20.3.22

ΜΑΥΡΗ ΜΟΡΑ ΜΑΥΡΗ ΩΡΑ ΜΑΥΡΗ ΧΩΡΑ

 

 


Η Ντίνα, νταρντάνα Κυψελιώτισα λίγο πριν τα πενήντα, μιλάει δυνατά στο τηλέφωνο μέσα στο λεωφορείο. Φοράει μακριά κρεμ καμπαρντίνα, τα μαλλιά της, ιδιαίτερα λεπτή τρίχα, είναι αχτένιστα, ρίχονται άτεχνα στους στενούς της ώμους. Τα μάγουλα της είναι κόκκινα από το κρύο, είχε προηγηθεί τρίωρο τουρ για ψώνια στο κέντρο. «Έχουμε ακούσει τα καλύτερα για τα σιροπιαστά σας!» ξελαρυγγιάζεται, κλείνει τραπέζι σ’ ένα μαγαζί με Ανατολίτικα γλυκά στο Σύνταγμα με ιδιοκτησιακό καθεστώς follow the money wired via offshore accounts.

Κλείνει το τηλέφωνο, πιάνει την κουβέντα με την διπλανή της. Γεωργιανή Ελληνικής καταγωγής, μετανάστευσε στην Αθήνα πριν από κοντά τριάντα χρόνια, περίπου στα τριάντα της χρόνια, την εποχή που ξέσπασε ο πόλεμος στην Αμπχαζία (1992-93), έπειτα από την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ.. Λίγο πριν τα εξήντα, μικροκαμωμένη, κοντοκουρεμένα γκρι μαλλιά σε ανδρικό στυλ, μικρά χαρακτηριστικά αυστηρή έκφραση προσώπου, προτιμά τα jeans και τα μαύρα.

«Και; Είναι ωραία η Τιφλίδα;»

«Αααχ.. η Τιφλίδα είναι πολύ όμορφη, σαν Νέα Υόρκη... σαν μικρή Νέα Υόρκη...»

«Τι λέτε! Tόσο ωραία ε; Και γιατί φύγατε τότε;»

Η Γεωργιανή στραβομουτσούνιασε μεν, δεν απάντησε δε· σύντομα, το Χριστουγεννιάτικο κλίμα μεταξύ των δύο γυναικών επανήλθε σε φυσιολογικά για την πανδημική εποχή επίπεδα.

Έχοντας επιβάλλει την αυτόχθονη υπεροχή της έναντι της Καυκάσιας, μέσω της επίδειξης των ικανοτήτων της στην τέχνη της διαλεκτικής των μέσων μαζικής μεταφοράς, η Ντίνα θα αναζητούσε -επιτυχώς- κοινό μέτωπο έναντι της Αφρικής.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν το ταξί στο οποίο επέβαινε μαζί με μια φίλη της (επέστρεφαν από το θέατρο) αναγκάστηκε να σταματήσει στην μέση του δρόμου μεταξύ πλατεία Αμερικής και Αυστραλίας. «Είχαν πέσει πάνω από μια μαύρη και την κλωτσούσαν... ήταν πολλοί μαύροι μαζεμένοι και την χτυπούσαν όλοι μαζί, μετά την άφησαν κάτω κι έφυγαν...»

Για όση ώρα το σώμα της κοπέλας από το Κονγκό υπέφερε πεταμένο στην άσφαλτο, λίγα λεπτά τα οποία στην Ντίνα φάνηκαν να διαρκούν περισσότερο από τη θεατρική παράσταση διάρκειας μιάμισης ώρας, το ταξί παρέμεινε ακινητοποιημένο με σβησμένη τη μηχανή και κλειστά παράθυρα.

Κάποια στιγμή, ένας τύπος πλησίασε προς το μέρος τους (ο ταξιτζής ζήτησε από τις πελάτισσες να παραμείνουν σιωπηλές), έριξε ένα βλέμμα προς το εσωτερικό του αυτοκινήτου, αρχικά στον οδηγό, έπειτα στο πίσω κάθισμα, βεβαιώθηκε πως δεν αποτελούσαν κίνδυνο για εκείνον, οι κλωτσιές, οι φωνές, και τα σπρωξίματα συνέχισαν για λίγο ακόμη μέσα στο σκοτάδι ώσπου στο τέλος να πάρει καθένας το δρόμο του· η δαρμένη ασθμαίνοντας, ελαφρώς κουτσαίνοντας.

Ήταν, γιατί όχι, το πνεύμα της που με είχε επισκεφθεί, τριγυρνούσε τις νύχτες της Κυψέλης, ζητώντας αλλού δικαίωση, κι αλλού εκδίκηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

14.3.22

ΜΑΥΡΗ ΜΟΡΑ ΜΑΥΡΗ ΩΡΑ ΜΑΥΡΗ ΧΩΡΑ

 


 

Ονειρεύτηκα, μια νύχτα πιο ανάλαφρη, δίχως το βράχνιασμα της μόρας, πως η Αθήνα είχε εκλέξει δήμαρχο Αλβανικής καταγωγής·

