7.2.26

Sexάρχεια

 

ΓΚΑΓΚΑ ROMANCE

I

Η νεαρή Ελληνοαλβανίδα χαμογελούσε συγκαταβατικά, καλοπροαίρετα, έδειχνε να συμμερίζεται την γνώμη της γειτόνισσας, προέχει το στομάχι,

«εγώ σε ρωτάω τι θα πάρεις να φας και εσύ μου λες για τη φωτιά του Προμηθέα...» είχε μόλις τερματίσει δυνατόφωνα η Μάρα την κουβέντα μπροστά από το ταμείο της ψησταριάς,

η Αττική καίγονταν εκείνες τις μέρες, δεκάδες Αθηναίοι, έγιναν στάχτες, χιλιάδες στρέμματα πευκόδασους, πολλές οικίες, περισσότερες ακόμα οι αναμνήσεις, μέρος του προσωπικού αρχείου του σπουδαιότερου Έλληνα σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου, σκυλιά, γατιά, χελώνες, κουνέλια, αλεπούδες, ζωύφια, η Περιφέρεια έμελλε συνολικά να απωλέσει το το 37% των δασών της σε χρονικό διάστημα οκτώ ετών, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για Δασικές Πυρκαγιές, καμένη γη, στα αποκαΐδια της οποίας,  

καρποφορήθηκε η πολιτική εκμετάλλευση του τραγικού δυστυχήματος προς όφελος της αξιωματικής αντιπολίτευσης του κόμματος της κεντροδεξιάς της Νέας Δημοκρατίας, σε αντιστοιχία, εδώ που τα λέμε, με την τακτική που είχε ακολουθήσει το κόμμα της κεντροαριστεράς έπειτα από μια αεροπορική τραγωδία, αλλά και την διεθνή εμπειρία και πρακτική – playing politics, as a means to power, then, hopefully, the art of politics follows, and yet, occasionally, it doesnt, δεν βάραινε η ευθύνη της καταστροφής την κυβέρνηση του Σύριζα, κατ’ αποκλειστικότητα τουλάχιστον, ήταν περισσότερο παράγωγο της διαχρονικής δυστοκίας ενός σκουριασμένου κρατικού μηχανισμού που γίνεται, ενίοτε, αντιληπτός ως λάφυρο από τα κόμματα, άκοπη πρόσοδος από ψηφοφόρους σε αναζήτηση εργασίας, παραδείγματος χάριν,

ο Θρασύβουλος Μούφας, ελεύθερος επαγγελματίας, εργαζόταν part time ως τηλεσχολιαστής, συνέκρινε το κυβερνητικό damage control της τραγωδίας με προπαγάνδα αντάξια του Joseph Goebbels, όταν στο ίδιο τηλεοπτικό πάνελ συμμετείχε ο Μάκης Κλώσσας, εκπρόσωπος του Χρυσού Αυγού, όπως συνήθιζε να παραφράσσει η πλειοψηφία των δημοκρατικών πολιτών το όνομα του κομματικού παραμορφώματος της Χρυσής Αυγής, «Γκοτζίλες, Γελοίοι, Γκοτζαμάνηδες»[1], έμμεσοι αποδέκτες -κατά πλειοψηφία- της (τυφλής) ψήφου διαμαρτυρίας των «Αγανακτισμένων» την περίοδο της χρεωκοπίας, εξέφρασαν μια ισχνή μειοψηφία από «Λέρες, Λούμπεν, Λωποδύτες»[2], λαϊκούς, μικροαστούς, και μεσαιοταξίτες αντίστοιχα, νοσταλγούς της στρατιωτικής δικτατορίας, φυσικούς/πνευματικούς απόγονους των ταγμάτων ασφαλείας της δεκαετίας του 1940 (το κόμμα καταδικάστηκε από τα ελληνικά δικαστήρια ως εγκληματική ομάδα),

ενώ, σχεδόν ταυτόχρονα, ο Μούφας βρέθηκε ένοχος αργομισθίας σε διοικητικό συμβούλιο σε Μ.Κ.Ο. που δραστηριοποιούνταν στο μεταναστευτικό (μετακινήθηκε σε δημόσιο οργανισμό Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς με τις ίδιες χρηματικές απολαβές, 3.500€), καταδικάστηκε επίσης με εξαγοράσιμη ποινή φυλάκισης 12 μηνών για παράβαση των διατάξεων σχετικά με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης του μεταδιδακτορικού φοιτητή που συνέτασσε το κύριο μέρος των άρθρων εξακοσίων λέξεων που δημοσιεύονταν στον Τύπο, προηγουμένως,

δύο ώρες αφότου απενεργοποίησα την τηλεόραση στα μισά της παρέμβασης του Μούφα, διερωτώμενος, αν η καμένη Αττική γη γεννούσε καμένα μυαλά, ή αν τα καμένα μυαλά παρέδωσαν καμένη Αττική, το στομάχι μου, μολονότι άδειο, παρέμενε ανακατωμένο,

παραγγείλαμε τρία καλαμάκια προς 1.60 ευρώ, δύο με χοιρινό, συνοδεύονταν από δύο φέτες ψωμί και από λεμόνι, και ένα με κοτόπουλο και ψωμάκι ριγανάτο λαδωμένο, μοιραστήκαμε μία μερίδα πατάτες τηγανητές (2.20 ευρώ),

τσιμπήσαμε σε εύθυμο κλίμα στην κουζίνα της, με τον μαρμάρινο νεροχύτη, τα ξύλινα βεραμάν ντουλάπια, και το μωσαϊκό, το δάπεδο συναντάται από την αρχαία, και νεότερη ανατολική, ρωμαϊκή εποχή, μέχρι τα ελληνικά σπίτια του 20ού αιώνα, στην Αθήνα του 1950-1970 αποτελούσε την βασική επιλογή, ανακάτευαν σε μια μπετονιέρα τσιμέντο, χρωστική ουσία και χαλίκια διαφόρων χρωμάτων, στρωνόταν, τριβόταν, και γυαλιζόταν ώστε να προκύψει μια λεία επιφάνεια, accidentally retro, το σκούρο γκρι μωσαϊκό έρχονταν σε εμφανή αντίθεση με τον full no frost Bosch ψυγειοκαταψύκτη συνολικής χωρητικότητας 438lt, ενεργειακής κλάσης E, η ετήσια κατανάλωση ενέργειας ήταν 259 kWh/y, όσο για την δική μας ενέργεια, πριμοδοτήθηκε από την αναγκαία κατανάλωση πρωτεΐνης, έτσι ώστε,

να λησμονήσω, για λίγο, την στενάχωρη αλήθεια, την έφερε στην επιφάνεια ο ήρωας της μυθολογίας στην ουρά της ψησταριάς, πως θα ‘ταν δηλαδή εξωπραγματικό να επικυρώσουμε τον ορισμό του ερωτεύσιμου ανθρώπου σύμφωνα με τον Andy Warhol: «ο καλός συζητητής»,[3] ανεξάρτητα αν το θέμα σχετίζεται με την κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα, το σωστό χρώμα της μπανάνας πριν φαγωθεί, καφετί, ώστε να λάβει ο οργανισμός μας το σύνολο των θρεπτικών συστατικών, έως ότου να καταλήξει στο κατά πόσο το εργαστηριακό κρέας αποτελεί ωφέλιμη επιστημοτεχνική πρόοδο κατά της παγκόσμιας επισιτιστικής φτώχειας,

για όσο χρόνο βρέθηκα στο διαμέρισμα της δηλαδή, σκεφτόμουν μεσοβδόμαδα, που θα ‘θελα είμασταν μαζί, να κάνουμε έρωτα στην στάση του λωτού.

