21.1.26

Sexάρχεια


THE WAYS OF THE BEAST

I

Sexuality is a beast· καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση στην φαντασία των ανθρώπων, το υποδεικνύει η δημοφιλία, το μέγεθος των κερδών, της βιομηχανίας της πορνογραφίας, της δημοφιλίας του genre των romantasy βιβλίων, το σώμα εκτίθεται πλέον με λιγότερη ντροπή, στα μήκη και τα πλάτη χαοτικών megacities, ή φόβο, καθώς η άυλη ψηφιακή επικοινωνία αντικαθιστά την φυσική εγγύτητα,

η σεξουαλικότητα, βέβαια, δεν πρέπει να ταυτίζεται με δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη ερωτική διαθεσιμότητα, την υπέθεταν βολικά, κατά το παρελθόν, οι άντρες, οι γυναίκες επίσης, άβολα την είκαζαν, σχετίζεται με την αποδοχή της δύναμης του, μια εξωστρεφή σχέση με το σώμα, συχνά ακομπλεξάριστη, καθώς άλλωστε,

η (οριοθετημένη) ελευθερία της έκφρασης, απεικόνισης, αναπαράστασης τoυ ερωτισμού στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, του παρελθόντος, ή τις συγκαιρινές, της απελευθερωτικής για την γυναίκα συμβολής της pop μουσικής (Madonna, Lady Gaga, Beyoncé), της pop culture γενικότερα, προκαταβάλλει πως η επιθυμία μας γυναίκας να αυξήσει τον όγκο των χειλιών της δεν προκύπτει αναγκαστικά από σύμπλεγμα κατωτερότητας (ή λανθάνουσα εσωτερικευμένη πατριαρχία), αλλά επίσης από (sexy) body positive επιθυμία να ενσαρκώσει για τον εαυτό της το πρόταγμα της ομορφιάς της περιόδου, σε κάθε εποχή προβάλλονται, εμμέσως επιβάλλονται, άτυπα πρότυπα, άλλοτε στενά, επίπονα, σαν wtf μεσαιωνικός κορσές[1], και άλλοτε πιο ελαστικά, όμως εξίσου απαιτητικά, σαν omg μπικίνι σε fit σώμα, σε συμφωνία πάντοτε, διαχρονικά, με την ευπλαστότητα των νευρώνων του εγκεφάλου, την ανάγκη του ανθρώπου για την ανάπλαση του σώματος, την επιθυμία της μεταμόρφωσης,

αξίζει να σημειωθεί, κακοπροαίρετα σχόλια, η χλεύη, το body shaming, επιμένουν να αφορούν την επιθυμία μιας γυναίκας που εργάζεται στον χώρο του θεάματος, της showbiz, να μετασχηματίσει το στήθος της σε στρόγγυλες μπάλες, αναστρέψιμη, και γενικά ασφαλής, διαδικασία, σπάνια όμως στόχευσαν τον δημοσιογράφο, ή τον ιδιοκτήτη μικρής επιχείρησης, που διαχειρίστηκαν την κρίση μέσης ηλικίας με χρήση αναβολικών ανδρογόνων στεροειδών (A.A.Σ.), το 6,4% του αρσενικού πληθυσμού, παγκοσμίως, κάνει αλόγιστη χρήση των ορμόνων που αυξάνουν τη μυϊκή μάζα, δύναται να έχουν σοβαρές παρενέργειες (π.χ. μειωμένος αριθμός σπερματοζωαρίων, στυτική δυσλειτουργία, φαλάκρα, αυξημένος κίνδυνος νεφρικής ανεπάρκειας, γυναικομαστία),

κοντολογίς, ένας stand-up comedian (ο καθένας μας), συνήθιζε να διασκεδάζει το κοινό του, με ατάκες για μπάλες του βόλεϊ πάνω στο σώμα της Λίλυ Κύκνου, πολύ συχνότερα, σε σύγκριση με την βιομηχανικής κλίμακας παραγωγή (ακέφαλων) ορνίθων που σφήνωσαν μεταξύ θώρακα και ώμων του Μιμίκου Κοτοπουλέα.

 

 

 

 

 

 

 

 



[1]"It must have been difficult to breathe, let alone move". [https://www.lrb.co.uk/the-paper/v47/n04/rosemary-hill/no-more-corsets].

