24.9.13

να ξέρουμε που πηγαίνουμε


soundorigami

Η νυχτερινή περιπλάνηση στην Αθήνα συνίσταται σε ένα ατελείωτο γύρω γύρω όλοι με μοναδικό σκοπό να καταλήξεις είτε κάπου κοντά στο μοναδικό νησί σε ολόκληρο τον κόσμο γύρω από το οποίο δεν υπάρχουν καθόλου νερά, ή τουλάχιστον, σε ένα κοντινό μέρος με θέα προς σ΄αυτό το επίγειο θαύμα.

Εννοείται πως πολύ συχνά διάφοροι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε περιοχές όπου η θέα προς τη ζωογόνο δύναμη του ιερού βράχου είναι πρακτικά αδύνατη. Δεν είναι κι απίθανο δηλαδή να ξεμείνει κάποιος ένα βράδυ γύρω στις 03:30 κάπου στα Εξάρχεια. Στην περίπτωση αυτή μάλλον πως έχουμε να κάνουμε με έναν ιδεολόγο που αρκείται να ιχνηλατεί μονίμως γνώριμα εδάφη: ΚΝΕ, ροκ, συνωμοσιολογία, αναρχία πωλούνται, αγοράζονται ή και ανταλάσσονται με φρενήρεις ρυθμούς στην συγκεκριμένη περιοχή σε έναν ατέρμονο κύκλο που δεν συναντά ποτέ την ελευθερία καθότι αυτή άλλωστε συνίσταται στην πολυπόθητη επιστροφή στη μητέρα. Τα Εξάρχεια, αν μη τι άλλο, βρίσκονται σε μια ηλικία όπου η μητέρα αντιμετωπίζεται περίπου σαν εχθρός. Με άλλα λόγια, τα Εξάρχεια βρίσκονται στην καρδιά μιας αιώνιας εφηβείας. Έτσι εξηγείται και η σχέση αγάπης και μίσους η οποία αποδίδει στο ακέραιο τα συναισθήματα της συντριπτικής πλειονότητας των Αθηναίων που έχουν τσαλαβουτήσει πολλάκις στα κάπως δύσοσμα νερά των Εξαρχείων. 

Στα Πετράλωνα, στα Exarheia with a human face δηλαδή, αναζητεί κανείς μια πιο φρέσκια ματιά πάνω στα γεγονότα που ταλανίζουν τις ζωές μας τον καιρό της κρίσης. Επικαιρότητα, ρακί, αυτοσχέδιες ιδέες, στριφτά τσιγάρα που καπνίζουν bloggers (συνήθως με μια ελαφρά συστολή λόγω των βλαβερών συνεπειών του καπνού)  κυκλοφορούν κι εδώ με γοργούς ρυθμούς. Δυστυχώς, οι σπηλιές του Φιλοπάππου στέκουν ακόμα ανεξερεύνητες από όλους εμάς με την εξαίρεση των λιγοστών αρουραίων της πόλης και ίσως και κάποιων νυχτερίδων. 

Στο Γκάζι, είναι γεγονός, καταλήγουν μονάχα οι κοπρολάγνοι. Κολλημένος εσσαεί στην επιφάνεια των πραγμάτων, δηλαδή mainstream, δεν μπορεί παρά να κάνεις παρέα αποκλειστικά με σκατούλες που ως γνωστόν κάνουν κι αυτές την, αναπάντεχη υποτίθεται, εμφάνιση τους στην επιφάνεια της θάλλασας στην οποία κολυμπούν ένα εκατομμύριο άνθρωποι παρέα με τα αντιηλιακά τους. Οφείλω να σας προειδοποιήσω: λέγεται από κάποιους πως μέσα στο πρώην εργοστάσιο του γκαζιού έχει τοποθετηθεί από τους άρχοντες της εξουσίας μια βόμβα υδρογόνου. Αν ποτέ ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος του πολιτισμού μας το κόκκινο κουμπί που βρίσκεται στο Γκάζι θα είναι εκείνο που θα πατηθεί πρώτο.

