15.4.11

καλλιτέχνης

Kent Williams














<<Το πιο εξοργιστικό απ’ όλα, σχετικά με την περίπτωση ενός ελπιδοφόρου νέου καλλιτέχνη που πλασάρεται χονδροπρεπώς στο κοινό μέσω εφημερίδων, είναι ότι δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να παράξει και κάτι που δε θα είναι και για πέταμα, θα είναι δηλαδή καλούτσικο.

<<Είναι αυτό τίποτε μπροστά στην ικανοποίηση που νοιώθεις όταν παρίστασαι (νοητά) της στιγμής όπου μια αγαθή ψυχή ή ένας ακαταμάχητος διαβόλος βάζουν στο Word ίσαμε πέντε λέξεις, ικανές όμως να το κάνουν να ματώσει;>> αναρωτήθηκε ο Μίλτος.

<<Είναι, πώς δεν είναι;... Είναι η εκθαμβωτική (πρόσκαιρη) νίκη του μεθυστικού (και μέθυσου) παρόντος έναντι του αιώνιου (και νηφάλιου) παρελθόντος-μέλλοντος>> συμπέρανε με μια κάποια πικρία.





14.4.11

Το σαχλό ζεϊμπέκικο του Νίκου




Με αφορμή τη συνέντευξη του Νίκου Κούνδουρου.                                                                                    http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=393433&h1=true


 Ο Νίκος Κούνδουρος, ο αλλοτινός επαναστάτης. Σχετικό τώρα αυτό βέβαια. Βρέθηκε κάποτε, όπως λέει και ο ίδιος, στην κόψη του σπαθιού την τρομερή. Καμιά φορά, πρέπει να πολεμήσεις, ανεξαρτήτως διάθεσης.

 Όπως και να ‘χει, η ταινία του Ο Δράκος (1956), η κορυφαία του δημιουργία, έκρυβε επανάσταση μέσα της. Κυοφορούσε επανάσταση. Αυτό γιατί στάθηκε απέναντι απ’ όλα τα άλλα. Στάθηκε μόνο του∙ περήφανα, με τόλμη.

  Ο Κούνδουρος λοιπόν αντέδρασε, πρόσφατα, όπως ο επαναστάτης που δεν έχει Θεό μέσα του. Πληγωμένο θεριό, τυφλωμένο από την ήττα. Άνθρωπος των όπλων, εκεί που σίγασε η δύναμη τους, τη στιγμή που το σώμα του άρχισε να γερνά επικίνδυνα, η δύναμη της θέλησης εξασθένησε. Η δύναμη που χωρίς αυτήν ξεπέφτεις... ξεπέφτεις χαμηλά. Εκεί που το φυλετικό και το ταξικό είναι ισόνομα.

 Αυτή η, λίγο πολύ μεταφυσική, δύναμη εγγυάται στον άνθρωπο την δυνατότητα αποφυγής πρόσκρουσης στα βράχια της οργής και του πανικού εκεί που η σκέψη θολώνει και η γλώσσα, σαν άλλη σφαίρα Εαμίτικη, αναπτύσσει ιλιγγιώδη ταχύτητα (και δε ξέρει τι λέει, οι λέξεις όλες ένα τουρλουμπούκι). Στα βράχια που προσέκρουσε ο Κούνδουρος προσκρούουν κατά τόπους, μικροαστοί, δειλοί, κακομοίρηδες. Επίσης, οι «πολύ άνθρωποι». Δε θα έλεγα πως αυτός είναι κάτι απ’ όλα αυτά. Ίσως το τελευταίο.

 Άλλωστε, ο επαναστάτης που δεν έχει Θεό μέσα του, μα ιδεολογήματα μεταμφιεσμένα σε ιδεολογία, κι αυτή φορεμένη από τις ιστορικές συνθήκες που καμιά φορά σε εξαναγκάζουν να λάβεις θέση, κάποια στιγμή, πιθανότατα, θα σταθεί γυμνός απέναντι μας. Θα είναι όμως μια απεχθής γύμνια. Μια ξαφνική γύμνια που μονάχα τρομάζει, που αναστατώνει το θυμικό σου, δε θα ‘ναι η γύμνια ενός Θεού.