 


17.1.26

Sexάρχεια

 


IV

Αρκεί μία (1) λέξη ώστε να σκανδαλιστεί ο φιλαναγνώστης, fond of reading, other peoples lives bleeding,

στην περίπτωση του Ernest Hemingway abortion, δεν την έγραψε ώστε να φθάσει στο τυπογραφείο το διήγημα Hills Like White Elephants (η έκτρωση, το 1927, ήταν εκτός νόμου στις Η.Π.Α.), το wankers του Mario Vargas Llosa, το fucking του Carlos Fuentes, τις λογόκριναν, ανάμεσα σε πολλές άλλες, οι Σοβιετικοί μεταφραστές τους στα 1960s,[1]

όλα κι όλα επτά (7) γράμματα, έβγαιναν από τα χείλη της παιγνιωδώς, έφθαναν ώστε να καίγομαι από επιθυμία, προοικονομούσαν, όταν ακριβώς προφέρονταν, την εξέλιξη της βραδιάς: «φλυαρία σ’ έχει πιάσει απόψε... έτσι θα το αφήσεις το μουνάκι;», λειτουργούσε ως καμπανάκι, χτυπούσε στο σαλόνι, στο μπαλκόνι, και στο κουζινάκι, οπουδήποτε αλλού, δεν στέρησε από τον εαυτό της την ικανοποίηση να το προφέρει -out of the blue- κοντά στ’ αυτί μου, στην ουρά στο σουβλατζίδικο, ανάμεσα σε πεινασμένους πελάτες, χαμηλόφωνα σε ένα λεωφορείο, φίσκα με ανυπόμονους επιβάτες, σε ένα hip event στον λόφο του Στρέφη,

μάλλον συχνά, παθαίνω την ζημιά με τις γυναίκες, κάποτε μάλιστα ήθελα τόσο πολύ να συγκλονισθώ, δώδεκα το μεσημέρι, ώστε να τα χρειαστώ, με πενηντάρα με 80s φουσκωτά κατάμαυρα μαλλιά, υγρά μεγάλα μάτια, έντονο μακιγιάζ, η ταμίας του μίνι μάρκετ με το βαρύ άρωμα άγγιξε κατά λάθος την παλάμη μου καθώς έδινε τα ρέστα, δεν γλύτωσα το μίνι ηλεκτροσόκ, ανέβηκε στο 0,5 της κλίμακας μέτρησης Watt όταν αντίκρυσα τους ακάλυπτους, φαρδείς, bonny ώμους μιας εικοσιτριάχρονης, κάθονταν απέναντι, χάζευε στο κινητό, μέσα στο βαγόνι στο Μετρό,

καλοδεχούμενες οι ανατριχίλες, ουδέποτε όμως είχα φανταστεί, πόσο μάλλον προετοιμαστεί, πως θα με γήτευε το απόκρυφο σημείο μιας γυναίκας,

(είχα προϋπάρξει φαν της πίσω όψης της ανθρώπινης φιγούρας - στρόγγυλοι ανυψωμένοι, ανάποδες καρδιές, ασπριδεροί κρεβατοκάμαρας, παραλίας αφυδατωμένοι, λεπτεπίλεπτα κωλαράκια που τα αναδείκνυαν χρωματιστά στρινγκάκια, ευτραφή οπίσθια που τα έκρυβαν στενά παντελονάκια),

σεβάσμιο, εξ ορισμού, η λέξη αιδοίο προέρχεται ετυμολογικά από το επίθετο «αδοος», αποδιδόταν και στον Δία, αναφέρονταν σε πρόσωπα που άξιζαν στοργή και σεβασμό, τρυφερότητα αντίστοιχη, θέλω να πιστεύω, με εκείνη που ένοιωθα όταν το άγγιζα, ταίριαζαν βεβαίως και τα χείλη μας, λεπτά, θα την κατασπάραζα την καϋμένη αν είχα σαν του Idris Elba, ώρες πολλές ξόδεψα στο porn hub (keywords: "skinny", "Russian girls”, "petit") γατάκι πιο ξεχωριστό, δεν κατάφερα να βρω,

-       “a few meters to our right was a group of German women who seemed to be discussing an article from Der Spiegel, one of them had shaved her pubic hair, you could easily make out her slender, delicate slit, “I really go for that type of pussy…” Valerie said in a low voice, it makes you feel like slipping a finger inside,” I really went for them too; but to our left was a Spanish couple where the woman, by contrast, ha a really thick, black, curly pubic bush; I could really go for that too”,[2]


εσύ, ένας διάσημος Γάλλος συγγραφέας σε holiday resort της τροπικής Ταϊλάνδης:

-       "All Cats Are Beautiful"

εγώ, ένας άσημος μικρομηκάς σε διαμερισματάκι -χωρίς θέρμανση- των Εξαρχείων:

-       «τι θα κάνεις με την γάτα της Βαγγέλη;»,

καθόλου τυχαίο δεν ήταν που το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα της Μάρας ήταν απολύτως αποσυνδεδεμένο με την πιθανότητα αναπαραγωγής του είδους, δεν είχα συναντήσει γυναίκα τόσο σίγουρη πως δεν θα τεκνοποιούσε, δεν ήταν η μόνη, αν αναλογιστούμε τους δημογραφικούς δείκτες στις ανεπτυγμένες χώρες,