Στο Κολωνάκι σαν βρεθείς δεν έχεις ιδέα κατά που πέφτει ο Παρθενώνας. Δεν είναι βέβαια και καμιά ντροπή· εδώ κοτζάμ Σακίλ Ο’Νιλ κάποτε όταν ρωτήθηκε αν επισκέφθηκε την Ακρόπολη απάντησε πως πήγε σε πολλά club μα δυστυχώς δε συγκράτησε ονόματα! Στην περιοχή ευδοκιμεί το πτηνό Τζούμα, φασαριόζικο και ενίοτε κουραστικό, οπωσδήποτε και εντελώς εκτός κλίματος της εποχής, είδος προς εξαφάνιση ωστόσο, το οποίο προς τιμήν του αρνείται πεισματικά, μάλλον από ένστικτο παρά από κάποιου είδους συνειδητοποίηση, να συμμετέχει στην μακάβρια γιορτή των άλλων πτηνών της ζούγκλας του Κολωνακίου: κάθε νύχτα δεκάδες scavengers του τηλεοπτικού και του εφοπλιστικού κόσμου κατασπαράσσουν λαίμαργα ανθρώπινα πτώματα που ξεβράζονται συνεχώς στην περιοχή. Μοναδική ελπίδα για την περιοχή αποτελεί η ευχή εκεί που κείτονται τα πτώματα να φυτρώσουν ξανά νεραντζιές. Τα εθιστικά αρώματα των τελευταίων, γύρω στην Άνοιξη, ίσως και να έχουν τη δύναμη να απομακρύνουν μια και καλή τα κοράκια.

Όσον αφορά την Πλάκα, οι φήμες οργιάζουν. Πιθανολογείται πως εκατοντάδες πρώην Αθηναίοι, ίσως λιγάκι απογοητευμένοι με την περιρρέουσα κατάσταση εδώ που τα λέμε, κυκλοφορούν μονίμως μασκαρεμένοι ως τουρίστες. Τις Απόκριες δε, και καθότι περνούν όλο το χρόνο αναγκαστικά ως μασκαράδες, ντύνονται πια Αθηναίοι αλλά πάντοτε φορώντας χλαμύδες. Μοναδικό τους κέρδος από τούτη την εκκεντρική ίσως διαδικασία (απελπισμένη μεν, κίνηση σωτηρίας δε, σύμφωνα με όσους είναι πιο ανεκτικοί στην ανημπόρια που προκαλεί στον άνθρωπο ο παραλογισμός της ζωής) είναι φυσικά η ψυχική ηρεμία και γαλήνη. Στα Αναφιώτικα μάλιστα λέγεται πως συναντώνται περιστατικά αυθεντικής μυσταγωγίας. Η Πλάκα είναι δηλαδή η Κιβωτός του Νώε φορτωμένη με Αθηναίους που περιμένουν υπομονετικά να περάσει η μπόρα μπας και καταφέρει το πλοίο τους να προσαράξει κάποτε στο γειτονικό νησί του Παρθενώνα. 

Όπως θα το μαντέψατε ήδη, χιλιάδες κόσμου έχει αποσυρθεί μακριά από το κέντρο. Στις νυχτερινές πιάτσες στο Χαλάνδρι, στο Μπραχάμι, στον Χολαργό, στην Κηφισιά, στην Πανόρμου, στο Μαρούσι, στο Περιστέρι και όπου αλλού, συχνάζουν ολικοί αρνητές της Αθήνας. Καταδικασμένοι να μην αγαπήσουν ποτέ την πόλη τους, κρύβονται στα προάστια γευόμενοι τις εμπειρίες ενός κάτοικου της Λαμίας, του Βόλου, της Καλαμάτας, του Πλατανιά Χανίων, της Χαλκιδικής ή και της Κοζάνης. Όσον αφορά αυτούς που καταφέρνουν να αντικρύσουν τη θέα του Παρθενώνα από μια σοφίτα ή μια ταράτσα, ξεγελιώνται αν νομίζουν πως αντικρύζουν κάτι περισσότερο από μια καρτ ποστάλ. 

Βλέπετε, όλα τα νησιά μοιάζουν ωραία από τις φωτογραφίες αλλά η αλήθεια τους φανερώνεται μονάχα στους ταξιδευτές που τα περπατούν απ΄άκρη σ’ άκρη. Με μπόλικο κόπο και ατελείωτη περιέργεια.

Κι αν όλα αυτά σας φαίνονται κομματάκι απαισιόδοξα να ξέρεται πως σας έχω φυλάξει το καλύτερο για το τέλος:

λέγεται λοιπόν πως μια μέρα όλα τα σπίτια στην Αθήνα θα διαθέτουν κι από μια τρύπα στον τοίχο με θέα τον Παρθενώνα. 



