7.1.26

Sexάρχεια

 



IT'S COMPLICATED. IT ALWAYS IS. 

Δεν άλλαξε manual την πρώτη μας φορά, δεν υπήρχε λόγος, πριν φανεί ο εραστής, έστριβε ένα λεπτό τσιγάρο, μίξη καπνού και κάνναβης, άναβε τον (ελαφρύ) μπάφο, το έσβηνε έπειτα από λίγες ρουφηξιές, στα μισά του σεξ θα έκανε άλλες τρεις τζούρες,

προηγουμένως, παρέα με τον καλεσμένο της, θα έπινε μια μπύρα στο σαλόνι, προτιμούσε, δηλαδή βολεύονταν, την έβγαζε με Heineken,

του ομώνυμου Ολλανδικού μεγαθήριου, έτος γένννησης το 1864, με 165 ζυθοποιεία σε περισσότερες από 70 χώρες κατατάσσεται ως η τρίτη μεγαλύτερη εταιρεία ζυθοποιίας στον κόσμο, παρασκευάζει, εμπορεύεται περισσότερα από 250 είδη μπίρας με ετήσια παραγωγή 181.300.000 εκατόλιτρων που δεν έπινα ούτε ακόμα κι αν θα εργαζόμουν -για το μεροκάματο, ως κομπάρσος - σε τηλεοπτικό διαφημιστικό της, θα ζητούσα να αντικαταστηθεί το υγρό στην φιάλη με χυμό ροδάκινο-μήλο-ανανά προφασιζόμενος πως δεν πίνω αλκοόλ, τους τα ‘χα μαζεμένα των Ολλανδών, υπήρξε, βλέπετε, μια εποχή, στα 1980s-1990s, διήρκησε 10 με 15 χρόνια, όταν στην Ελλάδα δήλωνες είτε αριστερός είτε δεξιός, αντιστοίχως ψήφιζες ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή Νέα Δημοκρατία, πανηγύριζες για τον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό, ή με τους ροκάδες ή τους καρεκλάδες (disco), Nutella ή Merenda, βουνό ή θάλασσα για διακοπές, και πάει λέγοντας, διαφωνώντας βασικά, σε καφενεία και καφετέριες, όπου, όταν είχες όρεξη για μπίρα (ή μπιράκι, όπως ήταν το υποκοριστικό της για άντρες άνω των 40 ετών, μπιρόνι για τους φοιτητές, σπανιότερα τις φοιτήτριες, μπιρούλα για μεσήλικες γυναίκες καλοκαίρι στο μπαλκόνι στο χωριό, μπιροΐνη για τα αλάνια, τα τσογλάνια, και τους πρώην χρήστες ουσιών), παράγγελνες Amstel ή «Πράσινη» (δηλαδή Heineken) σχεδόν αποκλειστικά, το μερίδιο τους στην αγορά έφθανε στο 80%-85%, επέλεγα πάντοτε την Amstel, την προτιμούσα γευστικά, δεν είχα ιδέα πως έπινα Heineken International, η εταιρεία με έδρα το Amsterdam εμφιάλωνε και τις δύο μπίρες (όπως πληροφορήθηκα χρόνια αργότερα), το status της σχέσης μου με την Heineken παρέμεινε "its complicated," την πάτησα για δεύτερη φορά, όταν άρθηκε η απαγόρευση της παραγωγής μηλίτη στην Ελλάδα το 2017[1] (μέχρι τότε έβρισκες συνήθως το Strongbow της H. P. Bulmer, θυγατρική του ομίλου Heineken International), το αλκοολούχο ποτό με βάση το μήλο γρήγορα έγινε νέα καταναλωτική συνήθεια, είχαμε πλέον μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική στην μπίρα, τα περίπτερα μοσχοπουλούσαν τον Μηλοκλέφτη, τον οποίο ξεκίνησα να πίνω με λαχτάρα, έως ότου να πληροφορηθώ πως τιμούσα -εκ νέου- την μνήμη του Gerard Adriaan Heineken (1841-1893), ήταν προϊόν της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, εταιρείας παραγωγής και εμπορίας μπίρας στην Ελλάδα, μέλος του Ομίλου Heineken που είχε καταφέρει –μέσω του μηλίτη- να ανακτήσει το έδαφος που είχε απωλέσει στα 2010s στην ελληνική αγορά, όταν οι καταναλωτές αναζητούσαν νέες μάρκες, περισσότερα είδη, εναλλακτικές επιλογές, στο τέλος της συγκεκριμένης παιδευτικής ιστορίας αποκαταστάθηκε η προσωπική μου σχέση με τον κολοσσό του Αμστελόδαμου, απένειμα τα εύσημα στην αριστεία της πανουργίας του marketing department της εταιρείας, απολάμβανα πια χωρίς αναστολές την Πολωνική Żywiec, τηνΑλφα Weiss, τα brands ανήκουν στον πολυεθνικό όμιλο με καταγωγή την Ολλανδία, με άκουγε, ομολογώ, με απάθεια, απραξία, θα ήταν δύσκολο, ίσως ακατόρθωτο, να αλλάξει χούι, αρχικά, προσπάθησα να την δελεάσω με Noctua, ξανθιά ale craft σε γυάλινο μπουκάλι με σήμα την κουκουβάγια, μπύρα με εσπεριδοειδή αρώματα από αμερικάνικους λυκίσκους, εμφιαλωνόταν στην Αθήνα, ανέπτυξα, επιπροσθέτως, σειρά επιχειρημάτων υπέρ του microbrewery, υποχρεώθηκα να σταματήσω όταν ρώτησε την τιμή, στα 500ml ήταν 1€ πιο ακριβή, κατά συνέπεια, κατ΄εξαίρεσην μονάχα καταναλωτική επιλογή, δεν αποθαρρύνθηκα, πρότεινα την Zeus, απαστερίωτη σε πλαστικό μπουκάλι του ενός λίτρου, η δεύτερη μικροζυθοποιία στην Ελλάδα (1998) ήταν μια επιχειρηματική πρωτοβουλία που ανήκε σε έναν Καναδό στο Άργος της Πελοποννήσου, την έβρισκες στα ράφια λιγοστών μίνι μάρκετ του κέντρου, και ψαγμένων παντοπωλείων της πόλης, τα σούπερ μάρκετ δεν την έθεταν σε κυκλοφορία, με άκουγε, είναι η αλήθεια, με αδιαφορία, στο τέλος δοκίμασα με ΒΑΠ,  lager σε μεταλλικό κουτί από την Ρόδο, ακόμα μία αποτυχία,  