η αύξηση του βιοτικού επιπέδου είχε ως αποτέλεσμα την επιμήκυνση του μέσου όρου ζωής και ταυτόχρονα τον έλεγχο των γεννήσεων, οι κοινωνίες με υψηλή γονιμότητα/θνησιμότητα μετασχηματίστηκαν σε κοινωνίες χαμηλής γονιμότητας/θνησιμότητας,[3] η αύξηση της μακροζωίας, η μείωση της γονιμότητας,

η επιδίωξη της ευζωίας σε τούτη την σεξοϊστορία καθιστούσαν τα όργανα μας σε μέσα παραγωγής της –προσβάσιμης- πολυτέλειας της ηδονής, της απόλαυσης ως αντίβαρο της γκρίζας καθημερινότητας μιας χρεωκοπημένης χώρας, των προσωπικών μας αδιεξόδων, μιας εκτροχιασμένης κοινωνικής πραγματικότητας η οποία, όταν, και αν κάποτε, επανερχόταν σε φυσιολογικά για τις εκτιμήσεις ονειροπολήσεις της πρώιμης νιότης, θα μας συναντούσε με τραύματα και μικρή αντοχή στα ξενύχτια,

«το γαμήσι είναι η ποίηση του φτωχού», υποστήριξε με γενναιοδωρία στα μέσα του 19ου αιώνα ο Γάλλος ποιητής Charles Pierre Baudelaire, όταν δεν είχε ακόμα εξασφαλισθεί η καθολική πρόσβαση στα οφέλη της εκπαίδευσης, τις χαρές της ανάγνωσης, δεν διαβάζαμε ωστόσο ποίηση, ή λογοτεχνία, αλλά τσεκάραμε στο internet τα news, που όταν ήταν breaking, δεν προμήνυαν κάτι ελπιδοφόρο, έστω θετικό, για την ελληνική οικονομία, την απασχόληση, την πτώση της τιμής του φόρου προστιθέμενης αξίας στα βασικά τυποποιημένα τρόφιμα, τον καφέ, και το αλκοόλ.

 


16.1.26

Sexάρχεια

 

IΙI

These were the days of wine and roses beers and oral pleasures; εντός των στενών ορίων του διαμερίσματος της Μάρας τουλάχιστον, στον έξω κόσμο, παρότι η πραγματική εικόνα της Ελλάδας δεν ήταν πολύ πολύ πολύ πολύ χειρότερη από εκείνη που παρουσίασε στο έργο του ο Γιάννης Οικονομίδης, όπως πίστευε ο ίδιος,[1]

these were the days of poetry and prose bigotry and pose, έπεφταν βροχή στα στενά των Εξαρχείων οι πέτρες και τα δακρυγόνα τις Παρασκευές τα βράδια, καίγονταν ή, συνηθέστερα, έπαιρναν αναβολή, οι προσδοκίες και τα όνειρα τις Κυριακές τ’ απογεύματα, μιας κουρασμένης γειτονιάς του κέντρου της Αθήνας, η οποία,

στην πραγματικότητα, δεν είχε βρει ηρεμία έπειτα από τις γενικευμένες ταραχές του Δεκέμβρη του 2008, τα βίαια επεισόδια μεταξύ νεολαίων και των ΜΑΤ είχαν γίνει ρουτίνα, τα κεντρικά γραφεία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (σε απόσταση τεσσάρων λεπτών από την πλατεία), τα χρόνια που ακολούθησαν την χρεωκοπία του 2010 γίνονταν στόχος επιθέσεων με βόμβες μολότοφ με συχνότητα δύο φορές το μήνα, εκείνο που σπάνιζε ήταν τα συνεργεία καθαρισμού, κανείς δεν θυμόταν την πιο πρόσφατη ανάδειξη, και αξιοποίηση, εγκαταλελλειμένου κτιρίου της δεκαετίας του 1950, την τελευταία ανακαίνιση νεοκλασικού,

άβολη δεκαετία, ευτυχώς να λέμε, βρήκα την βολή μου στο κρεβάτι της, όπου γευόμασταν ο ένας τον άλλον με άδειο μυαλό από γκρίζες σκέψεις, γέμιζαν με άτακτες, έμπειρη στον έρωτα, η Μάρα γνώριζε στον υπερθετικό βαθμό την μηχανική του σώματος, όταν έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια της το ανδρικό σύστημα οργάνων έπαυε να παίζει τον ρόλο του στη διαδικασία της αναπαραγωγής του είδους, παρήγαγε ηδονή, ενίοτε ανυπόφορη, έμοιαζε με εργαλείο το οποίο μεταχειριζόταν με άνεση, εξοικείωση αντίστοιχη με εκείνη που είχε αποκτήσει με τα εξαρτήματα που χειριζόταν όταν εργαζόταν σε βιοτεχνία ρούχων (κύρηξε πτώχευση το 2012 λόγω ανεξόφλητων χρεών προς το Δημόσιο και άλλους πιστωτές),