 Οι Τρύπες κάποτε ζητούσαν επιτακτικά από τον Άλλον να «φανερώσει τη μάσκα που κρύβει κάτω από τη μάσκα που φορά». Ήταν μια ενθουσιώδης νεανική απαίτηση εκφρασμένη με οργή και ένταση συνοδεύομενη από μια ωραία μελωδία. Κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα ήταν πολύ εύκολο να φανερωθεί το αληθινό πρόσωπο-μάσκα που δήθεν κρυβόταν κάτω από τη μάσκα. Χρειαζόταν μονάχα να κοιτάξεις τις τάσεις της εποχής, τις κοινωνικές συνθήκες, τι είδους άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο είχε υπογραφεί εκείνη τη χρονική στιγμή, ακόμα και σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Η γύμνια του Άλλου θα φανερωνόταν μπροστά σου σε κλάσματα του δευτερολέπτου...

 Δε νομίζω πως ο Τσε Γκεβάρα δεν είχε Θεό. Εκείνος άλλωστε τον κάλεσε στα βουνά της Βολιβίας να του πάρει τη ζωή, μια ζωή με νόημα, όχι σαν τις άλλες (σεβαστές και ιερές και οι δύο, φυσικά). Επίσης, ο Τσε Γκεβάρα ήταν κι αυτός ο ίδιος ένας Θεός. Σίγουρα θα εκτιμούσε τον William Blake δηλαδή. Αυτά είναι τα δικά του λόγια:

The solidarity of all progressive forces of the world towards the people of Vietnam today is similar to the bitter irony of the plebeians coaxing on the gladiators in the Roman arena. It is not a matter of wishing success to the victim of aggression, but of sharing his fate; one must accompany him to his death or to victory. [1] 

 Ο Κούνδουρος, αντίθετα, ήταν ένας στρατιώτης. Έπαιρνε εντολές από τους ανώτερους του, καμιά φορά ίσως και από την καύλα του. Δεν είναι το ίδιο, φυσικά. Ο στρατιώτης είναι εύκολο να παραστρατήσει∙ αυτό είναι μία υπολογίσιμη πιθανότητα. Ο Θεός όμως δεν μπορεί να προδώσει τον ίδιο του τον εαυτό. Ούτε την ιδεολογία του, ιδεολογία από τις κανονικές. Ένας Θεός άλλωστε στέκεται πάντοτε γυμνός, δεν έχει να κρύψει κάτι.

 Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν έχει συναντήσει κάποιον άνθρωπο στη ζωή του ο οποίος δε θα είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να σταθεί γυμνός ανάμεσα σε καλοντυμένους κύριους και κυρίες που θα είχαν για θέμα συζήτησης την στράτευση του καλλιτέχνη. Να σταθεί γυμνός ανάμεσα τους αλλά να μην το κάνει σαν πράξη διαμαρτυρίας. Να σταθεί φυσικά, σαν να ‘ναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου όλου, να ‘ταν σαν να ‘πινε κάποιος λίγο νερό έπειτα από πεζοπορία μιας ώρας στον Ταΰγετο.

 Αυτοί οι Θεοί που βρίσκονται ανάμεσα μας θα δώσουν μονάχα μια συνέντευξη στη ζωή τους. Μία και μοναδική. Όπως το έκανε ο σπουδαίος Αμερικανός λογοτέχνης Cormac McCarthy. Θα πουν τα πράγματα με το όνομα τους, όπως τα ονοματίζουν αυτοί δηλαδή, θα σταθούν γυμνοί μπροστά στον φακό της κάμερας ή και στον ήλιο, και μετά θα αναχωρήσουν για τον τόπο κατοικίας τους. Μακριά από ανθρώπους οι οποίοι υπερθεματίζουν ύπουλα... «το οποίο (σπίτι) λεηλατήθηκε... (άποψη του δημοσιογράφου της συνέντευξης)».  [Όχι πως μας φταίνε οι δημοσιογράφοι τώρα... Το έθεσε σωστά άλλωστε ο McCarthy: “you work your side of the street and I’ll work mine”.]

