15.1.26

Sexάρχεια



Η αλήθεια είναι πως δεν είχα σκεφτεί να αποκαθηλώσω το 69, έως ότου πείστηκα, πως όταν συγχρονίζονται οι εραστές, ο ρυθμός αποσυντονίζεται, με δραματικές συνέπειες όσον αφορά την ποιότητα της απόλαυσης, με την εξαίρεση εκείνων που ανήκαν στον στενό κύκλο των συγγραφέων του Κάμα Σούτρα («ξεκούρδιστη πίπα, ό,τι να ‘ναι γλειφομούνι, κατάλαβες;»),

it came as a shock really, η απομυθοποίηση του ερωτικού παιχνιδιού, η απάντηση βρισκόταν στο λυσάρι της Μάρας, άξιζε τον συμβολικό τιμητικό τίτλο «Η Αρχόντισσα των Θηλασμών», μάλλον όμως θα το έπαιρνε σαν προσβολή, ας σημειωθεί πως ένα αρσενικό δεν θα τον προσέβαλλε ο χαρακτηρισμός «Πρίγκηψ του Κόλπου»,

αμελητέα η πιθανότητα ωστόσο να εγκαθιστούσαμε –εμείς, πρώτοι απ’ όλους- μια updated version ισότητας μεταξύ των δύο φύλων, όσον αφορά την σεξουαλική ζωή (στα εργασιακά η πρόοδος κρίνεται ικανοποιητική), δεν είναι λίγοι όσοι εξακολουθούν να αποκαλούν, υποτιμητικά, «εύκολη» την γυναίκα με μεγάλο αριθμό ερωτικών συντρόφων, ένας άντρας χαρακτηρίζεται ως «γυναικοκατακτητής» (από τους μπουρζουά), «γαμιάς» (από τους λούμπεν λαϊκούς), «άντρακλας» (από τους μικροαστούς), εξίσου promiscuous με μια γυναίκα δηλαδή αλλά χωρίς ανεπιθύμητους συνειρμούς,

το δευτερογενές προκαταρκτικό του σεξ ακολουθεί ενίοτε- χάδια, αγκαλιές, φιλιά, αν ορισμένες γυναίκες θεωρούν υποτιμητικό το blowjob είναι διότι συνδέθηκε υπερβολικά με εικόνες αναπαραγωγής της αχαλίνωτης εκδοχής της πατριαρχίας στο σινεμά, στην βιομηχανία του πορνό, στην τηλεόραση,

παραδείγματος χάριν, γραβατωμένο εταιρικό στέλεχος στον 44ο όροφο ενός γυάλινου ουρανοξύστη, λιπαρός σαπιοκοιλιάς ιδιοκτήτης μάντρας αυτοκινήτων ξεχασμένης επαρχιακής πόλης, random τύπος, you name it, πάντως μεσήλικας άντρας, βολεύεται αναπαυτικά σε μια καρέκλα, δερμάτινη με ρόδες, ξύλινη, ή πλαστική, στο κάδρο χωράει επίσης η πλάτη νέας εμφανίσιμης γυναίκας που είτε επιλέγει, είτε δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, προσφέρει επιβεβαίωση,

όπως εκείνη που αποζητά ο Wayne Jenkins στην τηλεοπτική σειρά We Own This City  του David Simon (The Wire) και του George Pelecanos, βασισμένη στο βιβλίο του Justin Fenton, ρεπόρτερ της εφημερίδας Baltimore Sun, παρουσιάζει την ιστορία μιας ομάδας διεφθαρμένων αξιωματικών του Αστυνομικού Τμήματος της Βαλτιμόρης, ο αρχηγός τους είχε την συνήθεια να δειπνεί μόνος του μια φορά την εβδομάδα σε ξενοδοχείο, για χώνεψη επέλεγε στοματικό, εκείνος κάθονταν σε πολυθρόνα, στα γόνατα μια σεξεργάτρια, δεν επιχείρησε ποτέ την συνουσία ώστε να μην καταμετρηθεί ως συζυγική απιστία,

όσο για τους άντρες, την προβληματική τροπή που δύναται να λάβει η σχέση τους με το καθόλα προαιρετικό, εδώ που τα λέμε, σεξουαλικό παιχνίδι, αναπαράγουν, ασυνείδητα συχνότερα, τύπους σεξουαλικότητας που ανήκουν στο manual της πατριαρχίας με περασμένη ημερομηνίας λήξης,

-       “among the families of The Sopranos, oral sex performed by a man on a woman is a shameful secret for the man, in Season 1 Junior warns his girlfriend that she can’t tell anyone about his bedroom prowess, ‘they think if you suck pussy, you’ll suck anything..."[1],

οι άγραφοι νόμοι της σεξουαλικής ζωής των μελών μιας οικογένειας από το New Jersey, εξυπακούεται, ταυτίζονται, εν πολλοίς, με τους άτυπους κανόνες μιας παλαιόθεν, ευρύτερα κοινής, ανδροκεντρικής γυναικοφοβικής κουλτούρας,

όσον αφορά τον βίαιο κόσμο των Sopranos ειδικότερα, το σεξ ταυτίζεται σε απόλυτο βαθμό με την δύναμη, ουδείς απρόσβλητος, βεβαίως, από τον ενδογενή ιό της τυφλότητας της ισχύος, οι τηλεθεατές, το φιλοθέαμον κοινό, μιας από τις δημοφιλέστερες τηλεοπτικές σειρές των τελευταίων τριάντα ετών, didnt always get it exactly right:

-       "a significant fraction of fans went beyond tolerance for the frailties of the Soprano family towards an uncritical fondness for their often misogynistic violence, David Chase, creator of the TV series, was troubled by how much the less yakking, more whacking contingent of his fan base loved his mobbed-up characters, no matter how badly they behaved, ‘the show is about evil, I was surprised by how hard it was to get people to see that",[2]                                                                                                                 

κάτι αντίστοιχο, παρατηρήθηκε και στην Ελλάδα, με τις κινηματογραφικές ταινίες του εμβληματικού και λαοφιλούς Γιάννη Οικονομίδη,

αρχικά, όταν ο σκηνοθέτης κατέγραφε την λούμπεν καθημερινότητα του μικροαστού (Σπιρτόκουτο [2002,] Η ψυχή στο στόμα [2006]), η ατάκα που έγινε λαϊκό σουξέ, stencil σε τοίχους, ψηφίδα της ποπ κουλτούρας, συμπύκνωνε κωμικοτραγικά ερωτικά μπλεξίματα: «τι θα κάνεις με την Λίντα, Βαγγέλη;»,

όταν αναπαράστησε μυθοπλαστικά τον κόσμο της παραβατικότητας, της κοινωνικής παρακμής, του οργανωμένου εγκλήματος, των μικροκακοποιών (Μαχαιροβγάλτης [2010],Το μικρό ψάρι [2014], Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς [2020]), ο χαβαλές αντικαταστάθηκε από θανατίλα, viral, meme, story, και short videos, έγινε μια ατάκα του υποκόσμου: «πώς τους πετσόκοψες έτσι;»

μοβόρικος οπότε, πότε πότε ο λαός, ανθρωποφαγικός, και ο Διάβολος, προτού να γίνει έκπτωτος, ως άγγελος υπήρξε.







No comments:

Post a Comment