρων, κάποια χρόνια αργότερα, έμελλε να συναντηθούν δύο μετροπόντικες, η Νίκη θα συναντούσε την Αθηνά στην πλατεία των Εξαρχείων για τις ανάγκες της Γραμμής 4 του ΜΕΤΡΟ, σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, θα μεταμόρφωναν το αστικό κενό σε σκέτο κενό, ένας νέος κύκλος ζωής θα άνοιγε για την ιστορική γειτονιά του κέντρου της ιστορικής πόλης της Αθήνας.