 Σαν να ‘ταν οι ληστές οι «βάρβαροι» του Ξέρξη. Σαν να ‘ταν όλα πόλεμος*. Σαν να ‘ταν ο Νίκος Κούνδουρος πνευματικός άνθρωπος, που λένε. Δεν είναι∙ ο Νίκος Καρούζος είναι. Σαν να ‘ταν ο Νίκος Κούνδουρος επαναστάτης. Δεν είναι∙ ο Τσε Γκεβάρα είναι. Σαν να μην ήταν ο Νίκος Κούνδουρος απλά ένας ενδιαφέρων άνθρωπος που έζησε μια ενδιαφέρουσα ζωή και που σαν τέτοιος άνθρωπος, λέει και μαλακίες (και αρλούμπες). Ένας Λόγος χυλός. 




*Ας παραδεχτούμε ότι είναι όλα πόλεμος λοιπόν. Αμέσως μετά θα τους αναφέρουμε δύο λέξεις: ταξικός πόλεμος. Κάτι μου λέει ότι τότε θα μιλήσουν για αγάπη, ίσως και για Θεό (τον χριστιανικό). Σαν να λέμε δηλαδή, λέμε ότι μας συμφέρει, μονάχα όταν μας συμφέρει, γιατί έτσι μας συμφέρει.








11.4.11

Μίσος

Olivier de Sazagan




 <<Ο ευκολότερος τρόπος να σε μισήσει κάποιος, μιλάω για μίσος απύθμενο, είναι να τον κάνεις να σου πει τα μυστικά του. Τα βάσανα του. Καμιά φορά δε, δεν απαιτείται καμία προσπάθεια από σένα να σου πει κάποιος τα μυστικά του. Σαν έτοιμος από καιρό, θα σκορπίσει τον εαυτό του οικειοθελώς. 
 
<<Κατόπιν, αφότου σου έχει πουλήσει το πιο εύκολο μυστικό - σαν να παίζεις μια παρτίδα σκάκι με ένα παιδί δύο ετών - που σου ‘τυχε να συναντήσεις ποτέ στη διαδικασία που ονομάζεται ως συλλογή back up δεδομένων του ανθρώπινου ψυχισμού, θα βαλθεί να σε κατασπαράξει>> ψιθύρησε στον εαυτό του με τρόμο ο Μίλτος καθώς τελείωνε τον τέταρτο καφέ της ημέρας, πάντα φίλτρου.

<<Βλέπετε, αν δίνεσαι στον άλλον δίχως συνείδηση της πράξης σου (όπου πράξη κραυγή αγωνίας), και παρουσιάζεις - ελαφρά την καρδία - στον άλλον την ανικανότητα σου να διαχειριστείς το βάσανο σου, όσο πιο αξιοπρεπώς εκείνος αντιμετωπίσει το ζήτημα τόσο πιο πολύ θα αναπτυχθεί το μίσος σου προς εκείνον>>.





7.4.11

Δώδεκα: σινεμά


Feels like Home | Onetreeink


 Η σκληρή, ή και ανώδυνη, όπως το πάρει κανείς, ενηλικίωση ενός χαρακτηριζόμενου από περιοδικά ποικίλης διαφήμισης ως σινεφίλ. Αυτά που κλείνουν σωρηδόν τη στιγμή που μιλάμε γιατί η διαφήμιση έκανε τα στραβά μάτια. Προσωπικά πάντως, θα προτιμούσα τον όρο «ποντικός του σαλονιού» καθώς εκεί άλλωστε έχω απολαύσει τις περισσότερες ταινίες (σε μια αντιστοιχία με εκείνη την υπέροχη ομάδα των «ποντικών της Cinémathèque Française»*). Δώδεκα πράγματα που αντίκρυσα στο σινεμά, λοιπόν:


Τη μνήμη (και τη λειτουργία της) στον ρεφορμιστή, Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Τον πόνο (και το βάσανο της ύπαρξης) στο κάθαρμα, Ingmar Bergman.

Την εξουσία που κυοφορείται σε κάθε τεταρτημόριο της δημιουργίας ενός ανθρώπου που διέσχισε - με συγκλονιστική επιτυχία - τα περισσότερα φιλμικά είδη, του τελειομανή-εμμονοληπτικού, Stanley Kubrick.

Το χιούμορ που μέθησε τη ψυχή μου σε μια αλησμόνητη -ειλικρινή και γενναιόδωρη- προσφορά εκ καρδίας από τον «παγωμένο», Roy Andersson.