όσο για την δεύτερη βραδιά, η Μάρα έσκασε μπαφάκι, έπειτα ξεχάστηκε, δεν το άναψε, παρέμεινε στο συρτάρι του κομοδίνου δίπλα από το μαξιλάρι,

τέλος, τρίτη και ενδεικτική, ήπιε μισή μπίρα, καθόμουν στο κρεβάτι οκλαδόν, στεκόταν δίπλα από το κρεβάτι, όρθια, γυμνή, με είχε πλάτη, ψαχούλευε ανάμεσα στα ρούχα στην εντοιχισμένη κρεμ ντουλάπα, κοιτούσα έκθαμβος και σκεπτικός τους ώμους της, τα μαλλιά που έπεφταν στην πλάτη, κάπως φαρδιά η λεκάνη της, τετράγωνο σφιχτό, επίπεδο μικρό, απίθανο το κωλαράκι, έκανα focus στην σπονδυλική της στήλη, point being, δεν χόρταινα να το χαζεύω το κορμί της,

«δεν έκανα μπάφο αυτή τη φορά για να καταλάβω αν τις προηγούμενες φορές μου φάνηκε γαμάτο το σεξ επειδή την είχα ακούσει... ήταν τέλεια και απόψε...»,

κοίταξε δύσπιστα, παραξενεμένη πιο πολύ, προς την πλευρά μου, είχε γείρει τον αριστερό της ώμο προς τα μέσα καθώς μιλούσε, αντανακλαστικό ενός αμυντικού μηχανισμού, σαν να ‘θελε να προστατέψει τον εαυτό της από τα μελλούμενα,

δεν αντιλαμβανόμασταν γιατί βιώναμε μια ανέλπιστη, όσο και ανησυχητική, με όρους διαχείρισης των συναισθημάτων, αίσθηση πληρότητας στην τοποθεσία κρεβάτι, όταν στο σαλόνι, μεσολαβούσε ένας τοίχος, όλες οι ενδείξεις έδειχναν πως δεν ήταν δυνατόν να συνεννοηθούμε, δεν ταίριαζαν οι χαρακτήρες,

συνειδητοποίησα, εκ των υστέρων, πως έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται πως ορισμένες καταστάσεις δεν έχουν όνομα, απλά συμβαίνουν, ζούσαμε μια κατάσταση σεξουαλικού παροξυσμού, όπως τον περιέγραψε κάποτε ο Αυγουστίνος Ιππώνος:

-      «ένα φυσικό τράνταγμα του σώματος που δεν μπορεί να ελεγχθεί, ένας κλονισμός της ψυχής, η οποία παρασύρεται παρά τη θέλησή της από την ηδονή, μία τελική έκλειψη της σκέψης, η οποία δίνει την εντύπωση πως πλησιάζει στον θάνατο...»

 

 



[1] Ο νόμος 2963/1922 επέβαλε «ο εντός του κράτους παραγόμενος ζύθος δέον να παρασκευάζηται αποκλειστικώς διά της χρήσεως βύνης και λυκίσκου».


No comments:

Post a Comment