«θέλει υγρασία...» την άκουσα κάποτε να μονολογεί ψιθυριστά, το πρόσωπο της κατακόκκινο από λαχτάρα, αντί για ντροπή, αφού του ‘πιανε κουβέντα, θεώρησα σίγουρο πως του ‘χε βγάλει παρατσούκλι, αποφάσισα να μην να μπω ανάμεσα τους, έτσι δεν έμαθα ποτέ το όνομα που του ‘χε χαρίσει, όταν στηρίζονταν με το αριστερό της χέρι πάνω στην κοιλιά μου της χάϊδευα τα μαλλιά, τα μάζευα πίσω από το αυτιά,

«τρελαίνομαι όταν πετάγονται οι φλέβες του!» είπε μια βραδιά με φωνή που δεν είχα ξανακούσει, λεπτή κοριτσίστικη, όταν με ξεχνούσε, απορροφημένη στο παιχνίδι της, βρίσκονταν στα χέρια ζωηρού μικρού παιδιού χωρίς γονική επίβλεψη, έβαζα δεύτερο μαξιλάρι στην πλάτη, να απολαύσω την θέα, την αίσθηση,

 

"first when there was something

a slow glowing Greek dream

that my memory seems not to mind

in Exarheia, I had tired

of bravado and pride

 

close my eyes

feel the rhythm

what a feeling

being's believing"

 

«οι πιο πολύ άντρες δεν έχουν ιδέα τι κάνουν εκεί κάτω» καθώς στο παρελθόν αυτοσχεδίαζα, στις περισσότερες, αν όχι όλες, τις προσωπικές καταδύσεις, προσπαθούσα να ακολουθώ πιστά τις οδηγίες της, προβληματίστηκα, ομολογώ, όταν παρέθεσε στο messenger το εξής quote: “do not think that you are good at sex if you can’t move your tongue and/or mouth in the exact same way  for five minutes straight,”

δεν επιχείρησα να διαπραγματευτώ («να τ’ αφήσουμε στα δύομιση λεπτά;»), ώστε να μην χρειαστεί να διαβάσω την απάντηση της («ΕΙΣΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣ!!!»),

αναρωτήθηκα, κατόπιν, κατά πόσο ήταν πιο ιδανικά, τότε που τα ζευγάρια συνευρίσκονταν ερωτικά, μέσα σε στάβλους, ανάμεσα από στάχια, έξω στο δάσος, τριγύρω από ανθοφόρα αρωματικά αναρριχώμενα φυτά, ραντεβού στα κλεφτά! βιαστικές αγκαλιές, χάδια πάνω από τα ρούχα, και πεταχτααάχχ φιλιά, μέχρι να σηκώσει η γυναίκα το φουστάνι, να διεισδύσει ο άντρας, κάποια αναφωνητά, τέλος καλό όλα καλά... στην περίπτωση που δεν διερωτηθούμε για το ποσοστό των γυναικείων οργασμών σε σεξ ταινίας εποχής έναντι των συγκαιρινών,

«μα είναι τόσο εθιστικό...» ψιθύρησα καθώς ξάπλωνα δίπλα της, με την γεύση της ακόμα, και ευφορία ισόποση με το πρωινό του Σαββάτου της προηγούμενης βδομάδας,

έπλενε ποτήρια μπροστά από τον νεροχύτη όταν της παρουσίασα περιχαρής την μελανιά, από τα δόντια (της) στο στήθος (μου), είχα μόλις αντιληφθεί την ύπαρξη της στην τουαλέτα, «χαζό παιδί χαρά γεμάτο» είπε γελώντας φιλικά, μου έδωσε μια μικρή σπρωξιά, έπειτα με τράβηξε ξανά κοντά, με φίλησε στα πεταχτά, ήταν η πιο αγαπησιάρικη στιγμή μαζί της (με ρούχα),

ανασηκώθηκε, κάθισε στο κρεβάτι, έστριψε το κεφάλι, έγειρε το πρόσωπο της προς την πλευρά μου, και είπε με αναπάντεχη και πρωτοείδωτη σοβαρότητα, στόμφο και uncanny επισημότητα, «αυτός είναι ο σκοπός... ανήκεις στο μουνί μου»,

πήγε στο μπάνιο να φρεσκαριστεί, πέντε λεπτά αργότερα μπήκε στην κρεβατοκάμαρα καμαρωτή, ολόγυμνη, περπατούσε κορδωμένη, φρικωδώς ελκυστική, τα μάτια μου κοιτούσαν μέχρι τότε αποσβολωμένα το ταβάνι, το στρώμα του κρεβατιού, στην δική μου πλευρά, είχε βουλιάξει μερικά εκατοστά, είχα χάσει λίγο από το χρώμα, ολόκληρη την στύση μου, καθότι άλλωστε η δήλωση της, έστω για μερικά λεπτά, φάνηκε να επέχει κρισιμότητας ανάλογη με εκείνη που εκπορεύεται από την υπογραφή μιας Διεθνούς Ειρηνευτικής Συνθήκης, αλήθεια ισόποση με το νόμο της βαρύτητας,