Την ανθρωπιά (ανθρωπιά: το ενδιαφέρον για την «ανθρώπινη κατάσταση») στον ενίοτε δίχως έλεος φορμαλιστή, Krzysztof Kieslowski.

Τη μεταφυσική επανάσταση της ψυχής μέσω μιας εξερευνητικής αποστολής με αμφίβολα αποτελέσματα σε μια μαγική ψυχοσύνθεση, εκείνης του σαμάνου David Lynch.

Τη στράτευση τη στιγμή που εκείνη σχηματίστηκε ως γροθιά που μ’ έριξε στο καναβάτσο∙ ομιλώ για την αξέχαστη σφαλιάρα που δέχτηκα όταν αντίκρυσα στην οθόνη την ωμή αλήθεια του ασυγκράτητου, Pierre Paolo Pasolini.

Τη γοητεία, λέξη με συγκεκριμένο νόημα για όποιον αγαπά τα film noir, (ή, και) έχει διαβάσει μυθιστορήματα για μοναχικούς ροκ ήρωες, (ή, και) έχει γοητευτεί από την σκηνική παρουσία του Morrissey, στις ταινίες που μας έδωσε τη φλογερή δεκαετία του ’60 ο μέγας φαφλατάς, Jean-Luc Godard.

Την απόγνωση -μια απόγνωση όλο έξαψη- όπως αυτή σχηματίστηκε σε υπέροχα γυναικεία πρόσωπα που αποθανάτισε ο φακός του ασύδοτου ηδονιστή Rainer Werner Fassbinder.

Την τραχύτητα του βίου ως αρετή στο βίαιο κόσμο του Ki-duk Kim.

Τη γλυκύτητα ως οικουμενικό αγαθό της νεολαίας στα περιώνυμα moral tales του σπουδαίου παιδαγωγού, Éric Rohmer.

Το αστικό κενό να κατατρώει τις σάρκες μεσοαστών μέσα από την οξυδερκή και κοφτερή ματιά ενός αληθινού διανοούμενου, του Αυστριακού Michael Haneke.




*«Στη Cinémathèque. Όλη την ημέρα μέσα εκεί. Αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούσανε rates de la Cinémathèque, δηλαδή ποντίκια της Ταινιοθήκης. Όλη η Nouvelle Vague ονομαζόταν έτσι. Ο Τρυφφώ, ο Γκοντάρ και οι άλλοι εκεί μέσα μάθανε κινηματογράφο – δεν τελειώσανε καμιά σχολή. Αυτοί είναι οι ποντικοί της ταινιοθήκης, στους οποίους προστέθηκε η δική μου γενιά λίγο αργότερα», στο Κωνσταντίνος Θεµελής, Θεόδωρος Αγγελόπουλος: Το παρελθόν ως ιστορία, το µέλλον ως φόρµα, Αθήνα 1998, σ. 144.





6.4.11

Steppenwolf


Julio Bittencourt

What keeps humanity back and tortures the unique individual; meaning humanity’s greatest hope. The individual who is solidly convinced that suffers endlessly; individuals who believe themselves to be the most unlucky of all they ever met. The one that thinks is cursed by God, or any other superior forces.

Ø  A lie; a lie designed by God, the only God, to trick the believers.


The household budget became even smaller; so now the maid was dismissed; an enormous, thick-boned charwoman with white hair that flapped around her head came every morning and evening to do the heaviest work; everything else was looked after by Gregor’s mother on top of the large amount of sewing work she did. Gregor even learned, listening to the evening conversation about what price they had hoped for, that several items of jewellery belonging to the family had been sold, even though both mother and sister had been very fond of wearing them at functions and celebrations. But the loudest complaint was that although the flat was much too big for their present circumstances, they could not move out of it, there was no imaginable way of transferring Gregor to the new address. He could see quite well, though, that there were more reasons than consideration for him that made it difficult for them to move, it would have been quite easy to transport him in any suitable crate with a few air holes in it; the main thing holding the family back from their decision to move was much more to do with their total despair, and the thought that they had been struck with a misfortune unlike anything experienced by anyone else they knew or were related to.

Franz Kafka, Metamorphosis, 1914.