19.11.18

Μάνα μου, οι αγώνες σου*








Το δυστοπικό sci fi του the Boy είναι ένα b movie με τεχνοτροπία που ανήκει στη δεκαετία του, ταινία δύσβατο αστικό τοπίο-ερείπιο, δημιούργημα που εξιτάρει την ακοή όσο και την όραση, ο the Boy άλλωστε πιστεύει πως σινεμά χωρίς διαλόγους γίνεται, χωρίς μουσική είναι αδιανόητο, πράγματι, η μουσικότητα της ταινίας είναι αντίστοιχη των ποιημάτων που απαγγέλνει σε λαϊβάδικα εδώ και χρόνια·  το Νήμα είναι μια ταινία με αναφορές στα φιλμικά genre στα οποία ανήκει, αναφορών φιλτραρισμένων μέσα από το ιδιοσυγκρασιακό κι εσωστρεφές, μα ολότελα προσωπικό, καλλιτεχνικό σύμπαν του the Boy, εξωφιλμικό σύμπαν σε μεγάλο βαθμό βεβαίως, κινηματογραφική μουσική και μουσικότροπα φιλμ,  οι τέχνες διασταυρώνονται, όπως τα θέλω μας, οι έρωτες μας· ταινία που αν και πειραματίζεται δίχως ίχνος συμπόνοιας για τον θεατή που δεν σκαμπάζει από genre films, ιστορία του σινεμά γενικώς και την φάση του the Boy ειδικώς, σου αφήνει μια υποβόσκουσα αίσθηση ενός ασυνείδητου tribute στο Terminator 2, ταινία επιδραστική άλλωστε για την προεφηβεία όσων γεννήθηκαν το ’81 - πριν τον Harry Potter υπήρξε ο Edward Furlong, στο πρόσωπο του συμπυκνώθηκαν τότε οι made in Hollywood πόθοι των ανυπόμονων εφήβων· το Νήμα αλλάζει πίστα στο σημείο που η πολιτική δίωξη της μάνας-αγωνίστριας αντικαθίσταται από τις φαντασιοπληξίες του νεαρού γιου της – η επανάσταση γίνεται προϊστορία ενώ η καύλα ένα επίμονο καταπιεστικό παρόν· καυλωμένος μεν, ελαφρά βραχυκυκλωμένος δε, βασανίζομαι δηλαδή, σαν τη φουρνιά μας, οι νευρώσεις δεν μπλοκάρουν την καύλα του, ματώνουν όμως το σπέρμα του, γεμίζουν σπέρμα το αίμα του, το χειροκρότημα του Λευτέρη δε θα φτάσει ποτέ στ’ αυτιά του αντικείμενου της ηδονής του, πόσο μάλλον της νεκρής από καιρό μάνας, μένει μονάχα να επικροτεί τον πόνο του, εξού και η φωνή του χάνεται στο τέλος, μονάχα η φωνή της συνείδησης θα μείνει άθικτη, του λέει:

«Καύλα και επανάσταση Λευτέρη - επανάσταση για την καύλα της!».



*the Boy – Κουστουμάκι.







9.11.18

Wormwood

Untitled





Εν τω μεταξύ, το Wormwood, ένα ντοκυμαντέρ του Errol Morris, το οποίο, αν και διαρκεί δύο ώρες περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε (4 ώρες απλωμένες σε 6 επεισόδια αντί για δίωρο ντοκυμαντέρ, call me Netflix), καταφέρνει να είναι πειστικό ως προς τον στόχο του, 

να πείσει δηλαδή τον θεατή πως ο θάνατος ενός στρατιωτικού επιστήμονα που δούλευε για την CIA το μακρινό 1953 δεν ήταν ένα ατύχημα το οποίο προήλθε ως έμμεση συνέπεια ενός πειράματος με LSD που οργάνωσε η ίδια η CIA και το οποίο πήγε τελείως στραβά, όπως είναι το επίσημο στόρυ από το 1975 έως και σήμερα, θεωρία που αντικατέστησε την αρχική εξήγηση που δόθηκε το 1953 και μιλούσε για αυτοκτονία, αλλά ήταν μια καλά σχεδιασμένη δολοφονία από την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των Η.Π.Α. ενός αντιφρονούντα (dissident) στους κόλπους της, 

εν τέλει παρουσιάζεται από το σύνολο των media ως ένα ντοκυμαντέρ που εξιστορεί μια περίεργη (bizarre) υπόθεση που αφορά τη CIA, ένα τρελό πείραμα με LSD, και μια αυτοκτονία, θεωρία που άλλωστε πούλησε στο κοινό επί δεκαετίες η ίδια η CIA και την οποία το ντοκυμαντέρ φιλοδοξεί να ανατρέψει.

8.11.18

βίοι παράλληλοι

Symbols In Transition



Οι τελευταίες ταινίες του Μάρτιν Σκορσέζε και του Παντελή Βούλγαρη φαίνεται πως αποτελούν πρωτίστως φόρο τιμής στα ιερά και όσια της ζωής τους, παρά αυστηρά δομημένες προσπάθειες δημιουργίας κινηματογράφου υψηλών αξιώσεων. 

Πράγματι, το Silence και Το Τελευταίο Σημείωμα αφουγκράζονται επίμονα και ανυπόμονα την ιερότητα που περιέβαλλε, λιγότερο ή περισσότερο, τη ζωή των δύο δημιουργών: τον καθολικισμό και την αριστερά αντίστοιχα.