 

 

 

 



[1] Διαβόλια & Τριβόλια, το Aλφαβητάρι, Billy Greek.

[2] Στο ίδιο.

[3]The Philosophy of Andy Warhol, From A to B & Back Again.


6.2.26

Sexάρχεια

 

SARAH CONNOR IS A FIGHTER

Ερωτοτροπούσαμε επί ώρες, μια αγριάδα αναπλήρωνε την τρυφεράδα, χωρίς να φθάσουμε στο level του rough sex, τεχνοτροπία που είχε εγγραφεί στην ζωή του σώματος της έτσι ώστε να μην διακρίνω φρίκη, αηδία, ή ξενέρα όταν απόρησε αιφνιδιασμένη («το μαχαίρι;;»), αντιθέτως, έδειχνε να είχε μπει στον ρόλο, το ξάφνιασμα ήταν μια χαρά για intro, δεν άργησε το «ok μωρό μου...»,

αιχμηρή η εξέλιξη της ιστορίας, το καλύτερο, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως το γνωρίζουμε από τον κινηματογράφο, και την πεζογραφία, είναι να ακολουθήσουμε την διαδρομή του μαχαιριού, το οποίο,

τοποθέτησε κάτω από το σκούρο βεραμάν τριθέσιο καναπέ μια ώρα πριν χτυπήσω το κουδούνι της για το άκυρο τέταρτο ραντεβού, δεν κάναμε σεξ, αποχώρησα βεβιασμένα από το διαμέρισμα της, creepy λεπτομέρεια που θα παρέμενε άγνωστη σε εμένα αν δεν είχε αναφερθεί στο κουζινομάχαιρο, μήνες αργότερα,

διαφωνούσαμε πίνοντας μπύρες στο μπαλκόνι, εκείνη την βραδιά, αν νοιάζονται για τις αδέσποτες γάτες που ταΐζουν οι κάτοικοι ενός χωριού, όπως προσπαθούσα να την πείσω, ή αν, σε αντίθεση με τον άνθρωπο της πόλης, φέρονται στα ζώα με βαναυσότητα, όπως υποστήριζε εκείνη, δεν είχα ζήσει στην επαρχία, προτιμούσε την ζωή στην Φύση, ως συνήθως, μας περιτριγύριζε η Σάρα αποζητώντας τα χάδια της, δευτερευόντως την προσοχή μου,

καθιερωμένη η αντιπαράθεση, των επιχειρημάτων, δεν εξηγεί την σεξουαλική ένταση στο υπνοδωμάτιο, πόσο μάλλον την μνημόνευση του μαχαιριού,

πράγματι, μετά τα κατοικίδια πέσαμε στα βαθιά, συζητούσαμε για πρώην, πιάσαμε τα γκομενικά, το παρελθόν, αλλά και το μέλλον, το οποίο,

θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει σπουδάστριες του σινεμά, kinky καθηγήτριες πολιτικών επιστημών, σερβιτόρες, οι ελπιδοφόρες, υπαλλήλους υπουργείου με ταγιέρ, με την προϋπόθεση, βεβαίως, πως θα είχε προηγηθεί η επιτυχής κυκλοφορία της πρώτης μου μεγάλου μήκους ταινίας, «τα καλά του επαγγέλματος», όπως το έθεσα στην συνομιλήτρια μου, μια απόχρωση του κόκκινου πύκνωνε στα μάγουλα της, επικοινωνούσε κάτι ολότελα διαφορετικό από την ικανοποίηση, και την χαρά, που εμφανίζονταν στο σεξ με ερυθρά σημαδάκια στα ζυγωματικά,

«αν και εντάξει δεν κάνει επάγγελμα ο καλλιτέχνης...» συνέχισα να παρουσιάζω αφιλτράριστες τις σκέψεις, είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της, και αλλεργία στην συγκεκριμένη λέξη, για την Μάρα, ο Maynard James Keenan ήταν μουσικάρα, ο Salvador Dali ζωγράφος, ο καλλιτέχνης δήθεν, το αυτοάνοσο εκδηλώθηκε με το σύμπτωμα του θυμού, αντικατέστησε την απογοήτευση, κάπως έτσι, λοιπόν,

θυμήθηκε τον καναπέ που κάποτε έκρυβε από κάτω ένα μαχαίρι, δικαιολογήθηκε πως είχε αγχωθεί, ήπιε αλκοόλ, μπάφο, πανικοβλήθηκε λιγάκι περισσότερο,

δεν σοκαρίστηκα, εκ των υστέρων, που είχε λάβει extreme μέτρα αυτοπροστασίας, το #metoo, είχε φθάσει στην Ελλάδα, ανέδειξε το δομικό χαρακτήρα της σεξουαλικής παρενόχλησης, της βίας κατά των γυναικών, είχε κακοποιηθεί στο παρελθόν, panic button δεν υπήρχε ακόμα διαθέσιμο, αν κατήγγειλε ένα περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης ίσως έχανε την ώρα της, μαζί και το κουράγιο της, στην περίπτωση που την αντιμετώπιζαν ως θηλυκιά φτωχιά με μεταναστευτικό προφίλ, ανεπιθύμητο μπελά, τότε ακόμα, παρέμενα ένας τύπος που είχε γνωρίσει σε dating site, δεν γνώριζε την διεύθυνση μου, είχαμε συναντηθεί κάποιες φορές, η προηγούμενη συνάντηση στο διαμέρισμα της είχε εξελιχθεί άβολα, σχεδόν όσο αμήχανα ένοιωσα όταν ξεστόμισε «το μαχαίρι»,

αναγνώριζα, φυσικά, το νόμιμο δικαίωμα να αντιδράσει στο σχόλιο αναφορικά με την λαχτάρα μου για ασκούμενες νομικούς με ζαρτιέρες, θα ανέμενε κανείς, ωστόσο, να ανταπέδιδε με ένα σχόλιο αντίστοιχης βαρύτητας, π.χ. «ποιά δικηγορίνα θα σε κοιτάξει ρε μαλάκα με την φαλακρίτσα και τις άδειες τσέπες!;!;», δηκτικό σχόλιο το οποίο θα ήμουν διατεθειμένος να δεχθώ ως πληρωμένη απάντηση, δέχτηκα ωστόσο χτύπημα κάτω από την μέση, σαν να πηγαίνεις σε μονομαχία στο Φαρ Ουέστ με drone, δεν χρειάστηκε η βοήθεια του,