«καλά είσαι; δείχνεις κάπως χλωμός... έλααα κάνε πιο πέρα...», με έσπρωξε προς την μέση του κρεβατιού, με τα χέρια, με τα δάχτυλα, τα μαγικά της, σε δευτερόλεπτα, είκοσι το πολύ, ήμουν έτοιμος να ξεκινήσει το «έξαλλο χοροπηδητό», έκλεισα τα μάτια, έδινε ρυθμό, αίσθημα παλμών, έκοβε ρυθμό, μαζί και την ανάσα μου, όταν πια το «αχ» (που ακουγόταν) άλλαξε σε «βαχ» στο πρόσωπο της Μάρας εγγράφονταν πια μια αγωνία,

«γαμώτο! πάλι πυροτεχνήματα βλέπω...» μονολόγησε καθώς πετάχτηκε από το κρεβάτι, περπάτησε μέχρι την κουζίνα, έβαλε νερό·

-       that’s right; a fucking –oh…the fucking!- emotional rollercoaster.





15.1.26

Sexάρχεια


Η αλήθεια είναι πως δεν είχα σκεφτεί να αποκαθηλώσω το 69, έως ότου πείστηκα, πως όταν συγχρονίζονται οι εραστές, ο ρυθμός αποσυντονίζεται, με δραματικές συνέπειες όσον αφορά την ποιότητα της απόλαυσης, με την εξαίρεση εκείνων που ανήκαν στον στενό κύκλο των συγγραφέων του Κάμα Σούτρα («ξεκούρδιστη πίπα, ό,τι να ‘ναι γλειφομούνι, κατάλαβες;»),

it came as a shock really, η απομυθοποίηση του ερωτικού παιχνιδιού, η απάντηση βρισκόταν στο λυσάρι της Μάρας, άξιζε τον συμβολικό τιμητικό τίτλο «Η Αρχόντισσα των Θηλασμών», μάλλον όμως θα το έπαιρνε σαν προσβολή, ας σημειωθεί πως ένα αρσενικό δεν θα τον προσέβαλλε ο χαρακτηρισμός «Πρίγκηψ του Κόλπου»,

αμελητέα η πιθανότητα ωστόσο να εγκαθιστούσαμε –εμείς, πρώτοι απ’ όλους- μια updated version ισότητας μεταξύ των δύο φύλων, όσον αφορά την σεξουαλική ζωή (στα εργασιακά η πρόοδος κρίνεται ικανοποιητική), δεν είναι λίγοι όσοι εξακολουθούν να αποκαλούν, υποτιμητικά, «εύκολη» την γυναίκα με μεγάλο αριθμό ερωτικών συντρόφων, ένας άντρας χαρακτηρίζεται ως «γυναικοκατακτητής» (από τους μπουρζουά), «γαμιάς» (από τους λούμπεν λαϊκούς), «άντρακλας» (από τους μικροαστούς), εξίσου promiscuous με μια γυναίκα δηλαδή αλλά χωρίς ανεπιθύμητους συνειρμούς,

το δευτερογενές προκαταρκτικό του σεξ ακολουθεί ενίοτε- χάδια, αγκαλιές, φιλιά, αν ορισμένες γυναίκες θεωρούν υποτιμητικό το blowjob είναι διότι συνδέθηκε υπερβολικά με εικόνες αναπαραγωγής της αχαλίνωτης εκδοχής της πατριαρχίας στο σινεμά, στην βιομηχανία του πορνό, στην τηλεόραση,

παραδείγματος χάριν, γραβατωμένο εταιρικό στέλεχος στον 44ο όροφο ενός γυάλινου ουρανοξύστη, λιπαρός σαπιοκοιλιάς ιδιοκτήτης μάντρας αυτοκινήτων ξεχασμένης επαρχιακής πόλης, random τύπος, you name it, πάντως μεσήλικας άντρας, βολεύεται αναπαυτικά σε μια καρέκλα, δερμάτινη με ρόδες, ξύλινη, ή πλαστική, στο κάδρο χωράει επίσης η πλάτη νέας εμφανίσιμης γυναίκας που είτε επιλέγει, είτε δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, προσφέρει επιβεβαίωση,

όπως εκείνη που αποζητά ο Wayne Jenkins στην τηλεοπτική σειρά We Own This City  του David Simon (The Wire) και του George Pelecanos, βασισμένη στο βιβλίο του Justin Fenton, ρεπόρτερ της εφημερίδας Baltimore Sun, παρουσιάζει την ιστορία μιας ομάδας διεφθαρμένων αξιωματικών του Αστυνομικού Τμήματος της Βαλτιμόρης, ο αρχηγός τους είχε την συνήθεια να δειπνεί μόνος του μια φορά την εβδομάδα σε ξενοδοχείο, για χώνεψη επέλεγε στοματικό, εκείνος κάθονταν σε πολυθρόνα, στα γόνατα μια σεξεργάτρια, δεν επιχείρησε ποτέ την συνουσία ώστε να μην καταμετρηθεί ως συζυγική απιστία,