22.9.13

διαδραστικότητα




«Υπάρχει ένα κοινό μυστικό στον Τύπο, ιδιαίτερα στις online εκδόσεις. Αν θέλεις το άρθρο σου ή το κείμενό σου να έχει διαδραστική υποδοχή μεγάλης έκτασης, δηλαδή σχόλια, διάλογο κτλ., γράψε για τη Χρυσή Αυγή».
“Χρυσά Χτυπήματα”, TO BHMA, 16/09/2012.


Αν πιστέψουμε τον Νίκο Μπακουνάκη, τότε δε μένει να συμπεράνουμε πως ένα τρελό πάρτυ έχει στηθεί αυτές τις μέρες στα δημοσιογραφικά γραφεία του Πρώτου Θέματος. Έτσι συνέβαινε από πάντοτε· κάποιοι απαντούν ανήσυχοι στο τηλέφωνο που χτύπησε τα ξημερώματα αφού το πένθος πια μας παραμονεύει, και κάποιοι άλλοι μετράνε βρώμικα ευρώ.

Με τα 9/10 άρθρα του Protagon να ασχολούνται επί του θέματος, η σκέψη μας πάει και σε όλους εκείνους που ξημεροβραδιάζονται, εδώ και καιρό άλλωστε, με το να βομβαρδίζουν τις οθόνες μας με τον εμετό των υπογείων του Συστήματος. 

Αν αναρωτιέστε καμιά φορά με τι ακριβώς καταπιάνονται οι τελειόφοιτοι της Αστυνομικής Ακαδημίας να ξέρετε πως δουλεύουν εξαντλητικές υπερωρίες με μοναδικό αντικείμενο εργασίας τη σύνταξη (που λέει ο λόγος) ανορθόγραφων μηνυμάτων εξαντλώντας ταυτόχρονα ολόκληρο τον κατάλογο των ελληνικών ονομάτων.

Συμπαραστάτες στον αγώνα τους βρίσκονται χιλιάδες, σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς, ανασφάλιστοι νέοι που εργάζονται σε συνθήκες μαύρης εργασίας (φορώντας φυσικά μαύρες μπλούζες) και οι οποίοι επιτελούν το ίδιο έργο με χρήματα που πληρώνονται είτε από την ελληνική πολιτεία υπό την μορφή επιχορήγησης σε φασιστική παρακρατική συμμορία είτε από τις χορηγίες ανώνυμων ολιγαρχών που δεν προτίθεται να επιτρέψουν σε κανένα να στερήσει τα προνόμια τους. (Ούτε και από τον Ομπάμα τον ίδιο. Ευρωπαϊκή ανοχή, ή και συνενοχή στο θέατρο του φασιστικού τρόμου δεν θα πρέπει να αποκλείεται ελαφρά την καρδία.)

Με άλλα λόγια, η διαδραστικότητα στο διαδίκτυο είναι πλέον γεγονός: οι δημοσιογράφοι συνομιλούν επιτέλους με το κοινό τους! 

Κατά την περίοδο των καλοκαιριών διακοπών μάλιστα και με τη σύνδεση στο ίντερνετ να είναι κάπως πιο περιορισμένη, ο οχετός δύναται κάλλιστα να διοχετευθεί και στο τηλέφωνο σας με τη μορφή απειλητικού τηλεφωνήματος. Το brand name του φασισμού εν Ελλάδι δεν είναι απαραίτητο να αναφερθεί στα εν λόγω τηλεφωνήματα για τον προφανή λόγο πως το μυστήριο καμιά φορά εξάπτει όχι μόνο τη φαντασία αλλά και την καχυποψία παρανοϊκού τύπου και φόβου πρώτου βαθμού στον ανυποψίαστο (αλλά και ανυπεράσπιστο) πολίτη που έχει επιλέξει να σκέφτεται ελεύθερα. 

Στην καλοκαιρινή τους κατασκήνωση στην Κρήτη εκτός από το να διασκεδάζουν lifestyle συντάκτες συναγωνιζόμενοι σε πανάρχαιες αθλοπαιδιές, σχημάτιζαν επίσης, κατά το βραδάκι, τον κύκλο του τρόμου: αντί για φωτιά και κιθάρες τα κινητά έπαιρναν φωτιά. Εκείνος που ακουγόταν πιο απειλητικός απ’ όλους, κέρδιζε αμέσως την εμπιστοσύνη των υπολοίπων της μακάβριας παρέας. 