ώστε να ταξιδέψει το μαχαίρι από το IKEA (το μήκος της λάμας έφθανε τα 16 εκατοστά) από το συρτάρι της κουζίνας στο πάτωμα, κάτω από τον καναπέ, όπου καθόμασταν, έπειτα επέστρεψε στην φυσική του θέση, έως ότου καταλήξει στο κρεβάτι με την ξύλινη λαβή του ανάμεσα απ’ τα δόντια της,

ερωτοτροπούσαμε, η αγριάδα υπερσκέλιζε πρώτη φορά την τρυφεράδα, στον λαβύρινθο της ερωτικής επιθυμίας, πίσω από κλειστά βλέφαρα, ανάμεσα από μνήμες από γυναικείες μορφές, σκοτάδι, ακτίνες φωτός, θολές εικόνες, εμφανίστηκε ολοκάθαρα το μπράτσο της Μάρας στην selfie στον νιπτήρα με την μαύρη φανέλα,

την ίδια που φορούσε η Sarah Connor -στο ‘να χέρι το τσιγάρο, στ’ άλλο το ημιαυτόματο- στην iconic φωτό με τα Ray Ban από το Terminator 2 (το απόλαυσα σε πολλαπλό αριθμό θεάσεων στην τηλεόραση στις αρχές των 1990s, χρόνια αργότερα βρέθηκε στο Top-5 της λίστας με τα comfort movies), η Sarah ήταν survivor, προηγουμένως, στο Terminator ήταν σερβιτόρα, η Μάρα είχε εργαστεί ως σερβιτόρα, η Σάρα ανέβηκε στο κρεβάτι, ως Bastet, θεά της Αιγύπτου, αρχικά απεικονιζόταν ως λέαινα, η γυναίκα με κεφάλι γάτας συμβόλιζε την θηλυκότητα, την ομορφιά, την σεξουαλικότητα,

knife between her teeth, Sarah Connor was a fighter με καστανόξανθα μακριά λεπτά μαλλιά και bony σαν την Μάρα, που δεν άργησε να επιστρέψει από την κουζίνα με το μαχαίρι στα δόντια - στο επόμενο ενσταντανέ, την έπαιρνα από πίσω doggy style,

-       «η εξαφάνιση της τρυφερότητας ακολουθεί πάντα κατά πόδας την εξαφάνιση του ερωτισμού, δεν υπάρχει εξαγνισμένη σχέση, ανώτερη ένωση των ψυχών, ούτε κάτι που θα μπορούσε να της μοιάζει, ούτε καν να την υπαινίσσεται, όταν εξαφανίζεται η σεξουαλικότητα, εμφανίζεται το σώμα του άλλου, με την αόριστα εχθρική παρουσία του, οι θόρυβοι, οι κινήσεις, οι μυρωδιές, η παρουσία αυτού του σώματος που δεν μπορούμε πλέον να αγγίξουμε, ούτε να καθαγιάσουμε με την επαφή, γίνεται σιγά σιγά ενόχληση, όταν εξαφανίζεται ο σαρκικός έρωτας, εξαφανίζονται τα πάντα, ένας μελαγχολικός εκνευρισμός, χωρίς βάθος, έρχεται και γεμίζει την αλληλουχία των ημερών...»[1]  






[1] Η δυνατότητα ενός νησιού, Michel Houellebecq, Βιβλιοπωλειον της Εστίας, 2006.




5.2.26

Sexάρχεια

 



FROM ANOTHER HILL

IV

Ανήκε στην σφαίρα του ρεαλισμού, της Μάρας και του μπονόμπο, να έκαναν άγριο απολαυστικό σεξ στα τέλη του ίδιου μήνα, αντιθέτως, η πιθανότητα να ζούσαμε με την ξανθιά μια ανέξοδη περιπέτεια του θέρους ήταν αμελητέα, κατά συνέπεια, η Μάρα είχε πολλαπλάσιο αριθμό από εραστές, αντί για έτη συμβίωσης με το έτερον ήμισυ, ένοιωσα τυχερός που η φαντασία μου δεν έπλασε δύο ανθρωπόμορφα πλάσματα να το ιδρώνουν στα όρθια, βραδιάτικα, κάτω από μία χαρουπιά, σε μια απόμερη γωνιά του λόφου του Στρέφη, η ζήλια μου πνίγηκε εκ την γενέση της, δεν φουντώνει την ερωτική επιθυμία, είναι κτητικότητα, τοξική λατρεία, υποδηλώνει ανθρώπινη αδυναμία, είχα αποδράσει από το κάτεργο του διαβόητου, διεθνώς καταζητούμενου, serial killer του έρωτα, αρχαίοι θεοί του έρωτα με είχαν προφυλάξει,

πόσο μάλλον όταν πέρασε τα πόδια της γύρω από την μέση μου, έσφιγγαν με δύναμη πολύ, τα χέρια μου στο σβέρκο, την σπονδυλική της στήλη, έσπρωχναν με ορμή, το κάναμε στην στάση του λωτού, τα πρόσωπα μας σε απόσταση αναπνοής, κόντεψε να μου κοπεί, δίχως να έχω ερωτηθεί (αντι)μίλησε το κορμί: "I love you…"

παράπεσαν ανάμεσα από τα βογγητά, δεν έφτασαν στ’ αυτιά της, ευτυχώς να λέμε δηλαδή, τα σύμφωνα, το πάθος, τα φωνήεντα, η ηδονή, σχημάτισαν μια πρόταση που δεν έπρεπε να σχηματιστεί, δηλητηριασμένη από λαγνεία και υπερβολή, ασαφής τόπος προέλευσης, άγνωστη καταγωγή, ήταν πάντως δύσκολο να αγνοηθεί, αδύνατο να χαρακτηριστεί παντελώς αναληθή,

-       «κάθε ερωτική σχέση βασίζεται σε άγραφες συμβάσεις που οι εραστές τις κλείνουν απρόσεκτα τις πρώτες βδομάδες της αγάπης τους, βρίσκονται ακόμη σε ονειρική κατάσταση αλλά συνάμα, χωρίς να το ξέρουν, συντάσσουν σαν αδιάλλακτοι δικηγόροι τις λεπτομέρειες του συμβολαίου, ώ εραστές, τα μάτια σας δεκατέσσερα σ’ αυτές τις επικίνδυνες πρώτες μέρες! αν σερβίρετε στο σύντροφό σας το πρόγευμα του στο κρεβάτι, θα πρέπει να το συνεχίσετε αυτό για πάντα, αν δεν θέλετε να κατηγορηθείτε αργότερα για έλλειψη αγάπης και για προδοσία»,[1]

αφού δεν άκουσε το σ’ αγαπώ, δεν θα με κατηγορούσε για την αθέτηση μιας απατηλής υπόσχεσης, τέλος καλό, όλα νορμάλ, στον ξύπνιο μου τουλάχιστον, στον κόσμο των ονείρων, σαράντα οκτώ ώρες αργότερα, 