  • παραφέρθηκα, θα έλεγε κανείς, από την εκλογή του Βρετανού Πακιστανικής καταγωγής Sadiq Aman Khan ως δήμαρχου Λονδίνου την ώρα που η χώρα αναζητούσε μέσω Brexit να τοποθετηθεί εκ νέου γεωπολιτικά with a free hand (quite free, εδώ που τα λέμε, αν σκεφτεί κανείς πως μέσα σε λίγες μέρες η Βρετανίδα πρέσβειρα στη Λιβύη ανακηρύχθηκε persona non grata ενώ αποκαλύφθηκε επίσης η ανάμειξη του τέως πρέσβη της Βρετανίας στο (αποτυχημένο) πραξικόπημα ενάντια στην κυβέρνηση του Μοράλες στην Βολιβία το 2019, ο φόρτος εργασίας που προκύπτει από τούτη την πολύμορφη διαλογική πολυμεσική εξωτερική πολιτική εκ μέρους του Foreign, Commonwealth & Development Office πιθανόν να ευθύνεται άλλωστε για το brain fog της Foreign Secretary Liz Truss, η οποία στην επίσημη επίσκεψη της στην Μόσχα μπέρδεψε το Donetsk και το Luhansk με το Voronezh και το Rostov, δύο εβδομάδες αργότερα τον Νίκο Δένδια με τον Νίκο Βέρτη), το Πακιστάν αναδύεται, επέλεξε την στρατηγική συμμαχία με την Τουρκία, ασκεί ηγεμονικό ρόλο στο Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν, ο πρωθυπουργός του μάλιστα δε δίστασε να συναντηθεί με τον πρόεδρο Putin τη μέρα της εισβολής στην Ουκρανία ("What do you consider us? Your slaves? That we should do whatever you say?" απάντησε στην κριτική της Ε.Ε.)

γειτονική χώρα, η Αλβανία, και συγγενής πολιτισμικά σε πείσμα της «ρομαντικής» ιδέας περί «έθνους ανάδελφου» όπως υποδεικνύει άλλωστε το πετυχημένο παράδειγμα ενσωμάτωσης ή/και αφομοίωσης των Αλβανών μεταναστών της δεκαετίας του ’90 (μας θυμίζει ο Δημήτρης Χριστόπουλος), η απόπειρα επικαιροποίησης (επί υπουργίας Νίκου Κοτζιά) του Συμφώνου Φιλίας Ελλάδας – Αλβανίας (1996) παρέμεινε στα χαρτιά, εξού και αργότερα απευθυνθήκαμε σε δικηγόρο που εδρεύει στην Χάγη ώστε να μας ορίσει την ΑΟΖ,

meanwhile, το όνομα του Ταγίπ Ερντογάν δόθηκε τιμής ένεκεν σε πλατεία της Αλβανίας.

«Η Ελλάδα οφείλει να αναπτύξει “στρατηγική σχέση” με την Αλβανία» ανέφερε ο Σάββας Καλεντερίδης σε παλαιότερη τηλεοπτική συνέντευξη στον Νίκο Χατζηνικολάου που «κόντεψε να πέσει από την καρέκλα» (όσο για τον Νίκο Ευαγγελάτο, ταυτίζει ακόμα Αλβανούς και όπλα), σύμφωνα τουλάχιστον με τον Πόντιο αναλυτή ο οποίος δημοσιολογεί έχοντας βιωματική-επαγγελματική γνώση του «πεδίου»:

§  in the field

1.     on campaign; (while) engaged in combat or manoeuvres.

e.g. "troops in the field"

2.     away from the laboratory, office, or studio; engaged in practical work in a natural environment.

e.g. "like other vulcanologists, Wright works in the field with active and even erupting     volcanoes"

 

Το πεδίο των προσφυγικών camp (σύμφωνα με την αργκό των διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων), ο τηλε-λοιμωξιολόγος που τάχθηκε υπέρ της μουσικής στην εστίαση καθώς «η λίγο χαμηλή μουσική όταν τρως έξω βοηθάει στην ψυχολογία των πολιτών ενώ δεν έχει αποδειχθεί πότε επί του πεδίου ότι όταν παίζει μουσική όσοι μιλούν εκτοξεύουν περισσότερα σταγονίδια», ώ πεδίο των πολεμικών μαχών όπου σήμερα επιχειρούν Ουκρανοί και Ρώσοι, μέχρι τους επόμενους δηλαδή, War has returned to Europe,

 

«η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει
τη δική μας αοριστία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις»

 

κι ας ετοιμαζόταν, μετά την πανδημία, να βρει το γνώριμο της το ρυθμό η ζωή στο «coffee shop η Ελλάς», έως ότου εξαναγκαστεί να τον χάσει καθώς, θέλοντας και μη, ευθυγραμμίζεται ολοένα και περισσότερο με τις τρέχουσες αναταράξεις της ιστορίας:

«μια νέα ατμόσφαιρα επιφυλακτικότητας, κάτι σαν μια παράξενη μυρωδιά που είναι αδύνατον να μαντέψεις την πηγή της, κάθε αστείο που λέγεται έχει περισσότερες από μία ερμηνείες, κάθε χειρονομία υπαινίσσεται περισσότερα από ένα πράγματα, σε κάθε αθώα ματιά υπάρχει και μια αίσθηση υποψίας, το καφενείο αυτό έγινε ένα γιγαντιαίο αυτί».[1]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Ναγκίμπ Μαχφούζ, «Καφενείο Καρνάκ».