Μια μέρα θα γίνει ένας σπουδαίος φονιάς.

Όσο για μας, προσπαθούμε να ισορροπήσουμε ανάμεσα στο αίσθημα της ανημπόριας εμπρός του παραλογισμού της ζωής που ζούμε και την αστείρευτη (φυσικά!) επιθυμία μας να συνεχίσουμε να τραγουδάμε. Ελεύθερα. 



19.8.13

ασκητική

Baz Ratner


Κάθομαι στο πάρκο και παρατηρώ τα πιτσιρίκια. Συμπεραίνω:

Τίποτε πιο τραγικό από το αίσθημα ανασφάλειας ενός ευφϋούς ανθρώπου σχετικά με το πως να διαχειριστεί την ευφϋία του. Αυτή η ανασφάλεια δεν μπορεί παρά να προέρχεται από την ίδια του την ευφϋία που κάποτε έδωσε γέννα σ’ ένα αλησμόνητο παιδικό τραύμα.

Τον καιρό που τα άλλα παιδάκια έπαιζαν με τα παιχνίδια τους η ευφϋία εκείνου του μικρού ανθρώπου ύψωνε τα πρώτα αδιαπέραστα τείχη μεταξύ ευφϋίας και πανουργίας. Ένα άλλο παιδάκι, ευφϋές και εκείνο, συμμετείχε αδειάλειπτα στα παιχνίδια των υπόλοιπων παιδιών εξουσιάζοντας στα φανερά ή και στα κρυφά. 

Τα τείχη μεταξύ ευφϋίας και ηλιθιότητας ήταν δεδομένα εξαρχής· κάθε φορά που αντάλλασσε ένα βλέμμα αυτό γινόταν ολοφάνερο στον ίδιο καθώς και σε έναν ουδέτερο παρατηρητή την ίδια φυσικά στιγμή που γινόταν εξαιρετικά επίπονο για τον άτυχο και άδολο εκφραστή της ηλιθιότητας, εξοστρακίζοντας μια και καλή την ευφϋία πίσω από τα περιχαρακωμένα ηλεκτροφόρα κάγκελα της μοναξιάς εκεί που οι ηλίθιοι σιωπούν και ενίοτε η ευφϋία καταλήγει δώρον άδωρον καθότι κατατροπώνεται από τη μνησικακία. 

Βάσανο η μοναξιά, εφόσον εξάλλου η ασκητική στις μέρες μας δε γίνεται κατανοητή παρά μονάχα ως μαζοχισμός με αφετηρία ένα κάποιο ασυνήθιστο ψυχικό πρόβλημα. 

Το ομώνυμο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη διαβάζεται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια της διαδρομής Σύνταγμα – Δουκίσσης Πλακεντίας από κορίτσια που στην πραγματικότητα απλά δοκιμάζουν τα νέα τους κοκκάλινα γυαλιά την ίδια στιγμή που οι πατέρες της ασκητικής που έζησαν κάποτε στην Ανατολή εξακολουθούν να βρίσκονται θαμμένοι κάτω από τόνους παραμελημένων (και κατασυκοφαντημένων από τους ειδικούς) Βυζαντινών χειρογράφων.

Να λοιπόν γιατί η μοναξιά σήμερα γεννά αποκλειστικά τέρατα.



15.8.13

Η εποχή των παχιών αγελάδων τελείωσε· ζούμε την πραγματικότητα του αίγαγρου.




Λέμε συχνά· είχε το «βλέμμα της αγελάδας». Μ’ αυτό εννοούμε πως η τάδε κοπέλα που γνωρίσαμε ένα κάποιο βράδυ μέσα σε ένα καπνισμένο μπαρ εξέφραζε  μια κάποια ηλιθιότητα βουτηγμένη ίσως και σε τόνους, επαρχιώτικης τρόπον τινά, αθωότητας. 