βρέθηκα σε μια αμμώδη παραλία στριμωγμένη ανάμεσα στο μπλε του Αιγαίου και το άνυδρο ξερό τοπίο των γύρω λόφων, κλάσικ Κυκλάδες, μια μεικτή παρέα από singles κάναμε free camping, κάποιοι κατασκηνωτές, διακόσια μέτρα μακριά, είχαν πιάσει τα όργανα, έπαιζαν ρεμπέτικα γύρω από μια φωτιά, και τι κέφι! έρεε άφθονο το τσίπουρο μέσα στα πλαστικά ποτήρια, γύριζε ο μπάφος τον οποίο πάσαρε ο πυγμαίος στην Μάρα που ένοιωθε άβολα στην τοποθεσία τα περνάμε όμορφα, τραγούδι και χαμόγελα αντικριστά, έπιασαν την κουβέντα, η πρώην του ήταν γνωστή της Μάρας, δεν την αντιπαθούσε, ούτε την συμπαθούσε, δεν στάθηκε πάντως αδιάφορο στην απόφαση να του διαθέσει το κορμί της, τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε στην σκηνή της, και τότε ακριβώς είδα ταινία τρόμου - στο επόμενο ενσταντανέ, την έπαιρνε από πίσω doggy style,

ξύπνησα ξαναμμένος στην μέση της νύχτας, την στιγμιαία αίσθηση απώλειας του χωροχρόνου, μιας γνήσιας φρίκης, διαδέχτηκε ένας αναστεναγμός ανακούφισης, σε πείσμα του πόθου που στρατοπεδεύει σε κάθε φιλήδονο σώμα, που νοιώθει λειψό όταν δεν ψηλαφεί, δεν εξερευνά, κάποιο άλλο, διότι αντιλαμβάνεται, με τρόπο που δεν έχουμε ακόμα καταφέρει να αποκωδικοποιήσει πλήρως πως είναι όντως α τ ε λ έ ς,

οι περισσότερες ενδείξεις έδειχναν πως δεν είχα χάσει το μυαλό μου από έρωτα, είχα ξεγελάσει τον Ίμερο, είχε σταθεί ανίκανος να επιβάλλει πάνω μου την ψευδαίσθηση της μοναδικότητας που ο εραστής κάθε φορά αποδίδει στο αντικείμενο του πόθου του, το μερίδιο της ζήλιας που αναλογούσε στην περίσταση ανήκε στον κόσμο των ονείρων, της απιθανότητας, είχα αποδράσει από την κόλαση της αντανάκλασης του σε ένα πρόσωπο αποκλειστικά, τον κόσμο της αδυνατότητας.

 

 

 



[1] Μίλαν Κούντερα, Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης.

 


4.2.26

Sexάρχεια

 

FROM ANOTHER HILL

III

Ανέφελος ο ουρανός, στα λίγα σύννεφα, έδειχναν διακοσμητικά, προσέθεσε η Μάρα το δικό της ανάβοντας τσιγάρο, νικοτίνη με μαριχουάνα μυρωδάτη, ενοχλώντας ελαφρά την γυναίκα από το μπροστινό βραχάκι, μιλούσε στο τηλέφωνο Γερμανικά, την μητρική της γλώσσα, με την παρέα συνεννοούνταν στα Ελληνικά, ανεξαρτήτως γλώσσας, επικοινωνούσε με άνεση και αυτοπεπεποίθηση, η οποία,

δεν ήταν παράγωγο soul-searching μέσω ψυχανάλυσης, ή ανάγνωσης τόμων κλασικής λογοτεχνίας, είχε απασχοληθεί ως curator, διατηρώντας την πολυτέλεια να παραιτηθεί οικειοθελώς από ένα project, σε creative agency που το είχε επιλέξει η ίδια, είχε απολαύσει το προνόμιο να απολυθεί χωρίς να πιστέψει πως έφθασε το τέλος, του κόσμου, γύρω στα σαράντα, τα μακριά μαλλιά της (ξανθό μπεζ της άμμου) ήταν πλούσια και υγιή, το σταρένιο πρόσωπο με τα ανοιχτά καστανά μάτια και το ευθύβολο βλέμμα ακτινοβολούσαν το απόσταγμα από τις χαρές, σεξ και socializing, συναισθηματικούς αποχαιρετισμούς, ταξίδια, μικρές απογοητεύσεις, δεν εξηγούσαν πάντως την αξιοσημείωτη θελκτικότητα της, δεν ήταν ανεξάντλητη, στάθηκε όμως αδύνατον να την προσδιορίσω, δεν έδειχνε να πηγάζει από κάπου, όσον αφορά την Μάρα, τα πάντα εκκινούσαν από την θαλασσοταραχή στο βάθος της εικόνας του διάφανου γαλάζιου και του γκρίζου στις κόρες των ματιών της, αντιστοίχως,

από τα mannerisms της Audrey Hepburn, το χαμόγελο του Tom Cruise, τα υγρά μάτια της ταξιθέτριας στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στην παράσταση της Sylvie Guillem τον Ιούνιο του 2015, το σμίξιμο των φρυδιών του DJ καλοκαίρι στο αγαπημένο της νησί, το laid back ύφος της Dakota Johnson, το στήσιμο, την κορμοστασιά ολόκληρη, του Alain Delon, την μύτη της Maria Callas, τα μονοβλέφαρα μάτια ενός Σουηδοταϋλανδού boxer, τα ψιθυριστά φωνητικά της Billie Eilish, τους μορφασμούς στο πρόσωπο του John Stewart, εισάγουν, προσκαλούν τον θεατή στην πολύστροφη ευφυΐα του, το catwalk ενός μοντέλου από το Κίεβο, το αφοπλιστικό, καθότι αβίαστο, Frenchness του Timothée Chalamet, τα γράμματα της αλφαβήτου, αρκούν από μόνα τους, όταν σχηματίζουν τις λέξεις Monica Bellucci, Brad Pitt, Lana del Ray, (ο) Γιώργος (μου), (η) Μαρία (μου), τα σύμφωνα και τα φωνήεντα όπως αναδύονται από το φωνητικό άδυτο, ξεναγούς της ομορφιάς, της Rosamund Pike, μια ηχογράφηση της να διαβάζει από ακαδημαϊκό περιοδικό κοινωνικών επιστημών (τηλεφωνικoί κατάλογοι έχουν πάψει να τυπώνονται) επιθυμούσα να συντροφεύσει τις τελευταίες μου στιγμές, εξομολόγηση που απέφερε στο παρελθόν μια wholesome αγκαλιά από την πρώην, όσο για την Μάρα, «από την αρχή κατάλαβα ότι είσαι περιπτωσάρα!» είπε γελώντας κοροϊδευτικά, φασωθήκαμε άγρια αμέσως μετά, για καναδυό λεπτά,