Καθόλα αναμενόμενο, για τους συνεπείς παρατηρητές της επικαιρότητας, ζούμε άλλωστε στην εποχή όπου ο Πρόεδρος μιας χώρας η οποία δεν έβρισκε τους Ιταλούς αρκετά λευκούς για τα γούστα της μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα δε δίστασε καθόλου να βάλει τον Πάπα Φραγκίσκο στη θέση του· ο Τραμπ πιθανότατα να ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά του Σκορσέζε με έναν τρόπο τον οποίο ίσως να εξέπληξε ακόμα και τον ίδιο τον βετεράνο σκηνοθέτη.

Όσο για τον Βούλγαρη, είναι εύλογο να υποθέσουμε πως η βάναυση κατάργηση της υπόσχεσης που γέννησε ο Τσίπρας (καταθέτοντας άπαξ της ανάληψης των καθηκόντων του στεφάνι στη μνήμη των 200 της Καισαριανής), όπως αυτή συνέβη με την άνευ όρων παράδοση του Σύριζα το 2015 και ότι επακολούθησε, πιθανόν να κινητοποίησε ψυχικά τον σκηνοθέτη (που λίγα χρόνια προηγουμένως είχε καταθέσει μια ταινία για τον Εμφύλιο σε τόνο εθνικής συμφιλίωσης) ώστε να αναδείξει το θέμα της Αντίστασης στην Κατοχή.

Το Silence και Το Τελευταίο Σημείωμα δεν συγκρίνονται με τις κορυφαίες στιγμές στην φιλμογραφία των δύο σκηνοθετών οι οποίες δεν βρίσκονται αναγκαστικά πολύ πίσω στο χρόνο – η αμέσως προηγούμενη ταινία του Βούλγαρη, η  Μικρά Αγγλία, ήταν άλλωστε μία σπουδαία ταινία στο είδος της. Αν θέλουμε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, οι ταινίες ξεχειλίζουν δραματοποιημένη υπερβολή και βεβιασμένη συγκίνηση.

Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη ώρα του Silence είναι βαρετότατη ενώ τα αργόσυρτα πλάνα των βασανιστηρίων μας υπενθυμίζουν πως ο πιο εύκολος τρόπος να υποβάλλεις τον θεατή σήμερα είναι να δείξεις το ανθρώπινο σώμα να υποφέρει, η πρόκληση λοιπόν να κινηματογραφήσει πειστικά την, αν μη τι άλλο, επεισοδιακή συνάντηση των Ευρωπαίων με τους Ιάπωνες στη σκηνή της ιστορίας αποτυγχάνει υπό το βάρος της επιθυμίας του Αμερικάνου σκηνοθέτη να δωρίσει την ταινία του σε όλους εκείνους των οποίων οι ζωές ταυτίζονται με τις χαρές, ή και τις διαψεύσεις, της καθολικής πίστης·

όσο για τα συνεχή κοντινά πλάνα στα ξαναμμένα πρόσωπα των αγωνιστών που στάζουν περηφάνια στο Τελευταίο Σημείωμα σπρώχνουν την ταινία στο ναρκοπέδιο του μελό (με τη λαμπρή εξαίρεση της σκηνής του προθανάτιου γλεντιού) υπό το βάρος της βαθιάς ψυχής επιθυμίας του Βούλγαρη να αφιερώσει την ταινία του σε όλους εκείνους τους πιστούς των κουμμουνιστικών ιδεών, όταν εκείνα ταυτίζονται με το ιδεώδες του «αμύνεσθαι περί πάτρις». 

Κλείνοντας, ας εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας για το κινηματογραφικό έργο, σε βάθος δεκαετιών, των δύο αγαπημένων σκηνοθετών, παράλληλα με την κατανόηση μας για τις προθέσεις τους... τι αξία έχει άλλωστε μια ταινία, ανάμεσα σε τόσες άλλες, μπρος στο φως της πίστης τους!






5.11.18

Transcendence




Το έτος 1998 όταν άκουγα έναν σαραντάρη παλιοροκά να περιγράφει τις transcendent ιδιότητες των τραγουδιών του Jim Morrison, παρότι γενικά και αόριστα θετικά προσκείμενος στη ροκ των ‘70ς, δεν ένοιωθα. Ποτέ μου δεν κατόρθωσα να ταξιδέψω με το - όντως μεγαλειώδες - The End εκτός των ορίων του λούνα παρκ της σάρκας, τοποθεσία όπου αν και προσφέρονται αλησμόνητες ηδονές, χαρακτηρίζεται ωστόσο από την έλλειψη διαγαλακτικών ταξιδιών,  εκδρομών στο σύμπαν του αοράτου και επιδρομών στον πυρήνα του συνειδητού, δηλαδή το ασυνείδητο. 

Το έτος 2018 δεν χρειάζεται να προσπαθήσω ώστε να πείσω τον εαυτό μου για τις transcendent ιδιότητες που επιφέρει το shoegaze πάνω στο κορμί μου, ίσως βέβαια γιατί το Pop έριχνε συχνά αυλαία με το Sensitive από τους Field Mice - ήταν πέντε τα ξημερώματα, την ώρα που η πόλη ανήκει εξ ολοκλήρου στο μεθύσι της νιότης. 

Ο παραισθητικός κόσμος της ροκ εποποιΐας των Doors  στον οποίο κάποιος βούτηξε το 1981 (εποχή της Αλλαγής), η ψευδαισθητική φαντασμαγορία της ποπ πασπαλισμένης με shoegaze το 2001 (εποχή του ευρώ),  you name it, 

σημασία έχει να μην σιδερώνονται οι ελπίδες μιας γενιάς ώστε να προβάρεις άφοβα το κουστουμάκι της αθανασίας - ήταν πέντε, ξημερώματα.