Ωστόσο, μάλλον πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υπεκφυγή που είναι φυσικά γνώριμο έδαφος για όλους μας, μαζί με την φυγοπονία δηλαδή. Είναι ψέμα να νομίσουμε πως εκείνο το βλέμμα ανήκει, τουλάχιστον αποκλειστικά, στην, φαινομενικά έστω, αθώα κοπέλα η οποία δεν διεκδικεί καμιά πρωτιά στην σκληρή εργασία της κοινωνικοποίησης στα πλαίσια μιας ολονύχτιας μέθεξης στυλ και απόψεων σε ένα αφτεράδικο του κέντρου της πόλης όπου το πιοτό θολώνει την κρίση και ο καπνός την ατμόσφαιρα.

Το «βλέμμα της αγελάδας» δεν ανήκει στην κοπέλα· ανήκει στην εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί.

Όσο κι αν ονειρεύομαστε εύφορα λιβάδια στο Βορρά της Ευρώπης όπου υποτίθεται πως μπορείς ακόμη να βυζαίνεις ανέμελα την αγελάδα ξαπλωμένος στα γρασίδια, τόσο μπερδεύουμε τις χρονολογίες κάτι φυσικό βέβαια μιας και είμαστε φανατικοί του Lost και του Game of Thrones. Σε τούτα τα λιβάδια βέβαια πληρώνονται ακόμα οι μισθοί οπότε η κατάσταση περιπλέκεται λίγο. Λίγο όμως καθότι η πραγματικότητα είναι όντως αμείλικτη σε σχέση με τα όνειρα μας που μας ταξιδεύουν στα πάντοτε κινούμενα εδάφη της νοσταλγίας για εκείνο που δεν υπήρξε ποτέ. Κι αν υπήρξε κάποτε, η προσπάθεια να το ανασύρουμε στη μνήμη μας είναι ομολογουμένως δυσκολότερη από ποτέ σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία.

Για να το πούμε με άλλα λόγια, η αγελάδα έγινε αίγαγρος και τα εύφορα λιβάδια μετατράπηκαν σε απόκρημνες κορυφές. Η νωχελικότητα της αγελάδας μας εγκατάλειψε καθώς δανειστήκαμε το νευρικό βάδισμα του αίγαγρου που δεν μπορεί παρά να βαδίζει σε νέα και αχαρτογράφητα δύσβατα μονοπάτια. Η αγελάδα μοιάζει μονίμως νυσταγμένη, ο αίγαγρος όμως οφείλει να μένει ξάγρυπνος μήπως και το καταπιεί άξαφνα ο γκρεμνός στις άκρες του οποίου αναζητεί την τροφή του. Χώρια το παράνομο κυνήγι. Το βάρος του σώματος της αγελάδας φορτώνει πλέον τη συνείδηση του αίγαγρου, δηλαδή της δικιάς μας ανθρώπινης συνείδησης, κάνοντας την καθημερινότητα ασήκωτο φορτίο προορισμένο για παντός καιρού ανθεκτικά γαϊδούρια. 

Κι αν δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να κοιτάς τον γάϊδαρο στα δόντια τον αίγαγρο έχει απολύτως νόημα να το κοιτάς απευθείας στα κέρατα: βλέπεις, τα κέρατα του αίγαγρου πιθανόν να είναι στραμμένα κατά πάνω σου εκτός κι αν το έχουν πάρει απόφαση πια πως το καλύτερο πράγμα που έχουν να κάνουν είναι να κοπανάν τον τοίχο αυτοκαταστροφικά. 

Κάποιοι θα πουν: «ας γίνουμε γάϊδαροι λοιπόν, ας κουβαλήσουμε το φορτίο που μας αναλογεί, ας αντέξουμε ακόμα και το σφυροκόπημα του ασυνείδητου (δίχως συνείδηση· σχεδόν ζώου δηλαδή) αίγαγρου που θα ορμήσει καταπάνω μας με ορμή τεσσάρων Χρυσαυγιτών απέναντι σε έναν ανυπεράσπιστο μελαμψό ανήλικο· ας τα καταφέρουμε!»

Μας γαλούχησαν ως παχιές αγελάδες, μας προορίζουν πια για ευέλικτους αίγαγρους, είδος προς εξαφάνιση στην Ελλάδα ας μην ξεχνάμε, τέλος, υπάρχει και η προτεινόμενη λύση του γαϊδάρου.

Αξίζει να θυμόμαστε πάντως, σε τούτες τις δύσκολες στιγμές, πως την ιστορία της «Φάρμας των Ζώων» ΤΗΝ ΕΓΡΑΨΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.