περίπου συνομήλικες, η αναπόδραστη φθορά είχε αρχίσει να επισκέπτεται τις δύο γυναίκες με ανάποδη φορά, ήταν δυνατόν να φανταστείς την χαλάρωση του δέρματος, τις ραγάδες, κάτω από την ριχτή μπλούζα και το φαρδύ λινό μπεζ παντελόνι της ξανθιάς, η επιδερμίδα του αμακιγιάριστου προσώπου της ήταν απαλή και λεία, χρησιμοποιούσε προϊόντα αντιγήρανσης, serum ορούς προσώπου με βιταμίνη C και σαλικυλικό οξύ, τα οφέλη τους, προσφέρουν λάμψη και αντιμετωπίζουν τις ρυτίδες, παρέμεναν άγνωστα για την Μάρα, το αδύνατο κορμί της διατηρούσε τη νεανική ζωντάνια του, οι ερωτεγενείς ζώνες μια όρεξη ακόρεστη, το πρόσωπο συνόδευε, όλο και περισσότερο, η κούραση, το άγχος, η αγωνία, αίσθημα, το οποίο,

ομολογουμένως, δεν σημάδεψε τον λιγοστό χρόνο που απαιτήθηκε έως ότου συνειδητοποιήσω πως αυτομάτως ένοιωθα μεγαλύτερη οικειότητα με μία άγνωστη, αντί για την γυναίκα που συνόδευα, κατά συνέπεια, το απόλαυσα λιγάκι όταν η Γερμανίδα γείωσε την Μάρα, που δεν είχε σταματήσει να γκρινιάζει,

πράγματι, οι διοργανωτές δεν είχαν προνοήσει να προμηθεύσουν όσους συμμετείχαν στο event με τα κατάλληλα, για την περίσταση ηχεία, ξέχωρα από τις νότες που ξεχύθηκαν από το σαξόφωνο της μουσικού που είχε λάβει θέση ανάμεσα μας, στέκονταν πάνω σ’ ένα κομμάτι βράχου που προεξείχε, δεν έφτασε στ’ αυτιά μας άλλος ρυθμός, ή μελωδία, παραμένει άγνωστο αν κάποιος ακροατής κατάφερε να ταξιδέψει με τον ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας από το πλησιέστερο κτίριο, ακουγόταν αμυδρά στο βάθος μιας καλοπροαίρετης αυθυποβολής θερινού τύπου,

κοντολογίς, δεν λικνιστήκαμε με Αφρικάνικα beats, δεν μας ξεσήκωσαν κλαρίνα, κανείς δεν ανατρίχιασε με το ηλεκτρικό βιολί ενός δεξιότεχνη μουσικού που βρέθηκε σε μία από τις τριάντα πέντε ταράτσες, ήταν fail το event, αν συνυπολογίσουμε την χρηματοδότηση μερικών δεκάδων χιλιάδων ευρώ που λίμναζαν προηγουμένως σε κάποιο Ευρωπαϊκό Ταμείο, μηδέν ηχεία, ένα drone, ένα και το video για τα social media, τέλος καλό, όλα καλά... παρότι μας κουβάλησαν στον Στρέφη χωρίς λόγο, δεν αδημονούσα όμως να σχολιάσω, δηλαδή να αποδοκιμάσω, τα πάντα έμοιαζαν πιο φωτεινά, το καλοκαίρι από ψηλά, λιγότερο ανησυχητικά, συμπεριλαμβανομένης της ομορφάσχημης Αθήνας, όταν το σαξόφωνο μπήκε στην θήκη του, την ησυχία διαδέχτηκε η βοή του κόσμου, κανόνιζαν που θα συνέχιζαν τη νύχτα του Σαββάτου,

καθιστή ακόμα, η ξανθιά έστριψε το σώμα της προς την πλευρά μας, «ακουγόταν η μουσική... εγώ τουλάχιστον άκουγα» είπε απαντώντας ετεροχρονισμένα στο επαναλαμβανόμενο «δεν ακούγεται τίποτα... τίποτα δεν ακούγεται» της Μάρας, έπειτα σηκώθηκε, κοίταξε προς την μεριά μας, αλλά πάνω από τα κεφάλια μας, ακολούθησε σιωπή, οι δύο γυναίκες συμφώνησαν πως διαφωνούν,

«εντάξει... ακουγόταν κάπως» σχολίασα, σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάγκη που ένοιωσα να την αγκαλιάσω, ώστε το δεξί μου αυτί να βρεθεί μεταξύ του στέρνου και της κοιλιακής χώρας, με δέντρο έμοιασε στα μάτια μου η Γερμανίδα, προφανές πως ήταν αειθαλές, οι ρυτίδες οι ραβδώσεις του κορμού, τα πόδια της ρίζες που έφθαναν βαθιά μέσα στην γη...

..."fool of a tree-hugger!!" άκουσα την φωνή του θείου Werner:

-       "there is no harmony in the universe, in comparison to that enormous articulation we only sound and look like badly pronounced and half-finished sentences out of a cheap novel, life in the oceans must be sheer hell, a vast, merciless hell of permanent and immediate danger, so much of a hell that during evolution some species –including man– crawled, fled onto some small continents of solid land, where the Lessons of Darkness continue; it is not that I hate it, I love it very much, but against my better judgment",

"Every Man For Himself And God Against All" όπως το έθεσε ο Herzog, τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό με μια σειρά από mind-blowing ντοκυμαντέρ, ταινίες, βιβλία,

όσο για τον «θεό των Ελλήνων», τον επικαλούνταν επί ματαίω, και εις μάτην, ο σπορτκάστερ των αγώνων της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου Μάκης Περιστεριώτης στις εκστατικές και τις δύσκολες στιγμές, δέκα χρόνια έπειτα από τον χρυσό θρίαμβο του 2004, η ομάδα ηττούνταν -εις διπλούν!- από τους ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές που στελέχωναν την ομάδα από τις Νήσους Φερόες (πληθυσμός 54.000),

τέλος, ο θεός των Εξαρχείων, ήταν μπουχτισμένος,

δεν χρειαζόταν να ασπαστεί κανείς -εξ ολοκλήρου- την «θεωρία των σπασμένων παραθύρων» (broken windows theory), σύμφωνα με την οποία, τα εμφανή σημάδια παραβατικότητας και κοινωνικής αναταραχής (μικροκλοπές, βανδαλισμοί, tagging) δημιουργούν ένα συγκεκριμένο περιβάλλον που ενθαρρύνει αντίστοιχες συμπεριφορές έτσι ώστε τα σοβαρά αδικήματα (δολοφονία, ληστεία) να αποτελούν  τα τελικά αποτελέσματα μιας σειράς γεγονότων που αρχίζουν από την τέλεση ήσσονος απαξίας αδικημάτων, πόσο μάλλον που συνομιλούσε υπόρρητα με την θεώρηση της Ελληνίδας μικροαστής μάνας των 1990s σχετικά με τα ναρκωτικά: όποιος δοκίμαζε χασίς, αρκούσε μια φορά, αργά ή γρήγορα, νομοτελειακά, κατέληγε στην ηρωίνη, στο τέλος στο νεκροταφείο, ώστε να πειστεί πως στα Εξάρχεια...