όσο για τους άντρες, την προβληματική τροπή που δύναται να λάβει η σχέση τους με το καθόλα προαιρετικό, εδώ που τα λέμε, σεξουαλικό παιχνίδι, αναπαράγουν, ασυνείδητα συχνότερα, τύπους σεξουαλικότητας που ανήκουν στο manual της πατριαρχίας με περασμένη ημερομηνίας λήξης,

-       “among the families of The Sopranos, oral sex performed by a man on a woman is a shameful secret for the man, in Season 1 Junior warns his girlfriend that she can’t tell anyone about his bedroom prowess, ‘they think if you suck pussy, you’ll suck anything..."[1],

οι άγραφοι νόμοι της σεξουαλικής ζωής των μελών μιας οικογένειας από το New Jersey, εξυπακούεται, ταυτίζονται, εν πολλοίς, με τους άτυπους κανόνες μιας παλαιόθεν, ευρύτερα κοινής, ανδροκεντρικής γυναικοφοβικής κουλτούρας,

όσον αφορά τον βίαιο κόσμο των Sopranos ειδικότερα, το σεξ ταυτίζεται σε απόλυτο βαθμό με την δύναμη, ουδείς απρόσβλητος, βεβαίως, από τον ενδογενή ιό της τυφλότητας της ισχύος, οι τηλεθεατές, το φιλοθέαμον κοινό, μιας από τις δημοφιλέστερες τηλεοπτικές σειρές των τελευταίων τριάντα ετών, didnt always get it exactly right:

-       "a significant fraction of fans went beyond tolerance for the frailties of the Soprano family towards an uncritical fondness for their often misogynistic violence, David Chase, creator of the TV series, was troubled by how much the less yakking, more whacking contingent of his fan base loved his mobbed-up characters, no matter how badly they behaved, ‘the show is about evil, I was surprised by how hard it was to get people to see that",[2]                                                                                                                 

κάτι αντίστοιχο, παρατηρήθηκε και στην Ελλάδα, με τις κινηματογραφικές ταινίες του εμβληματικού και λαοφιλούς Γιάννη Οικονομίδη,

αρχικά, όταν ο σκηνοθέτης κατέγραφε την λούμπεν καθημερινότητα του μικροαστού (Σπιρτόκουτο [2002,] Η ψυχή στο στόμα [2006]), η ατάκα που έγινε λαϊκό σουξέ, stencil σε τοίχους, ψηφίδα της ποπ κουλτούρας, συμπύκνωνε κωμικοτραγικά ερωτικά μπλεξίματα: «τι θα κάνεις με την Λίντα, Βαγγέλη;»,

όταν αναπαράστησε μυθοπλαστικά τον κόσμο της παραβατικότητας, της κοινωνικής παρακμής, του οργανωμένου εγκλήματος, των μικροκακοποιών (Μαχαιροβγάλτης [2010],Το μικρό ψάρι [2014], Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς [2020]), ο χαβαλές αντικαταστάθηκε από θανατίλα, viral, meme, story, και short videos, έγινε μια ατάκα του υποκόσμου: «πώς τους πετσόκοψες έτσι;»

μοβόρικος οπότε, πότε πότε ο λαός, ανθρωποφαγικός, και ο Διάβολος, προτού να γίνει έκπτωτος, ως άγγελος υπήρξε.







14.1.26

Sexάρχεια

 

ORAL HISTORY LESSONS

I

«Η υπόθεση μπουρδουκλώθηκε όταν κάποιος δεν κρατήθηκε να περιμένει την σειρά του και εφηύρε καταλάθος το 69»,

στοχαζόμουν αναλογιζόμενος τα περασμένα, πεπραγμένα, μεσημέρι του Σαββάτου με κλειστή την τηλεόραση και μηδαμινά αποθέματα ενέργειας για βόλτα, με το ζόρι έφθανα μέχρι την κουζίνα, για καφέ, νερό, κράκερς & κουλουράκια,

όπως κάθε άλλη φορά, για όσο κράτησε η saga με την Μάρα, οι μύες του σώματος διαμαρτύρονταν έντονα για τις υπερωρίες στο διαμέρισμα της, καταπονημένη -αναζωογονημένη- η ανδρική μου περηφάνια έφερε πάνω της τα τρόπαια της νύχτας (κοκκινίλες και μικροερεθισμούς), the jewel in the crown: η μελανιά στο στήθος, δάγκωνε γερά, λίγο πάνω από την καρδιά, ήταν πάντοτε παραγγελιά,