29.7.13

Η επανάσταση του καφέ


Samuel Aranda



Η ζωή στην Αθήνα μοιάζει σχετικά ανέμελη όταν κινείσαι νωχελικά στα πέριξ της Διονυσίου Αεροπαγίτου. Κόσμος πάει κι έρχεται· παιδιά, σκυλιά, νταντάδες. Αυτές τις τελευταίες βέβαια, ίσως και να τις έπλασα με τη φαντασία μου. Μάλλον πρόκεται για μαμάδες που απλά νοιώθουν ξένες, ως προς τον κόσμο γενικά αλλά και ως προς τον εαυτό τους· κατά συνέπεια, και ως προς το παιδί τους.

Η κρίση αποξενώνει· όσο μικραίνει το βάθος της τσέπης μας τόσο η πιθανότητα επιθυμίας εξερεύνησης του υπαρξιακού μας πλούτου ξεμακραίνει, σαν το καΐκι που χάνεται από το βλέμμα μας μέσα στην απέραντη θάλασσα.

Χρόνος υπάρχει· διάθεση για εσωτερική αναζήτηση δεν μας βρίσκεται κάπου πρόχειρη λόγω μιας μερικώς εσφαλμένης παραδοχής, ό,τι δηλαδή το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Ό,τι το τρώει, το τρώει· είναι μονάχα που το μικρό ψάρι έχει προλάβει να κολυμπήσει σε θάλασσες βαθιές, ταραχώδεις ή και απόλυτα ήρεμες, προηγουμένως.

Μαθαίνει κανείς να κολυμπά μόνος του. 

Μαθαίνει να εκτιμά μαζί με τους φίλους του.

Στην γκρίζα (καμιά φορά και πολύχρωμη όμως) μοναξιά των Αθηναϊκών διαμερισμάτων, δεν εκτιμάς τίποτα· μονάχα λογαριάζεις εχθρούς. Ειδικά κάθε φορά που μετράς με βαριά καρδιά τα κέρματα ένα ένα ώστε να πάρεις το Μετρό.

Εχθροί υπάρχουν· λεφτά δεν υπάρχουν· τέλος, η ζωή συνεχίζεται. 

Συνεχίζεται έτσι ακριβώς όπως άρχισε, πριν το διαφημιστικό (μιας και γέννησε ψευδαισθήσεις) διάλειμμα (καθότι όντως σύντομο) της χρονικής περιόδου κατά την οποία ενηλικιώθηκε η γενιά μου: αγώνας μέχρι το θάνατο, χαρά, αγωνία μέχρι το θάνατο, ευτυχία, ίσως, και έπειτα πια, θάνατος.

Στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, με θέα το νησί του Παρθενώνα, το tagging εξαπλώνεται με τους φρενήρεις ρυθμούς ενός τάγματος σαρκοφάγων μυρμηγκιών σε τροπικό δάσος. Ένας μαγαζάτορας εξακολουθεί να εμπορεύεται καφέδες μετά συνοδεία αράγματος. Ακριβώς δίπλα του, δεκάδες υπογραφές-μουτζούρες στην τζαμαρία του κλειστού εδώ και καιρό ρουχάδικου, δηλώνουν την επιθυμία τόσων πολλών πλέον νέων να αφήσουν τα ίχνη τους κάπου μιας και δεν έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να ποτίσουν με τον ιδρώτα τους τις καρέκλες του σκηνοθέτη λίγα μέτρα πιο πέρα· που άλλωστε λεφτά για μπουρμπουάρ στην σερβιτόρα.

Εν τω μεταξύ, οι όμορφες σερβιτόρες θα πρέπει να μάθουν με λιγότερα ενόσω οι καφέδες θα ρέουν ολένα και συχνότερα μέσα σε θερμούς. 

Θα ‘ναι μέσα σ’ ένα θερμό, κάτω από τον Ελληνικό ήλιο και μια ανάσα από τα νερά της Μεσογείου, που ο πικρός καφές της παρηγοριάς θα θελήσει να ξεχυθεί έξω από την αδιατάραχτης θερμοκρασίας φυλακή του ώστε να γίνει ένα με τη θάλασσα. Θα ξεδιψάσει ψάρια· θα μπερδέψει γλυκά ανυποψίαστους κολυμβητές. 

Η αλμύρα της θάλασσας, ως γνωστόν, γλύφει τις πληγές μας.