φυσούσε πολύ απ’ τα σπασμένα μας τα τζάμια, των αυτοκινήτων, της εισόδου των κτιρίων, έπειτα από τις νύχτες ταραχών και επεισοδίων, ανεμοσκορπίσματα, διαβολομαζώματα, για μια γειτονιά που δεν γνώρισε έκρηξη των ποσοστών κατά της ζωής, ή εγκλήματα σοκαριστικής βίας, συνήθισε ωστόσο, κανοκανονικοποίησαμε,  κάτοικοι, επισκέπτες, τηλεθεατές, την αίσθηση, αλλά και την εικόνα, κυρίως όμως -την πραγματικότητα- της παρακμής.

 




31.1.26

Sexάρχεια


 

FROM ANOTHER HILL

II

Συμφωνήσαμε, αν και δεν το συνηθίζαμε, να βρεθούμε απόγευμα Σαββάτου, για ένα open air δωρεάν event στον λόφο του Στρέφη, δεκάδες μουσικοί διασκορπισμένοι σε γειτονικές ταράτσες κτιρίων και ρετιρέ πολυκατοικιών, θα εκκινούσαν μια μουσική ηχητική σκυταλοδρομία μεταξύ τους,

περπατούσαμε σιωπηλοί στην οδό Βουλγαροκτόνου, ένα τυπικό στενό των Εξαρχείων με μικρό πλάτος και αφρόντιστο πεζοδρόμιο, κατελλειμένο σε διάφορα σημεία από παρκαρισμένα μηχανάκια, στα κτίρια παρατηρούνταν η γνώριμη ποικιλομορφία της περιοχής: πολυκατοικίες σαράντα-πενήντα ετών, ορισμένες του μοντερνισμού του 20ου αιώνα, κατοικίες δύο ή τριών ορόφων, κάποιες του μεσοπολέμου, νεοκλασικά, ουκ ολίγα εγκαταλελειμμένα, τέλος, μικρομάγαζα στο ισόγειο κτιρίων, κάναμε στάση στο μίνι μάρκετ, έβαλα στο back pack μια Kaiser μπουκάλι, Alpha για την Μάρα, κοντοσταθήκαμε μπροστά από το τριώροφο του αριθμού 40, το κτίριο ανήκε στον υπουργό επικρατείας της κυβέρνησης του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς, που δεν τα είχε βάψει μαύρα που η είσοδος της οικίας είχε βαφτεί στο μαύρο, ήταν η έκτη επίθεση με βόμβες μολότωφ (ή γκαζάκια) τα τελευταία δυόμιση χρόνια, προσπεράσαμε την φρουρά του πολιτικού, αστυνομικοί σε δίκυκλα, πιο κάτω στάθμευε μια διμοιρία των Μονάδων Άμεσης Καταστολής, στο κλειστό και ασφαλισμένο με αλυσίδες κτίριο του αριθμού 63 είχε το στρατηγείο του το 1944 ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, στον ίδιο δρόμο βρίσκονταν το τμήμα της πολιτοφυλακής, έπειτα από την λήξη του Β’ Παγκόσμιου στα Εξάρχεια διαδραματίστηκαν μάχες τον Δεκέμβρη του 1945 μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των κομμουνιστών, στρίψαμε πριν το Club Decadence, είχε βάλει λουκέτο προ ετών, δεν θύμιζε τίποτα στην Μάρα, σ’ εμένα ξενύχτια, χαρές, μεθύσια, αλτέρνατιβ μουσικές, εισήλθαμε στους πρόποδες του λόφου, ύψους 168 μέτρων και έκτασης 48 στρεμμάτων, όπου,

κάποτε λειτουργούσε το λατομείο ιδιοκτησίας της οικογένειας Στρέφη, φιλοξενούνταν μαντριά και κοτέτσια, έβρισκαν καταφύγιο τα χαμίνια, ο λόφος το 1914 δενδροφυτεύτηκε με πεύκα και καλλωπιστικά φυτά, το 1985 προστέθηκαν ανοικτό γήπεδο του µπάσκετ, θεατράκι, παιδική χαρά, κυλικείο, και πεζόδρομοι, όπως ακριβώς συνέβη με άλλα έργα αστικής ανάπλασης την ίδιας περιόδου, δεν συντηρήθηκε,

έτσι ώστε, να ανηφορίσουμε έναν λόφο που δεν είχε αποψιλωθεί, το κυλικείο δεν σέρβιρε καφέ και αναψυκτικά, να βαδίσουμε σε χωμάτινα δρομάκια που δεν είχαν καθαριστεί, το θέατρο δεν φιλοξενούσε παραστάσεις, η παιδική χαρά ήταν εκτός λειτουργίας για λόγους ασφάλειας των παιδιών, στο γήπεδο ευτυχώς άραζαν νεολαίοι, φούμαραν, κουβέντιαζαν, έπιναν μπάφους, μια παρέα έπαιζε 3x3 σε μία μπασκέτα, τέλος, το γειτονικό μεζεδοπωλείο, θύμα της οικονομικής κρίσης, είχε καταληφθεί από αντιεξουσιαστές, επέμεναν, συνέχιζαν την παράδοση των 1980s,

όταν στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η κοινωνική φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας, σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα και κεκτημένα (το 1981 η Ελλάδα έγινε το δέκατο μέλος της Ε.Ο.Κ.), τα σοσιαλιστικά πειράματα στην οργάνωση του κράτους (κρατικοποιήσεις βιομηχανιών), παρήγαγαν, εμμέσως, προσδοκίες, όνειρα, ελπίδες για λαϊκή εξέγερση που θα κατάφερνε ένα συντριπτικό χτύπημα στον καπιταλισμό, ο λόφος έγινε στέκι, και ορμητήριο, αναρχικών ομάδων, επαναστατημένων φοιτητών,

η ζέστη είχε αρχίσει να υποχωρεί, δέκα λεπτά πριν από τις οκτώ, ενωθήκαμε με μερικές δεκάδες από fomo eventάκηδες, κάτοικους της γειτονιάς, υποαπασχολούμενους πολιτιστικάριους, τζαμπατζήδες, μουσικόφιλους, τον νεαρόκοσμο που είχε συγκεντρωθεί στην άκρη του λόφου με θέα προς την πόλη, το γαλάζιο της θάλασσας, την Ακρόπολη, και το μπλε του ουρανού, ήταν λευκά και αφράτα, πάντως ελάχιστα τα σύννεφα εκείνη την βραδιά, σε αντίθεση με την προηγούμενη,

άλλη μια νύχτα ταραχών, σύγχυσης, και κλάματος από τα δακρυγόνα, τα επεισόδια είχαν ξεκινήσει ρουτινιάρικα, εβδομαδιαία συνήθεια, πάνω κάτω, όταν μια ομάδα δέκα δέκα πέντε ατόμων εξήλθε από το Πολυτεχνείο, φιλοξενούσε μια diy rock συναυλία, εκσφεδόνισαν πέτρες, κομμάτια από ξύλο και μάρμαρο, γυάλινα μπουκάλια μπύρας προς την μεριά των Μ.Α.Τ., οι συγκρούσεις δεν άργησαν να γενικευτούν, έφηβοι πρόσφυγες και μετανάστες, ασυνόδευτοι ανήλικοι που είχαν φθάσει πρόσφατα στην χώρα, συμμετείχαν επίσης, σε ό,τι έμοιαζε με (αν)ιεροτελεστία μύησης στα έθιμα της γειτονιάς, ακολούθως, όλοι τους βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στον χώρο του πανεπιστημίου, προστατεύονταν από το άσυλο, έναν νόμο του κράτους που εισήχθη το 1974 έπειτα από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα,