πονούσα λίγο, ανυπομονούσα πολύ, για το σχόλιο της σχετικά με την ιεροτελεστία, ή το sex session, όπως το δει κανείς, της νύχτας της Παρασκευής, παρότι γνώριζα, είχα αποδεχτεί το γεγονός, θα ήταν απίθανο να με κατέκλυζε ευφορία ανάλογη με εκείνη έπειτα από την ανάγνωση του γραπτού μηνύματος που ακολούθησε την πρώτη μας παραφορά: "flabbergasted", για να σιγουρευτώ το googlαρα:

"feeling shocked, usually because of something you were not expecting: ‘when they announced her name, the winner just sat there, flabbergasted’",

 "she is flabbergasted by the whole affair",

η αναμονή έφθασε στο τέλος στις 11:36 όταν στην οθόνη μου εμφανίστηκε το εξής:

«με ξέσκισες

πονάω σε όλο μου το σώμα

(ήταν τέλεια)

(💜💜💜)»,

έτσι κυλούσαν πια τα Σάββατα, Κυριακές οι μελαγχολικές, akward Mondays, Τρίτες ανυπομονούσα να βρεθούμε, να την δω, να ξελογιαστούμε, Τετάρτες έφερνα στο νου παλαιές, ονειρευόμουν νέες μελανιές, οι Πέμπτες μαρτύριο εβδομήντα δύο ωρών, Παρασκευή το έριχνα στο τραγούδι: 


«ο ήλιος καίει στο κονκρίτ της πόλης

ληγμένο δακρυγόνο μας μεθά

στον τροπικό μέσα του μνημονίου

η άδεια τσέπη μας λυγά


με χασισάκι θα καλμάρεις την ψυχή σου

ίσως μου δώσεις όταν θα ζητώ

να μπω σαν τον κουρσάρο στο κορμί σου

να κυριεύσω, να κυριεθώ


στην αγορά του Αλ Χαμπίμπι

θα πουλάν τα δυο σου χείλη

δυο ζωές και άλλη μια

τέσσερις να ξες θα δώσω

θα ματώσω όσο όσο

να μου κάνουν μία μελανιά...»





                                                                            




10.1.26

Sexάρχεια

 


WOUNDS

II

Πότε πότε μούδιαζα με την μυρσίνη της, το ιερό φυτό της Αφροδίτης, οι παλάμες της έσφιγγαν με δύναμη το κεφάλι, ίδια με εκείνη όταν έμπηγε τα νύχια στα πλευρά, ήταν συντροφιά οι γρατζουνιές της, μέχρι την επόμενη παρηγοριά, οι πληγές κάποτε έκλεισαν, και εκείνη σταμάτησε να τις αντικαθιστά.





9.1.26

Sexάρχεια

 


WOUNDS

I

«Μα τι θέλεις από εμένα;»

να γίνουμε ζευγάρι, out of the question, παράλογο να παντρευτούμε, ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα γύρω από την σχέση μας, άσκοπο να προσπαθούμε να συντονιστούμε, θα ήθελα να γύριζα ντοκυμαντέρ για την Συρία («χέστηκα για την Συρία»), στο παρασύνθημα, μέσα από την καρδιά μου βγήκε το εξής:

-       "I want to lick your wounds".




 


8.1.26

Sexάρχεια


 

WICKEDNESS IS A WORD INVENTED BY CURIOUS PEOPLE TO ACCOUNT FOR THE UNCANNY SEX APPEAL OF OTHERS.

Είτε δεν άκουσε, είτε δεν αφουγκράστηκε την κρεβατομουρμούρα ("I think you weaponized your pussy καλό μου"), ξέμπλεξε χέρια πόδια, δεν είχε φθάσει η ώρα για τα μπούτια, σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο να φρεσκαριστεί,

περνούσαν οι εβδομάδες, αντιλαμβανόμουν, όλο και περισσότερο, πως αρκετοί άντρες είχαν καταβροχθίσει λαίμαργα «ένα κομμάτι κρέας» στο κρεβάτι της χωρίς να σκέφτονται ποιος θα έπλενε αργότερα τα πιάτα,

είχε όντως πηδηχτεί με μισογύνηδες της κατηγορίας sex is power με μεταδοτικό OCM (obsessive-compulsive machoness), αρκούνταν στην γλυκιά ανακούφιση της διείσδυσης, βολεύονταν με την ικανοποίηση διήγησης της ιστορίας, μια νύχτα του καλοκαιριού, έρεε το αλκοόλ, της άλωσης του κάστρου γένους θηλυκού, ονόματι Μαρίας, πέρασε κάποιες νυχτερινές ώρες παρέα με άντρες με ικανοποιητικές επιδόσεις στο σεξ, παράγωγο καλής φυσικής κατάστασης και αταλάντευτης εγωκεντρικότητας, doggy style, σκαμπιλάκι φιλικό στον πισινό, έκαναν ντους το αμέσως επόμενο λεπτό - κατηγορία sex is a sport, αδιαφορούσαν συχνά για την αναγκαία νοητική προεργασία, πρώτος διεγείρεται ο νους, ακολούθως στέλνει σήμα, λιγότερο ή περισσότερο επείγον, στα τέτοια μας, το μεγαλύτερο σεξουαλικό όργανο του ανθρώπινου σώματος είναι ο εγκέφαλος, παραμένει άγνωστο αν είχε συναντήσει εκπρόσωπο της υποκατηγορίας «δεν την γνώριζα καλά, έχουμε κοινούς γνωστούς, που να ξέρω με πόσους έχει πάει, όταν το κάναμε προσπαθούσα να μην ακουμπάει το σώμα μου εκεί κάτω...», ζουν ανάμεσα μας,