αρχικά, τις πρώτες δεκαετίες, λειτούργησε ως αναγκαίο εχέγγυο της ακαδημαϊκής ελευθερίας, έναντι της αυθαιρεσίας των νοσταλγών της δικτατορίας, κατέληξε φετίχ των διανοούμενων της (κεντρο)αριστεράς,

σε όρους υλικούς, κόστισε εκατομμύρια, η επαναλαμβανόμενη καταστροφή δημόσιας περιουσίας εκ του ασφαλούς, σπαταλήθηκε επίσης, ξοδεύτηκε, φαιά ουσία, από τους πανεπιστημιακούς διδάσκοντες, τους διδασκόμενους, και όλους μας.

 

 


30.1.26

Sexάρχεια

 

FROM ANOTHER HILL

I

Κατηφορίζαμε τον λόφο του Στρέφη, ο ήλιος είχε μόλις δύσει, όταν η Μάρα φώναξε «οι άνθρωποι είναι ζζώωωα!», δεν με ξένισε, καθόλου, ήταν σαφές, πως το πίστευε, σπάνια έχανε την ευκαιρία να δοκιμάσει την πίστη μου στο ανθρώπινο είδος, έναν εκπρόσωπο του προσπερνούσαμε βαδίζοντας εκείνη την στιγμή,

στεκόταν έξω από ένα μαύρο Volkswagen Golf 4ης γενιάς (1997-2003), έδειχνε να περιμένει κάποιον, ντυμένος στο στυλ της γειτονιάς, αδιάφορα casual σε βαθυκάστανο, γενικά τα Εξάρχεια χαρακτηρίζονταν από μονοχρωμία, συναντούσες επίσης μαύρο, navy blue, και γκρι, δηλαδή φαιό, σταχτί, ιδανική επιλογή από την χρωματική παλέτα ώστε να αποδοθεί η ατμόσφαιρα της περιοχής εκείνη την χρονιά, τριανταφεύγα ετών, τα καστανά, όπως το δέρμα, κοντά μαλλιά του δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα τριχόπτωσης, τα γένια, η αξυρισιά, το μούσι ήταν must, το δικό του ήταν trimαρισμένο, μεσαίου αναστήματος με τετράγωνους ώμους, γυμναστήριο τις καθημερινές, 5×5 ποδόσφαιρο τις Κυριακές, αν δεν το ‘χε ξενυχτήσει, trekking όποτε προκύψει,

αφότου απομακρυνθήκαμε, επέμενα να προσπαθώ να αντικρούσω τον δηλωμένο, από την αρχή της γνωριμίας μας, όρκο πίστης της Μάρας στην θεωρία της εξέλιξης, τα λογικά της συνεπακόλουθα δεν άφηναν, σύμφωνα με την ίδια, κανένα περιθώριο παρερμηνείας, κοντολογίς, ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο άρα καταδικασμένος να συμπεριφέρεται όπως ακριβώς τα ζώα, άλογα, άγρια, παράλογα, μέχρι το τέλος του κόσμου που δεν πρόκειται να αργήσει λόγω κλιματικής κρίσης, ανέφερα τις φάλαινες που παίζουν στο νερό με άλματα και βουτιές, χτυπάνε κιόλας την ουρά τους, τον σκύλο που επέστρεψε στο αφεντικό του έπειτα από επτά χρόνια, ήταν ανέλπιδη, πάντως ανεβαστική κάθε φορά, η απόπειρα να καλμάρω τον νιχιλισμό της, όπως και να ‘χει, διεκόπη,

όταν το αρσενικό αποφάσισε να επικοινωνήσει με το θηλυκό με άναρθρες κραυγές, την γλώσσα των προγόνων μας , ενός εκ των δύο ειδών χιμπαντζήδων με στενότερη εξελικτική συγγένεια με τον άνθρωπο, των μπονόμπο, θηλαστικό γνωστό για την υπερσεξουαλικότητα του, το έτερο είδος είναι ο χιμπαντζής ο κοινός,

στην πραγματικότητα, ο τύπος ήθελε απλά να την τσιγκλίσει, έδινε ψήφο εμπιστοσύνης σε συνεργατικά εγχειρήματα, έκανε ελεύθερο κάμπινγκ με μεγάλη παρέα τον Αύγουστο στην Σαμοθράκη, πίστευε στην αλληλεγγύη, την δύναμη της φύσης, της αντικαπιταλιστικής αριστεράς επίσης, σε συμφωνία με τα ήθη των νέων της γειτονιάς, αντιπροσώπευε την εξαρχειώτικη βερσιόν του διεθνώς αναγνωρίσιμου ιδεότυπου του alpha male, ο οποίος,

δεν ταυτίζεται, ούτε ισούται προφανώς, με τον μαλάκα, τον jerk, όπως κάθε άλλος ιδεότυπος, είναι ένα ανθρωπολογικό μοντέλο, το οποίο, δεν συνιστά οντολογική περίπτωση αλλά χρησιμεύει για την θεωρητική απεικόνιση, την μελέτη της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς, παραδείγματος χάριν,

ένας σύνηθης ιδεότυπος των Εξαρχείων ήταν ο αντιεξουσιαστής που απαλλοτριώνει, καταστρέφει, βιοπραγεί, ζούσε σε αντιπαράθεση με τον εξουσιαστή που έκλεβε (το κράτος), διόριζε ημέτερους (στο κράτος), και αυθαιρετούσε (έναντι των πάντων), έπειτα από το peak του 2008-2012, χρονική περίοδος που συνέπεσε με την ελληνική οικονομική κρίση (πυροδοτήθηκε από την Διεθνή Χρηματοπιστωτική Κρίση, Panic of 2008), θεωρείται ότι έληξε τον Σεπτέμβριο του 2019 με την πλήρη άρση των κεφαλαιακών ελέγχων που είχαν επιβληθεί, βγήκε, σταδιακά, εκτός μόδας - οι εξουσιαστές είχαν λιγότερα κεφάλαια να μοχλεύσουν, οι αντιεξουσιαστές, νέοι και νέες 18-22 ετών ως επί το πλείστον, εξαναγκάστηκαν να βγουν νωρίτερα στην αγορά εργασίας (τουρισμός, εστίαση),

ο ιδεότυπος, που προέρχεται από τη γερμανική λέξη Gedankenbilder (νοητικές εικόνες), αναφέρεται στον κόσμο των ιδεών, δεν αντιστοιχεί σε ηθική τελειότητα, η οποία, ομολογουμένως, δεν συναντάται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση ενός alpha male,