ανεξάρτητα από το ποσοστό των φανατικών του κόκκινου κρέατος ανάμεσα στους Έλληνες, είναι δεδομένο πως είχε διαδραματίσει τον δικό της ρόλο στην εν λόγω σεξοϊστορία, ήταν αδύνατο να είχε γνωρίσει αποκλειστικά γκόμενους με κλίση προς το rough sex, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί η πιθανότητα η Μάρα να είχε αναπτύξει σύνδρομο αυτοθυματοποίησης σε ανθυγιεινό βαθμό,

όταν κάποτε την ρώτησα αν είχε αποφασίσει συνειδητά να αποκτήσει ντοκτορά στο σεξ, είχα προνοήσει να τοποθετήσω κοπλιμέντα («θεά του έρωτα») στην ροή της κουβέντας, ώστε να ελαχιστοποιήσω την πιθανότητα να προσβληθεί, δεν ήθελα μόνο να χαϊδέψω τον εγωϊσμό της, το πίστευα κιόλας πως ήταν «σεξοβόμβα» (με είχαν βρει τα θραύσματα), δεν ξόδεψε καθόλου χρόνο για να το σκεφτεί:

«ήταν εύκολο... με τους μαλάκες τους άντρες», υπερθεμάτισε με νεύμα με το χέρι,

ώστε να μην αφήσει περιθώριο παρερμηνείας, πως απολάμβανε την αίσθηση εξουσίας, ήταν στην διακριτική, ή και αδιάκριτη, ανάλογα τις περιστάσεις, πάντως ευχέρεια, να το κάνει με την πλειοψηφία των αρσενικών, της φάσης της τουλάχιστον, των rockάδων/metalάδων («είσαι ο πρώτος μου γκόμενος με μοκασίνια»), οι άντρες σπάνια αρνούνται ευκαιρία για πήδημα, η Μάρα είχε μεταχειριστεί το σεξ ως μέσο αυτοεπιβεβαίωσης, αντίβαρο σε ανασφάλειες κάθε είδους,

«κι εγώ τι φταίω που πήγες και κοιμήθηκες με τόσους alphamaleάκες»,

«χεχε...καλά, ok, δεν έχω πάει μόνο με alpha males, ούτε είναι όλα τα alpha males μαλάκες... έχω γνωρίσει και μια χαρά παιδιά, αν και, εντάξει... όλοι οι άντρες είναι κάπως μαλάκες... ακούς που σου μιλάω; τι γελάς παιδί μου; με το αστείο σου γελάς; βλαμμένο είσαι; και εσύ μαλάκας είσαι, τι νόμισες δηλαδή; επειδή γαμιόμαστε ωραία; νευρικό σε έπιασε; μπορείς να σταματήσεις να γελάς;»

αναστατωμένη, σηκώθηκε από το κρεβάτι, περπατώντας με ένταση το κορμί της έδειχνε τόσο ελκυστικό ώστε πιθανόν να άρμοζε να τρέξω, να την προλάβω, να λογομαχήσουμε στον διάδρομο, να συμφιλιωθούμε, να φιληθούμε, να αγκαλιαστούμε, να επιστρέψουμε στο υπνοδωμάτιο, πιθανότερο ήταν να έστηνε μίνι καυγά, στον οποίο, όπως κάθε προηγούμενη φορά, δεν έβρισκα λόγο να συμμετέχω,

περίμενα δέκα λεπτά, έπειτα πήγα στην κουζίνα,

«τι θες;» είπε με σιγανή φωνή, κάπνιζε, φαίνονταν πως είχε κλάψει, καθόταν στην καρέκλα ελαφρώς σκυφτή,

στάθηκα μπροστά της, με τα γόνατα να βρίσκουν στο πάτωμα, παραμέρισα το ύφασμα, βαμβακερό, αντί για το μετάξι, που σκέπαζε τα πόδια της, φίλησα τους μηρούς και την κοιλιά της, σηκώθηκα, το στήθος και τα χείλη της, έφερε το χέρι της στην αχίλλειο πτέρνα της ανατομίας του αντρικού σώματος σε περίπτωση κοκορομαχίας.