λιγότερο macho, ένεκα των περιορισμών που προκύπτουν από το νομικό-ορθολογικό (βάσει κανόνων και νόμων) τύπο νομιμοποιημένης κυριαρχίας στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας, των συγκαιρινών κοινωνικοπολιτισμικών ευαισθησιών επίσης, οι γυναίκες διεκδίκησαν, και καταφέρνουν, ισότητα, στην επαγγελματική ζωή, και το κοινωνικό περιβάλλον, τα αντανακλαστικά του παραμένουν πατριαρχικά (αντί για πατρικά, ή μπαμπαδίστικα), σε ορισμένο βαθμό, καθώς άλλωστε ανταποκρίνονται σε έναν έτερο τύπο νομιμοποιημένης κυριαρχίας, τον παραδοσιακό (βάσει εθίμων),

αναμενόμενο, αναγκαίο, ή προαπαιτούμενο, όσον αφορά τον επαγγελματία του αρχαίου ολυμπιακού αθλήματος της ελληνορωμαϊκής πάλης, του πολεμιστή, του γεννημένου σε γκέτο, φαβέλα, ή φτωχογειτονιά που κρύβει κινδύνους, του gaucho, του security σε γήπεδο ποδοσφαίρου του ελληνικού πρωταθλήματος, του έγκλειστου στην φυλακή,

πρόκειται, φυσικά, για έναν ιδεατό τύπο που -εξ ορισμού- μεταλλάσσεται, δεν θεωρείται πλέον απαραίτητο προσόν για το επάγγελμα του οδηγού, του τραπεζικού υπάλληλου, του τραγουδιστή, του barista,

males in transition, rather than in crisis, δεν είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στα 1930s του Ernest Hemingway[1], τα 1960s του Che Guevara[2] και του Sean Connery, στο δασύτριχο τους στήθος, οι άντρες δεν συνήθιζαν να αφαιρούν τις τρίχες από το σώμα τους ούτε πριν από είκοσι πέντε χρόνια, με την εξαίρεση των αθλητών του water polo, body builders, ή δρομείς, κανόνας πλέον για τα alpha fit, νόρμα κοινωνικά αποδεκτή, η πρόσληψη της ήταν αρνητική, θεωρούνταν weird, για έναν άντρα από την Γεωργία, την Σαρδηνία, την Αριζόνα, την Τυνησία, την Κιλικία, και την Παμπλόνα,

όσον αφορά τον ιδεότυπο της γυναίκας υψηλής συναισθηματικής νοημοσύνης, εύθραστης, ευαίσθητης, ευάλωτης, σαν χαρακτήρας που ξεπήδησε από αισθηματική πεζογραφία τύπου άρλεκιν της δεκαετίας του 1920, σε μεγάλο βαθμό, έχει λησμονηθεί, αηδόνι σε κλουβί, ενίοτε υστερική, υποθέτουμε λόγω κλεισούρας, αντί για λόγους που άπτονται της βιολογίας, οι γυναίκες δεν εργάζονταν, ούτε σύχναζαν στα καφενεία, η απουσία των θηλυκών από την δημόσια ζωή, τους χώρους όπου συγχρωτίζονταν οι άντρες, τις καθιστούσε άγνωστες, ενίοτε μυστηριώδεις,

τόσο, ώστε να αναδειχθεί ένας ακόμη ιδεατός τύπος, σύμφωνος με το ζοφερό, απαισιόδοξο, κλίμα της δεκαετίας του 1940, της γυναίκας οχιάς, αινιγματική πανούργα, πρωτοεμφανίστηκε στα film-noir του Αμερικάνικου σινεμά, η γοητεία της φανερώνονταν στην λεπτότητα των κινήσεων του σώματος, ακαταμάχητους μανιερισμούς, την προπονημένη εκφορά του λόγου, την κατάκτηση της φυσικότητας της επιτήδευσης, τέλος, την αριστεία στην τέχνη της υπαινικτικής, αντί μιας δήλωσης προθέσεων, της δυνατότητας του βλέμματος όπου κάδραρε ο Billy Wilder δημιουργώντας την αρχετυπική femme fatale στο πρόσωπο της Phyllis Dietrichson στο Double Indemnity (1944), η μνήμη της τιμάται έως τις μέρες μας από συγγραφείς και αναγνώστες αστυνομικής πεζογραφίας, cinephilé, κάθε λογής ονειροπαρμένους,

ο ιδεότυπος του άντρα gentleman εγκαταλείφθηκε, όπως και του ιππότη, των θρύλων, που θα μονομαχούσε με φλεγόμενους δράκους, γνωρίζοντας, εκ των προτέρων, το τέλος της ιστορίας, εκπληρώνοντας την προφητεία, ο ίδιος θα χανόταν, εξολοθρεύοντας παράλληλα το αδηφάγο τέρας, του μακελειού θα επιβίωνε η καλή του, θα παντρεύονταν εκ νέου μεσαίο εταιρικό στέλεχος του private equity,

τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί,

η Μάρα δεν θα είχε υψώσει σκόπιμα την φωνή της κατάλληλη στιγμή, ούτε θα είχε χαρίσει στον άγνωστο άνδρα ένα πονηρό χαμόγελο, έτσι ώστε να μην ξαφνιαστεί, πόσο μάλλον δυσαρεστηθεί, ένα γελάκι εμφανίστηκε στο πρόσωπο της, όταν της έστειλε ερωτικό σινιάλο στην γλώσσα ενός πυγμαίου χιμπαντζή,

δεν θα σκοτιζόμουν, στην μέση του σκοτεινού δρόμου, με ανθρωπότυπους και ιδέες, ιδεότυπους και ανθρώπους, δεν θα αναρωτιόμουν αν σκόπευε να φέρει στο νου της την εικόνα του τρωγλοδύτη Παν όταν θα κάναμε σεξ,δεν θα ήμουν βέβαιος πως στο δικό μου slideshow θα εμφανιζόταν μία άλλη γυναίκα, αν δεν είχε υπάρξει εκείνη η ξανθιά...

 

 

 

 



[1] "In 1937, one of the most famous (and absurd) confrontations in literary history took place in New York, it involved Ernest Hemingway, the critic Max Eastman, and a very specific argument about masculinity and body hair, the feud began when Eastman wrote a scathing review of Hemingway’s bullfighting book, Death in the Afternoon, he mocked Hemingway’s hyper-masculine persona: "come out from behind that false hair on your chest, Ernest, we all know you," to Papa Hemingway’s supporters this was blasphemy, furious about the false hair comment, Hemingway reportedly unbuttoned his shirt to reveal a very hairy chest, he encouraged Max to assess the authenticity of his chest hair, while he mocked Max’s chest, which was as “bare as a bald man’s head…”" Gemini.

[2] "Che, the great revolutionary, a death seeking missile, with a disposition to die beautifully, Guevara, the dogmatic ideologue, the unskilled economist, the incompetent politico."https://www.lrb.co.uk/the-paper/v19/n16/richard-gott/the-ribs-of-rosinante

"He was a very magnetic human being, cruel, and entirely obsessed, but nevertheless attractive."https://www.theparisreview.org/interviews/1395/the-art-of-fiction-no-146-william-f-buckley-jr